1127/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαρτίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-7-1981 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και της αρχικής διαδίκου (αποβιώσασας μητέρας τους) ψ, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 904/1983 προδικαστική, 161/1993 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 568/1994 του Εφετείου Πειραιώς. Κατά της ανωτέρω εφετειακής απόφασης ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης και πρόσθετοι λόγοι και εκδόθηκε η 1362/1995 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεση την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Πειραιώς. Το Εφετείο Πειραιώς εξέδωσε την 586/1996 απόφαση, με την οποία οι αναιρεσίβλητοι και η μητέρα τους παραιτήθηκαν από την 29-7-1996 αίτηση αναιρέσεως τους.
Legislator headnote
AI generated1127/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η από 4.8.1993 έφεση, που άσκησαν κατά της αποφάσεως αυτής οι ενάγοντες, έγινε δεκτή με την με αριθμό 568/1994 απόφαση του Εφετείου Πειραιά. Κατά της αποφάσεως αυτή του Εφετείου Πειραιά οι εναγόμενοι άσκησαν την από 5.7.1994 αίτηση αναιρέσεως που έγινε δεκτή από την με αριθμό 1362/1995 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία και ανήρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1127 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1127/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Ιωάννη Σίδερη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαρτίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. χ1 , 2. χ2, 3. χ3, 4. χ4 και 5. χ5, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Γεωργιάδη.
Των αναιρεσίβλητων: 1. ψ1 και 2. ψ2, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Ευρυδίκη Λέρου και Στυλιανό Σταματόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-7-1981 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και της αρχικής διαδίκου (αποβιώσασας μητέρας τους) ψ, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 904/1983 προδικαστική, 161/1993 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 568/1994 του Εφετείου Πειραιώς. Κατά της ανωτέρω εφετειακής απόφασης ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης και πρόσθετοι λόγοι και εκδόθηκε η 1362/1995 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεση την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Πειραιώς. Το Εφετείο Πειραιώς εξέδωσε την 586/1996 απόφαση, με την οποία οι αναιρεσίβλητοι και η μητέρα τους παραιτήθηκαν από την 29-7-1996 αίτηση αναιρέσεως τους.
Στη συνέχεια οι αναιρεσίβλητοι και η μητέρα τους (ψ) επανήλθαν με την από 30-9-1996 αγωγή τους, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2686/1998 προδικαστική, 4885/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1038/2006 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17-1-2007 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης ανέγνωσε την από 26-2-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I). Από τα άρθρα 321, 322, 324 και 331 του ΚΠολΔ σαφώς συνάγεται ότι οι τελεσίδικες αποφάσεις αποτελούν δεδικασμένο ως προς εκείνα μόνο τα ζητήματα, επί των οποίων η κρίση και απόφανση ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της διαφοράς και τα οποία έτσι στηρίζουν το διατακτικό της αποφάσεως, όχι δε και ως προς τα πλεοναστικώς ερευνηθέντα.
Για τα όρια δε του δεδικασμένου λαμβάνονται υπόψη οι αιτιολογίες, όπως αντικαταστάθηκαν ρητώς ή σιωπηρώς από το ανώτερο δικαστήριο (Α.Π. 1489/2006, 1512/1990, Α.Π. 733/2004, Α.Π. 1173/2003, Α.Π. 367/2002). Στην προκειμένη περίπτωση Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Με την με αριθμ. εκθ. καταθέσεως 1434/1981 αγωγή προς το Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά η ψ, ως και τα τέκνα της ψ1 και ψ2, ζήτησαν, ισχυριζόμενοι ότι απέκτησαν την κυριότητα επί του ευρισκομένου στον Δήμο ....
επιδίκου ακινήτου (διωρόφου οικίας) εκ της εξ' αδιαθέτου διαδοχής του αποβιώσαντος, στις 13.11.1962, συζύγου και πατέρα αυτών Ψα, να αναγνωρισθεί η κυριότητα αυτών επί του προπεριγραφομένου ακινήτου και να υποχρεωθούν οι τότε εναγόμενοι Χα και Χβ να τους το αποδώσουν. Η αγωγή αυτή απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη με την υπ' αριθμ. 161/1993 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, με την αιτιολογία ότι το ακίνητο δεν ανήκε στην κυριότητα των εναγόντων ή του δικαιοπαρόχου τους, δέχθηκε δε το πρωτοδικείο περαιτέρω, ως εκ περισσού, ότι ο πρώτος εκ των εναγομένων είχε αποκτήσει την κυριότητα επί του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, χωρίς να δέχεται ότι είχε υποβληθεί εκ μέρους του τελευταίου ένσταση ιδίας κυριότητας.
Η από 4.8.1993 έφεση, που άσκησαν κατά της αποφάσεως αυτής οι ενάγοντες, έγινε δεκτή με την με αριθμό 568/1994 απόφαση του Εφετείου Πειραιά. Κατά της αποφάσεως αυτή του Εφετείου Πειραιά οι εναγόμενοι άσκησαν την από 5.7.1994 αίτηση αναιρέσεως που έγινε δεκτή από την με αριθμό 1362/1995 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία και ανήρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση.
Μετά από αυτά εκδόθηκε η με αριθμό 586/1996 απόφαση του Εφετείου Πειραιά, με την οποία κρίθηκε ότι λόγος επαγωγής της κληρονομίας του ως άνω Ψα ήταν η από ... διαθήκη, που συντάχθηκε κατά τους τύπους της Πολιτείας Κουησλάνης της Αυστραλίας και όχι η εξ' αδιαθέτου διαδοχή που επεκαλούντο οι ενάγοντες, και ως εκ τούτου, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως αυτής, οι τελευταίοι, ακόμη και αν ο δικαιοπάροχός τους ήταν κύριος του επιδίκου, δεν είχαν αποκτήσει συνακόλουθα την κυριότητα του επιδίκου.
