Supreme Court dismisses appeal where child reached majority age, ending guardian's representation rights.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Second Instance Court's decision regarding child support. The appellant argued for a specific support amount, but the court found his appeal inadmissible because his child had reached the age of majority, automatically terminating the guardian's legal representation. Consequently, the appeal must be filed in the adult's own name, which the appellant failed to do.
Legislator headnote
AI generatedArticles 127 of the Civil Code and 63 of the Code of Civil Procedure; Upon reaching majority, a minor's guardian loses representation rights, and appeals against judgments rendered during minority must be filed by the adult in their own name.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1126 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1126/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο - Εισηγητή, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Μυρσίνη Παπαχίου και Ιωάννη Δουρουκλάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Κ. του Δ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταύρο Γεωργιάδη. Της αναιρεσιβλήτου: Σ. Γ., κατοίκου ..., για τον εαυτό της ατομικά και ως έχουσα τη γονική μέριμνα, συμπεριλαμβανομένης της εκπροσώπησης, και ασκούσα την επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων της Α. Α. και Δ. - Δ.. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Νικόλαο Κουλοχέρη και Σοφία - Μαρία Σβεντζούρη, οι οποίοι, στο σημείο αυτό, έλαβαν τον λόγο και δήλωσαν στο ακροατήριο ότι το ένα εκ των δύο τέκνων την επιμέλεια των οποίων ασκούσε η ως άνω αναιρεσίβλητη, Α. - Α., ενηλικιώθηκε και, ως εκ τούτου, εκπροσωπεί πλέον η ίδια τον εαυτό της και εκπροσωπήθηκε και αυτή από τους ως άνω πληρεξουσίους δικηγόρους της.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-6-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 27-1-2017 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 626/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 3977/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30-7-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των άρθρων 127 ΑΚ και 63 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αυτός που συμπλήρωσε το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του είναι ικανός για κάθε δικαιοπραξία και μπορεί να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό του όνομα. Επομένως, μετά την ενηλικίωση του μέχρι τότε ανικάνου παραστάσεως στο δικαστήριο με το δικό του όνομα διαδίκου, παύει αυτοδικαίως η αντιπροσωπευτική εξουσία του νομίμου αντιπροσώπου του (ήτοι των ασκούντων, κατ' άρθρο 1510 ΑΚ, την γονική μέριμνα αυτού γονέων του) και χωρίς να μεσολαβήσει διακοπή της δίκης, κατ' άρθρο 286 ΚΠολΔ, συνεχίζεται η διαδικασία, με την συμμετοχή του ενηλίκου διαδίκου.
Αν δε η ενηλικίωση αυτού έλαβε χώρα μετά την έκδοση της αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, η αναίρεση κατά της αποφάσεως αυτής πρέπει να ασκείται από αυτόν ή κατ' αυτού, δηλαδή στο δικό του όνομα και όχι στο όνομα του τέως αντιπροσώπου του. Στην προκείμενη περίπτωση, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως του Ι.
Κ. στρέφεται κατά της συζύγου του Σ. Γ., ατομικά και ως ασκούσας την επιμέλεια των ανηλίκων θυγατέρων των διαδίκων Α. - Α. και Δ. - Δ. Όμως, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα πρακτικά συνεδρίασης του παρόντος Δικαστηρίου, η πρώτη των ως άνω ανηλίκων Α. - Α. (ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη), η οποία γεννήθηκε στις 18-10-2001, δήλωσε στο ακροατήριο ότι ενηλικιώθηκε στις 18-10-2019 (ήτοι μετά την κατάθεση της αιτήσεως αναιρέσεως στις 30-7-2019) και ότι συνεχίζει πλέον ατομικά τη δίκη στο όνομά της.
Επομένως, μετά την ενηλικίωσή της έπαυσε αυτοδικαίως η αντιπροσωπευτική εξουσία της μητέρας της (πρώτης αναιρεσίβλητης) και νομίμως παρίσταται στο Δικαστήριο με το δικό της όνομα ως δεύτερη αναιρεσίβλητη και όχι διά της ως άνω, μέχρι την ενηλικίωσή της, νομίμου αντιπροσώπου της. Κατά συνέπεια, η εκδίκαση της αίτησης αναίρεσης συνεχίζεται παραδεκτά από τη δεύτερη αναιρεσίβλητη, χωρίς να μεσολαβήσει διακοπή της δίκης κατ' άρθρ. 286 ΚΠολΔ (ΑΠ 363/2018).
Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων των άρθρων 1389, 1390, 1391, 1392 εδ. 2 και 1495 ΑΚ, σε περίπτωση διακοπής της έγγαμης συμβίωσης, οπότε εξακολουθεί μεν ο μεταξύ των συζύγων γάμος, αλλά δεν μπορεί να γίνει λόγος περί συνεισφοράς αυτών προς αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας, μεταξύ των οποίων και η αμοιβαία υποχρέωση των συζύγων για διατροφή, αφού με τη διακοπή της συμβίωσης έπαυσε να υπάρχει και να λειτουργεί κοινός οίκος και να δημιουργούνται οικογενειακές ανάγκες, εκείνος από τους συζύγους που διέκοψε την έγγαμη συμβίωση για εύλογη στο πρόσωπό του αιτία, η οποία περιλαμβάνει και την εγκατάλειψή του από τον υπόχρεο προς διατροφή σύζυγο (ΑΠ 1210/2018), δικαιούται από τον άλλο, ανεξαρτήτως του εάν ο ένας είναι εύπορος και ο άλλος άπορος, διατροφή σε χρήμα, που προκαταβάλλεται μηνιαίως και υποκαθιστά τη συνεισφορά του υπόχρεου υπό συνθήκες οικογενειακής ζωής.
Η υποχρέωση για καταβολή κατά μήνα διατροφής σε χρήμα, μετά τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης, είναι συνέπεια της κατά το άρθρο 1389 ΑΚ υποχρέωσης συνεισφοράς των συζύγων στην αμοιβαία διατροφή αυτών κατά τη διάρκεια του γάμου και δεν εξομοιώνεται με την κατά τα άρθρα 1485 επ. ΑΚ διατροφή (ΟλομΑΠ 9/1991), ούτε με την κατά τα άρθρα 1442 επ.
