Legislator Case Law & Legislation
1127/2009 AI generated

1127/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1127/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1127/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1127 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1127/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ..., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Κρανιώτη.

Του αναιρεσιβλήτου: ..., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κλειτσάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-11-1997 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 206/1999 μη οριστική, 133/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 212/2007 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25-2-2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μίμης Γραμματικούδης ανέγνωσε την από 14-1-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά το άρθρ.1895ΑΚ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 28 του Ν. 1329/1983,οι κατιόντες, όταν κληθούν εξ αδιαθέτου, έχουν την υποχρέωση να συνεισφέρουν ο ένας στον άλλον, ο,τιδήποτε τους δώρισε ή οπωσδήποτε του παραχώρησε χωρίς αντάλλαγμα ο κληρονομούμενος, όσο ζούσε, καθώς και ό,τι δαπάνησε για την επαγγελματική μόρφωσή τους, εφόσον αυτό υπερβαίνει ό,τι θα ήταν σύμφωνο με την οικονομική κατάσταση του κληρονομουμένου.

Δεν υπάρχει υποχρέωση συνεισφοράς, αν ο κληρονομούμενος το όρισε, όταν έδωσε την παροχή ή έκανε τη δαπάνη. Από τη διάταξη αυτή σαφώς συνάγεται ότι με αυτή καθιερώνεται ως κανόνας η υποχρέωση συνεισφοράς των εξ αδιαθέτου κληρονόμων προς αλλήλους των αναφερόμενων σ' αυτήν παροχών του κληρονομουμένου, και ως εξαίρεση η απαλλαγή τους από την υποχρέωση αυτή μόνο αν ο κληρονομούμενος κατά την παροχή όρισε διαφορετικά.

Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο στηρίζεται το διατακτικό της απόφασης. Δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση αυτών και στην αιτιολόγηση της εξαγωγής από αυτές του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, δεύτερο μέρος, από το άρθρ.559 αρ.19 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή η ένδικη αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, με την οποία ζητήθηκε να αναγνωρισθεί ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων αδελφός του υποχρεούται σε συνεισφορά των αναφερόμενων σ' αυτήν περιουσιακών στοιχείων τα οποία του δώρισε εν ζωή ο κληρονομούμενος πατέρας τους, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, ως προς την παραδοχή ότι με τη συμβολαιογραφική πράξη της αποδοχής της κληρονομίας του πατέρα του από τον εναγόμενο, αυτός δεν παραιτήθηκε του δικαιώματός του να ζητήσει τη συνεισφορά των συνεισεκτέων παροχών του εναγομένου, καθόσον, σύμφωνα με το λόγο αυτό, α) η ουσιαστική αποδοχή της ανωτέρω κληρονομίας είχε ήδη συντελεσθεί οριστικώς, λόγω παρόδου τετραμήνου από τον θάνατο του κληρονομουμένου στις 20-12-1994, ήτοι πολύ πριν τη σύνταξη της ανωτέρω συμβολαιογραφικής πράξης αποδοχής της κληρονομίας, η οποία ως εκ τούτου σαφώς δεν έγινε για να δηλωθεί απλώς και μόνο η ήδη γενόμενη αποδοχή της κληρονομίας, β) στην πράξη αυτή δηλώνεται ρητά ότι η αποδοχή γίνεται για το μισό(1/2) εξ αδιαιρέτου από καθένα των κληρονόμων επί των ακινήτων της κληρονομίας και γ) δε γίνεται διατύπωση οποιασδήποτε επιφύλαξης στην πράξη αυτή.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι οι με αυτόν αποδιδόμενες πλημμέλειες ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση αυτών και στην αιτιολόγηση της εξαγωγής από αυτές του αποδεικτικού πορίσματος σχετικά με την υποχρέωση της συνεισφοράς του εναγομένου, οι οποίες δεν ιδρύουν τον επικαλούμενο λόγο ο αναίρεσης.

Επειδή, ο από το αρθρ. 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπράττει διαγνωστικό λάθος και αποδίδει σε ορισμένο έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από το αληθινό, με αποτέλεσμα, εξ αιτίας του σφάλματος αυτού, να καταλήγει σε συμπέρασμα τελείως διαφορετικό από αυτό που προκύπτει από το έγγραφο ως προς την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του πραγματικού γεγονότος για την απόδειξη του οποίου προσκομίσθηκε το έγγραφο.

Αντίθετα δεν ιδρύεται ο από την διάταξη αυτή προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο και όπως πραγματικά είναι το αληθινό περιεχόμενό του, έστω και κατά πλημμελή τρόπο, πείθεται για την ύπαρξη όλου ή μέρους των πραγματικών γεγονότων προς απόδειξη των οποίων προσκομίζεται το έγγραφο, διότι στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση του περιεχομένου εγγράφου η οποία, σύμφωνα με τον κανόνα που διατυπώνεται στο αρθρ. 561 αρ. 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Στην κρινόμενη υπόθεση, με το πρώτο μέρος του πρώτου λόγου αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την ανωτέρω διάταξη του άρθρ.559 αρ.20 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραμόρφωσης του περιεχομένου της προσκομισθείσας από τους διαδίκους ... συμβολαιογραφικής πράξης αποδοχής, από τους διαδίκους, της κληρονομίας του αποβιώσαντος πατέρα τους, ..., καθόσον έγινε δεκτό ότι η τυπική αυτή αποδοχή της κληρονομίας από μέρους του ενάγοντος, εφόσον δεν συνοδεύθηκε και από άλλη συμπεριφορά (λ.χ.