Συνεπεία δε τούτων το Εφετείο με την εν λόγω απόφαση απέρριψε την έφεση, κρίνοντας ότι η εκκαλουμένη και με αριθμό 161/1993 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά είχε καταλήξει ορθώς στο ίδιο αποτέλεσμα, αν και με διαφορετική αιτιολογία. Στη συνέχεια οι ενάγοντες άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά την από 30.9.1996 διεκδικητική αγωγή, με την οποία ζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, οι οποίοι είχαν υπεισέλθει στο μεταξύ στην κληρονομία του ως άνω Χα και συνέχισαν να κατέχουν το επίδικο, κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, να τους το αποδώσουν.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 4885/2005 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία, αφού ανεκάλεσε την με αριθμό 2686/1998 προδικαστική απόφασή του, απέρριψε την αγωγή, ως απαράδεκτη, λόγω της υπάρξεως δεδικασμένου εκ της ως άνω και με αριθμό 161/1993 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, που επικυρώθηκε τελεσίδικα, με την με αριθμό 586/1996 απόφαση του Εφετείου Πειραιά.
Με την προσβαλλομένη ήδη με την αναίρεση απόφαση το Εφετείο δέχθηκε... " ....ότι με βάση τα προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν αποφάνθηκε, με την με αριθμό 586/1996, για το θέμα της κυριότητας ή μη του δικαιοπαρόχου των εναγόντων ούτε περιέλαβε γι' αυτό επάλληλη σκέψη, η οποία, άλλωστε, ως τέτοια, δεν θα μπορούσε να παραγάγει δεδικασμένο.
Αλλ', εφόσον η αγωγή αποδείχθηκε, για τον παραπάνω λόγο, αβάσιμη κατ' ουσίαν, το Δικαστήριο δεν είχε ούτε δικαιοδοσία να ερευνήσει τον ισχυρισμό των τότε εναγομένων για χρησικτησία του επικαλούμενου ως δικαιοπαρόχου τους (ο οποίος, μάλιστα, δεν συνιστούσε ένσταση), ενόψει της μη ύπαρξης από μέρους τους ανταγωγής.
Γι' αυτό και δεδομένου ότι οι αιτιολογίες της πρωτόδικης απόφασης, ύστερα απ' την αντικατάσταση τους με την παραπάνω απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, έπαυσαν να ισχύουν και δεν παράγουν δεδικασμένο για το θέμα της κυριότητας του επικαλούμενου ως δικαιοπαρόχου των εναγόντων, η κρινόμενη αγωγή δεν είναι απαράδεκτη για το λόγο αυτό και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη νομιμότητα και την ουσιαστική της βασιμότητα.
Συνεπώς, η εκκαλούμενη απόφαση, με την οποία η κρινόμενη αγωγή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη με την αιτιολογία της ύπαρξης δεδικασμένου για τη μη ύπαρξη κυριότητας του επικαλούμενου ως δικαιοπαρόχου των εναγόντων και των τελευταίων, απορρέοντος απ' την, αντικακατασταθείσα, κατά τα παραπάνω, αιτιολογία της υπ' αριθμ. 161/1993 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, έσφαλε και πρέπει, κατά παραδοχή του μοναδικού λόγου της κρινόμενης έφεσης, που είναι βάσιμος, να εξαφανιστεί, και, μετά την παραδοχή της έφεσης, να κρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο αυτό και να ερευνηθεί κατ' ουσία....". Επομένως το Εφετείο, το οποίο απέρριψε την ένσταση δεδικασμένου που προτάθηκε από τους εναγομένους - αναιρεσείοντες, με την ανωτέρω αιτιολογία, όχι κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο από την ως άνω τελεσίδικη απόφαση, καθ' όσον, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, για τα όρια του δεδικασμένου λαμβάνονται υπόψη οι αιτιολογίες, όπως αντικαταστάθηκαν ρητώς ή σιωπηρώς από το ανώτερο δικαστήριο και δεν ήταν δυνατόν να προκύψει δεδικασμένο από τα πλεοναστικώς ερευνηθέντα από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, γι' αυτό και ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 16 ΚΠολΔ, που υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.
II). Επειδή η νομική αοριστία της αγωγής, η συνδεόμενη δηλαδή με την νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία, απ' όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα, ενώ αντίθετα η ποσοτική (ή ποιοτική) αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για την θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθ. 559 αριθ. 8 ή 14 του ΚΠΔ.
Σε κάθε όμως περίπτωση η αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργηθεί λόγος αναιρέσεως σύμφωνα με το άρθ. 562 παρ. 2 ΚΠΔ, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά την δημοσία τάξη (Α.Π. 1/1987 ΟΛ, Α.Π 1316/1987).
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τους δεύτερο λόγο, κατά το πρώτο σκέλος, της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη "πράγματα" που δεν προτάθηκαν με την ένδικη αγωγή και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγχρόνως κατά παράβαση του άρθ. 216 ΚΠΔ, δεν κήρυξε απαράδεκτη την ίδια αγωγή (άρθ. 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠΔ) και ειδικότερα δέχθηκε ότι οι ενάγοντες απεδέχθησαν την κληρονομία του αποβιώσαντος δικαιοπαρόχου τους Ψα , δυνάμει μίας χωρίς αριθμό και έτος δήλωσης αποδοχής κληρονομίας του σ/φου Αθηνών Κωνσταντίνου Παπαδοπούλου.
Ο ως άνω λόγος όμως λόγος, αναφερόμενος σε αοριστία της ένδικης αγωγής, την οποία το Εφετείο εσφαλμένως έκρινε ως ορισμένη, είναι απαράδεκτος, γιατί, παρά τα αντίθετα από τους αναιρεσείοντες υποστηριζόμενα, από τις ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας υποβληθείσες προτάσεις τους, δεν προκύπτει ότι τέτοιος ισχυρισμός για αοριστία του δικογράφου της αγωγής προτάθηκε στα δικαστήρια της ουσίας απ' αυτούς.
III). Κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1710 παρ. 1, 1846, 1193, 1195, 1198 και 1199 Α.Κ., η κληρονομική διαδοχή είτε χωρεί από το νόμο (εξ αδιαθέτου ή νόμιμης μοίρας) είτε από διαθήκη, αποτελεί παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας των κληρονομιαίων ακινήτων, η κυριότητα των οποίων, όπως και κάθε άλλο εμπράγματο δικαίωμα επ' αυτών, μεταβαίνει αναδρομικώς στον κληρονόμο από το θάνατο του κληρονομουμένου, εφόσον ο κληρονόμος αποδεχθεί με δημόσιο έγγραφο την κληρονομία και μεταγράφει την περί αποδοχής δήλωσή του.
Από αυτά, ενόψει και των ορισμών των άρθρων 1094 ΑΚ και 216 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, παρέπεται ότι η διεκδικητική αγωγή, που στηρίζεται ως προς τον τρόπο κτήσης της κυριότητας του διεκδικούμενου με αυτή ακινήτου σε κληρονομική διαδοχή, είναι ορισμένη όταν στο δικόγραφο της αναφέρονται α) η κυριότητα του κληρονομουμένου στο επίδικο ακίνητο, η αποδοχή της κληρονομίας από τον ενάγοντα και η μεταγραφή της περί αποδοχής αυτής δήλωσης, β) η αφαίρεση ή κατακράτηση της νομής ή κατοχής του επίδικου ακινήτου από τον εναγόμενο και γ) η ακριβής περιγραφή του επιδίκου ακινήτου, ώστε να μην γεννιέται αμφιβολία για την ταυτότητά του.
Ο τρόπος όμως κτήσης της κυριότητας επί του επιδίκου από τον κληρονομούμενο δεν είναι στοιχείο της διεκδικητικής αγωγής. Μόνο δε όταν ο εναγόμενος ήθελε αμφισβητήσει με τις προτάσεις του της πρώτης πρωτοβάθμιας συζήτησης την κυριότητα του κληρονομουμένου και των προ αυτού κτητόρων του επιδίκου, υποχρεούται ο ενάγων, κατ' επιτρεπτή συμπλήρωση της αγωγής (άρθρ. 224 Κ.Πολ.Δ), να καθορίσει με τις προτάσεις του ή την προσθήκη αυτών της ίδιας πρώτης συζήτησης, όταν οι προτάσεις κατατίθενται παραδεκτώς κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, και τον τρόπο κτήσης από τα πρόσωπα αυτά της κυριότητας επί του επιδίκου (Α.Π. 1617/2005, Α.Π. 138/1987).
Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις από τους αριθ. 8 και 14 άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ, διότι όπως υποστηρίζεται παρά το νόμο δεν εκήρυξε ακυρότητα της αγωγής λόγω αοριστίας. Οι παραβάσεις αυτές συντελέστηκαν κατά τους εναγομένους - αναιρεσείοντες, επειδή κρίθηκε ορισμένη η αγωγή που στηριζόταν μόνο σε παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας του επιδίκου και παρότι οι ίδιοι με τις προτάσεις τους κατά την πρώτη πρωτοβάθμια συζήτηση της αγωγής αμφισβήτησαν την κτήση της κυριότητας από τους ενάγοντες - αναιρεσιβλήτους και το δικαιοπάροχό τους, οι τελευταίοι δεν συμπλήρωσαν, όπως όφειλαν την αγωγή με την επίκληση πρωτότυπου τρόπου κτήσης κυριότητας στα πρόσωπα των δικαιοπαρόχων τους.
Όμως οι ενάγοντες, όπως τούτο προκύπτει από την επισκόπηση των προτάσεών που υπέβαλαν κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής και με την προσθήκη αυτών, λόγω της μη υπάρξεως, κατά το τότε ισχύον άρθρο 237 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, άλλου χρονικού περιθωρίου σ' αυτούς, συμπλήρωσαν παραδεκτώς την αγωγή, κατά τη κρίση του Εφετείου, με επίκληση πρωτοτύπου τρόπου κτήσεως κυριότητας στο πρόσωπο τόσο των ιδίων, όσο και του αμέσου δικαιοπαρόχου τους, από του έτους 1932 και οπωσδήποτε από του έτους 1946 και μέχρι του έτους 1981, ως νεμηθέντες το επίδικο με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθά ερμήνευσε τις ως άνω διατάξεις, κρίνοντας δε ορισμένη την αγωγή, δεν υπέπεσε στην από τους αριθ. 8 και 14 άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια που του αποδίδεται και επομένως πρέπει να απορριφθεί ο ως άνω λόγος αναίρεσης ως αβάσιμος.
IV). Κατά το άρθρο 983 ΑΚ η νομή μεταβιβάζεται στους κληρονόμους του νομέα, κατά δε το άρθρο 1051 ΑΚ εκείνος που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή, μπορεί να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι με το θάνατο του κληρονομουμένου η νομή ακινήτου που είχε αυτός μεταβιβάζεται στον κληρονόμο και χωρίς την αποδοχή της κληρονομίας και μεταγραφή της σχετικής δήλωσης ή του κληρονομητηρίου.
Ο καθολικός και ο ειδικός διάδοχος δικαιούται να συνυπολογίσει και το χρόνο νομής του προκτήτορά του στο δικό του χρόνο νομής, εφόσον τόσο αυτός όσο και οι διάδοχοι έχουν νομή χρησικτησίας και δεν χώρησε διακοπή στη διαδοχή της νομής ανάμεσά τους. Στην έκτακτη χρησικτησία για το συνυπολογισμό της νομής των προκτητόρων, αρκεί ειδική διαδοχή στη νομή, η οποία επέρχεται ακόμη και αν πρόκειται για ακίνητο με άτυπη και αφηρημένη ή αναιτιώδη σύμβαση.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο δέχτηκε ανελέγκτα, εκτός των άλλων, και τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά : Απ' το νόμιμο γάμο του με τη Γ ,ο ψ1, κάτοικος οικισμού ...... του Δήμου Κυθηρίων, απέκτησε έξι τέκνα, τη Γ1, τη Γ2, τον Ψα, σύζυγο της πρώτης αρχικής ενάγουσας και πατέρα των λοιπών, το Γ5, τον Γ3 και τον Γ4, σύζυγο της πρώτης αρχικής εναγομένης, πατέρα της δεύτερης και της τρίτης και παππού των λοιπών.