ΑΚ οφειλόμενη μετά το διαζύγιο, υπάρχει δε και αν ακόμη ο υπόχρεος αναγκάστηκε στη διακοπή της συμβίωσης από παράπτωμα του δικαιούχου και τούτο για το λόγο ότι με δική του πρωτοβουλία διακόπηκε η έγγαμη συμβίωση. Στην τελευταία όμως αυτή περίπτωση, αν το παράπτωμα του δικαιούχου της διατροφής συνιστά λόγο διαζυγίου, αναγόμενο σε υπαιτιότητα αυτού, περιορίζεται η έκταση της οφειλόμενης σ' αυτόν από τον άλλο διατροφής στα απολύτως αναγκαία για τη συντήρηση του (ελαττωμένη διατροφή) μετά από ένσταση του εναγομένου, για την πληρότητα όμως της οποίας δεν αρκεί η παράθεση των παραπτωμάτων του ενάγοντος συζύγου, αλλά απαιτείται και αντίστοιχο αίτημα, όπως επίσης και προσδιορισμός από τον ενιστάμενο του ποσού της κατ' αυτόν οφειλόμενης ελαττωμένης διατροφής (ΑΠ 528/2018, ΑΠ 873/2017, ΑΠ 1568/2018, ΑΠ 1028/2013).
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν oυσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ειδικότερα, για την ύπαρξη νόμιμης βάσης σε απόφαση με την οποία επιδικάζεται διατροφή σε σύζυγο κατόπιν διακοπής της έγγαμης συμβιώσεως, πρέπει να αναφέρεται στο αιτιολογικό της, μεταξύ των άλλων στοιχείων, και ότι o δικαιούχος της διατροφής σύζυγος διέκοψε o ίδιος την έγγαμη συμβίωση για εύλογη αιτία ή ότι η διακοπή της έγγαμης συμβιώσεως προήλθε από την πλευρά του υποχρέου για διατροφή συζύγου (ΑΠ 873/2017, ΑΠ 1217/2007, ΑΠ 1028/2013), αφού, όπως ήδη εκτέθηκε, ο τελευταίος, εφόσον με δική του πρωτοβουλία διακόπηκε η έγγαμη συμβίωση, οφείλει διατροφή ακόμη και αν αναγκάστηκε στη διακοπή της συμβίωσης από παράπτωμα του δικαιούχου της διατροφής, έχοντας απλώς τη δυνατότητα, σε περίπτωση που το παράπτωμα αυτό του δικαιούχου συνιστά λόγο διαζυγίου αναγόμενο σε υπαιτιότητα αυτού, να προβάλει την ένσταση της ελαττωμένης διατροφής.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, κατά το ενδιαφέρον τον πρώτο αναιρετικό λόγο μέρος, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Οι διάδικοι τέλεσαν μεταξύ τους νόμιμο (θρησκευτικό) γάμο... την 30η Ιουνίου 1996, που ήταν πρώτος για την ενάγουσα και δεύτερος για τον εναγόμενο. Από το γάμο τους αυτό απέκτησαν δύο θυγατέρες, ήτοι την Α. - Α.
Κ., που γεννήθηκε στις 18.10.2001 και την Δ. - Δ. Κ., που γεννήθηκε στις 31.8.2003 και εξακολουθούν να είναι ανήλικες. Ο εναγόμενος (και ήδη αναιρεσείων) είχε αποκτήσει από τον πρώτο γάμο του δύο άρρενα τέκνα, τα οποία είναι ήδη ενήλικα. Η έγγαμη συμβίωσή τους διήρκεσε μέχρι τον Ιούνιο του έτους 2012, οπότε διακόπηκε οριστικά με την αποχώρηση του εναγομένου από την οικογενειακή κατοικία.
Ακολούθως, στις 20.3.2017, συζητήθηκε η από 5.10.2015 αγωγή διαζυγίου του εναγομένου ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία ζητούσε να λυθεί ο γάμος του με την ενάγουσα (και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη) για το λόγο ότι βρίσκονται σε συνεχή διάσταση επί δύο και πλέον χρόνια. Επ' αυτής, μετά συζήτηση ερήμην της εκεί εναγομένης και εδώ ενάγουσας, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 9416/2017 οριστική απόφαση, που την έκανε δεκτή, ακολούθησε δε η άσκηση εφέσεως...
από την εναγομένη (εδώ ενάγουσα), για τη συζήτηση της οποίας ορίσθηκε ως δικάσιμος η 8.2.2018. Αν και η περαιτέρω διαδικαστική εξέλιξη της υποθέσεως αυτής δεν αποδεικνύεται από δημόσια έγγραφα της δικογραφίας (δικαστικές αποφάσεις κλπ), προκύπτει... ότι ο εναγόμενος έχει ήδη συνδεθεί προσωπικά με άλλη γυναίκα, την..., μετά της οποίας μάλιστα έχει τελέσει μνηστεία και προγραμματίζει γάμο.
Σημειωτέον, πάντως, ότι και η εδώ ενάγουσα αναφέρει στην ένδικη αγωγή της ότι έγγαμη συμβίωσή της με τον εναγόμενο έχει διακοπεί από τις 17 Ιουνίου 2012. Υπ' αυτά τα δεδομένα πρέπει να γίνει δεκτό ότι οι διάδικοι από τον Ιούνιο του έτους 2012 ζούσαν σε χωριστές κατοικίες, καθώς ο εναγόμενος απεχώρησε από την οικογενειακή στέγη με πρόθεση οριστικής διάσπασης της έγγαμης συμβιώσεως, ενώ η ενάγουσα παρέμεινε στην οικογενειακή οικία.
Η ενάγουσα δικαιούται, επομένως, να απαιτήσει την καταβολή σε χρήμα διατροφής από τον υπόχρεο σύζυγό της υπό τις συνθήκες της έγγαμης συμβιώσεως (άρθρο 1391 παρ. 1 Α.Κ.), αφού αυτή δεν διέκοψε τη συμβίωση από δική της πρωτοβουλία και υπαιτιότητα παρά την αντίθετη θέληση του υπόχρεου εναγομένου, ο οποίος, ασκώντας αγωγή με νομική βάση την διετία της διασπάσεως της έγγαμης συμβιώσεως, υποδηλώνει σαφώς ότι δεν επιθυμεί την εξακολούθησή της.
Επομένως στην προκειμένη περίπτωση η ευθύνη της διακοπής της έγγαμης συμβιώσεως βαρύνει τον εναγόμενο και στοιχειοθετείται αντιστοίχως εύλογη αιτία για τη διάσπαση στο πρόσωπο της ενάγουσας, χωρίς τη συνδρομή περιστάσεων που να επιβάλλουν την παύση ή τη μείωση της διατροφής της, αφού ο σχετικός περί του αντιθέτου ισχυρισμός του εναγομένου, πέραν της ρηματικής του διατυπώσεως, ουδέν αξιόλογο και πειστικό ουσιαστικό έρεισμα ευρίσκει στο παραπάνω αποδεικτικό υλικό και είναι απορριπτέος κατ' ουσία.
