Supreme Court partially allows appeal against labor court ruling on equal treatment and career progression for public employees.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed an appeal filed by a public employee against a second-instance labor court decision. The employee argued that the court incorrectly rejected his claim for equal treatment and failed to count his prior military service and academic qualifications for career advancement. The court agreed with the employee on these specific points but remanded the case for further examination regarding the legality of the primary claim's basis.
Legislator headnote
AI generatedArticles 573(1) and 580(3)(b) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may order the joint hearing of opposing appeals and remand specific contested issues to the same second-instance court for further examination when the lower court's decision requires clarification on particular grounds.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1126 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1126/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα - Εισηγήτρια, Αριστείδη Βαγγελάτο και Κωνσταντίνα Νάκου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 22 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει τις εξής υποθέσεις μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - αναιρεσιβλήτου: Σ. Σ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αγγελική Κουκούτση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης - αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα της Ελλάδος", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεμιστοκλή Μερσίνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/9/2015 αγωγή του Σ. Σ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 243/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 3806/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14/6/2021 αίτησή του και η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 4/11/2021 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο σε κάθε στάση τη δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιόν του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων (ΑΠ 517 / 2017 182/2015, ΑΠ 293/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 14.6.2021 και με αριθμό κατάθεσης 4884/656/2021 αίτηση αναίρεσης του Σ. Σ. και με την από 4.11.2021 και με αριθμό κατάθεσης 8745/1079/2021 αντίθετη αίτηση αναίρεσης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ" ζητείται η αναίρεση της με αριθμό 3806/1.6.2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών και με την οποία το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε την από 27.3.2018 έφεση της εναγομένης - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης-αναιρεσείουσας Τράπεζας κατά της με αριθμό 243/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε εκδοθεί αντιμωλία των διαδίκων κατά την ίδια ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών και με την οποία το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο είχε δεχθεί εν μέρει κατά την κύρια βάση της την από 15.9.2015 και με αριθμό κατάθεσης 84886/2855/2015 αγωγή του ενάγοντος - εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσείοντος - αναιρεσίβλητου, και είχε αναγνωρίσει την υποχρέωση της εναγομένης-εκκαλούσας - αναιρεσίβλητης- αναιρεσείουσας να επανεντάξει τον ενάγοντα-εφεσίβλητο - αναιρεσείοντα - αναιρεσίβλητο από τις 19.1.2010 στην κατηγορία των μηχανικών με το βαθμό του μηχανικού προϊσταμένου.
Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κράτησε την υπόθεση, απέρριψε ως μη νόμιμη κατά την κύρια βάση της την από 15.9.2015 αγωγή και, αφού εξέτασε την επικουρική της βάση, τη δέχθηκε ως νομικά και ουσιαστικά βάσιμη και αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης-εκκαλούσας - αναιρεσίβλητης-αναιρεσείουσας να εντάξει τον ενάγοντα - εφεσίβλητο - αναιρεσείοντα - αναιρεσίβλητο βαθμολογικά και μισθολογικά με απλή μεταφορά του από την κατηγορία των εργοδηγών του κλάδου τεχνικών στην κατηγορία μηχανικών με το βαθμό του μηχανικού β από τις 19.1.2010.
Οι ως άνω αιτήσεις αναίρεσης πρέπει να συνεκδικασθούν, σύμφωνα με το ως άνω άρθρο 246 του ΚΠολΔ, καθόσον είναι πρόδηλη η μεταξύ τους συνάφεια και διευκολύνεται έτσι η διεξαγωγή της δίκης. Α. Επί της από 4.11.2021 και με αριθμό κατάθεσης 8745/1079/2021 αίτησης αναίρεσης.
Με τη διάταξη του άρθρου 564 παρ. 1 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της αναίρεσης είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης. Κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, η οριζόμενη από αυτήν τριακονθήμερη προθεσμία αρχίζει από την επομένη ημέρα της επίδοσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, καθόσον με τη διάταξη αυτή καθορίζεται απλώς η διάρκεια της προθεσμίας και το γεγονός που την εκκινεί, ενώ ο τρόπος υπολογισμού της προθεσμίας ρυθμίζεται από τη διάταξη του άρθρου 144 παρ.1 του ΚΠολΔ, κατά την οποία οι προθεσμίες που ορίζονται από το νόμο αρχίζουν από την επομένη ημέρα μετά την επίδοση του σχετικού εγγράφου (ΑΠ 1367/2018, ΑΠ 124/2013, ΑΠ 104/2008).
Εάν η τελευταία (τριακοστή) ημέρα και η επομένη αυτής είναι κατά νόμο εξαιρετέες, η προθεσμία αυτή λήγει την ίδια ώρα της πρώτης μη εξαιρετέας ημέρας, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της ως άνω διάταξης του άρθρου 144 παρ.1 του ΚΠολΔ. Εξ άλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 577 παρ.1 και 2 του ιδίου Κώδικα, το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης και αν αυτή δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως.
Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι το εμπρόθεσμο της άσκησης της αίτησης αναίρεσης, που αποτελεί προϋπόθεση για το παραδεκτό της, ο Άρειος Πάγος το εξετάζει όχι μόνο κατ' ένσταση αλλά και αυτεπαγγέλτως, με βάση τα αποδεικτικά έγγραφα που βρίσκονται στη δικογραφία (ΟλΑΠ 412/1981, ΑΠ 1367/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με τη βεβαίωση επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας Ε. Φ. Κ., που είναι σημειωμένη στο πρώτο φύλλο του αντιγράφου της προσβαλλόμενης, με αριθμό 3806/1.6.2020, απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, αντίγραφο της ως άνω απόφασης επιδόθηκε στις 31 Μαϊου 2021 στον αναιρεσίβλητο με επιμέλεια της αναιρεσείουσας.
Συνεπώς η ανωτέρω προθεσμία των τριάντα (30) ημερών για την άσκηση αναίρεσης κατ' αυτής άρχισε την επομένη της ως άνω επίδοσης, ήτοι την 1 Ιουνίου 2021 και έληξε την 19:00 ώρα της 30η Ιουνίου 2021, ημέρα Τετάρτη. Όπως, όμως, προκύπτει από το δικόγραφο της από 4.11.2021 ένδικης αίτησης αναίρεσης της αναιρεσείουσας Τράπεζας, αυτή κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδώσαντος την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση Εφετείου Αθηνών στις 9 Νοεμβρίου 2021 και έλαβε αριθμό κατάθεσης 8745/1079/9.11.2021, ήτοι αυτή ασκήθηκε μετά την πάροδο τεσσάρων και πλέον μηνών από την επομένη ημέρα της κατά τα άνω λήξης της προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών για την άσκηση αναίρεσης, δηλαδή έχει ασκηθεί εκπρόθεσμα. Κατόπιν αυτού πρέπει, κατά παραδοχή ως βάσιμου και του ισχυρισμού του αναιρεσίβλητου ως προς το εκπρόθεσμο της ένδικης αίτησης αναίρεσης, που προβάλλεται με τις εμπρόθεσμα (άρθρο 570 παρ. 1 του ΚΠολΔ) κατατεθείσες την 1.2.2022 προτάσεις του, το οποίο, άλλωστε, ερευνάται και αυτεπαγγέλτως και από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη, λόγω του εκπροθέσμου της άσκησής της. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, που νικήθηκε (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ), στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις.
Β. Επί της από 14.6.2021 με αριθμό κατάθεσης 4884/656/24.6.2021 αίτησης αναίρεσης.
Η από 14.6.2021 αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος Σ. Σ. ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, δεδομένου ότι κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών στις 24.6.2021, και σύμφωνα με τη βεβαίωση της Δικαστικής Επιμελήτριας Ε. Φ. Κ., που έχει τεθεί στο πρώτο φύλλο του αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, αυτή με επιμέλεια της αναιρεσίβλητης επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα στις 31.5.2021. (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής.
