Legislator Case Law & Legislation
1126/2019 AI generated

Supreme Court allows appeal against hospital board's salary cap, remands case for further examination of medical staff compensation limits.

Case Number 1126/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal filed by a private hospital against a lower court decision regarding medical staff compensation. The hospital argued that the board's cap on evening clinic fees violated the doctors' right to remuneration, while the lower court had upheld the board's authority to set limits. The court found the lower court erred in interpreting the board's power to determine examination volumes and corresponding fee caps, ruling that the board had the right to establish these limits for operational efficiency.

Legislator headnote

AI generated

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, άρθρα 559 παρ. 1, 580 παρ. 3: When a lower court incorrectly interprets an employer's board's authority to set remuneration caps based on operational needs, the Supreme Court must allow the appeal and remand the case for further examination.

Keywords

AI generated
labor dispute remuneration cap board authority medical staff remand for retrial private hospital operational efficiency

Cited Legislation

AI generated
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, άρθρο 552
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, άρθρο 553
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, άρθρο 556
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, άρθρο 558
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, άρθρο 564
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, άρθρο 566
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, άρθρο 577
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, άρθρο 580
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, άρθρο 176
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, άρθρο 183
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, άρθρο 191
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1126 / 2019 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1126/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Καρυστηναίου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 6η Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην …και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αθανάσιου Γεωργιάδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων:1) Γ. Γ. του Ε., 2) Α. Μ. του Γ., 3) Σ. Σ. του Σ., 4) Φ. Γ. του Κ., 5) Μ. Ε. του Σ.,6) Χ. Π. του Μ., 7) Λ. Τ. του Τ., 8) Χ. Τ. του Η., 9) Σ. Χ. του Α., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αριστείδη Καζάκου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν η 22159/2009 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 680/2012 μη οριστική και 386/2018 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 26-3-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο αρεοπαγίτης Γεώργιος Δημάκης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Η από 26-3-2018 και με αριθμό κατάθεσης 1345/2018 αίτηση αναίρεσης κατά της και 386/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, επί των ασκηθεισών από τους διαδίκους αντιθέτων εφέσεων και προσθέτου λόγου κατά της 22159/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης , εκδοθείσας, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 20-12-2007 (με αριθμό κατάθεσης 59426/2007) αγωγής, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 και 144).

Συνεπώς, είναι παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔ 577 παρ.3).

2. Με την από 20-12-2007 αγωγή τους οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι (ιατροί ακτινολόγοι και ακτινοδιαγνώστες, Επιμελητές A και Β'), που εξακολουθούσαν κατά την άσκηση της αγωγής να υπηρετούν, πλην του 7ου εξ αυτών, στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Νοσοκομείο με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ισχυρίστηκαν ότι, επειδή το Δ.Σ.

του Ν/μείου με τις υπ' αριθ. 183/26.05.2005, 189/30.06.2005 και 211/27.04.2006 αποφάσεις του επέβαλε ανώτατο όριο αμοιβής (πλαφόν) ως προς το ύψος της δικαιούμενης αμοιβής τους ως ιατρών απογευματινών ιατρείων στο πλαίσιο του άρθρου 9 του ν. 2889/2001 περί Ε.Σ.Υ. και της συναφούς εις εκτέλεση αυτού Υ4α/Γ.Π.οικ. 40620/6.12.2001 ΚΥΑ Οικονομικών και Υγείας Πρόνοιας, ενώ το ίδιο συνέχιζε να εισπράττει κανονικά από τους ασθενείς ή τα ταμεία τους το προβλεπόμενο αντίτιμο των εξετάσεων, μέρος του οποίου αποτελούσε τη δική τους αμοιβή, αυτοί, θεωρώντας ανίσχυρη την εν λόγω απόφαση του Δ.Σ., δήλωσαν επίσχεση εργασίας κατ' άρθρο 325 ΑΚ και ανέστειλαν την εργασία τους και, έχοντας επιφυλαχθεί για κάθε άλλη αξίωσή τους, ζήτησαν με αναγνωριστικό αίτημα την αμοιβή που αναλογεί σε αριθμούς εξετάσεων, που ισχυρίστηκαν ότι πραγματοποίησαν σε συγκεκριμένες ημέρες των ετών 2005 και 2006.