Συνεπώς η ενάγουσα δικαιούται, κατ' αρχήν, να απαιτήσει την καταβολή σε χρήμα διατροφής από τον υπόχρεο σύζυγό της, υπό τις συνθήκες της έγγαμης συμβιώσεως (άρθρο 1391 παρ. 1 Α.Κ.), όπως ορθά και με τις αυτές, ως άνω, αιτιολογίες, έκρινε για το ζήτημα αυτό και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του, ώστε η περί του αντιθέτου αιτίαση, που διατυπώνει ο εκκαλών / εναγόμενος στην υπό κρίση έφεσή του και εμπεριέχεται στον πρώτο λόγο της, ελέγχεται ως αβάσιμη κατ' ουσία.... ".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού απέρριψε τον ισχυρισμό και το σχετικό λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος, ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη δεν δικαιούται διατροφής, άλλως ότι αυτή δικαιούται ελαττωμένης διατροφής, έκανε δεκτή την έφεση της πρώτης αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δεχόμενο εν μέρει την αγωγή, επεδίκασε σ' αυτή ατομικά ως μηνιαία διατροφή της το ποσό των 3.250 ευρώ.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο ότι η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων διακόπηκε από εύλογη για την πρώτη αναιρεσίβλητη αιτία, λόγω αποχώρησης του αναιρεσείοντος από την οικογενειακή κατοικία με πρόθεση οριστικής διάσπασης αυτής, και απορρίπτοντας τον πρώτο λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος, με τον οποίο αυτός επεδίωκε να κριθεί ότι ο η πρώτη αναιρεσίβλητη ήταν εκείνη που διέκοψε την έγγαμη συμβίωση χωρίς εύλογη αιτία, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτή επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα του ευλόγου της αιτίας για τη διακοπή της έγγαμης συμβιώσεως των διαδίκων, οι οποίες επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 1391 ΑΚ, την οποία ορθώς εφάρμοσε και δεν παραβίασε εκ πλαγίου κατά την εξειδίκευση της ως άνω αόριστης νομικής έννοιας.
Και τούτο, διότι πέραν της ανωτέρω σαφούς παραδοχής ότι η διακοπή της έγγαμης συμβιώσεως προήλθε από την πλευρά του υποχρέου για διατροφή αναιρεσείοντος με την αποχώρηση αυτού από τη συζυγική οικία, εξ αιτίας της οποίας και έπαυσε να υπάρχει και να λειτουργεί ο κοινός οίκος και να δημιουργούνται οικογενειακές ανάγκες, επιστηριζόμενης και με την έτερη παραδοχή ότι δεν διέκοψε τη συμβίωση η πρώτη αναιρεσίβλητη "από δική της πρωτοβουλία και υπαιτιότητα παρά την αντίθετη θέληση του υπόχρεου εναγομένου", δεν απαιτείτο να διαλαμβάνεται στην απόφαση, για την πληρότητα της αιτιολογίας, αν η αποχώρηση από τη συζυγική αιτία, οφείλεται σε τυχόν παράπτωμα της δικαιούχου της διατροφής πρώτης αναιρεσίβλητης, αφού, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, το εύλογο της αιτίας για το δικαιούχο σύζυγο υφίσταται και η υποχρέωση για καταβολή κατά μήνα διατροφής σε χρήμα από τον υπόχρεο υπάρχει, ακόμη και αν ο τελευταίος (υπόχρεος) αναγκάστηκε στη διακοπή της συμβίωσης από παράπτωμα του δικαιούχου.
Εξάλλου, οι αναφερόμενες στο αναιρετήριο αιτιάσεις ως προς τις λοιπές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι δηλαδή ο εναγόμενος άσκησε την από 5.10.2015 αγωγή διαζυγίου, με την οποία ζήτησε να λυθεί ο γάμος του με την ενάγουσα και ότι κατά το χρόνο συζήτησης της υπόθεσης στο εφετείο είχε ήδη συνδεθεί προσωπικά με άλλη γυναίκα, δεν ασκούν οποιαδήποτε επιρροή στο αποδεικτικό πόρισμα, αφού παρατίθενται πλεοναστικά και δεν ήσαν απαραίτητες για την αιτιολογία της απόφασης.
Επομένως, ο πρώτος, κατά το τρίτο σκέλος αυτού, λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεως νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς το ανωτέρω ουσιώδες ζήτημα του ευλόγου της αιτίας για τη διακοπή της έγγαμης συμβιώσεως των διαδίκων, είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως.
Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, πρέπει ο ισχυρισμός να έχει προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, να είναι νόμιμος και να ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (λυσιτελής). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, ούτε οι απαράδεκτοι ή νομικά αβάσιμοι ισχυρισμοί (Ολ.
ΑΠ 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά. Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 12/1997) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.
ΑΠ 11/1996) ή παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό, απαράδεκτο γενικώς, αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή που δεν ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ. ΑΠ 2/1989, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 161/2018). Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άνω άρθρο 559 αριθμ. 8 β' ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη ουσιώδη για την έκβαση της δίκης ισχυρισμό του, τον οποίο νομίμως είχε προτείνει, επικουρικά, στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και νομίμως επανέφερε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με τον πρώτο λόγο της έφεσής του, αλλά και με τις ενώπιον αυτού προτάσεις του, τόσο για την αποδοχή της έφεσής του όσο και προς υπεράσπιση κατά της έφεσης της (πρώτης) αναιρεσίβλητης, και ειδικότερα τον ισχυρισμό του ότι υπάρχει βάσιμος λόγος διαζυγίου, αναγόμενος σε υπαιτιότητα της πρώτης αναιρεσίβλητης συζύγου του, προς θεμελίωση του οποίου επικαλέστηκε περιστατικά τόσο κατά τα τελευταία έτη της έγγαμης συμβίωσής τους, όσο και μετά τη διάσπαση αυτής, καθώς επίσης και μετά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης, και με βάση τον οποίο υπέβαλε αίτημα περιορισμού της διατροφής της στα απολύτως αναγκαία (ελαττωμένη διατροφή) και δη να της επιδικαστεί το ποσό των 500 ευρώ μηνιαίως.