Η έχουσα έρεισμα στις διατάξεις των άρθρων 22 παρ. 1β του Συντάγματος, 288 του ΑΚ και 141 της Συνθήκης της Ε.Κ. (ήδη 157 της Συνθήκης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης) αρχή της ίσης μεταχείρισης απευθύνεται προς τον εργοδότη, ο οποίος υποχρεούται να μεταχειρίζεται ομοιόμορφα τους μισθωτούς που έχουν τα αυτά προσόντα και παρέχουν τις ίδιες υπηρεσίες, εργαζόμενοι κάτω από τις ίδιες συνθήκες προς εξυπηρέτηση αναγκών της ιδίας κατηγορίας και συνεπώς να μην εξαιρεί ορισμένους από αυτούς από παροχές, στις οποίες προβαίνει οικειοθελώς ή δυνάμει ατομικής συμβατικής δέσμευσης με άλλους εργαζομένους της ιδίας ως άνω κατηγορίας, εκτός εάν η εξαίρεση δικαιολογείται από ειδικό και σοβαρό κατ' αντικειμενική κρίση λόγο, που επιτρέπει τη σχετική διαφοροποίηση (ΟλΑΠ 348/1985, ΟλΑΠ 1191/1983, ΑΠ 896/2021, ΑΠ 749/2016, ΑΠ 1031/2012, ΑΠ 1144/2012).
Η αρχή αυτή ανάγεται σε κανόνα δημόσιας τάξης, με τον οποίο παρέχεται απευθείας στον εργαζόμενο το δικαίωμα να αξιώσει με αγωγή από τον εργοδότη του οικειοθελείς παροχές, που ο τελευταίος καταβάλει σε άλλους μισθωτούς, οι οποίοι, όπως εκτέθηκε, ανήκουν στην αυτή κατηγορία και παρέχουν τις ίδιες υπό τις αυτές συνθήκες υπηρεσίες με τον εργαζόμενο -ενάγοντα (ΑΠ 896/2021, ΑΠ 550/2010).
Η εφαρμογή της αρχής αυτής, για την οποία δεν ασκεί έννομη επιρροή ο χρόνος πρόσληψης του εργαζόμενου (ΟλΑΠ 348/1985, ΑΠ 550/2010), δεν περιορίζεται μόνο σε παροχές που έχουν οικονομικό χαρακτήρα, αλλά εκτείνεται και σε εκείνες που αφορούν άλλης μορφής ωφελήματα, όπως η μονιμοποίηση, η βαθμολογική ένταξη ή η προαγωγή μισθωτών (ΑΠ 550/2010, ΑΠ 1145/2001).
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 12 του ν. 1082/1980 ορίζεται ότι: "η δια τελεσιδίκου δικαστικής αποφάσεως αναγνώριση του δικαιώματος προαγωγής υπαλλήλου, επί σχέσει εργασίας ιδιωτικού δικαίου, εις βαθμόν, εις τον οποίον εδικαιούτο να προαχθεί, βάσει του διέποντος αυτόν κανονισμού ή οργανισμού βαθμολογικής και μισθολογικής εξελίξεως, λογίζεται πραγματοποιηθείσα, αφ` ου χρόνου έδει να είχε συντελεσθεί η προαγωγή τούτου".
Κατά την αληθή έννοια της διάταξης αυτής, ο ως άνω χρόνος, που κατά πλάσμα του νόμου θεωρείται ότι διήνυσε ο υπάλληλος στο βαθμό, στον οποίο με τελεσίδικη δικαστική απόφαση προήχθη, δεν είναι δυνατόν να ληφθεί υπόψη για τις προαγωγικές κρίσεις που θα διενεργηθούν πριν από τη δημοσίευση της σχετικής τελεσίδικης απόφασης, αλλά μόνο για εκείνες που θα ακολουθήσουν αυτής, καθόσον είναι αδιανόητο να θέλησε ο νομοθέτης, με τη θέσπιση της ως άνω διάταξης, να υποχρεώσει το προαγωγικό όργανο του εργοδότη, με μόνη την άσκηση αγωγής εκ μέρους υπαλλήλου του για καταχρηστική παράλειψή του από συγκεκριμένη προαγωγή και ανεξάρτητα από την ύπαρξη σχετικής δικαστικής κρίσης, να θεωρεί αυτή, ως "εν δυνάμει καταχρηστική", ώστε σε κάθε μεταγενέστερη προαγωγική κρίση που θα γίνει πριν από τη δημοσίευση τελεσίδικης απόφασης σχετικά με προηγούμενη προαγωγή του, να κρίνει όχι με βάση τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, τα οποία συγκεντρώνει ο υπάλληλος κατά τον κρίσιμο χρόνο της διενέργειας των αντιστοίχων προαγωγών, αλλά υπολαμβάνοντας ότι αυτός, κατά πλάσμα του νόμου, έχει συμπληρώσει την αναγκαία τυπική προϋπόθεση της άσκησης των καθηκόντων του προηγούμενου βαθμού, να τον περιλάβει ως υποψήφιο να προαχθεί στον επόμενο εκείνου από τον οποίο παραλείφθηκε βαθμό (ΟλΑΠ 11/2010, ΑΠ 1678/2018).
Η τελευταία, όμως αυτή διάταξη (δηλαδή το άρθρο 12 του ν. 1082/1980), σύμφωνα με τη διατύπωσή της, εφαρμόζεται μόνο στην περίπτωση της με τελεσίδικη δικαστική απόφαση αναγνώρισης του δικαιώματος του υπαλλήλου να προαχθεί στον επόμενο του κατεχόμενου βαθμό και δεν τυγχάνει εφαρμογής επί της δικαστικώς επιδιωκόμενης αξίωσης του εργαζόμενου για βαθμολογική και μισθολογική ένταξη διαφορετική από εκείνη που είναι ενταγμένος.
Τέλος, από τις από τις διατάξεις των άρθρων 27 παρ. στ', 33 και 38 του Καταστατικού της εναγομένης -αναιρεσίβλητης Τράπεζας της Ελλάδος, που κυρώθηκε με τον ν. 3234/1927, προκύπτει ότι οι προαγωγές και η υπηρεσιακή εξέλιξη των υπαλλήλων της ρυθμίζονται από τον εσωτερικό Οργανισμό της, ο οποίος καταρτίζεται από το Γενικό Συμβούλιο της Τράπεζας και, ως εκ τούτου, έχει συμβατική ισχύ (ΟλΑΠ 27/1995, ΑΠ 1135/2015, ΑΠ 1641/2012, ΑΠ 444/2010, AΠ 749/2010).
Σύμφωνα, λοιπόν, με το άρθρο 12 του έχοντος συμβατική ισχύ Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας και Κανονισμού Βαθμολογικής και Μισθολογικής Τάξεως των Υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης, όπως ισχύει κατά τον ένδικο χρόνο, ο απαιτούμενος ελάχιστος χρόνος ευδόκιμης υπηρεσίας για την προαγωγή στο βαθμό του Μηχανικού Α του Κλάδου Τεχνικών είναι πέντε τουλάχιστον χρόνια υπηρεσίας στο βαθμό του Μηχανικού Β και για την προαγωγή στο βαθμό του Μηχανικού - Προϊσταμένου ο ελάχιστος χρόνος ευδόκιμης υπηρεσίας είναι πέντε τουλάχιστον χρόνια στο βαθμό του Μηχανικού Α.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. (ΑΠ 19/2020, ΑΠ 319/2017). Εξ άλλου με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του ιδίου Κώδικα αναίρεση επιτρέπεται μόνο όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 19/2020).
Ο ανωτέρω από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ως μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα στο οικείο δικόγραφο γεγονότα αναγκαία για τη κατά νόμο θεμελίωση αυτής και επομένως μη λαμβάνοντας υπόψη πραγματικούς ισχυρισμούς που θεμελιώνουν το δια της αγωγής ασκούμενο δικαίωμα.(ΑΠ 143/2019, ΑΠ 1017/2017, ΑΠ 679/2016, ΑΠ 320/2016, ΑΠ 2013/2013, ΑΠ 480/2010).