Ο παραπάνω ψ1, κατά το χρόνο του θανάτου του, στις 5 Ιανουαρίου 1932, όπως δεν αμφισβητείται απ' τους διαδίκους, ήταν κύριος του επιδίκου, συνισταμένου από μια διώροφη οικία, ήδη παλαιωμένη, αποτελούμενη από ισόγειο, χρησιμοποιούμενο ως επαγγελματικό χώρο (καφενείο και κατάστημα γενικού εμπορίου), και ανώγειο όροφο τριών δωματίων και βοηθητικών χώρων, με το συνεχόμενο αγρό και τα μέσα σ' αυτόν παλιό ημιτελές κτίσμα, στάβλο (αποθήκη), αμπέλια, πηγάδι και δέντρα (πορτοκαλιές, ελιές κι άλλα οπωροφόρα), συνολικής έκτασης του όλου ακινήτου τριάμισυ στρεμμάτων, που βρίσκεται στην τοποθεσία "...." ή "......" του οικισμού ......
του Δήμου Κυθηρίων και συνορεύει με την δημοτική πλατεία ...... και ......, με δασική έκταση (λαγγάδι). με εμπασιά και με ακίνητα ....., ...... και ......... Ο σύζυγος της πρώτης αρχικής ενάγουσας και πατέρας των λοιπών από το 1913 είχε μεταναστεύσει στην Αυστραλία, όπου εγκαταστάθηκε οριστικά. Ο παραπάνω αρχικός κύριος του επιδίκου, προκειμένου ν' αντιμετωπίσει τις βασικές ανάγκες της πολυμελούς οικογένειας, συνήψε δάνειο με την Εθνική Τράπεζα, με την εγγραφή υποθήκης στην ακίνητη περιουσία του.
Μετά το θάνατο του, εξαιτίας της αδυναμίας εξόφλησης του δανείου, απειλήθηκε η κατάσχεση και εκπλειστηρίαση της υποθηκευμένης περιουσίας. Το δάνειο εξοφλήθηκε στο σύνολο του και ο κίνδυνος αποσοβήθηκε με χρήματα που έστειλε για το σκοπό αυτόν από την Αυστραλία ο σύζυγος της πρώτης αρχικής ενάγουσας και πατέρας των λοιπών.
Συγχρόνως συμφωνήθηκε μεταξύ όλων των, εξ αδιαθέτου, κληρονόμων του αρχικού κυρίου να μεταβιβάσουν όλοι λόγω πώλησης στον Ψα τα ιδανικά μερίδια τους στο επίδικο, ώστε ο τελευταίος, με το ιδανικό μερίδιο που του αναλογούσε από την κληρονομιά, ν' αποκτήσει την πλήρη κυριότητα του όλου. Με το σκοπό αυτό ο Ψα παρέσχε στο θείο του Ψβ, αδελφό του πατέρα του, την ειδική πληρεξουσιότητα ν' αγοράσει στο όνομα του και για λογαριασμό του τα ιδανικά αυτά μερίδια.
Πράγματι, με συμβαλλόμενο από πλευράς αγοραστή τον Ψβ, με την παραπάνω ιδιότητα του, συντάχθηκαν τα υπ' αριθμ...... και ...... συμβόλαια των συμβολαιογράφων Κυθήρων Νικολάου Γ. Λεβούνη και Ποταμίων Κυθήρων Σπυρίδωνος Φατσέα του Βρεττού αντίστοιχα, που μεταγράφηκαν νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Δήμου Κυθηρίων στους τόμους ..., με αριθμ. ...
και ..., με αριθμ. ... αντίστοιχα, με τα οποία έγιναν οι μεταβιβάσεις. Με το πρώτο απ' αυτά μεταβίβασαν (λόγω πώλησης), με τίμημα συνολικά 116.000 δραχμών, τα ιδανικά τους μερίδια στο επίδικο η μητέρα του Γ, οι δυο αδελφές του, Γ1 και Γ2, που ήταν ήδη έγγαμες και ο αδελφός του Γ5, ο οποίος, ακόμη κι αν υποτεθεί αληθινός ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι έπασχε από σοβαρή πνευματική ασθένεια, ήταν ικανός για τη σύναψη τέτοιας δικαιοπραξίας, εφόσον αποδεδειγμένα δεν είχε τεθεί σε κατάσταση απαγόρευσης.
Με το δεύτερο απ' τα πιο πάνω συμβόλαιο, μεταβίβασαν (λόγω πώλησης), με τίμημα συνολικά 43.000 δραχμών, τα ιδανικά τους μερίδια στο επίδικο και οι αδελφοί του Γ3 και Γ4, οι οποίοι κατά τη σύνταξη του προηγούμενου συμβολαίου δεν είχαν συμπληρώσει ακόμη τη νόμιμη ηλικία για την απόκτηση πλήρους δικαιοπρακτικής ικανότητας.
Ο Ψβ, που συμβλήθηκε ως πληρεξούσιος του Ψα στα συμβόλαια αυτά, είχε την απαιτούμενη ειδική πληρεξουσιότητα για το σκοπό αυτό. Το τελευταίο προέκυψε απ' τη σχετική ρητή μνεία στα οικεία συμβόλαια, ενώ δεν αποδείχθηκε το αντίθετο. Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι η πώληση και μεταβίβαση με τα συμβόλαια αυτά ήταν πραγματική και όχι μόνο κατά το φαινόμενο και το αναφερόμενο τίμημα καταβλήθηκε πράγματι.
Ο ισχυρισμός των εναγομένων περί εικονικότητας υποστηρίχθηκε μόνο από τις καταθέσεις των μαρτύρων των εναγομένων, οι οποίες αντικρούονται, όμως, απ' την κατάθεση της μάρτυρα των εναγόντων. Μετά από τις παραπάνω μεταβιβάσεις, από το 1932 στο επίδικο ακίνητο εξακολούθησαν να παραμένουν η μητέρα και όλοι οι αδελφοί του Ψα με τις οικογένειες τους, μεχρισότου, από το 1954, παρέμεινε μόνο ο Χα, σύζυγος της πρώτης αρχικής εναγομένης, πατέρας της δεύτερης και της τρίτης και παππούς των λοιπών, λόγω της, μεσολαβήσασας, μετανάστευσης του Γ3 και μετεγκατάστασης των Γ1 και Γ2 με τις οικογένειες τους σε δικά τους ακίνητα και του, μεσολαβήσαντος, θανάτου του αδελφού του Γ5 και της μητέρας του.