Όπως, όμως, προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο έλαβε υπόψη την προαναφερόμενη ένσταση του αναιρεσείοντος περί ελαττωμένης διατροφής και σαφώς την απέρριψε, καθόσον δέχθηκε ότι "η ευθύνη της διακοπής της έγγαμης συμβιώσεως βαρύνει τον εναγόμενο και στοιχειοθετείται αντιστοίχως εύλογη αιτία για τη διάσπαση στο πρόσωπο της ενάγουσας, χωρίς τη συνδρομή περιστάσεων που να επιβάλλουν την παύση ή τη μείωση της διατροφής της, αφού ο σχετικός περί του αντιθέτου ισχυρισμός του εναγομένου, πέραν της ρηματικής του διατυπώσεως, ουδέν αξιόλογο και πειστικό ουσιαστικό έρεισμα ευρίσκει στο παραπάνω αποδεικτικό υλικό και είναι απορριπτέος κατ' ουσία".
Επομένως, ο ανωτέρω πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ.γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 70/2008, 222/2008), προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (Ολ ΑΠ 12/2002, ΑΠ 953/2005), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 1874/2008), εφόσον, βέβαια, προτάθηκαν παραδεκτά στο Δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο).
Ωστόσο, ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση, αρκεί δε προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης καθενός και χωρίς διάκριση από ποιά αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.
Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός, ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, όχι όμως και τα επίδικα (ΑΠ 781/2020, ΑΠ 427/2020, ΑΠ 345/2020). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την ως άνω διάταξη αιτίαση, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη νομίμως ενώπιόν του προσκομισθέντα από τον αναιρεσείοντα ουσιώδη αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα:
α) την από 30.3.2014 αγωγή διαζυγίου, την οποία είχε ασκήσει κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης για τη λύση του γάμου τους λόγω ισχυρού κλονισμού για λόγους που αφορούν αποκλειστικώς το πρόσωπό τη και στην οποία αναφέρονταν αναλυτικά τα εις βάρος του παραπτώματα της αντιδίκου του και β) τις παρακάτω ένορκες βεβαιώσεις, που είχαν ληφθεί για να χρησιμοποιηθούν στη δίκη διατροφής αλλά και σε άλλες μεταξύ τους δίκες, ήτοι 1) τις υπ' αριθ. .../13.12.2016 και .../12.5.2017 ένορκες βεβαιώσεις του Ε.
Σ., 2) την υπ' αριθ. .../26.9.2016 ένορκη βεβαίωση του Ν. Ι., 3) την υπ' αριθ. .../5.6.2015 ένορκη βεβαίωση της Μ. Κ., 4) την υπ' αριθ. .../5.6.2015 ένορκη βεβαίωση του Ι. Κ., 4) την υπ' αριθ. .../13.12.2016 ένορκη βεβαίωση του Δ. Κ., 5) την υπ' αριθ. ...2015 ένορκη βεβαίωση της A. P. και 6) την υπ' αριθ. ...27.1.2017 ένορκη βεβαίωση του Ι. Σ., ενώ, αν είχαν ληφθεί υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, το Εφετείο θα είχε κάνει δεκτό τον ισχυρισμό του ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη ουδέν δικαιούται για ατομική διατροφή αυτής, άλλως ότι δικαιούται μόνον στοιχειώδους (ελαττωμένης) διατροφής.
Ωστόσο, από τη βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλομένη απόφασή του ότι στην περί πραγμάτων κρίση του κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη όλες τις πιο πάνω ένορκες βεβαιώσεις (μία προς μία όπως αναγράφεται και στο αναιρετήριο), καθώς και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν, προβαίνοντας μάλιστα και σε ειδική μνεία της υπ' αριθμ. .../2016 ένορκης βεβαίωσης με την παράθεση αυτούσιων αποσπασμάτων αυτής, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και όλα τα φερόμενα ως αγνοηθέντα, ως άνω, αποδεικτικά μέσα.
Επομένως, ο ανωτέρω, από την άνω διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ, λόγος της αναιρέσεως, κατά το μέρος που μέμφεται την απόφαση για την μη λήψη υπόψη των ανωτέρω αποδεικτικών μέσων, είναι αβάσιμος. Εξάλλου, ο ίδιος λόγος, όσον αφορά την προβαλλόμενη αιτίαση, ότι από τα εν λόγω έγγραφα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το Εφετείο, σχετικά με την υποβληθείσα ένσταση περί ελαττωμένης διατροφής, είναι απαράδεκτος, διότι αναφέρεται στην εκτίμηση της αποδεικτικής βαρύτητας των μέσων αυτών.
Επομένως, ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 1485, 1486, 1489 παρ. 2, 1493 ΑΚ προκύπτει ότι οι γονείς έχουν κοινή και ανάλογη με τις δυνάμεις τους υποχρέωση να διατρέφουν το ανήλικο τέκνο τους, ακόμη και εάν αυτό έχει περιουσία, της οποίας όμως τα εισοδήματα ή το προϊόν της εργασίας του ή άλλα τυχόν εισοδήματά του, δεν αρκούν για τη διατροφή του.
Το μέτρο της διατροφής προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του δικαιούχου, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες ζωής του και περιλαμβάνει τα αναγκαία για τη συντήρηση και εν γένει εκπαίδευσή του έξοδα. Ως συνθήκες ζωής νοούνται οι συγκεκριμένοι όροι διαβίωσης, που ποικίλουν ανάλογα με την ηλικία, τον τόπο κατοικίας, την ανάγκη επιτήρησης και εκπαίδευσης και την κατάσταση της υγείας του δικαιούχου, σε συνδυασμό με την περιουσιακή κατάσταση του υποχρέου.
Για να καθοριστεί το ποσό της δικαιούμενης διατροφής αξιολογούνται κατ' αρχήν τα εισοδήματα των γονέων από οποιαδήποτε πηγή και στη συνέχεια προσδιορίζονται οι ανάγκες του τέκνου, καθοριστικό δε στοιχείο είναι οι συνθήκες της ζωής του, δηλαδή οι όροι διαβίωσής του, χωρίς όμως να ικανοποιούνται οι παράλογες αξιώσεις (ΑΠ 1250/2019).