Τέλος, ο από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας άφησε αδίκαστη, όχι οποιαδήποτε αίτηση των διαδίκων, αλλά μόνο εκείνη που εισάγει ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία (ΟλΑΠ 25/2003). Τέτοια αίτηση είναι ιδίως αυτή της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής κατά τα διάφορα αυτών αιτήματα και κάθε ενδίκου μέσου, όπως η έφεση (ΑΠ 54/2017).
Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, στην οποία προβαίνει παραδεκτά το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) για την έρευνα των λόγων της ένδικης αίτησης αναίρεσης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 15.9.2015 (με αριθμό κατάθεσης 84886/2855/2015) αγωγή ο ενάγων - αναιρεσείων εξέθετε τα ακόλουθα:
Ότι με τη με αριθμό 501/30.6.2003 πράξη Διοικητή, που δημοσιεύθηκε στο με αριθμό 146/4.8.2003 ΦΕΚ τεύχος Παράρτημα, προσλήφθηκε προσωρινά στο τμήμα τεχνικών μελετών και επιβλέψεων, που ανήκει στη διεύθυνση τεχνικών υπηρεσιών της εναγομένης - αναιρεσίβλητης Τράπεζας, ως πτυχιούχος πολιτικός μηχανικός του τεχνολογικού τομέα (ΤΕ) της Ανώτατης Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης, βάσει της προκήρυξης 1/2002 (ΦΕΚ 224/17.7.2002, τεύχος Προκηρύξεων ΑΣΕΠ) και της με ημερομηνία δημοσίευσης 20.8.2002 αντίστοιχης προκήρυξης της εναγομένης -αναιρεσίβλητης, με τυπικά προσόντα πρόσληψης "Κατηγορία Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (ΤΕ) - Κλάδος/Ειδικότητα:
Τεχνολόγων Μηχανικών Δομικών Έργων", α) πτυχίο ή δίπλωμα ΤΕΙ Πολιτικών Δομικών Έργων ή Πολιτικών Έργων Υποδομής της ημεδαπής ή ισότιμος τίτλος σπουδών της ημεδαπής ή αλλοδαπής αντίστοιχης ειδικότητας, β) εμπειρία τριών ετών σε οικοδομικά έργα ή εργοτάξια, γ) πολύ καλή γνώση της αγγλικής γλώσσας και δ) γνώση επεξεργασίας ελληνικών και ξενόγλωσσων κειμένων και πινάκων σε Η/Υ".
Ότι με τη με αριθμό 822/16.9.2005 πράξη Διοικητή της εναγομένης εγκρίθηκε ο οριστικός διορισμός του στο Τμήμα Τεχνικών Μελετών και Επιβλέψεων στη Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών της ως εργοδηγού της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (ΔΕ) και με το βαθμό του βοηθού εργοδηγού, αντί ως μηχανικού και με το βαθμό του μηχανικού β, που είναι ο προβλεπόμενος από τον Οργανισμό της Εσωτερικής της Υπηρεσίας βαθμός, με τον οποίο διορίζονται οι πτυχιούχοι μηχανικοί της Ανώτατης Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης, όπως άλλωστε ήταν και η προκηρυχθείσα θέση.
Ότι το Σεπτέμβριο του έτους 2004 υπέβαλε στην εναγομένη μεταπτυχιακό δίπλωμα ειδίκευσης (μεταπτυχιακό ακαδημαϊκό τίτλο Μάστερ) σε έργα ειδικότητας μηχανικού, υπό τον τίτλο "Master of Science in Management in Construction" από το Kingston University του Ηνωμένου Βασιλείου μαζί με τη σύννομη αναγνώρισή του (πράξη αναγνώρισης ισοτιμίας) από τον θεσμικά αρμόδιο κρατικό φορέα το ΔΙΚΑΤΣΑ (και νυν ΔΟΑΤΑΠ).
Ότι, μετά τη φοίτησή του κατά την περίοδο των ετών 2004 έως 2009 στο Τμήμα Μηχανικών Χωροταξίας, Πολεοδομίας και Περιφερειακής Ανάπτυξης της Πολυτεχνικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, το Δεκέμβριο του 2009 έλαβε από την ως άνω Πολυτεχνική Σχολή το δίπλωμα του μηχανικού χωροταξίας, πολεοδομίας και περιφερειακής ανάπτυξης, το οποίο κατέθεσε στην εναγομένη στις 19.1.2010, ενώ το Μάιο του έτους 2010 της κατέθεσε και την κατά το νόμο άδεια άσκησης επαγγέλματος μηχανικού, που έλαβε από το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος (ΤΕΕ).
Ότι η εναγομένη, αν και στις 17.2.1977 προσέλαβε με το βαθμό του μηχανικού Β τις συναδέλφους του Μ. Μ. Σ. και Ι. Μ.- Λ., που ήσαν πτυχιούχοι αρχιτέκτονες του Πολυτεχνείου του Μιλάνο Ιταλίας και στη συνέχεια, με τη με αριθμό .../13.4.1984 πράξη του Διοικητή της, οικειοθελώς τις ενέταξε δια απλής μεταφοράς τους στο βαθμό του μηχανικού - προϊσταμένου για λόγους ίσης μεταχείρισης με τους προγενέστερα αυτών δέκα προσληφθέντες μηχανικούς που κατονομάζονται στην αγωγή, δεν μεταχειρίζεται ομοίως τον ενάγοντα, αφού από 19.1.2010 δεν τον έχει εντάξει δια απλής μεταφοράς, στην κατηγορία των μηχανικών του Κλάδου Τεχνικών με το βαθμό του μηχανικού - προϊσταμένου και στο αντίστοιχο 16ο μισθολογικό κλιμάκιο.
Επικουρικά ισχυρίστηκε ότι η εναγομένη, κατά παράβαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης δεν τον επανένταξε από την πρόσληψή του, άλλως από 19.1.2010 που της προσκόμισε το ως άνω πτυχίο του, δια απλής μεταφοράς, στην κατηγορία των μηχανικών του Κλάδου Τεχνικών και με το βαθμό του μηχανικού Β, παρότι έχει επανεντάξει στην ως άνω κατηγορία και στο ως άνω βαθμό τους συναδέλφους του Γ.
Π. και Α. Β., οι οποίοι, ως απόφοιτοι δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, χωρίς προαπαιτούμενη εμπειρία, χωρίς γνώση η/υ και χωρίς αποδεδειγμένη γνώση ξένης γλώσσας, διορίστηκαν αρχικά ο μεν Γ. Π. με τη με αριθμό .../10.3.1989 πράξη Διοικητή με το βαθμό του τεχνίτη στην κατηγορία των εργοδηγών του Κλάδου Τεχνικών, ο δε Α.
Β. με τη με αριθμό .../8.9.94 απόφαση στο βαθμό του εργοδηγού Β στην κατηγορία των εργοδηγών του Κλάδου Τεχνικών της ίδιας διεύθυνσης στην οποία εργάζεται και ο ενάγων-αναιρεσείων, αλλά όταν προσκόμισαν ο μεν Γ. Π. πτυχίο Πολιτικού Μηχανικού του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, ο δε Α. Β. πτυχίο Πολιτικού Μηχανικού της Πολυτεχνικής Σχολής του Δημοκρίτειου Πανεπιστήμιου Θράκης, η εναγομένη οικειοθελώς επανένταξε δια μετάταξης τον Γ.
Π. και δια απλής τοποθέτησης (μεταφοράς) τον Α. Β. στην κατηγορία των μηχανικών του Κλάδου Τεχνικών της με το βαθμό του μηχανικού Β από την ημερομηνία υποβολής σε αυτήν των πτυχίων τους και ακολούθως, συμμορφούμενη με τις παρατιθέμενες δικαστικές αποφάσεις, τους ενέταξε στο βαθμό του μηχανικού προϊσταμένου και στο αντίστοιχο 16ο μισθολογικό κλιμάκιο από την ημερομηνία υποβολής των πτυχίων τους σε αυτήν.