Από το 1954 και συνεχώς μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής, στο επίδικο ακίνητο παρέμενε με την οικογένεια ο Χα μόνο, ο οποίος το 1952 είχε συνάψει νόμιμο γάμο με την Χβ αρχική εναγόμενη, στη θέση της οποίας, μετά το θάνατο της, επισυμβάντα κατά τη διάρκεια της δίκης στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας, συνεχίζουν τη δίκη οι δυο πρώτες εφεσίβλητες, ως καθολικές της διάδοχοι.
Την κατοχή του επιδίκου είχε ο Χα με βάση άτυπη σύμβαση χρησιδανείου που είχε συνάψει με τον παραπάνω κύριο αυτού απ' το χρόνο της απόκτησης του από τον τελευταίο. Η σύμβαση αυτή του παρείχε το δικαίωμα κατοχής του επιδίκου χωρίς αντάλλαγμα, αλλά με τον όρο να μεριμνά για την αναγκαία συντήρηση τόσο του οικήματος, όσο και του αγρού, ώστε να διατηρούνται σε καλή κατάσταση.
Στη συνέχεια, μετά το θάνατο του Ψα τον Νοέμβριο του 1962, η πρώτη από τους αρχικούς ενάγοντες, στη θέση της οποίας, μετά το θάνατο της, επισυμβάντα κατά τη διάρκεια της δίκης στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας, συνεχίζουν τη δίκη οι εκκαλούντες, ως, εκ διαθήκης, καθολικοί της διάδοχοι, μαζί με τα τέκνα της, λοιπούς ενάγοντες, κατέστη κληρονόμος του (Ψα), (σύμφωνα με την, καταστάσα ήδη αμετάκλητη, υπ' αριθμ. 648/1996 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η οποία αναγνώρισε ότι η από ....
διαθήκη του, με την οποία κατέλιπε αυτή (σύζυγο του) μοναδική κληρονόμο του, είναι άκυρη κατά το ποσοστό των 6/16, στο οποίο εκτείνεται η νόμιμη μοίρα των λοιπών αρχικά εναγόντων (τέκνων του), κατά ποσοστό 10/16 και αποδέχθηκε αυτή και τα πιο πάνω τέκνα της κατά τα ποσοστά αυτά την παραπάνω κληρονομιά με την υπ' αριθμ. .....
δήλωση τους ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Κωνσταντίνου Παπαδοπούλου του Ευαγγέλου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Δήμου Κυθηρίων, στον τόμο .., με αριθμ. .... Αυτή (η πρώτη από τους αρχικούς ενάγοντες, στη θέση της οποίας, μετά το θάνατο της, επισυμβάντα κατά τη διάρκεια της δίκης στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας, υπεισήλθαν και συνεχίζουν τη δίκη οι εκκαλούντες, ως, εκ διαθήκης, καθολικοί της διάδοχοι), στις 18 Νοεμβρίου 1962, ενεργώντας για τον εαυτό της, αλλά κι' ως επίτροπος των ανήλικων τότε τέκνων της (λοιπών αρχικών εναγόντων), με προφορική σύμβαση της με τον Χα στο ....
του Δήμου Κυθηρίων (μέσα στο επίδικο), συνήνεσε στην εξακολούθηση της διάρκειας του χρησιδανείου στο επίδικο, με τους ίδιους όρους (να μεριμνά ο τελευταίος για την αναγκαία συντήρηση τόσο του οικήματος, όσο και του αγρού, ώστε να διατηρούνται σε καλή κατάσταση και να το αποδώσει στους χρήστες οποτεδήποτε το ζητούσαν).
Στα πλαίσια των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων του απ' τη σύμβαση αυτή και την προηγούμενη με τον Ψα, ο Χα ενεργούσε στο επίδικο σειρά διακατοχικών πράξεων. Ειδικότερα, το 1938 διάνοιξε και διαμόρφωσε πηγάδι, στο οποίο εγκατέστησε σωλήνες άντλησης νερού, το 1939 ανήγειρε λιθόκτιστο κτίσμα, προορισμένο για τη στέγαση ελαιοτριβείου, το οποίο παρέμεινε ημιτελές και διαμόρφωσε δρόμο προσπέλασης προς αυτό, το 1940 επικάλυψε με τσιμέντο το δάπεδο της οικίας του επιδίκου, πλην τον διαδρόμου της, τον οποίο επικάλυψε με πλακίδια, το 1953 κατασκεύασε βόθρους, τους οποίους συνέδεσε με την οικία, το 1954 διαμόρφωσε το πεζοδρόμιο στην πρόσοψη του ακινήτου, το 1955 ανακατασκεύασε τον εξώστη στην πρόσοψη της οικίας, το 1957 κατασκεύασε αποθήκη στο πίσω μέρος του ακινήτου, το 1958 ανακατασκεύασε τα κουφώματα της οικίας, το 1964 επιδιόρθωσε τα επιχρίσματα και αντικατέστησε τις κατεστραμμένες οροφές των δωματίων της οικίας, το 1967 επιδιόρθωσε τα επιχρίσματα της πρόσοψης, το 1968 κατασκεύασε ηλεκτρική και υδραυλική εγκατάσταση, το 1976 τοποθέτησε πλαστικά δάπεδα στην κουζίνα και στο αποχωρητήριο, ντουλάπια και νεροχύτη στην κουζίνα και είδη υγιεινής στο αποχωρητήριο και φύτευσε στον αγρό πορτοκαλιές (το 1938), μηλιές και μανταρινιές (το 1952), βερικοκιές, ροδακινιές και κερασιές (το 1972), αμπέλι και καλλωπιστικά φυτά, ενώ κατοικούσε με την οικογένεια του στο ανώγειο της οικίας και χρησιμοποιούσε το ισόγειο ως επαγγελματικό χώρο (καφενείο και κατάστημα γενικού εμπορίου).
