1127/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-2-2007 αίτηση του ήδη αναιρεσίβλητου για καθορισμό οριστικής αποζημίωσης για ακίνητα που απαλλοτριώθηκαν, που κατατέθηκε στο Εφετείο Πατρών.
Legislator headnote
AI generated1127/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αρκεί για την ίδρυση του λόγου αυτού και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο.
Full text
Απόφαση 1127 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1127/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Α. Ν. του Μ. και 2. Α. Χ. του Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Μάρκου και κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον κ. Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, τον κ. Υπουργό Περιβάλλοντος-Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων και τον Υπουργό Πολιτισμού, που άπαντες κατοικοεδρεύουν στην Αθήνα και οι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Ροϊλό, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. και δεν κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-2-2007 αίτηση του ήδη αναιρεσίβλητου για καθορισμό οριστικής αποζημίωσης για ακίνητα που απαλλοτριώθηκαν, που κατατέθηκε στο Εφετείο Πατρών.
Εκδόθηκε η απόφαση: 738/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 13-9-2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιλτιάδης Σπυρόπουλος ανέγνωσε την από 9-11-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως συνάγεται από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, το δικαστήριο για να σχηματίσει την κρίση του για πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, παράβαση δε αυτής της υποχρεώσεως θεμελιώνει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, ο οποίος ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει η παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.
Αρκεί για την ίδρυση του λόγου αυτού και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο.
Σημειώνεται, ότι δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία στην απόφαση και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τα αποδεικτικά μέσα. Το γεγονός ότι μνημονεύονται και εξαίρονται μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου μεγαλύτερης σημασίας τους, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα υπόλοιπα, αρκεί βέβαια να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι (ΑΠ 740/2009).
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται η πλημμέλεια, από το άρθρο 559 αριθ. 11γ' ΚΠολΔ, δηλαδή ότι το Εφετείο Πατρών, με την προσβαλλόμενη 138/2009 απόφασή του, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι (ήδη αναιρεσείοντες) επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, άλλως ότι δεν κατέστη απολύτως βέβαιο από το περιεχόμενο της απόφασης, ότι το Εφετείο έχει λάβει υπόψη όλα τα έγγραφα και συγκεκριμένα τις 409/1998, 1943/2002 και 1444/2002 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας και την 528/2003 απόφαση του Εφετείου Πατρών, με τις τρεις πρώτες των οποίων καθορίστηκε προσωρινή τιμή μονάδας αποζημίωσης 50.000 δρχ. (ή 146,74 ευρώ), 300 ευρώ και 1.027,15 ευρώ, αντιστοίχως και με την τέταρτη των οποίων είχε καθοριστεί οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης 280 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, καθώς και την από Νοεμβρίου 2002 τεχνική έκθεση εκτίμησης (προϋπολογισμού) δαπάνης της υπό κρίση απαλλοτρίωσης σε 41 ευρώ ανά τ.μ.
χωρίς εξαίρεσης. Ότι παρά ταύτα, η προσβαλλόμενη απόφαση καθόρισε οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για το (ΚΠ 500 Δ) ακίνητο των αιτούντων, για το έδαφος, μόνο σε δέκα τέσσερα (14) ευρώ ανά τ.μ. Από τη βεβαίωση, όμως, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι αποδείχθηκαν τα σε αυτή αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά, και από όλα εν γένει τα έγγραφα που προσκομίζουν με επίκληση νομίμως οι διάδικοι (πίνακας, διαγράμματα, τεχνικές εκθέσεις, κλπ) και περαιτέρω στα φύλλα 7ο και 8ο αυτής, ότι το δικαστήριο θα πρέπει να συνεκτιμήσει, εκτός των άλλων και το περιεχόμενο δικαστικών αποφάσεων και κυρίως εκείνων που καθορίζουν οριστική τιμή μονάδας για ακίνητα της περιοχής εξ αφορμής προγενέστερης αναγκαστικής απαλλοτριώσεως και από το όλο περιεχόμενο της απόφασης αυτής, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τα παραπάνω έγγραφα, που επικαλέστηκαν οι αναιρεσείοντες, χωρίς όμως να γίνει αναγκαίως ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά, το δε γεγονός ότι μνημονεύθηκαν και εξάρθηκαν μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του Εφετείου μεγαλύτερης σημασίας τους, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη και τα υπόλοιπα.
Επομένως, ο ανωτέρω πρώτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 15 του ν.2882/2001 "Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ΚΑΑΑ)" ορίζεται στις παραγράφους 1, 2, 3 και 6 αυτού και ότι "μετά την κήρυξη της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, επιτροπή προβαίνει στην εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου οίκοθεν ή ύστερα από αίτηση κάθε ενδιαφερομένου.
Καταρτίζει έκθεση στην οποία περιγράφει λεπτομερώς την κατάσταση του απαλλοτριωμένου και των συστατικών του, τις τυχόν ιδιαίτερες συνθήκες αυτού. Εκτιμά αιτιολογημένα και αναλυτικά την αξία του. Η έκθεση υποβάλλεται στο αρμόδιο δικαστήριο ως στοιχείο της προδικασίας της δίκης για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης και συνεκτιμάται ως συμβουλευτική γνωμοδότηση.