Με βάση τα ως άνω ιστορούμενα περιστατικά, και όπως παραδεκτά περιόρισε πρωτοδίκως το αποτιμητό σε χρήμα καταψηφιστικό του αίτημα, ο ενάγων - αναιρεσείων ζήτησε κατά την κύρια βάση της αγωγής του: 1) να υποχρεωθεί η εναγομένη-αναιρεσίβλητη να προβεί σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες προκειμένου να εγκριθεί η απλή μεταφορά του (ένταξή του) από την Κατηγορία των Εργοδηγών στην Κατηγορία των Μηχανικών του Κλάδου Τεχνικών :
α) με τη βαθμολογική του επανένταξη στο βαθμό του επιμηχανικού με επιπλέον έξι έτη και έξι μήνες και δεκαεννέα ημέρες προσμέτρηση (valeur) στον εν λόγω βαθμό και β) τη μισθολογική του επανένταξη στο 33ο μισθολογικό κλιμάκιο (βασικό κλιμάκιο για τη μισθοδοσία υπό τον κωδικό 1200), άλλως και επικουρικά: α) με τη βαθμολογική του επανένταξη στο βαθμό του επιμηχανικού με επιπλέον πέντε έτη και τρεις μήνες και δεκαεννέα ημέρες προσμέτρηση (valeur) στον εν λόγω βαθμό και β) τη μισθολογική του επανένταξη στο 33ο μισθολογικό κλιμάκιο (βασικό κλιμάκιο για τη μισθοδοσία υπό τον κωδικό 1200) και σε κάθε περίπτωση από το χρόνο κατάθεσης του διπλώματος του μηχανικού στην εναγομένη, ήτοι από την 19η Ιανουαρίου 2010, 2) να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 20.000 και να αναγνωρισθεί η υποχρέωσή της να του καταβάλει και το επιπλέον ποσό των 155.062,77 ευρώ για μισθολογικές διαφορές μεταξύ του βαθμού του επιμηχανικού στον οποίο με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης έπρεπε να είχε ενταχθεί και του βαθμού του αρχιεργοδηγού, στον οποίο έχει ενταχθεί, με το νόμιμο τόκο όπως τον προσδιορίζει και 3) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να του καταβάλει το ποσό των 3.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων σε πρώτο βαθμό η με αριθμό 243/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία αφού απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη ως προς την αξίωση του ενάγοντος για καταβολή μισθολογικών διαφορών μεταξύ του βαθμού που κατείχε και του βαθμού που ζητούσε να ενταχθεί με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης, με το σκεπτικό ότι μετά τον περιορισμό του σχετικού κονδυλίου σε εν μέρει αναγνωριστικό και εν μέρει καταψηφιστικό αυτό κατέστη αόριστο, κατά τα λοιπά δέχθηκε κατά ένα μέρος ως ουσιαστικά βάσιμη την κύρια βάση της αγωγής και αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης να επανεντάξει τον ενάγοντα από 19.1.2010 στην κατηγορία των μηχανικών με το βαθμό του μηχανικού - προϊσταμένου.
Κατά της ως άνω απόφασης η εναγομένη άσκησε την από 27.3.2018 (με αριθμό κατάθεσης 31523/2135/2018) έφεσή της. Επί της έφεσης αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η οποία έκρινε την κύρια βάση της αγωγής ως νομικά αβάσιμη με το ακόλουθο σκεπτικό "Στη προκειμένη περίπτωση ο ενάγων, με την ένδικη αγωγή του, [...] ζητεί, επικαλούμενος την αρχή της ίσης μεταχείρισης, να αναγνωριστεί η ένταξή του στον κλάδο Μηχανικών με τον βαθμό Μηχανικού Προϊσταμένου [κύρια βάση της αγωγής], άλλως η ένταξή του στον κλάδο Μηχανικών με τον βαθμό Μηχανικού Β' [επικουρική βάση της αγωγής], δηλαδή ο ενάγων ζητεί την αναγνώριση διαδοχικής προαγωγής σε περισσότερους του ενός βαθμού [του Μηχανικού Β' και ακολούθως του Μηχανικού Προϊσταμένου].
Ωστόσο, και με δεδομένο ότι, σύμφωνα με, την κανονιστική ισχύ του Οργανισμού Εσωτερικής Λειτουργίας Κανονισμού της εναγόμενης όσον αφορά στη βαθμολογική και μισθολογική τάξη των υπαλλήλων της ο ενάγων πρέπει να παραμείνει τέσσερα [4] χρόνια στον βαθμό Μηχανικού Β' για να προαχθεί στον επόμενο βαθμό του Μηχανικού Α' και πέντε [5] τουλάχιστον έτη για να προαχθεί στον βαθμό του Μηχανικού Προϊσταμένου [άρθρο 12 του ως άνω Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας], η παράλειψη των οργάνων της εναγόμενης Τράπεζας να τον προαγάγουν στον βαθμό του Μηχανικού Προϊσταμένου, δεν καθίσταται παράνομη ένεκα της παραβίασης της αρχής της ίσης μεταχείρισης, σύμφωνα με το άρθρο 12 του Νόμου 1082/1980.
Και τούτο, διότι δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη ως πλασματικός χρόνος προϋπηρεσίας, ο χρόνος από την επικαλούμενη στην αγωγή παράνομη παράλειψη του κατά τις προαγωγές κρίσεις στον βαθμό του Μηχανικού Β'.
Συνεπώς, υπό τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά η συμπεριφορά των οργάνων της εναγόμενης δεν είναι παράνομη, ως αντικείμενη στην αρχή της ίσης μεταχείρισης και επομένως δεν θεμελιώνεται δικαίωμα του ενάγοντος να ζητήσει την αναγνώριση της προαγωγής του στον βαθμό του Μηχανικού Προϊσταμένου. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλούμενη απόφασή του, δέχθηκε ως ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, κατά την κυρία αυτής βάση και ακολούθως ως βάσιμη κατ' ουσίαν και αναγνώρισε ότι η εναγόμενη Τράπεζα υποχρεούται να εντάξει τον ενάγοντα από 19.1.2010 [αναδρομικά] στον κλάδο Μηχανικών, με τον βαθμό Μηχανικού Προϊσταμένου, έσφαλε κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου.
Συνεπώς, πρέπει, ο σχετικός τρίτος λόγος της έφεσης της εναγόμενης, με τον οποίο προσάπτεται σφάλμα στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του, δεν απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη [κατά την κύρια αυτής βάση] τυγχάνει βάσιμος κατ' ουσίαν". Στη συνέχεια, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού εξαφάνισε την απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά παραδοχή του τρίτου λόγους της έφεσης της εναγομένης, κράτησε την υπόθεση και απέρριψε ως μη νόμιμη τη βάση της αγωγής, με την οποία ο ενάγων ζητούσε να ενταχθεί από τις 19.1.2010 στην κατηγορία μηχανικών του κλάδου τεχνικών με το βαθμό του μηχανικού προϊσταμένου.
Ακολούθως ερεύνησε τη μη ερευνηθείσα πρωτοδίκως επικουρική βάση της αγωγής, την οποία και δέχθηκε, αναγνωρίζοντας ότι η εναγομένη είναι υποχρεωμένη να εντάξει τον ενάγοντα βαθμολογικά και μισθολογικά με απλή μεταφορά του από την κατηγορία εργοδηγών του Κλάδου Τεχνικών στην κατηγορία μηχανικών του Κλάδου Τεχνικών με το βαθμό του Μηχανικού Β από 19.1.2010 (αναδρομικά).
Με την κρίση του αυτή, με το να δεχθεί, δηλαδή, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ότι με την ένδικη αγωγή (κατά την κύρια βάση της) με επίκληση της αρχής της ίσης μεταχείρισης, ζητείται η αναγνώριση διαδοχικής προαγωγής του ενάγοντος-αναιρεσείοντος σε περισσότερους του ενός βαθμού (ήτοι του μηχανικού β και ακολούθως του μηχανικού προϊσταμένου) κατά παράβαση του άρθρου 12 του έχοντος συμβατική (και όχι κανονιστική ισχύ όπως εσφαλμένα δέχθηκε το Εφετείο) Οργανισμού Εσωτερικής Λειτουργίας και Κανονισμού της Βαθμολογικής και Μισθολογικής Τάξεως των υπαλλήλων της εναγομένης και του άρθρου 12 του ν. 1082/1980 και κατόπιν αυτού να απορρίψει την αγωγή κατά την κύρια βάση της ως μη νόμιμη, παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 12 του ν. 1082/1980 σε συνδυασμό με το άρθρο 12 του έχοντος συμβατική ισχύ Οργανισμού Εσωτερικής Λειτουργίας και Κανονισμού της Βαθμολογικής και Μισθολογικής Τάξεως των υπαλλήλων της εναγομένης- αναιρεσίβλητης και των άρθρων 22 παρ. 1β του Συντάγματος, 288 του ΑΚ και 141 της Συνθήκης της Ε.Κ. (ήδη 157 της Συνθήκης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης).