Εξάλλου, η κατά τα ως άνω υποχρέωση των γονέων προς διατροφή του τέκνου τους βαρύνει αυτούς, κατά το άρθρο 1489 παρ. 2 ΑΚ, ανάλογα με τις δυνάμεις τους. Επομένως, ο εναγόμενος γονέας προς καταβολή ολόκληρου του ποσού της διατροφής, μπορεί να επικαλεστεί κατ' ένσταση, κατ' άρθρο 1489 § 2 ΑΚ και 262 ΚΠολΔ, ότι και ο άλλος γονέας έχει την οικονομική δυνατότητα, σε σχέση με τη δική του και σε συνδυασμό με τις λοιπές υποχρεώσεις του, να καλύψει μέρος της ανάλογης διατροφής του ανηλίκου, οπότε, με την απόδειξη της ένστασης αυτής, περιορίζεται η υποχρέωση του εναγομένου γονέα κατά το ποσό που αντιστοιχεί στην οικονομική δυνατότητα και στη βάση αυτής υποχρέωση συνεισφοράς του άλλου γονέα (ΑΠ 995/2019, ΑΠ 1156/2017, ΑΠ 541/2015).
Περαιτέρω, για την πληρότητα της αιτιολογίας της απόφασης, αρκεί να διαλαμβάνονται σ' αυτή με επάρκεια η έλλειψη εισοδημάτων του ανηλίκου, η αδυναμία του να εργασθεί, οι οικονομικές δυνατότητες των γονέων του, οι ανάγκες του, που είναι προσδιοριστικές του ύψους της καταβλητέας διατροφής, και το απαιτούμενο για όλες τις ανάγκες του, συνολικό ποσό της κατά μήνα χρηματικής δαπάνης που συνιστά την ανάλογη διατροφή του, χωρίς να απαιτείται να προσδιορίζεται με ακρίβεια και το απαραίτητο για την κάλυψη κάθε επί μέρους ανάγκης του, που προκύπτει από τις συνθήκες της ζωής του, χρηματικό ποσό (ΑΠ 1761/2013, ΑΠ 2046/2013).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον το δεύτερο αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα: ".. Αποδεικνύεται περαιτέρω ότι με την υπ' αριθμ. 1346/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ανατέθηκε στην ενάγουσα η οριστική επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων Α.
Α. Κ. και Δ. - Δ. Κ.. Η υπ' αριθμ. 5187/2015 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του ίδιου Δικαστηρίου, που εκδόθηκε κατόπιν σχετικής αιτήσεως της νυν ενάγουσας, αναφέρει χαρακτηριστικά και τα εξής: Κατά τη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης και μετά από την προσπάθεια του Δικαστηρίου να επιλύσει συμβιβαστικά την ένδικη διαφορά,..., επετεύχθη συμβιβασμός των διαδίκων, οι όροι του οποίου καταχωρήθηκαν στο από 8-6-2015 κοινό σημείωμά τους ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου,...
στο οποίο αναγράφονται τα ακόλουθα: οι διάδικοι συμφωνούν ότι η διατροφή της αιτούσας και των ανηλίκων διαμορφώνεται εν μέρει σε είδος και εν μέρει σε χρήμα ως εξής: 1. Σε είδος: Ο καθ' ου η αίτηση Ι. Κ.ς θα καταβάλλει απευθείας στους κατά περίπτωση προμηθευτές, παρόχους κλπ, τα ακόλουθα έξοδα της αιτούσας και των παιδιών: 1.1.
Τα έξοδα της κατοικίας στην οδό ... στη Γλυφάδα, στην οποία διαμένουν, και ειδικότερα το μηνιαίο μίσθωμα αυτής, τα πάγια έξοδα αυτής για τους Οργανισμούς Κοινής Ωφέλειας (ΔΕΗ, φυσικό αέριο, ΕΥΔΑΠ, ΟΤΕ) και για τη συντήρηση αυτής (ασανσέρ, πισίνα, κήπος και επισκευές), καθώς και τις αμοιβές των τριών οικιακών βοηθών της οικίας. 1.2.
Τα έξοδα για τη μόρφωση / εκπαίδευση των παιδιών και τις συναφείς δραστηριότητές τους και ειδικότερα τα δίδακτρα για το σχολείο τους (Κολλέγιο Αθηνών), τα έξοδα για τη μεταφορά των παιδιών από και προς το σχολείο τους, τις αμοιβές των καθηγητών που κάνουν ιδιαίτερα μαθήματα στα παιδιά, τις δαπάνες για τις εξωσχολικές δραστηριότητές τους (καράτε, φωνητική κλπ.), τα έξοδα για τα θερινά σχολεία των παιδιών στο εξωτερικό, τα έξοδα για τα πάρτυ των παιδιών. 1.3.
Τα έξοδα και τις δαπάνες για την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη των παιδιών και της αιτούσας. 1.4. Τα έξοδα για τη συντήρηση των τεσσάρων ΙΧΕ άυτοκινήτων που χρησιμοποιεί η αιτούσα.... 2. Σε χρήμα: Ο καθ' ου η αίτηση Ι. Κ. θα καταβάλλει στην αιτούσα, στις αρχές κάθε μήνα και σε τραπεζικούς λογαριασμούς που η ίδια θα υποδείξει, το ποσό των είκοσι χιλιάδων ευρώ (€ 20.000) για την κάλυψη και όλων ανεξαιρέτως των άλλων εξόδων διατροφής, διαβίωσης και αναψυχής των παιδιών και της αιτούσας,... ". ..
Ο εναγόμενος είναι ηλεκτρολόγος - μηχανολόγος απόφοιτος του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου στην πληροφορική και διδακτορικού τίτλου στον έλεγχο με ηλεκτρονικούς υπολογιστές από το βρετανικό πανεπιστήμιο IMPERIAL COLLEGE. Από το 1987, είχε αναλάβει εξ ολοκλήρου τη διοίκηση της ναυτιλιακής εταιρίας "...
COMPANY", με την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου, εταιρίας που είχε ιδρύσει ο πατέρας του Δ. Κ.,.... Η παραπάνω ναυτιλιακή εταιρία είναι ιδιαίτερα επιτυχημένη στο χώρο της παγκόσμιας ναυτιλίας,.... είχε θετική πορεία, εισήχθη δε στο Χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης. Στην υπ' αριθ. .../13.12.2016 ένορκη βεβαίωση του Ε.
Σ...., αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: "... Το έτος 2005 άρχισαν οι συζητήσεις για την εισαγωγή της εταιρείας χαρτοφυλακίου στο Χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης... Ο Δ. Κ., σε συνεννόηση με το γιο του (εναγόμενο)... επέλεξε τη οδό του ..., γιατί αυτό εξασφάλιζε ότι δεν θα διασπαστεί ο όμιλος στο μέλλον, αφού ουδείς θα μπορούσε να διαθέσει τις μετοχές που θα μεταβιβάζονταν στο ...
