Supreme Court dismisses appeal against state interest rate ruling, upholding public interest exception to equal protection. State interest rate lower than private rates is constitutional.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision regarding state interest rates. The appellant argued that the state's lower interest rate violated constitutional equality and fair trial rights, while the state contended the distinction served public interest. The court ruled that the legislature may establish special regulations for the state to ensure its ability to serve citizens, making the lower rate a permissible exception.
Legislator headnote
AI generatedArticles 4, 20 of the Constitution; Article 21 of the Code of Public Laws; Article 15 of Law 876/1979: The legislature may establish special regulations for the state to ensure its ability to serve citizens, making a lower interest rate for the state a permissible exception to the principle of equality before the law.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1127 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1127/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ1 συζ. Χ2, το γένος ..., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Χορομίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό οικονομίας και Οικονομικών, τον Υπουργό Πολιτισμού και τον Υφυπουργό Αθλητισμού, που κατοικοεδρεύει στην .... Εκπροσωπήθηκε από τον Ευστράτιο Συνοίκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-4-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5847/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 3944/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 4-12-2006 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Ιωαννίδης ανέγνωσε την από 29-2-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο στην παρούσα δίκη εκπροσωπεί Ο Υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών κατά το άρθρο 1§1 του ΒΔ της 26-6/10-7-1944 περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου και όχι και οι Υπουργός Πολιτισμού και Υφυπουργός Αθλητισμού ως αναφέρεται στο αναιρετήριο εκ περισσού η εν λόγω δε αναγραφή δεν επέφερε ακυρότητα ή απαράδεκτο του δικογράφου της αίτησης αναιρέσεως, και τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο είναι αβάσιμα.
ΕΠΕΙΔΗ, από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά την οποία οι Ελληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, προκύπτει ότι το Σύνταγμα θεσπίζει την ισότητα του νόμου έναντι των Ελλήνων Πολιτών, υπό την έννοια ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις, που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός αν αυτές επιβάλλονται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια (Ολ.
ΑΠ 23/04). Εξάλλου, τα άρθρα 20 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της Διεθνούς Σύμβασης της Ρώμης της 4-11-1950 που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ (άρθρ. 28 παρ. 1 Συντάγματος), τα οποία εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα της παροχής έννομης προστασίας, με το συνακόλουθο δικαίωμα διασφάλισης ίσων δικαιωμάτων και εγγυήσεων για δίκαιη (χρηστή) δίκη, δεν στερούν τον κοινό νομοθέτη από την εξουσία, να θεσπίζει ειδικές ρυθμίσεις για το Δημόσιο και ορισμένες κατηγορίες προσώπων, όταν τούτο επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, όπως στην περίπτωση του Δημοσίου, το οποίο από τη φύση του έχει αποστολή και έργο την εξυπηρέτηση των πολιτών και στου οποίου την περιουσία και οικονομική κατάσταση συμβάλλουν οι φορολογούμενοι πολίτες με την καταβολή φόρων.
Το συμφέρον αυτό πρωτίστως εξυπηρετεί η διάταξη του άρθρου 21 του δεύτερου κεφαλαίου του Κώδικα νόμων περί δικών του Δημοσίου (Β.Δ. της 26.6/10.7.1944), με την οποία ορίζεται ότι ο νόμιμος και της υπερημερίας τόκος κάθε οφειλής του Δημοσίου ανέρχεται σε 6% ετησίως και αρχίζει από την επίδοση της αγωγής. Η ρύθμιση αυτή, με την οποία αναγνωρίζεται το δικαίωμα στο Δημόσιο να καταβάλλει με την ιδιότητά του οφειλέτη επί υπερημερίας ποσοστό τόκου (6%) μικρότερο εκείνου που έχουν υποχρέωση να καταβάλλουν οι ιδιώτες ως οφειλέτες, εισάγει επιτρεπτή υπέρ του Δημοσίου εξαίρεση, η οποία υπαγορεύεται από τον ανωτέρω σκοπό και δεν βρίσκεται σε αντίθεση προς τις προαναφερόμενες συνταγματικές και υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις, ούτε προς αυτές του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., που προστατεύει την περιουσία του δανειστή, αλλά ούτε και προς τα άρθρα 14 παρ. 1 και 26 του διεθνούς συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα (Ν. 2462/1997) αφού η προστασία της περιουσίας του Δημοσίου είναι αναγκαία για να είναι τούτο σε θέση να εκδηλώνει απρόσκοπτα τους ως άνω σκοπούς του προς εξυπηρέτηση των πολιτών, ενώ ο από το νόμο προσδιορισμός του μεγαλύτερου επιτοκίου έναντι κοινών οφειλετών δεν ιδρύει "περιουσία" του δανειστή πριν από τη γέννηση των απαιτήσεών του (Ολ.
ΑΠ 3/2006). Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αρθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο ότι παραβίασε με ψευδή ερμηνεία τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, καθόσον δέχθηκε ότι το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 10.293.146,64 ευρώ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας 6% ετησίως από την επίδοση της αγωγής αντί του νόμιμου επιτοκίου υπερημερίας που ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 15 παρ. 5 του Ν. 876/1979 και στις, κατ' εξουσιοδότηση αυτής, εκδοθείσες κανονιστικές πράξεις, είναι αβάσιμος.
Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 4-12-2006 αίτηση της Χ1 συζύγου Χ2, για αναίρεση της υπ' αριθ. 3944/06 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, οριζόμενα σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Ιουνίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