Ειδικότερα εσφαλμένα δεν εφάρμοσε τα άρθρα 22 παρ. 1β του Συντάγματος, 288 του ΑΚ και 141 της Συνθήκης της Ε.Κ. (ήδη 157 της Συνθήκης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης) που εφαρμόζονται στην κρινόμενη υπόθεση και εσφαλμένα υπήγαγε τα διαλαμβανόμενα στην κύρια βάση της αγωγής περιστατικά και τα συνδεόμενα με αυτά αιτήματά της στο άρθρο 12 του ν. 1082/1980 σε συνδυασμό με το άρθρο 12 του συμβατικής ισχύος Οργανισμού Εσωτερικής Λειτουργίας και Κανονισμού της Βαθμολογικής και Μισθολογικής Τάξεως των υπαλλήλων της εναγομένης που δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην κρινόμενη υπόθεση.
Τούτο, διότι, στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής δεν διαλαμβάνεται αξίωση ενάγοντος προς προαγωγή, αλλά διώκεται η αναγνώριση της υποχρέωσης της εναγομένης να εντάξει (δια απλής μεταφοράς) τον ενάγοντα από την κατηγορία εργοδηγών στην κατηγορία μηχανικών του Κλάδου Τεχνικών της, με τον εισαγωγικό βαθμό του μηχανικού - προϊσταμένου από τις 19.1.2010, που της κατέθεσε το δίπλωμα του μηχανικού χωροταξίας, πολεοδομίας και περιφερειακής ανάπτυξης, το οποίο έλαβε από την Πολυτεχνική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, υποχρέωση, η οποία κατά την ένδικη αγωγή, ερείδεται στο γεγονός ότι η εναγομένη - αναιρεσίβλητη εξαίρεσε αδικαιολόγητα τον ενάγοντα - αναιρεσείοντα από την ένταξη αυτή, παρότι στο παρελθόν είχε (επαν)εντάξει με τον ίδιο τρόπο στην ως άνω κατηγορία μηχανικών και με τον ως άνω εισαγωγικό βαθμό του μηχανικού - προϊσταμένου τους κατονομαζόμενους στην αγωγή συναδέλφους του μηχανικούς, πτυχιούχους Πανεπιστημίων ή Ανώτατων Πολυτεχνικών Σχολών όταν οι τελευταίοι προσκόμισαν το πτυχίο τους.
Επομένως, το Εφετείο, με την εκτεθείσα κρίση του έχει υποπέσει στην από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, όπως βάσιμα υποστηρίζεται με τους συναφείς πρώτο, δεύτερο και τρίτο (κατά το σχετικό τους σκέλος) λόγους αναίρεσης, οι οποίοι εκτιμώνται ενιαία ως προς το συγκεκριμένο σκέλος τους και οι οποίοι, ως εκ τούτου, πρέπει να γίνουν δεκτοί.
Επιπλέον το Εφετείο απέρριψε την κύρια βάση της ένδικης αγωγής ως μη νόμιμη, παραγνωρίζοντας τα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο γεγονότα, που ήσαν αναγκαία για τη νομική της θεμελίωση, και συνεπώς μη λαμβάνοντας υπόψη πραγματικούς ισχυρισμούς που θεμελίωναν κατά το νόμο το δια της αγωγής ασκούμενο δικαίωμα. Συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη του ότι εκτίθετο με σαφήνεια η οικειοθελής εκ μέρους της εναγομένης - αναιρεσίβλητης επανένταξη όλων των κατονομαζομένων στην αγωγή υπαλλήλων της - μηχανικών (συναδέλφων του ενάγοντος - αναιρεσείοντος και υπαγόμενων στον ίδιο Κλάδο Τεχνικών με αυτόν) στην κατηγορία Μηχανικών με εισαγωγικό βαθμό αυτόν του μηχανικού - προϊσταμένου από την ημερομηνία που αυτοί της κατέθεσαν τα παρατιθέμενα στην αγωγή πτυχία τους από Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα (Πανεπιστήμια - Πολυτεχνεία).
Συνεπώς έχει υποπέσει και στην από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, όπως βάσιμα υποστηρίζεται με τον πρώτο λόγο αναίρεσης κατά το σχετικό του σκέλος (σελ. 15 και 16 του αναιρετήριου), ο οποίος, ως εκ τούτου πρέπει να γίνει δεκτός. Εξάλλου, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δεν αποφάνθηκε επί των περιεχομένων στην ένδικη αγωγή, (σελ. 35 έως 44 αυτής) (κύριου και επικουρικού) αιτημάτων του ενάγοντος - αναιρεσείοντος να προσμετρηθούν σε αυτόν βαθμολογικά και μισθολογικά τα προβλεπόμενα στον συμβατικής ισχύος Οργανισμό και Κανονισμό Εργασιών του Τμήματος Εξέλιξης Προσωπικού της Διεύθυνσης Ανθρώπινου Δυναμικού και Οργάνωσης που έχει καταρτίσει η εναγομένη-αναιρεσίβλητη, ήτοι η προϋπηρεσία του πριν την πρόσληψή του στην εναγομένη Τράπεζα, η διανυθείσα πραγματική υπηρεσία του σε αυτήν, ο χρόνος της στρατιωτικής του θητείας, και η προώθησή του βάσει τίτλων σπουδών.
Κατά συνέπεια, έχει υποπέσει στην από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, όπως βάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον τέταρτο λόγο της ένδικης αίτησης (βλ. σελ. 21 και 58 έως 63 του αναιρετήριου), καθώς και με το σχετικό σκέλος των πρώτου και δεύτερου λόγων αναίρεσης (σελ. 26 και 38 του αναιρετήριου), που εκτιμώμενοι ενιαία πρέπει να γίνουν δεκτοί.
Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των άρθρων 522, 524 παρ.1, 525, 526 και 536 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ερευνά στο πλαίσιο της έφεσης και των προσθέτων λόγων, αν κατ' ορθή εφαρμογή του νόμου το κατώτερο δικαστήριο έκρινε ορθά ή όχι (ΑΠ 1004/2017). Επομένως εφόσον με την έφεση αποδίδεται η πλημμέλεια της εσφαλμένης από το πρωτόδικο Δικαστήριο εκτίμησης των αποδείξεων και ζητείται η απόρριψη της αγωγής για το λόγο αυτό, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο οφείλει και αυτεπαγγέλτως να εξετάσει τη νομική βασιμότητα της αγωγής με βάση τα εκτιθέμενα σε αυτήν περιστατικά (ΑΠ 7/2001, ΑΠ 154/1995).
Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, όπως ήδη αναφέρθηκε, ως δικαστήριο της παραπομπής, επιλήφθηκε της από 27.3.2018 και με αριθμό κατάθεσης 3949/232/2018 έφεσης της εναγομένης - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης, με την οποία αυτή ζητούσε την απόρριψη της ένδικης αγωγής και απέρριψε την κύρια βάση της αγωγής ως μη νόμιμη με την ως άνω (εσφαλμένη) κρίση του ότι, δηλαδή, η παράλειψη των οργάνων της εναγομένης Τράπεζας να προαγάγουν τον ενάγοντα στο βαθμό του μηχανικού προϊσταμένου δεν καθίσταται παράνομη ένεκα της παραβίασης της αρχής της ίσης μεταχείρισης σύμφωνα με το άρθρο 12 του ν. 1082/1980, "αφού δεν μπορεί να ληφθεί ως πλασματικός χρόνος προϋπηρεσίας, ο χρόνος από την παράνομη παράλειψή του κατά τις προαγωγικές κρίσεις στο βαθμό του μηχανικού β.".