ρητή ή σιωπηρή εκδήλωση διαθέσεων να περιορισθεί μόνο στην υπάρχουσα κατά τον χρόνο του θανάτου κληρονομία) δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ρητή ή σιωπηρή παραίτηση από το δικαίωμά του να αξιώσει την συνεισφορά των προς τον εναγόμενο παροχών, διότι μόνη η τυπική δήλωση αποδοχής της κληρονομίας ενός προσώπου δεν συνιστά παρά μόνο εκδήλωση της βούλησης του αποδεχομένου ότι οριστικά θέλει να γίνει κληρονόμος της κληρονομίας που του έχει επαχθεί.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι η ως άνω παραδοχή του Εφετείου, ως προς την έννοια της γενόμενης από τον ενάγοντα αποδοχής της κληρονομίας του πατέρα του, με την ανωτέρω συμβολαιογραφική πράξη, δεν οφείλεται σε διαγνωστικό λάθος, αλλά αποτελεί εκτίμηση του περιεχομένου της πράξης αυτής, η οποία εκτιμήθηκε ως αποδεικτικό μέσο, για την έννοια του γεγονότος αυτού, προς απόδειξη του οποίου προσκομίσθηκε.

Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, από την ίδια διάταξη του άρθρ.559 αριθ.20ΚΠολΔ, αποδίδεται στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, η πλημμέλεια της παραμόρφωσης του περιεχομένου του ... συμβολαιογραφικού εγγράφου, με το οποίο ο κληρονομούμενος πατέρας των διαδίκων μεταβίβασε στον εναγόμενο,ήδη αναιρεσείοντα, λόγω γονικής παροχής, το περιγραφόμενο στην απόφαση διαμέρισμα, καθόσον, ενώ στο συμβόλαιο αυτό δεν περιέχεται ολοκληρωμένη δήλωση του κληρονομουμένου περί καταλογισμού ή μη στην κληρονομική μερίδα του εναγομένου και συνεισφοράς της ανωτέρω παροχής, όπως τούτο προκύπτει από το ότι μεταξύ των λέξεων, που υπάρχουν στο συμβόλαιο αυτό "παροχή.....υπολογισθεί στην κληρονομική μερίδα" έχει παραμείνει κενό διάστημα, το Εφετείο δέχθηκε ότι περιέχει δήλωση του κληρονομουμένου περί καταλογισμού της αναφερόμενης σε αυτό παροχής στην κληρονομική μερίδα του εναγομένου.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι η παραδοχή του Εφετείου, ως προς το ότι ο κληρονομούμενος πατέρας των διαδίκων δεν όρισε, όταν έκανε την ανωτέρω παροχή στον ήδη αναιρεσείοντα, ότι δεν θα υπέχει υποχρέωση συνεισφοράς, δεν οφείλεται σε διαγνωστικό λάθος, αλλά αποτελεί εκτίμηση του περιεχομένου του εν λόγω συμβολαιογραφικού εγγράφου, το οποίο εκτιμήθηκε ως αποδεικτικό μέσο για την αλήθεια του ανωτέρω γεγονότος, προς απόδειξη του οποίου προσκομίσθηκε το έγγραφο αυτό.

Επειδή, κατά το άρθρ.559 αρ. 11γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335,338,339 ,340ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, από δε την αναφορά στην απόφαση μερικών από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, γιατί έχουν ιδιαίτερη σημασία, δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εκτιμήθηκαν και τα μη αναφερόμενα.

Ειδικότερα, οι αναφερόμενες στο άρθρο 390ΚΠολΔ γνωμοδοτήσεις προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, εφόσον συντάχθηκαν κατά τις νόμιμες προϋποθέσεις, δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο αλλά έγγραφο που εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, το οποίο δεν έχει την υποχρέωση να το μνημονεύσει ειδικά και κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει αποδεικτικά μέσα που φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.

Στην κρινόμενη υπόθεση, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία, τα περιστατικά τα οποία έγιναν δεκτά από το Εφετείο, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων, και "από όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο, έλαβε υπόψη και εκτίμησε, προς συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του, σχετικά με την αξία των ακινήτων της κληρονομίας, καθώς και του ανωτέρω ακινήτου του εναγομένου, του οποίου ζητήθηκε η συνεισφορά, και την προσκομισθείσα από τον εναγόμενο από ...

γνωμοδότηση του πολιτικού μηχανικού ..., ως δικαστικό τεκμήριο, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία αυτής. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ ΚΠολΔ, με τον οποίο ψέγεται το Δικαστήριο της ουσίας ότι δεν έλαβε υπόψη το ανωτέρω αποδεικτικό στοιχείο, είναι αβάσιμος.

Γ Ι Α ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25-2-2007 αίτηση του ..., για αναίρεση της 212/2007 απόφασης του Εφετείου Λαμίας

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2009.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 6 Μαΐου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