Την με τον παραπάνω τρόπο κατοχή του επιδίκου, όμως, ο Χα ασκούσε, όχι με διάνοια κυρίου, αλλ' ως αντιπρόσωπος νομής του Ψα αρχικά και των παραπάνω καθολικών διαδόχων του στη συνέχεια. Αυτό προέκυψε πέρα από κάθε αμφιβολία, εκτός απ' την κατάθεση της μάρτυρα των εναγόντων, και κυρίως απ' τα επικυρωμένα αντίγραφα επιστολών, που είχε αποστείλει ο Χα και η σύζυγος του, αρχική εναγόμενη, στη θέση της οποίας, μετά το θάνατο της, επισυμβάντα κατά τη διάρκεια της δίκης στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας, συνεχίζουν τη δίκη οι δυο πρώτες εφεσίβλητες, ως καθολικές της διάδοχοι, στον Ψα και στην πρώτη από τους αρχικούς ενάγοντες, στη θέση της οποίας, μετά το θάνατο της, επισυμβάντα κατά τη διάρκεια της δίκης στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας, συνεχίζουν τη δίκη οι εκκαλούντες, ως, εκ διαθήκης, καθολικοί της διάδοχοι, που τα επικαλούνται και τα προσκομίζουν οι ενάγοντες.
Απ' την επιστολή με ημερομηνία 4 Μαΐου 1940, προκύπτει, πέρα από το γεγονός, το οποίο προκύπτει απ' όλη τη σειρά των επιστολών, ότι ο Ψα, σε όλη τη διάρκεια του χρησιδανείου έστελνε ασταμάτητα μεγάλα ποσά συναλλάγματος στον αδελφό του Χα, μέρος των οποίων καταναλώθηκε ασφαλώς για την πραγματοποίηση των πιο πάνω εργασιών στο επίδικο, ότι ο τελευταίος απέδιδε στον Ψα λογαριασμό για το κόστος των εργασιών οικοδόμησης του, ημιτελούς, κτίσματος, του προορισμένου για ελαιοτριβείο.
Απ' την από 21 Φεβρουαρίου 1978 επιστολή προκύπτει ότι η σύζυγος του Χα δηλώνει στην πρώτη από τους αρχικούς ενάγοντες ότι, σε εκπλήρωση της επιθυμίας της, δεν θα προβούν σε καμιά ενέργεια εκμίσθωσης του καφενείου αν δεν είναι και εκείνη στο ..... και όταν εκείνη μεταβεί στο .... ας κάνει ό,τι η ίδια επιθυμεί, ενώ στην επιστολή με ημερομηνία 9 Μαΐου 1978 η σύζυγος του Χα δηλώνει στην πρώτη από τους αρχικούς ενάγοντες ότι για την περιουσία στο ....
πρέπει να μεταβεί εκεί γιατί δεν έχει κάνει αποδοχή της κληρονομιάς του συζύγου της για να πληρωθούν οι φόροι, ότι σε ένα κουτί στην οικία της με διάφορα έγγραφα βρήκε τα συμβόλαια της μεταβίβασης των μεριδίων του επιδίκου στο σύζυγο της και συμπεραίνει ότι ολόκληρο το επίδικο ανήκει σ' αυτή (στην πρώτη από τους αρχικούς ενάγοντες), στη συνέχεια δε την παρακαλεί να της παραχωρήσει ένα τμήμα του αγρού του επιδίκου για να κτίσουν ένα εξοχικό τα παιδιά της.
Αντίθετα, οι εναγόμενοι δεν απέδειξαν, αλλ' ούτε καν επικαλέστηκαν, ενέργειες που να μαρτυρούν ότι η παραχώρηση της κατοχής τον επιδίκου στον Χα δεν έγινε λόγω χρησιδανείου, αλλά λόγω άτυπης μεταβίβασης κυριότητας. Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω, οι αρχικοί ενάγοντες απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου με παράγωγο τρόπο (κληρονομική διαδοχή του συζύγου της πρώτης και πατέρα των λοιπών, ο οποίος το είχε αποκτήσει παράγωγα, από κληρονομική διαδοχή του απώτερου κοινού δικαιοπαρόχου των διαδίκων του οποίου η κυριότητα συνομολογείται και από μεταβιβάσεις λόγω αγοράς) και σε κάθε περίπτωση και με πρωτότυπο, (νομή με διάνοια κυρίου από το 1962, το χρόνο της οποίας μπορούν να συνυπολογίσουν στο χρόνο νομής του παραπάνω άμεσου δικαιοπαρόχου τους, από το 1932 μέχρι το 1946 με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη και απ' το 1946 μέχρι το 1962 με διάνοια κυρίου, συνεχώς μέχρι το 1981).
Κατά το τελευταίο αυτό έτος οι αρχικοί ενάγοντες, με την από 12 Απριλίου 1981 εξώδικη δήλωση τους, κατάγγειλαν τη σύμβαση χρησιδανείου και ζήτησαν την απόδοση του επιδίκου και τότε ο Χα αρνήθηκε να το αποδώσει αντιποιούμενος για πρώτη φορά τη νομή. Το ίδιο κάνουν και οι αρχικοί εναγόμενοι, οι οποίοι το κατέχουν μετά τον μεσολαβήσαντα θάνατο του.
Γι' αυτό πρέπει ν' αναγνωριστεί η κυριότητα των αρχικών εναγόντων και να υποχρεωθούν οι αρχικοί εναγόμενοι να τους το αποδώσουν, κατά παραδοχή ως κατ' ουσία βάσιμης της κρινόμενης αγωγής. Οι δαπάνες που ο δικαιοπάροχος τους πραγματοποίησε στο επίδικο, όπως παραπάνω αναλυτικά εκτέθηκαν, δεν είναι επωφελείς γιατί δεν αποδείχθηκε ότι σώζεται η από αυτές τυχόν αύξηση της αξίας του επιδίκου, καθόσον αυτό είναι ήδη ερειπωμένο και τα δέντρα και φυτά γερασμένα, χωρίς ουσιαστική χρησιμότητα.