Με βάση την ως άνω κρίση του, το Εφετείο εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κάνοντας δεκτό τον τρίτο λόγο της από 27.3.2018 έφεσης, από την παραδεκτή επισκόπηση του οποίου (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτει ότι αυτός αναφερόταν σε εσφαλμένη από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών εκτίμηση των προσαχθεισών αποδείξεων.
Σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, το Εφετείο, δεχόμενο τον τρίτο λόγο της από 27.3.2018 έφεσης της εναγομένης - εκκαλούσας - αναιρεσίβλητης, αν και σε αυτόν δεν περιεχόταν ισχυρισμός ότι με την ένδικη αγωγή ζητείτο η προαγωγή του ενάγοντος, ούτε ισχυρισμός περί εφαρμογής του άρθρου 12 του ν. 1082/1980, δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, όπως αβάσιμα υποστηρίζεται με το σχετικό σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης (σελ. 31 και 32 του αναιρετηρίου).
Τούτο, διότι στο πλαίσιο του κατά το άρθρο 522 του ΚΠολΔ μεταβιβαστικού αποτελέσματος της ως άνω έφεσης της εναγομένης - αναιρεσίβλητης και του τρίτου λόγου αυτής, με τον οποίο επιδιωκόταν η εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης λόγω εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων και συνακόλουθα η απόρριψη της ένδικης αγωγής, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο είχε την εξουσία να ερευνήσει τη νομική βασιμότητα της αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση.
Συνεπώς, το σχετικό σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η ως άνω από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια είναι αβάσιμο και, ως εκ τούτου, απορριπτέο. Επίσης, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, οι οποίοι με το σχετικό τους σκέλος, που ερευνάται ενιαία (σελ. 15 και 37 του αναιρετηρίου), προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, αποδίδοντας στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με την απόρριψη της κύριας βάσης της αγωγής ως μη νόμιμης, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.
Τούτο διότι δεν ιδρύεται ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας (όπως εν προκειμένω) απορρίπτει την αγωγή ως μη νόμιμη, αφού η στοιχειοθέτηση του συγκεκριμένου λόγου προϋποθέτει ότι αυτό εισήλθε στην ουσία της υπόθεσης και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα ( ΑΠ 1665/2008).
Ομοίως απορριπτέος ως αλυσιτελής είναι και ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, ο οποίος περιλαμβάνεται, επίσης στον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου (σελ. 30) και με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι εσφαλμένα δέχθηκε ότι ο Οργανισμός της Εσωτερικής Υπηρεσίας και Κανονισμός της Βαθμολογικής και Μισθολογικής Τάξης των Υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης Τράπεζας έχει ισχύ νόμου, ενώ αυτός έχει συμβατική ισχύ.
Τούτο, διότι η εσφαλμένη ως άνω παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης δεν επιδρά στο διατακτικό της.
Περαιτέρω, με το τελευταίο σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης (σελ. 38 και 45 του αναιρετηρίου), ο αναιρεσείων επικαλείται ότι αν το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο είχε λάβει υπόψη του όλα τα προταθέντα από τον ίδιο στοιχεία και όλα ανεξαιρέτως τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα από αυτόν έγγραφα, καθώς και τις νομοτύπως και εμπροθέσμως ληφθείσες ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων που παραθέτει, θα είχε αποφανθεί ότι η ορθή και σύννομη επανένταξή του είναι στον εισαγωγικό βαθμό του μηχανικού προϊσταμένου στο 16ο κλιμάκιο από το χρόνο προσκόμισης του διπλώματος μηχανικού πολυτεχνικής σχολής, όπως ακριβώς κρίθηκε και με τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες με αριθμό 1145/2001, 646/2010, 550/2010 και 2320/2009 αποφάσεις του Αρείου Πάγου και 9605/2002 του Εφετείου Αθηνών, για τους εκεί αναφερόμενους συναδέλφους του μηχανικούς που αποτελούν δεδικασμένο δεσμευτικό για το δικαστήριο, το οποίο και εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως.
Το ως άνω σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης, εκτιμώμενο ως προσάπτον στην προσβαλλόμενη απόφαση και ως προς το κεφάλαιό της με το οποίο απορρίφθηκε η κύρια βάση της ένδικης αγωγής ως μη νόμιμη την από τον αριθμό 11 γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, είναι απορριπτέο ως απαράδεκτο, διότι ο ως άνω λόγος δεν ιδρύεται στην προκειμένη περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, αλλά, όπως ήδη αναφέρθηκε, απέρριψε την κύρια βάση της αγωγής ως μη νόμιμη (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1409/2018, ΑΠ 615/2019). Το ίδιο σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης, αναφορικά με τον ισχυρισμό περί παραβίασης του δεδικασμένου, ο οποίος (ισχυρισμός) εμπεριέχεται και στον πρώτο λόγο αυτής (σελ. 33 του αναιρετήριου) εκτιμώμενο ως προσάπτον στο ως άνω κεφάλαιο της προσβαλλόμενης απόφασης και την από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, είναι επίσης απορριπτέο ως απαράδεκτο, καθόσον δεν υφίσταται δεδικασμένο κατά την έννοια των άρθρων 321 και 324 του ΚΠολΔ στην προκειμένη περίπτωση, κατά την οποία οι επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα αποφάσεις του Αρείου Πάγου και του Εφετείου Αθηνών έχουν εκδοθεί μεταξύ άλλων διαδίκων (δηλαδή μεταξύ της αναιρεσίβλητης Τράπεζας και άλλων υπαλλήλων της -μηχανικών).
Με την παράγραφο 1 του άρθρου 1 του ν. 2916/2001 "Διάρθρωση της ανώτατης εκπαίδευσης και ρύθμιση θεμάτων του τεχνολογικού τομέα αυτής" (Α' 114), όπως ίσχυε πριν την κατάργηση των εδαφίων α και γ με το άρθρο 2 παρ. 1 β του ν. 3549/2007 (ΦΕΚ Α 69/20.3.2007) και πριν το εδάφιο β καταργηθεί με την παρ. 20 του άρθρου 81 του ν. 4009/2011, ορίζονται τα εξής "1.
α) Η ανώτατη εκπαίδευση αποτελείται από δύο παράλληλους τομείς: αα) τον πανεπιστημιακό τομέα, ο οποίος περιλαμβάνει τα Πανεπιστήμια, τα Πολυτεχνεία και την Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών και ββ) τον τεχνολογικό τομέα, ο οποίος περιλαμβάνει τα Τεχνολογικά Εκπαιδευτικά Ιδρύματα. β) Τα Ιδρύματα των δύο τομέων της ανώτατης εκπαίδευσης λειτουργούν συμπληρωματικά, με διακριτές φυσιογνωμίες και με ρόλους, σκοπό και αποστολή που διαφοροποιούνται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για τον πανεπιστημιακό τομέα και για τον τεχνολογικό τομέα.
γ) Όπου στην κείμενη νομοθεσία αναφέρεται ο όρος "Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα" νοούνται τα ιδρύματα που ήδη λειτουργούν, τα οποία ανήκουν στον πανεπιστημιακό τομέα της ανώτατης εκπαίδευσης και θα αποκαλούνται εφεξής "Πανεπιστήμια". 2. ...". Περαιτέρω, με την παρ. 3 του άρθρου 1 του ν. 2916/2001 αντικαταστάθηκαν τα δύο τελευταία εδάφια της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 1404/1983, ως ακολούθως: "Τα Τ.Ε.Ι.