Την αμοιβή αυτή τη ζήτησαν κατά την κύρια αγωγική βάση από τη σύμβαση εργασίας τους, ενώ κατά τη δεύτερη βάση την αναζήτησαν με τις διατάξεις περί αδικοπραξίας του ΑΚ ισχυριζόμενοι ότι παρανόμως το εναγόμενο Νοσοκομείο έθεσε πλαφόν. Εξάλλου την αναζήτησαν επικουρικά και κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού.

Ακόμη ζήτησαν αποζημίωση ηθικής βλάβης 10.000 € έκαστος λόγω της μείωσης της προσωπικότητάς τους, όλα δε όσα ζήτησαν (πλην της αποζημίωσης ηθικής βλάβης) τα ζήτησαν νομιμοτόκως από τότε που κάθε επί μέρους απαίτησή τους έγινε απαιτητή. Το Μονομελές Πρωτοδικείο με την 22159/2009 απόφασή του δέχθηκε την αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατά την κύρια βάση της από τη σχέση εργασίας απορρίπτοντας ως μη νόμιμες τις βάσεις από τις διατάξεις περί αδικοπραξίας και αδικαιολογήτου πλουτισμού.

Απορρίφθηκε ομοίως και το αίτημα επιδίκασης αποζημίωσης για προσβολή προσωπικότητας ως αβάσιμο κατ' ουσία. Αναγνωρίστηκε, τέλος, ότι οφείλονται σε καθένα των αναιρεσιβλήτων τα ποσά που αντίστοιχα ζητούσαν με αναγνωριστικό αίτημα στην αγωγή τους εντόκως από τότε που κάθε επιμέρους αξίωσή τους κατέστη απαιτητή.

Κατά της απόφασης του Πρωτοδικείου το αναιρεσείον άσκησε την από 8-9-2009 έφεση και τον από 22-9-2010 πρόσθετο λόγο. Ομοίως και οι αναιρεσίβλητοι άσκησαν την από 27-10-2010 έφεσή τους. Το Εφετείο με την 680/2012 παρεμπίπτουσα απόφασή του, διέταξε λογιστική πραγματογνωμοσύνη, μετά την διενέργεια της οποίας οι αναιρεσίβλητοι επανέφεραν αμφότερες τις εφέσεις προς περαιτέρω συζήτηση με την από 4.7.2016 κλήση τους και το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε τις εφέσεις και τον πρόσθετο λόγο.

3. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 2 περ. α ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν είχε νόμιμη σύνθεση. Σε περίπτωση, που εκδόθηκε για την υπόθεση απόφαση δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, μόνο όταν δεν είχε τη νόμιμη σύνθεση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Επομένως είναι απαράδεκτος ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν αιτίαση από το άρθρο 559 αρθ. 2 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν είχε νόμιμη σύνθεση, διότι συγκροτήθηκε από διαφορετικούς δικαστές απ` αυτούς που συγκρότησαν την προηγούμενη σύνθεσή του, η οποία, με την έκδοση της ως άνω 680/2012 απόφασης, διέταξε την επανάληψη της συζήτησης.

Σε κάθε περίπτωση, εκτιμώμενου του άνω λόγου, ως στηριζόμενου στο άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, πρέπει να σημειωθούν ακόλουθα: Από τις διατάξεις του άρθρου 254 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 25 του ν. 3994/13-7-2011 και έχει εν προκειμένω εφαρμογή κατ` άρθρο 77 αυτού, προκύπτει, ότι το δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να διατάξει, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, με απόφασή του, που έχει τον χαρακτήρα μη οριστικής απόφασης, την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, η οποία έχει κηρυχθεί περατωμένη, όταν, κατά τη μελέτη της υπόθεσης ή τη διάσκεψη, παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία που χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση.