και έτσι, όσα περιουσιακά στοιχεία μεταβιβάζονταν στο ..., δεν θα μπορούσαν να πωληθούν σε τρίτους,.... Έτσι, λοιπόν, προκρίθηκε η επιλογή του ... και ο Γ. ανέλαβε κατόπιν εντολής του πατέρα του να το συστήσει... μεταβιβάστηκε στο ... όλος ο ναυτιλιακός όμιλος Κ. (πλοιοκτήτριες και πλοία, εταιρία χαρτοφυλακίου τους και εταιρίες χαρτοφυλακίου της διαχειρίστριας) και εισήχθη στο χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης.
Σε μεταγενέστερο στάδιο, το 2014, για τις ανάγκες της οργάνωσης του ομίλου και του ..., οι μετοχές της διαχειρίστριας μεταβιβάσθηκαν και αυτές απευθείας στην εταιρία ...EE του ...... Σύμφωνα και με την κατάθεση... της μάρτυρος του εναγομένου, η οποία είναι αδελφή του, στο παραπάνω ... συμμετέχει και η ίδια, όπως και ο εναγόμενος,..., επιπλέον δε ανέφερε ότι όσοι συμμετέχουν στο ...
διαμοιράζονται τα έσοδά του στο τέλος κάθε χρονιάς.... για τα έσοδα του εναγομένου, απάντησε ότι παραπέμπει... στην φορολογική δήλωση του αδελφού της, όπου εμφαίνεται ότι ο τελευταίος έχει δηλώσει ως ετήσιο εισόδημα για το φορολογικό έτος 2015 το ποσό των 975.232,16 € και για το φορολογικό έτος 2014 το ποσό των 2.154.848,55 €....
Η ενάγουσα, από το έτος 1981 έως το έτος 1984, σπούδασε υποκριτική στη Θεατρική Σχολή Θ., ενώ συμμετείχε σε θεατρικές παραστάσεις, σε παιδικές σκηνές και σε διαφημίσεις. Το έτος 1985 ξεκίνησε την επαγγελματική της καριέρα ως ηθοποιός... Από την έναρξη της σχέσεως του εναγόμενου με την ενάγουσα, το έτος 1994, η τελευταία έπαυσε να εργάζεται ως ηθοποιός.
Κατά τη διάρκεια του εγγάμου της βίου η ενάγουσα,... ασχολήθηκε με τις δημόσιες σχέσεις των εταιριών, με τις οποίες σχετιζόταν ο εναγόμενος, αλλά και με την εσωτερική διακόσμηση των νέων γραφείων της ..., καθώς ήταν διευθύντρια του τμήματος εσωτερικής διακόσμησης (... design) της εταιρίας "...", ενώ από το έτος 1998 έως 2012 διοργάνωσε, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, "όλες της εκδηλώσεις της εταιρίας ...
είτε στα γραφεία της, είτε στα σπίτια του ζεύγους, είτε σε γνωστά κέντρα διασκέδασης ή αίθουσες δεξιώσεων στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.". Επομένως, η ενάγουσα έχει τη δυνατότητα να εργαστεί είτε ως διακοσμήτρια είτε ως υπεύθυνη δημοσίων σχέσεων, καθ' ότι είναι ιδιαίτερα έμπειρη, σύμφωνα και με τους δικούς της ισχυρισμούς, στον τομέα αυτό.
Επιπλέον η ενάγουσα είναι υγιής και σε μια ιδιαίτερα δημιουργική περίοδο της ζωής της, καθ' ότι έχει γεννηθεί το έτος 1964,... Επιπρόσθετα, με τις γνωριμίες στον ελληνικό και διεθνή επιχειρηματικό κόσμο, που ισχυρίζεται ότι διαθέτει.. (έχει τη δυνατότητα να αναλάβει έργα εσωτερικής διακόσμησης και διοργάνωσης κοινωνικών εκδηλώσεων, που μπορούν να της αποφέρουν μηνιαίο εισόδημα 1200 € κατά μέσο όρο.
Όσον αφορά την περιουσιακή κατάσταση της ενάγουσας, αποδεικνύεται ότι, της ανήκουν, κατά ποσοστό 100% των μετοχών, δύο ανώνυμες εταιρίες, οι οποίες έχουν την κυριότητα: 1) Μιας μονοκατοικίας... στη ..., ήτοι ενός πολυτελούς ακινήτου εμβαδού 1000 τετρ. μέτρων περίπου, αποτελούμενου από υπόγειο, ισόγειο, Α' όροφο και Β' όροφο, με εσωτερική πισίνα και κήπο - οικόπεδο 1200 τετρ.
μέτρων, που αποτελούσε την συζυγική οικία και στο οποίο εξακολουθεί να διαμένει η ενάγουσα με τα ανήλικα τέκνα των διαδίκων. 2) Μιας μονοκατοικίας.. στη θέση... της παραλιακής οδού ..., στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου ... ήτοι ενός πολυτελούς ακινήτου, εμβαδού άνω των 1000 τετρ. μέτρων, αποτελούμενου από υπόγειο και ισόγειο με εξωτερική πισίνα και κήπο - οικόπεδο 2,5 στρεμμάτων.
Η εν λόγω οικία αποτελεί την εξοχική κατοικία της ενάγουσας και των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων και αποπερατώθηκε μετά την αποχώρηση του εναγομένου από τη συζυγική οικία τον Ιούνιο του έτους 2012. Η ενάγουσα έχει επίσης στην κυριότητά της, στην οδό... της Γλυφάδας, δύο ισόγεια διαμερίσματα, εμβαδού 96,5 και 96 τ.μ.
αντίστοιχα και, μία μεζονέτα του πρώτου και δευτέρου ορόφου πολυκατοικίας επί της οδού... στη Γλυφάδα, συνολικού εμβαδού 130 τ.μ. Από την εκμίσθωση των παραπάνω δύο διαμερισμάτων και μεζονέτας η ενάγουσα έχει τη δυνατότητα να αποκομίζει μηνιαίως το ποσό των ... € τουλάχιστον, ενώ,... για λόγους επιείκειας προς τα ανήλικα τέκνα των διαδίκων, οι δύο παραπάνω μονοικατοικίες δεν μπορούν να αποφέρουν εισόδημα στην ενάγουσα με την ενοικίασή τους, καθώς αποτελούν την κύρια και την εξοχική κατοικία των τέκνων των διαδίκων, τα οποία διαμένουν σε αυτά για αρκετά μακρό χρονικό διάστημα.