είναι νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, πλήρως αυτοδιοικούμενα, σύμφωνα με το άρθρο 16 παρ. 5 του Συντάγματος. Η οργάνωση και η λειτουργία τους διέπονται από τις διατάξεις του νόμου, ενώ ειδικότερα θέματα ρυθμίζονται με τον εσωτερικό κανονισμό κάθε Τ.Ε.Ι.", ενώ με την παρ. 1 του άρθρου 1 του νόμου 3404/2005 αντικαταστάθηκε η παρ. 1 του άρθρου 25 του ν. 1404/1983 ως εξής: ".1α) ...
γ) Η διάρκεια σπουδών στα Τμήματα των Τ.Ε.Ι. είναι κατά κανόνα οκτώ εξάμηνα και περιλαμβάνει τον αριθμό των εξαμηνιαίων προγραμμάτων διδασκαλίας και το εξάμηνο εκπόνησης της πτυχιακής εργασίας, κατά τη διάρκεια του οποίου μπορεί να πραγματοποιείται και η καθοδηγούμενη και αξιολογούμενη άσκηση στο επάγγελμα ..." και με το άρθρο 5 παρ. 12 του ν. 2916/2001 προστέθηκε στο ανωτέρω άρθρο 25 του ν. 1404/1983 παράγραφος 3, ως ακολούθως: "Το πτυχίο που χορηγείται από Τμήματα Τ.Ε.Ι.
είναι βασικός τίτλος σπουδών ανώτατης εκπαίδευσης, ο οποίος δίνει τη δυνατότητα πρόσβασης σε προγράμματα μεταπτυχιακών σπουδών σε ελληνικά ή ξένα Πανεπιστήμια, με τις προϋποθέσεις που εκάστοτε ισχύουν για τους πτυχιούχους ανώτατης εκπαίδευσης". Εξάλλου, με το άρθρο 6 παρ. 6 περ. β' του νόμου 2961/2001 ορίσθηκε ότι: "Τα επαγγελματικά δικαιώματα όσων αποφοιτούν από τα Τ.Ε.Ι μετά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού είναι τα ίδια με αυτά που καθορίζονται με τα προεδρικά διατάγματα, που έχουν εκδοθεί κατά ειδικότητα, σύμφωνα με τις διατάξεις του στοιχείου γ' της παρ. 2 του άρθρου 25 του Ν. 1404/1983.
Τα προεδρικά διατάγματα, που θα εκδοθούν με τις αυτές διατάξεις μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου και θα αφορούν σε ειδικότητες για τις οποίες δεν έχουν εκδοθεί σχετικά προεδρικά διατάγματα, θα ισχύουν για όλους τους αποφοίτους Τ.Ε.Ι. του οικείου Τμήματος ανεξάρτητα από το χρόνο αποφοίτησής τους".
Τέλος, με το άρθρο 2 του ν. 3549/2007 (Α'69), όπως ίσχυε πριν την κατάργηση της περ. α της παρ. 1 με την παρ. 25 του άρθρου 81 του ν. 4009/2011 (ΦΕΚ Α 195/6.9.2011) ορίσθηκε ότι: "1. α) Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα (Α.Ε.Ι.), κατά την έννοια του άρθρου 16 παράγραφος 5 του Συντάγματος, είναι τα ιδρύματα της ανώτατης εκπαίδευσης, η οποία αποτελείται από δύο παράλληλους τομείς:
αα) τον πανεπιστημιακό τομέα, ο οποίος περιλαμβάνει τα Πανεπιστήμια, τα Πολυτεχνεία και την Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών και ββ) τον τεχνολογικό τομέα, ο οποίος περιλαμβάνει τα Τεχνολογικά Εκπαιδευτικά Ιδρύματα (Τ.Ε.Ι.) και την Ανώτατη Σχολή Παιδαγωγικής και Τεχνολογικής Εκπαίδευσης. β) Τα εδάφια α' και γ' της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 2916/2001 (ΦΕΚ 114 Α') καταργούνται. 2.
Όπου στην κείμενη νομοθεσία αναφέρεται ο όρος "Πανεπιστήμια", νοούνται τα ιδρύματα του πανεπιστημιακού τομέα της ανώτατης εκπαίδευσης". Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων συνάγεται ότι ναι μεν με τον ν. 2916/2001, αλλά και το μεταγενέστερο αυτού ν. 3549/2007 (άρθρο 2), όπως ίσχυαν κατά την ένδικη περίοδο των ετών 2003 - 2010, τα Τ.Ε.Ι.
εντάχθηκαν, επανιδρυόμενα ως ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα, στη βαθμίδα της ανώτατης εκπαίδευσης, εξακολούθησαν, όμως, να διαφοροποιούνται από τα ιδρύματα του πανεπιστημιακού τομέα της ανώτατης εκπαίδευσης ως προς το ρόλο, το σκοπό και την αποστολή τους (άρθρο 1 παρ. 1 περ. β' του ν. 2916/2001, όπως ίσχυε), εξαιτίας δε της διαφοροποίησης αυτής ο νόμος (άρθρο 6 παρ. 6 περ.
β' του ν. 2916/2001), σε συμφωνία με την αρχή της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος), δεν εξομοιώνει τα επαγγελματικά δικαιώματα των πτυχιούχων Τ.Ε.Ι. με αυτά των πτυχιούχων των πανεπιστημίων (σχ. ΣτΕ 2616/2014 πρβλ ΑΠ 2028/2006) και, κατ'επέκταση, δεν δημιουργείται υποχρέωση ίσης μεταχείρισης των αντίστοιχων κατηγοριών εργαζομένων (Τεχνολογικής Εκπαίδευσης και Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης).
Στην προκειμένη περίπτωση, μετά την απόρριψη ως μη νόμιμης της κύριας βάσης της ένδικης αγωγής, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη, με αριθμό 3806/2020, απόφασή του προέβη στην εξέταση της μη ερευνηθείσας πρωτοδίκως επικουρικής βάσης αυτής, την οποία έκρινε ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη "στα άρθρα 22 παρ. 1 β του Συντάγματος, 288 ΑΚ και 141 (πρώην άρθρο 119) της Συνθήκης περί Ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, που κυρώθηκε με το ν 3001/2002" και μετά την εκτίμηση όλων των με επίκληση προσκομισθέντων από τους διαδίκους αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), ότι η εναγομένη-αναιρεσίβλητη Τράπεζα, κατ' εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης, υποχρεούται να εντάξει μισθολογικά και βαθμολογικά τον ενάγοντα - αναιρεσείοντα στην κατηγορία των Μηχανικών του Τεχνικού Κλάδου με το βαθμό του Μηχανικού Β από 19.01.2010, ημερομηνία κατά την οποία αυτός της προσκόμισε πτυχίο μηχανικού Χωροταξίας Πολεοδομίας και Περιφερειακής Ανάπτυξης Ανώτατης Εκπαίδευσης της Πολυτεχνικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας (ΑΕΙ), όπως είχε εντάξει και τους υπαλλήλους της- μηχανικούς Γ.
Π. και Α. Β., μετά την προσκόμιση των πτυχίων τους από το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο. Με βάση δε τις παραδοχές αυτές κατέληξε να δεχθεί την επικουρική βάση της ένδικης αγωγής και να αναγνωρίσει ότι η εναγομένη-εκκαλούσα- αναιρεσίβλητη είναι υποχρεωμένη να εντάξει τον ενάγοντα -εφεσίβλητο -αναιρεσείοντα βαθμολογικά και μισθολογικά, με απλή μεταφορά του από την κατηγορία Εργοδηγών του Κλάδου Τεχνικών στην κατηγορία Μηχανικών του ΚλάδουΤεχνικών με το βαθμό του Μηχανικού Β από 19.1.2010.
Ο αναιρεσείων, ως προς τις ως άνω εκτεθείσες παραδοχές του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου και το αποδεικτικό συμπέρασμα που αυτό διατύπωσε, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης (κατά το σκέλος του που περιλαμβάνεται στις σελίδα 55 - 57 του αναιρετηρίου) ισχυρίζεται ότι το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε στην από τον αριθμό 1 (και όχι και από τον αριθμό 8) του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, καθώς προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου 2916/2001 σε συνδυασμό με τη θεμελιούμενη στις διατάξεις των άρθρων 22 παρ. 1β του Συντάγματος, 288 του ΑΚ και 141 της Συνθήκης της Ε.Κ. (ήδη 157 της Συνθήκης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης) αρχή της ίσης μεταχείρισης, ως προς την επικουρική βάση της ένδικης αγωγής του.