Πρόκειται, αντίθετα, για συνηθισμένες δαπάνες συντήρησης (αναγκαίες), που έγιναν σ' αυτό και σε εκτέλεση συμβατικής υποχρέωσης του Χα (άρθρο 813 του ΑΚ) και δεν έχουν οι εναγόμενοι δικαίωμα αποζημίωσης γιατί στο δαπανήσαντα έμειναν τα ωφελήματα του επιδίκου, πέραν του ότι αυτός, αλλά και οι ίδιοι, ήταν, κατά τα προαναφερθέντα, κακόπιστοι νομείς.
Συνεπώς, η ένσταση επίσχεσης που πρόβαλαν οι εναγόμενοι, στηριζόμενη στις δαπάνες αυτές, πρέπει ν' απορριφθεί ως κατ' ουσία αβάσιμη...". Οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδουν στην προσβαλλομένη τις από τους αριθ. 1 και 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλειες, συγκεκριμένα δε ισχυρίζονται ότι ο περί εκτάκτου χρησικτησίας ισχυρισμός των αναιρεσιβλήτων έπρεπε να απορριφθεί ως μη νόμιμος, διότι από της 18.11.1962, που οι αναιρεσίβλητοι άρχισαν να νέμονται το επίδικο και μέχρι της 20.7.1981, οπότε ο δικαιοπάροχός τους κατέλαβε, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, το επίδικο, αντιποιούμενος τη νομή αυτών, δεν είχε συμπληρωθεί, όπως επιτάσσει το άρθρο 1045 του Α.Κ., εικοσαετία, ενώ η θεμελίωση της ίδιας σκέψης της προσβαλλομένης περί του ότι στον χρόνο νομής χρησικτησίας των αναιρεσιβλήτων συνυπολογίζεται και ο αντίστοιχος χρόνος νομής του δικαιοπαρόχου τους δεν προβλήθηκε ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας.
Όμως, όπως προκύπτει από το κείμενο της προσθήκης των προτάσεων των εναγόντων, οι τελευταίοι ισχυρίσθηκαν, κατά τα προεκτεθέντα, παραδεκτώς ότι ο δικαιοπάροχός τους "έγινε κύριος αυτός και εμείς δια προσμετρήσεως των σχετικών χρόνων καλοπίστου νομής της ιδικής μας από το έτος 1962 μέχρι το 1981 και της τοιαύτης του δικαιοπαρόχου μας από του έτους 1932 και 1936 αντιστοίχως, συμφώνως προς τις παραπάνω διακρίσεις μέχρι του θανάτου του (το έτος 1962)".
Επομένως το Εφετείο ορθώς εφήρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1045 και 1051 του Α.Κ, για να καταλήξει στις ως άνω παραδοχές, λαμβάνοντας υπόψη πράγματα που είχαν προταθεί νομίμως, σχετικά με την εκ μέρους των εναγόντων κτήση της κυριότητας επί του επιδίκου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, δια της διενεργείας πράξεων νομής με διάνοια κυρίου επί είκοσι και πλέον έτη από της εισαγωγής τουλάχιστον του Α.Κ.
και μέχρι του έτους 1981, και ως εκ τούτου ο περί του αντιθέτου τρίτος λόγος της αναιρέσεως, από τους αριθ. 1 και 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
V). Στην περίπτωση που το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και με τους λόγους της αναιρέσεως πλήττεται η μία μόνον από αυτές, οι λόγοι αυτοί της αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση που με τους λόγους της αναιρέσεως πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή της μίας από αυτές δεν τελεσφορεί (ΟλΑΠ 25/2003). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την ένδικη διεκδικητική αγωγή, δεχόμενο ότι οι ενάγοντες - αναιρεσίβλητοι απέκτησαν, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά, την κυριότητα με παράγωγο τρόπο, (κληρονομική διαδοχή), αλλά και με τακτική άλλως έκτακτη χρησικτησία.
Με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 24 και 26 του ν. 4755/1930 και 93 - 97 της ΠολΔ (1834), ότι τα ως άνω και με αριθμό ... και ..... συμβόλαια των σ/φων Κυθήρων Νικολάου Λεβούνη και Ποταμίων Σπυρίδωνος Φατσέα, στα οποία δεν είχε προσαρτηθεί, κατά τα στον λόγο αυτόν εκτιθέμενα, το σχετικό πληρεξούσιο συμβολαιογραφικό έγγραφο, είχαν καταρτισθεί εγκύρως, ενώ αυτά κατά τους αναιρεσείοντες ήταν άκυρα, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατόν να προσπορισθεί η επί του επιδίκου κυριότητα στον δικαιοπάροχο των εναγόντων Ψα και συνακόλουθα παραγώγως στους ενάγοντες με κληρονομική διαδοχή.
Ο λόγος όμως αυτός της αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τους αριθμ. 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής, καθ' όσον με αυτόν προσβάλλεται η επάλληλη αιτιολογία που στηρίζει την κυριότητα του δικαιοπαρόχου των εναγόντων στον παράγωγο τρόπο, πλην όμως δεν τελεσφόρησε ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο πληττόταν η επάλληλη αιτιολογία περί κτήσεως της κυριότητας των εναγόντων με έκτακτη χρησικτησία, η οποία, στηρίζει κατά τα προεκτεθέντα, αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. vi).
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περίπτωση δεύτερη του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης κατά της απόφασης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Εξ' άλλου κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε της ασκήσεώς του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, σε τρόπο ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του, που θα έχει επαχθείς για τον οφειλέτη συνέπειες, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλ' απαιτείται να συντρέχουν προσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Στην περίπτωση αυτή η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της πιο πάνω καταστάσεως δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον οφειλέτη και να θέτει έτσι σε κίνδυνο την οικονομική υπόσταση της επιχειρήσεώς του, αλλ` αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (Ολ.