Η εκτίμηση παραλείπεται για ακίνητα που εμπίπτουν στο κατά τις ισχύουσες διατάξεις σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας τους". Εξάλλου, κατά το άρθρο 13 του ίδιου ΚΑΑΑ, τελ. εδάφιο, "ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου λαμβάνονται υπόψη ιδίως η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, που προσδιορίζονται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων τα οποία συντάχθηκαν κατά το χρόνο κήρυξης της απαλλοτρίωσης, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριωμένου (άρθρο 9 παρ. 1 ν. 3193/2003)".
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι τα δικαστήρια κατά τον καθορισμό τιμής μονάδας αποζημίωσης ακινήτου, που εμπίπτει στο ισχύον σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας τους, υποχρεούνται να λαμβάνουν υπόψη και την αντικειμενική αξία αυτού, καθώς και των ομόρων και ομοειδών προς αυτό ακινήτων, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ως ασφαλές και αντικειμενικό μέτρο κρίσης για την εξεύρεση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου, η οποία πάντως σε καμιά περίπτωση δεν δεσμεύει τη δικαστική κρίση για την πραγματική αξία του.
Κατά δε την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως (13 ΚΑΑΑ), τα διαγραφόμενα κριτήρια δεν είναι αποκλειστικά και υποχρεωτικά για το δικαστήριο για τη διάγνωση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριουμένου κατά τον κρίσιμο χρόνο, έτσι ώστε να θεωρείται ότι παραβιάζεται στην περίπτωση που το δικαστήριο δεν τα λάβει υπόψη του ή θα λάβει υπόψη του άλλα τέτοια.
Το δικαστήριο μπορεί να στηρίζει την κρίση του για την πραγματική αξία του απαλλοτριουμένου ακινήτου, ενόψει της χρησιμοποιήσεως στην ανωτέρω διάταξη της λέξεως "ιδίως" σε κάθε πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο, αφού το αξιολογήσει προσηκόντως. Η δε σχετική για το πρόσφορο ή όχι του συγκριτικού στοιχείου κρίση του ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 877/2007 και 754/2005).
Εν συνεχεία, κατά την έννοια των ίδιων πιο πάνω διατάξεων, η έκθεση της εκτιμητικής επιτροπής, εφ' όσον συνετάγη, συνεκτιμάται μαζί με τα υπόλοιπα στοιχεία που προαναφέρθηκαν ακόμα και αν είναι κατώτερη της αντικειμενικής αξίας, η οποία κατά τα προαναφερθέντα δεν δεσμεύει υποχρεωτικά τη δικαστική κρίση ως προς την πραγματική κρίση αξία του απαλλοτριωθέντος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983)". Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 465/1988).
Από το άρθρο 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. (ΑΠ 1987/2007, ΑΠ 130/2010).
Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, αποδίδεται η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, δηλαδή ότι το Εφετείο Πατρών, με την προσβαλλόμενη ως άνω απόφασή του, διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες, αφού προκειμένου να καταλήξει στον καθορισμό των επί μέρους τιμών μονάδος για την αξία των απαλλοτριουμένων ακινήτων και ενώ διαχωρίζει αυτά ανάλογα με τη χρήση και καλλιέργεια αυτών, προσδιορίζει την αξία αυτών και συνακόλουθα την αποζημίωση, με βάση την πρόσοψη επί της παλαιάς Εθνικής οδού Πύργου-Αρχαίας Ολυμπίας, είτε επί της επαρχιακής οδού Πλατάνου-Φλόκα, χωρίς να κάνει οποιαδήποτε αναφορά ή σύγκριση στην χρήση και το είδος της καλλιέργειας και εκμετάλλευσης αυτών, στοιχεία τα οποία θα είχαν ουσιώδη επιρροή στον καθορισμό της αξίας των ακινήτων, μεταξύ των οποίων και του ακινήτου (ΚΠ 500 Δ) των αναιρεσειόντων.
Και ο λόγος αυτός της αναίρεσης, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, αφού στην προσβαλλόμενη απόφαση (δεύτερη σελίδα 6ου φύλλου) αναφέρεται ότι τα ακίνητα, που απαλλοτριώνονται είναι αγροί, αγροί χέρσοι, ελαιοστάσια, πορτοκαλεώνες κ.λ.π. το δε Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ζήτημα της καθοριστέας οριστικής αποζημίωσης και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, όπως ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες, με τον δεύτερο, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος αυτού, του οποίου οι αιτιάσεις αναφέρονται σε δήθεν ελλείψεις ως προς την επί μέρους ανάλυση και αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού και την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, ως προς το ύψος της καθοριστέας οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος.
Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, μη επιβληθούν όμως δικαστικά έξοδα σε βάρος των αναιρεσειόντων, διότι το αναιρεσίβλητο παρέστη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13-9-2010 αίτηση των αναιρεσειόντων, για αναίρεση της 738/2009 απόφασης του Εφετείου Πατρών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Απριλίου 2012.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Ιουνίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