Ειδικότερα επικαλείται ότι στις 30.6.2003 προσελήφθη από την εναγομένη - αναιρεσίβλητη ως πτυχιούχος πολιτικός μηχανικός του Τεχνολογικού Τομέα (ΤΕ) της Ανώτατης Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης (ΤΕΙ) και ότι, ως εκ τούτου, κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του ν. 2916/2001 και της αρχής της ίσης μεταχείρισής του με τους κατονομαζόμενους στην αγωγή συναδέλφους του, πτυχιούχους Α.Ε.Ι., κατόχους ισότιμων κατά τον ίδιο τίτλων σπουδών, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έπρεπε να δεχθεί ότι ο ενάγων - αναιρεσείων από την πρόσληψή του (δηλαδή από 30.6.2003) έπρεπε να είχε ενταχθεί στην κατηγορία Μηχανικών με τον εισαγωγικό βαθμό του μηχανικού Β και όχι να ενταχθεί στην κατηγορία αυτή και με τον βαθμό του μηχανικού Β από 19.1.2010, όπως εσφαλμένα δέχθηκε.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι με τις αναιρετικά ανέλεγκτες εκτεθείσες παραδοχές του και το εξ αυτών πόρισμα που συνήγαγε, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κατά την έρευνα της επικουρικής βάσης της αγωγής δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 3, 5 παρ. 12, 6 παρ. 6 περ.
β του ν. 2916/2001, του άρθρο 2 του ν. 3549/2007 σε συνδυασμό με τα άρθρα 22 παρ. 1β του Συντάγματος, 288 του ΑΚ και 141 της Συνθήκης της Ε.Κ. (ήδη 157 της Συνθήκης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης) Τούτο, διότι το πτυχίο ΤΕΙ, το οποίο κατείχε ο ενάγων - αναιρεσείων κατά τον χρόνο που προσλήφθηκε από την εναγομένη - αναιρεσίβλητη (δηλαδή κατά την 30.6.2003) διαφοροποιείται και δεν εξομοιώνεται με τα πτυχία του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου που κατείχαν οι αναφερόμενοι στην αγωγή συνάδελφοί του μηχανικοί όταν εντάχθηκαν οικειοθελώς από την εναγομένη-αναιρεσίβλητη στην κατηγορία Μηχανικών με το βαθμό του Μηχανικού Β με την προσκόμιση του πτυχίου τους, όπως, επίσης, διαφοροποιείται και από το πτυχίο της Πολυτεχνικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, το οποίο στις 19.1.2010 ο ενάγων αναιρεσείων προσκόμισε στην αντίδικό του, η οποία είχε υποχρέωση από τότε (δηλαδή τις 19.1.2010) να επανεντάξει τον ενάγοντα από την κατηγορία των Εργοδηγών στην κατηγορία των Μηχανικών.
Αφού, λοιπόν, έγιναν εν μέρει δεκτοί οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης και δεκτός ο τέταρτος λόγος αναίρεσης και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει η από 14.6.2021 και με αριθμό κατάθεσης 4884/656/2021 αίτηση αναίρεσης να γίνει κατά ένα μέρος δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά:
α) το κεφάλαιό της με το οποίο απέρριψε ως μη νόμιμη την κύρια βάση της ένδικης, από 15.9.2015 (με αριθμό κατάθεσης 84886/2855/2015) αγωγής, με την οποία ζητείται να αναγνωρισθεί η απορρέουσα από την αρχή της ίσης μεταχείρισης υποχρέωση της εναγομένης να προβεί σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες προκειμένου να εγκριθεί η (αναδρομική) από 19.01.2010 απλή μεταφορά του ενάγοντος -αναιρεσείοντος από την κατηγορία των Εργοδηγών στην κατηγορία των Μηχανικών του Κλάδου Τεχνικών με τον εισαγωγικό βαθμό του Μηχανικού - Προϊσταμένου και β) κατά το αδίκαστο αίτημα του ενάγοντος - αναιρεσείοντος, να προσμετρηθούν στη βαθμολογική και στη μισθολογική του εξέλιξη η προϋπηρεσία ως πολιτικού μηχανικού τεχνολογικού τομέα, την οποία είχε κατά το χρόνο πρόσληψή του στην εναγομένη - αναιρεσείουσα, η από τις 30.6.2003 διανυθείσα πραγματική του υπηρεσία σε αυτήν και η πλασματική υπηρεσία την οποία δικαιούται με βάση τους προσκομισθέντες τίτλους σπουδών του και του μεταπτυχιακού διπλώματος επιπέδου "Master of Science" και λόγω της στρατιωτικής του θητείας, κατ' εφαρμογή του έχοντος συμβατική ισχύ "Οργανισμού της Εσωτερικής Υπηρεσίας και Κανονισμού της Βαθμολογικής και Μισθολογικής Τάξεως των Υπαλλήλων" της εναγομένης - αναιρεσίβλητης.
Κατόπιν αυτού πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, η οποία χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση μόνον ως προς τα ως άνω αναιρεθέντα κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης, προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, συγκροτούμενου από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 εδαφ. β του ΚΠολΔ). Τέλος, η αναιρεσίβλητη, που νικήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει την από 4.11.2021 και με αριθμό κατάθεσης 8745/1079/2021 αίτηση αναίρεσης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα της Ελλάδος" με την από 14.6.2021 και με αριθμό κατάθεσης 4884/656/2021 αντίθετη αίτηση αναίρεσης του Σ. Σ..
Απορρίπτει την από 4.11.2021 και με αριθμό 8745/1079/2021 αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 3806/1.6.2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Δέχεται κατά ένα μέρος την από 14.6.2021 και με αριθμό κατάθεσης 4884/656/2021 αίτηση αναίρεσης της ως άνω, με αριθμό 3806/1.6.2020, απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Αναιρεί τη με αριθμό 3806/1.6.2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς τα αναφερόμενα στο σκεπτικό κεφάλαιά της και συγκεκριμένα ως προς: α) το κεφάλαιό της με το οποίο απέρριψε ως μη νόμιμη την κύρια βάση της ένδικης, από 15.9.2015 (με αριθμό κατάθεσης 84886/2855/2015) αγωγής, με την οποία ζητείται να αναγνωρισθεί η απορρέουσα από την αρχή της ίσης μεταχείρισης υποχρέωση της εναγομένης να προβεί σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες προκειμένου να εγκριθεί η (αναδρομική) από 19.01.2010 απλή μεταφορά του ενάγοντος - αναιρεσείοντος από την κατηγορία των Εργοδηγών στην κατηγορία των Μηχανικών του Κλάδου Τεχνικών με τον εισαγωγικό βαθμό του μηχανικού - προϊσταμένου και β) κατά το αδίκαστο αίτημα του ενάγοντος - αναιρεσείοντος, να προσμετρηθούν στη βαθμολογική και στη μισθολογική του εξέλιξη η προϋπηρεσία ως Πολιτικού Μηχανικού Τεχνολογικού Τομέα, την οποία είχε κατά το χρόνο πρόσληψή του στην εναγομένη - αναιρεσείουσα, η από τις 30.6.2003 διανυθείσα πραγματική του υπηρεσία σε αυτήν και η πλασματική υπηρεσία την οποία δικαιούται με βάση τους προσκομισθέντες τίτλους σπουδών του και του μεταπτυχιακού διπλώματος επιπέδου "Master of Science" και λόγω της στρατιωτικής του θητείας, κατ' εφαρμογή του έχοντος συμβατική ισχύ "Οργανισμού της Εσωτερικής Υπηρεσίας και Κανονισμού της Βαθμολογικής και Μισθολογικής Τάξεως των Υπαλλήλων" της εναγομένης - αναιρεσίβλητης.
Παραπέμπει την υπόθεση ως προς τα άνω αναιρεθέντα κεφάλαιά της στο ίδιο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Μαΐου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