ΑΠ 8/2001). Περαιτέρω, όταν η ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος στηρίζεται σε περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία, συνολικώς εκτιμώμενα, προσδίδουν καταχρηστικό χαρακτήρα στο ενασκούμενο δικαίωμα, καθένα από τα περιστατικά αυτά αποτελεί "πράγμα" που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, επιπλέον δε η ανεπάρκεια ή ασάφεια των αιτιολογιών του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς ένα από τα παραπάνω περιστατικά, εάν τα υπόλοιπα δεν αρκούν για να καταστήσουν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος, στερεί την απόφαση από νόμιμη βάση και ιδρύει τον προβλεπόμενο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως (Α.Π. 363/2007).
Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αν τα αυτοτελή περιστατικά που δεν λήφθηκαν υπόψη είναι αλυσιτελή και συνεπώς δεν θεωρούνται ουσιώδη, αφού δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της (ολ Α.Π 2/1989). Με τον πέμπτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι πρότειναν προς θεμελίωση της ενστάσεως περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος διεκδικήσεως του επιδίκου από τους ενάγοντες - αναιρεσιβλήτους ότι η αγωγή ασκήθηκε 19 χρόνια μετά το θάνατο του φερομένου ως δικαιοπαρόχου τους το 1962 και ένα μόλις έτος πριν από την παραγραφή του υποτιθέμενου δικαιώματός τους, ότι ο δικαιοπάροχός τους δεν είχε προβεί σε καμία ενέργεια και καμία πράξη νομής επί του επιδίκου από το χρόνο σύνταξης των προαναφερομένων συμβολαίων, ότι συνολικά οι εναγόμενοι και ο δικαιοπάροχός τους προέβησαν, κατά το χρονικό διάστημα των 49 ετών που μεσολάβησε έως την άσκηση της πρώτης αγωγής και 65 της δεύτερης κατά το οποίο οι φερόμενοι ως δικαιούχοι του δικαιώματος ενάγοντες παρέλειψαν να ασκήσουν το δήθεν δικαίωμα κυριότητάς τους, σε δαπάνες συνολικού ποσού 67.284.254 δρχ, κατά τα αναφερόμενα στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, ότι συνεπεία τούτων δημιουργήθηκε σ' αυτούς η εύλογη πεποίθηση ότι οι ενάγοντες δεν πρόκειται να ασκήσουν το υποτιθέμενο δικαίωμά τους και ότι η άσκηση της αγωγής προφανώς αντίκειται στην καλή πίστη και στα χρηστά ήθη και προσκρούει στο άρθρο 281 Α.Κ., και για το λόγο αυτό έπρεπε να απορριφθεί ως καταχρηστική.
Διατείνονται δε ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε εσφαλμένως ως απαράδεκτη την ως άνω ένσταση, για το λόγο ότι τα περιστατικά που επικαλέσθηκαν οι αναιρεσείοντες - εναγόμενοι δεν είναι αρκετά για να καταστήσουν την αγωγή καταχρηστική και γι' αυτό ζητούν την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Κατά τις αποδοχές του Εφετείου η ένσταση είναι απορριπτέα, εν όψη του ότι η μεν καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα κατ' αυτού ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί εναντίον του, έστω και αν αυτή δημιουργήθηκε από την αδράνεια του δικαιούχου, δεν αρκεί καταρχήν να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος, οι δε επικαλούμενες δαπάνες έγιναν για την αναγκαία συντήρηση του πράγματος κατά το χρονικό διάστημα κατά το οποίο οι εναγόμενοι παρέμεναν στην κατοχή του επιδίκου.
Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, από τον αριθ. 1, 8 και 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθ' όσον τα ως άνω περιστατικά δεν αρκούν πράγματι, ως μαρτυρούντα κατάληψη του επιδίκου επί μακρόν και εκμετάλλευση αυτού, για να περιαγάγουν την άσκηση του δικαιώματος κυριότητας των εναγόντων επί του επιδίκου ακινήτου σε προφανή υπέρβαση έναντι των ορίων που επιβάλλονται στην άσκηση αυτή από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον οικονομικό και κοινωνικό σκοπό του δικαιώματος, η δε ανατροπή της καταστάσεως που έχει δημιουργηθεί και διαμόρφωση νέας δεν δύναται να έχει δυσβάστακτα αποτελέσματα για τους εναγομένους πέραν εκείνων των συνηθισμένων που έχουν οι λύσεις μακροχρονίων συμβάσεων, και άρα δεν μπορούν να θεμελιώσουν τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, ούτε υπό την μορφή της καταχρήσεως, ούτε υπό την μορφή της αποδυναμώσεως, όπως ορθά έκρινε και το Εφετείο.
Ο δε ισχυρισμός των αναιρεσειόντων περί του ότι η αδράνεια των αναιρεσιβλήτων διήρκεσε επί 49 και πλέον έτη, και όχι 19, όπως δέχθηκε το Εφετείο, δεν ασκεί, ενόψει των ως άνω συνολικών παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως, ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Περαιτέρω η επίκληση διενεργείας επί του επιδίκου δαπανών συνολικού ποσού 67.284.254 δρχ προς θεμελίωση του δικαιώματος επισχέσεώς του, αλυσιτελώς προβάλλεται ήδη προς θεμελίωση της ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως του δια της αγωγής ασκουμένου δικαιώματος κυριότητας των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων, αφού κατά την μη πληττόμενη διάταξη της προσβαλλομένης αποφάσεως, οι δαπάνες αυτές έγιναν, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, σε εκτέλεση της συμβάσεως χρησιδανείου, που είχε καταρτισθεί μεταξύ των αρχικών διαδίκων, και μάλιστα με χρήματα που έστελνε από το εξωτερικό ο δικαιοπάροχος των εναγόντων Ψα στον δικαιοπάροχο των εναγομένων Χα προς συντήρηση του πράγματος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17.1.2007 αίτηση των χ1 κ.λπ. για αναίρεση της 1038/2006 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Απριλίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Μαΐου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