Στην περίπτωση αυτή η συζήτηση θεωρείται συνέχεια της προηγούμενης και η υπόθεση εκδικάζεται από τον ίδιο δικαστή και την ίδια σύνθεση δικαστών επί πολυμελών δικαστηρίων, εκτός αν τούτο είναι αδύνατο για νομικούς ή φυσικούς λόγους. Επομένως, η διάφορη σύνθεση του δικαστηρίου, κατά την επαναλαμβανόμενη συζήτηση, χωρίς να συντρέχουν εξαιρετικοί προς τούτο λόγοι, όπως προαγωγή, μετάθεση, θάνατος, παραίτηση, απόλυση του δικαστή, θεωρείται κακή σύνθεση.

Περίπτωση, όμως, εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 254 ΚΠολΔ, όσον αφορά στην απαιτούμενη με αυτό σύνθεση του δικαστηρίου, δεν υπάρχει, όταν μετά τη συζήτηση στο ακροατήριο, η οποία έχει κηρυχθεί περατωμένη, διατάσσονται, με μη οριστική απόφασή του, συμπληρωματικές αποδείξεις, στο πλαίσιο επανάληψης της συζήτησης, όπως λ.χ.

πραγματογνωμοσύνη, αφού στην περίπτωση αυτή δεν πρόκειται στην πραγματικότητα για επανάληψη της συζήτησης για αναφερόμενο στο άρθρ. 254 ΚΠολΔ λόγο, αλλά για ανασυζήτηση της υπόθεσης, μετά και τη διεξαγωγή των συμπληρωματικών αποδείξεων, οπότε μπορεί το Δικαστήριο να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (ΑΠ 2006/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτουν τα εξής: Το Εφετείο με την 680/2012 απόφασή του διέταξε λογιστική πραγματογνωμοσύνη, μετά την διενέργεια της οποίας οι αναιρεσίβλητοι επανέφεραν αμφότερες τις ανωτέρω εφέσεις προς περαιτέρω συζήτηση με την από 4.7.2016 κλήση τους και το Εφετείο με την 386/2018 προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε τις εφέσεις και τον πρόσθετο λόγο.

Σύμφωνα δε με όσα προαναφέρθηκαν στην μείζονα σκέψη στην προκειμένη περίπτωση επρόκειτο στην πραγματικότητα για ανασυζήτηση της υπόθεσης επί της οποίας το Εφετείο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, μετά την διεξαγωγή των συμπληρωματικών αποδείξεων και συγκεκριμένα της διαταχθείσας λογιστικής πραγματογνωμοσύνης.

Άρα, το Εφετείο δεν παρέβη το νόμο μη κηρύσσοντας σχετική ακυρότητα και ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, απορριπτέος ως αβάσιμος.

4. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 216 παρ. 1α'Κ.Πολ.Δ. και 648, 653, 654 και 655 ΑΚ για το ορισμένο της αγωγής που αφορά στην καταβολή αμοιβής υπολογιζόμενης σε ποσοστά επί των εισπράξεων του εργοδότη αρκεί η απλή αναφορά μόνο στα πραγματικά περιστατικά κατάρτισης της σύμβασης, στο καθορισμένο ποσοστό της προμήθειας, στο συνολικό τίμημα που επετεύχθη από τον εργαζόμενο για λογαριασμό του εργοδότη, στην κρίσιμη χρονική διάρκεια και στο συνολικό ύψος της δικαιούμενης παροχής της εργασίας, ενώ δεν είναι αναγκαίο να εκτίθενται στο δικόγραφο οι επιμέρους πράξεις που δικαιολογούν την είσπραξη, οι ημερομηνίες κατά τις οποίες καταρτίσθηκαν αυτές, τα ονοματεπώνυμα των συναλλαγέντων, η ποσότητα των πραγμάτων και η τιμή μονάδος (ΑΠ 379/2006).