Η ενάγουσα συνεισφέρει στις ανάγκες διατροφής των ανήλικων τέκνων της με την προσωπική της μέριμνα και τη φροντίδα για την ανατροφή τους, την παροχή στέγης αλλά και με το δυνάμενο να αποκτήσει εισόδημά της. Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι οι διάδικοι, πριν από τη διάσπαση του εγγάμου βίου τους, ζούσαν με τα τέκνα τους μια πολυτελή και ιδιαίτερα δαπανηρή ζωή, ανάλογη των οικονομικών τους δυνατοτήτων....
Τα ανήλικα τέκνα των διαδίκων αδυνατούν να καλύψουν εξ ιδίων τα έξοδα διαβιώσεώς τους, γιατί δεν έχουν δική τους ατομική προσοδοφόρα περιουσία ούτε εισοδήματα από οποιαδήποτε πηγή και δεν έχουν τη δυνατότητα, λόγω της ανηλικότητάς τους και της μαθητικής τους ιδιότητας, να εργασθούν.
Συνεπώς, υπόχρεοι προς κάλυψη των εξόδων αυτών είναι οι διάδικοι γονείς τους από κοινού, καθένας ανάλογα με τις οικονομικές του δυνάμεις. Τα ανήλικα τέκνα των διαδίκων φοιτούν σε ιδιωτικά σχολεία με ετήσιο κόστος 20.000,00 € και μηνιαίο 1.666,60 € (20.000 διά 12), έχουν επίσης ετήσιο κόστος μεταφοράς με σχολικό αυτοκίνητο 3064,00 € και μηνιαίο 255,60 € (3064 διά 12).
Παρακολουθούν ιδιαίτερα φροντιστηριακά μαθήματα τόσο για την υποβοήθηση του σχολικού τους προγράμματος όσο και για την εκμάθηση της αγγλικής γλώσσας με μέσο κόστος ανά μήνα 2500,00 €, ήτοι με ετήσιο κόστος 22.500,00 € (9 επί 2500) και σε μηνιαία αναγωγή σε ετήσια βάση 1875,00 €. Κατά τη θερινή περίοδο τα ανήλικα τέκνα των διαδίκων παρακολουθούν θερινές σχολικές δραστηριότητες στο εξωτερικό (summer camps) με ετήσιο κόστος, μαζί με την μεταφορά, 3747,00 € για την Α.
και 4395,00 € για την Δ., δηλαδή με συνολικό ετήσιο κόστος 8142,00 € και σε μηνιαία αναγωγή σε ετήσια βάση 678,00 € (8142 διά 12). Περαιτέρω, το κόστος διαμονής και συντήρησης στην πρώην συζυγική οικία, όπου αρκούν να απασχολούνται δύο άτομα ως υπηρετικό προσωπικό, ανέρχεται σε μηνιαία βάση στο ποσό των 6000,00 €. Ακόμη, αποδείχθηκε ότι, το κόστος των γιορτών και γενεθλίων των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων, αλλά και η συμμετοχή τους σε άλλες παρομοίου τύπου κοινωνικές εκδηλώσεις, η διατροφή τους, η ένδυση και υπόδησή τους, η ιατροφαρμακευτική τους περίθαλψη, η ψυχαγωγία τους, η συμμετοχή τους σε μαθήματα καράτε και φωνητικής επί ένα έτος και το κόστος ταξιδιών αναψυχής, αποτιμάται στο συνολικό ποσό των 10.000,00 € μηνιαίως, δεδομένου ότι και πριν την διάσπαση της έγγαμης συμβιώσεως των διαδίκων γονέων τους η οικογένειά τους διήγε πολυτελή και πολυδάπανη ζωή, ανάλογη της οικονομικής της επιφάνειας και δυνατότητας.
Το μέτρο της διατροφής των ανηλίκων τέκνων προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες τους, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες ζωής τους και περιλαμβάνει όσα είναι αναγκαία για τη συντήρηση, περίθαλψη και έξοδα ανατροφής. Με βάση τις προαναφερόμενες οικονομικές δυνατότητες των διαδίκων και τις εν γένει περιστάσεις, η κατά μήνα διατροφή για τα ανήλικα τέκνα τους, προσδιοριζόμενη από τις συνθήκες ζωής που είχαν πριν την διάσπαση του εγγάμου βίου των γονέων τους, πρέπει να καθορισθεί στο ποσό των 25.000,00 €, ήτοι 12.500,00 € για κάθε τέκνο, το οποίο είναι ανάλογο με τις δυνάμεις των διαδίκων, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες ζωής τους, στο οποίο συνυπολογίζεται και η προσφορά της προσωπικής εργασίας και απασχόλησης της ενάγουσας.
Από το ποσό αυτό, ο εναγόμενος είναι σε θέση και πρέπει να καταβάλλει το ποσό των 11.375,00 € για κάθε τέκνο, δηλαδή συνολικά γι' αμφότερα τα τέκνα το ποσό των 22.750,00 € μηνιαία. Κατά το υπόλοιπο ποσό που απαιτείται για τη διατροφή εκάστου τέκνου, ήτοι κατά το ποσό των 1125,00 € μηνιαία για κάθε τέκνο (δηλαδή κατά το ποσό των 2250,00 € μηνιαία γι' αμφότερα τα τέκνα) συμμετέχει η ενάγουσα με την προσφορά της προσωπικής της εργασίας και απασχόλησης για την περιποίηση και τη φροντίδα τους και με το δυνάμενο να αποκτηθεί από την ίδια εισόδημα, αποδεικνυόμενης εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμης της...