Εν προκειμένω το αναιρεσείον με τον 2ο λόγο αναίρεσης αιτιάται την προσβαλλομένη απόφαση για την αναιρετική πλημμέλεια του αρθ 559 αριθ 1,8 και 14 ΚΠολΔ. Συγκεκριμένα ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα το Εφετείο απέρριψε τον παραδεκτώς προβληθέντα πρωτοδίκως και νομίμως επαναφερθέντα με λόγο έφεσης ισχυρισμό περί αοριστίας της αγωγής, επειδή στο αγωγικό δικόγραφο οι ενάγοντες ανέφεραν συλλήβδην ότι σε συγκεκριμένες ημέρες συγκεκριμένων μηνών προέβησαν σε εξέταση ορισμένου αριθμού περιστατικών αξονικής και μαγνητικής τομογραφίας, χωρίς, ωστόσο να αναφέρουν ποιους ασθενείς εξέτασαν, σε ποιες συγκεκριμένες εξετάσεις καθώς και ότι ο αριθμός των περιστατικών, που διενεργούσε ο κάθε ενάγων εβδομαδιαίως, δεν υπερέβαινε τον αριθμό των αντίστοιχων πράξεων που διενεργούνταν από τον ίδιο γιατρό στο τακτικό ωράριο εργασίας εβδομαδιαίως.

Σχετικά με τον λόγο αυτό με την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο δέχτηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα: << Απορριπέος κρίνεται και ο τέταρτος λόγος της ίδιας ως άνω έφεσης με τον οποίο το εναγόμενο επαναφέρει τον ισχυρισμό αοριστίας του δικογράφου της αγωγής, σύμφωνα άλλωστε και με τις αιτιολογίες τη μη οριστικής απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου με την οποία διατάχθηκε λογιστική πραγματογνωμοσύνη, αφού η ένδικη αγωγή, με την οποία οι ενάγοντες επικαλούνται την απασχόλησή τους ως ακτινοδιαγνώστες κατά τα απογευματινά ιατρεία του εναγόμενου νοσοκομείου το κρίσιμο διάστημα, από τον Ιούνιο του έτους 2005 έως και το τέλος του έτους 2006, καθώς και ότι το εναγόμενο κατά το διάστημα αυτό δεν τους κατέβαλε τη νόμιμη αμοιβή τους για τη διενέργεια εξετάσεων αξονικού και μαγνητικού τομογράφου κατά τα απογευματινά ιατρεία του ακτινολογικού εργαστηρίου, προς ανεύρεση της οποίας επικαλούνται αναλυτικά τις ημέρες που εργάσθηκε ο καθένας τους και τον αριθμό των εξετάσεων που διενήργησε κάθε ημέρα, σε τρόπο ώστε δίδεται η δυνατότητα στο Δικαστήριο να ερευνήσει το ουσία βάσιμο των ανωτέρω κονδυλίων και το εναγόμενο να αμυνθεί προς τούτο, είναι πλήρως ορισμένη".

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο ορθώς εφάρμοσε και ερμήνευσε τις προαναφερθείσες στη μείζονα σκέψη διατάξεις, αφού δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρει τις επιμέρους πράξεις των εναγόντων γιατρών, που δικαιολογούν την αντίστοιχη είσπραξη, καθώς και την ημέρα και ώρα κατά τις οποίες καταρτίσθηκαν αυτές, τα ονοματεπώνυμα των συναλλαγέντων, και την τιμή μονάδος της κάθε εξέτασης.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, από τους αριθμούς 1, 8 και 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αληθώς όμως μόνο από τον αριθμό 14, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι η αγωγή ήταν αόριστη, επειδή δεν περιείχε όλα τα απαραίτητα στοιχεία για να είναι ορισμένη και παρά το νόμο δεν κηρύχθηκε απαράδεκτη, είναι αβάσιμος.