ενστάσεως του εναγομένου, περί συνεισφοράς της ενάγουσας μητέρας των ανηλίκων,.... Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, το οποίο με την εκκαλουμένη οριστική απόφασή του έκρινε διαφορετικά και υπολόγισε τα έξοδα διαβιώσεως των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων στο ποσό των 10.237,60 € μηνιαία για καθένα εξ αυτών, συνολικά δε γι' αμφότερα τα ανήλικα στο ποσό των 20.475,20 € μηνιαία, προσδιορίζοντας στη συνέχεια την αναλογία του εναγομένου πατέρα τους στην κάλυψη των εξόδων αυτών στο ποσό των 9000,00 € μηνιαία για κάθε ανήλικο και συνολικά γι' αμφότερα τα ανήλικα στο ποσό των 18.000,00 € μηνιαία, της δε ενάγουσας μητέρας τους στο ποσό των 1237,60 € μηνιαία για κάθε ανήλικο, συνολικά δε γι' αμφότερα τα ανήλικα στο ποσό των 2475,20 € μηνιαία, έσφαλε ως προς την εκτίμηση και την αξιολόγηση των αποδείξεων, τόσο κατά τον προσδιορισμό των εξόδων διαβιώσεως των ανηλίκων όσο και ως προς την αναλογική κατανομή των εξόδων αυτών ανάμεσα στους συνυπόχρεους για την κάλυψή τους διαδίκους γονείς των ανηλίκων".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού απέρριψε το σχετικό δεύτερο λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος, έκανε δεκτή την έφεση της πρώτης αναιρεσίβλητης, ως ασκούσας τότε την επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων Α.ς - Α. και Δ. - Δ., εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει διαφορετικά και, δικάζοντας επί της αγωγής, αναγνώρισε ότι ο αναιρεσείων οφείλει στην πρώτη αναιρεσίβλητη υπό την ανωτέρω ιδιότητά της το ποσό των 11.375 ευρώ μηνιαίως για κάθε ανήλικο και συνολικά το ποσό των 22.750 ευρώ μηνιαίως, ως διατροφή τούτων σε χρήμα, για χρονικό διάστημα δύο ετών από της ασκήσεως της αγωγής.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού από το αιτιολογικό της αποφάσεώς του προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του Δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων των άρθρων 1485, 1486, 1489 και 1493 του ΑΚ που εφαρμόσθηκαν, ενώ έχει τις παρατιθέμενες παραπάνω επαρκείς, σαφείς και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ειδικότερα, διαλαμβάνονται στην προσβαλλομένη απόφαση με επάρκεια οι οικονομικές δυνατότητες των γονέων, η έλλειψη εισοδημάτων των ανηλίκων, η αδυναμία τους να εργασθούν, οι ανάγκες τους και το απαιτούμενο για όλες τις ανάγκες τους συνολικό ποσό της κατά μήνα χρηματικής δαπάνης που συνιστά την ανάλογη διατροφή τους, ανερχόμενο στο ποσό των 12.500 ευρώ για το καθένα, ήτοι συνολικά στο ποσό των 25.000 ευρώ, οι παραδοχές δε αυτές καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το υποκείμενο σ' αυτόν ποσοστό συμμετοχής τόσο του υποχρέου εναγομένου πατέρα (αναιρεσείοντος), όσο και της συνυπόχρεης μητέρας (πρώτης αναιρεσίβλητης) στη διατροφή των κοινών τέκνων τους, το οποίο (ποσοστό) κρίνεται ανάλογο προς τις οικονομικές δυνατότητες αυτών.
Πέραν δε των ανωτέρω, δεν ήταν αναγκαίο να περιλαμβάνονται σ' αυτήν άλλες αιτιολογίες προς αποσαφήνιση των αναγκών των ανηλίκων δικαιούχων διατροφής τέκνων των διαδίκων, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες της ζωής του, καθώς και των οικονομικών δυνάμεων και δυνατοτήτων των υποχρέων διατροφής διαδίκων γονέων του.
Η παράθεση επί μέρους ποσών εξόδων διατροφής ανερχομένων στο συνολικό ποσό των 20.475,20 ευρώ δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας όσον αφορά το ύψος της συνολικής διατροφής των ανηλίκων, την οποία καθόρισε σε 25.000 ευρώ, αφού δεν απαιτείται να προσδιορίζεται με ακρίβεια το απαραίτητο χρηματικό ποσό για την κάλυψη κάθε επιμέρους ανάγκης των ανηλίκων, αλλά αρκεί η ως άνω σαφής παράθεση του συνολικού ποσού της απαιτούμενης διατροφής του ανηλίκου, για τον καθορισμό του οποίου το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε ως στοιχεία προσδιοριστικά του μέτρου της διατροφής τις ανωτέρω αναφερόμενες ανάγκες, που περιλαμβάνουν όλα τα αναγκαία για τη συντήρηση, διατροφή, εκπαίδευση, περίθαλψη και εν γένει ανατροφή των ανηλίκων, σε συνδυασμό, όμως, και με την περιουσιακή κατάσταση των υποχρέων γονέων τους αλλά και τις συνθήκες διαβιώσεώς τους και, ιδιαίτερα, το γεγονός ότι πριν την διάσπαση της έγγαμης συμβιώσεως των διαδίκων η οικογένειά τους διήγε πολυτελή και πολυδάπανη ζωή, ανάλογη της οικονομικής της επιφάνειας και δυνατότητας.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 19 πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι για το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα του καθορισμού της διατροφής των ανήλικων τέκνων και συνακόλουθα της κατανομής αυτής στους συνυπόχρεους για την καταβολή της γονείς, δεν έχει καθόλου αιτιολογία, καθόσον, ενώ δέχθηκε ότι τα επί μέρους ποσά των εξόδων διατροφής αμφοτέρων των ανήλικων είναι (σε ετήσια και μηνιαία βάση) τα ίδια ακριβώς που είχε δεχθεί και η πρωτόδικη απόφαση, δηλαδή 20.475,20 ευρώ συνολικά και 10.237,60 ευρώ για έκαστο ανήλικο, παρ' όλα αυτά κατέληξε ότι το σύνολο της μηνιαίας διατροφής των ανήλικων ανέρχεται στο ποσό των 25.000 ευρώ και, αντίστοιχα, ότι η μηνιαία διατροφή καθενός από αυτά στο ποσό των 12.500 ευρώ (€ 25.000 : 2), στερώντας έτσι την προσβαλλόμενη απόφαση νόμιμης βάσης, είναι αβάσιμος.
Κατά τα λοιπά, με τις προβαλλόμενες αιτιάσεις, υπό την επίκληση της συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, πλήττεται απαραδέκτως η ανεπίδεκτη αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Εξάλλου, ο ίδιος ως άνω λόγος, καθό μέρος προβάλλεται με αυτόν η αιτίαση για έλλειψη αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης αναφορικά με τον καθορισμό της μηνιαίας διατροφής των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων με βάση τις αντίστοιχες παραδοχές της πρωτόδικης απόφασης, είναι απαράδεκτος, καθόσον με τον αναιρετικό λόγο κρίνεται η επάρκεια στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου με βάση τις παραδοχές αυτής και όχι με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί. Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-7-2019 αίτηση του Ι. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3977/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Οκτωβρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Νοεμβρίου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