5. Η εκδίκαση από το δικαστήριο της ουσίας υποθέσεως υπαγομένης μεν στην καθ` ύλη αρμοδιότητά του, κατά διαδικασία όμως διαφορετική από την οριζόμενη στο νόμο, δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ( ΑΠ 678/2007). Το αναιρεσείον με το 3ο λόγο αναίρεσης κατά το 3ο σκέλος του ισχυρίζεται ότι ότι το Εφετείο έκρινε ότι η απογευματινή απασχόληση των εναγόντων γιατρών αποτελεί με την αρχική τους σύμβαση μια ενιαία έννομη σχέση αποτελώντας στοιχείο μικτής σύμβασης που απορροφάται από την κύρια και εφαρμόζονται και γι' αυτή οι κανόνες της υπερέχουσας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας. Σύμφωνα με τα παραπάνω, ο λόγος αυτός από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., επειδή το Εφετείο δίκασε την αγωγή κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, ενώ έπρεπε να τη δικάσει με την τακτική διαδικασία, διότι επρόκειτο για σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών πρέπει ν` απορριφθεί ως απαράδεκτος. Επίσης ο 3ος λόγος αναιρέσεως κατά το 1ο σκέλος του, με τον οποίο προβάλλεται από τον εναγόμενο αναιρεσείοντα η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 της ΚΠολΔ 559 και συγκεκριμένα, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση εφάρμοσε διαδικασία μη αρμόζουσα στις πραγματικές περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης, είναι απαράδεκτος διότι η επικαλούμενη παράβαση των εν λόγω αμιγώς δικονομικών διατάξεων δεν ελέγχεται αναιρετικά από το λόγο του αριθμού 1 της ΚΠολΔ 559.

6. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης "αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στις αιτιολογίες, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.

Αντιθέτως, η απόφαση δεν στερείται από νόμιμη βάση όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν στα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου ή ανάγονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΚΠολΔ 561 παρ.1) και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται στην απόφαση σαφώς (ΑΠ 1102/2003).

Το αναιρεσείον με τον 3ο λόγο αναίρεσης, κατά το 2ο σκέλος του ισχυρίζεται ότι Εφετείο χρησιμοποίησε εντελώς αντιφατικές μεταξύ τους αιτιολογίες έτσι ώστε το δικανικό του συμπέρασμα να μην έχει νόμιμη βάση, ήτοι αιτιάται την προσβαλλομένη για την αναιρετική πλημμέλεια από το αρθ 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι ενώ έκρινε ότι η φύση της εργασίας των εναγόντων στα απογευματινά ιατρεία συνιστά μία κατ' εξοχή σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, ακολούθως έκρινε ότι οι αγωγικές αξιώσεις θα πρέπει να εκδικασθούν κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών.

Σχετικά με το λόγο αυτό το Εφετείο κατά την ανέλεγκτη κρίση του δέχτηκε τα ακόλουθα: << Στην ένδικη περίπτωση, δεδομένου ότι σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών για παροχή ιατρικών υπηρεσιών κατά τη διάρκεια του απογεύματος, μπορούσαν να συνάψουν μόνο όσοι ιατροί συνδέονταν με το εναγόμενο με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, που εργάζονταν σε τακτικό πρωινό ιατρείο τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα και με την έννοια αυτή η σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών αποτελούσε σύμβαση αναπόσπαστα συνδεδεμένη με τα κύρια καθήκοντα των εναγόντων βάσει της σύμβασης εργασίας τους και παρεχόταν με αφορμή την αρχική και ως παρακολούθημα αυτής, συμπλεκόμενη μαζί της κατά τρόπο που δεν μπορούσε να διαχωριστεί, αφού δεν μπορούσε ιατρός που δεν απασχολείται στο τακτικό ωράριο να απασχολείται στο απογευματινό, το αντικείμενο δε της παροχής και των δύο συμβάσεων αυτών, τόσο ως σύμβαση εργασίας όσο και ως σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών ήταν ταυτόσημο με μόνη διαφοροποίηση στον βαθμό της εξάρτησης.

Επομένως οι συμβάσεις αυτές αποτελούσαν μία ενιαία έννομη σχέση, δηλαδή, σύμφωνα με τις αμέσως προηγούμενες παραδοχές, μία μικτή σύμβαση που απορροφάται από την κύρια και εφαρμόζονται και γι' αυτή οι κανόνες της υπερέχουσας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας..." Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές η κρίση του Εφετείου για την εφαρμογή των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας είναι πλήρως αιτιολογημένη και ο λόγος αυτός από το αρθ 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.

7. Eπί παραπόνου κατ'αρθ 559 αριθ 11 ΚΠολΔ για λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν επιτρέπονται από το νόμο, πρέπει να προσδιορίζονται οι αποδείξεις, ο ισχυρισμός για την απόδειξη του οποίου λήφθηκαν υπόψη, ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να εκτιμηθούν και η επίδραση του ισχυρισμού στο διατακτικό της απόφασης. Πρέπει ακόμη να αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός περί απαραδέκτου προβλήθηκε στο δικαστήριο κατά τρόπο νόμιμο και ορισμένο.

Εν προκειμένω με τον 3ο λόγο αναίρεσης κατά το 4ο σκέλος του το αναιρεσείον ισχυρίζεται ότι << το Εφετείο, δικάζοντας κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών και αποδεχόμενο ως παραδεκτό και νόμιμο αποδεικτικό στοιχείο την ένορκη βεβαίωση του δ/ντή του ακτινοδιαγνωστικού εργαστηρίου Ι. Τ., που κατά τη διαβεβαίωση της ίδιας της προσβαλλόμενης οριστικής απόφασης δόθηκε μετά από προηγούμενη κλήτευση του Νοσοκομείου μόνον προ 24 ωρών και όχι προ δύο εργασίμων ημερών, όπως θα έπρεπε να συμβεί, εάν κατ' ορθή εφαρμογή του νόμου δίκαζε κατά την τακτική διαδικασία (ίδ.

αναλυτ. ανωτ. υπό § 3), έλαβε υπόψη του αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει και κατά τούτο η απόφαση του θα πρέπει να αναιρεθεί κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. α' ΚΠολΔ ...>> . Ο λόγος αυτός είναι αφενός μεν απορριπτέος ως αόριστος, γιατί κανένα από τα προαναφερόμενα στοιχεία όπως ημερομηνία επιδόσεως στο εναγόμενο Νοσοκομείο της σχετικής κλήσης, αποδεικτικό επιδόσεως αυτής, αριθμός ένορκης βεβαίωσης δεν προσδιορίζονται στον λόγο αυτό, αφετέρου ως απαράδεκτος, γιατί ενώ στη σελ. 13-14 του αναιρετηρίου υπό στοιχείο 3 το αναιρεσείον ισχυρίζεται ότι με τον 1° λόγο έφεσης είχε επαναφέρει την ένσταση ότι δεν θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη η ένορκη βεβαίωση του Ι.

Τ., ως ληφθείσα προ 24 ωρών κατ'αρθ 671 ΚΠολΔ, ενώ έπρεπε να ληφθεί προ 2 ημερών κατ'αρθ 270 ΚΠολΔ, αφού αρμόζουσα διαδικασία εν προκειμένω, ήταν η τακτική , από την επισκόπηση του εφετηρίου δικογράφου του προκύπτει ότι καμία απολύτως ένσταση με ανάλογο περιεχόμενο δεν αναφέρει στον 1° λόγο της έφεσής του και γενικά σε κανένα από τους λόγους της έφεσής του. 8.

Στο άρθρο 9 του Ν. 2889/2001, από 1.1.2002 επιτράπηκε στα νοσοκομεία του Ε.Σ.Υ. μετά το τακτικό ωράριο, η λειτουργία απογευματινών ιατρείων και η διενέργεια διαγνωστικών και θεραπευτικών πράξεων, από τους διευθυντές και επιμελητές ιατρούς, που διενεργούν τακτικό πρωινό ιατρείο τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα.

Ειδικότερα, σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη και όπως ειδικότερα ορίζεται στις παραγράφους 2 και 3 << Οι ιατροί που απασχολούνται σε απογευματινό ιατρείο μπορούν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους ως ιατροί, που διενεργούν τακτικό πρωινό ιατρείο, τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα. Οι ιατροί που απασχολούνται σε απογευματινό ιατρείο δεν επιτρέπεται να είναι σε εφημερία και ο αριθμός τους δεν μπορεί να υπερβαίνει το μισό του ιατρικού προσωπικού κάθε τμήματος.

Η απασxόληση του ιατρού σε απογευματινό ιατρείο δεν μπορεί να υπερβαίνει τις δύο ημέρες την εβδομάδα. Η απασχόληση των ιατρών του χειρουργικού τομέα σε απογευματινά ιατρεία δεν μπορεί να υπερβαίνει τη μία (1) ημέρα την εβδομάδα πλέον των δύο ημερών άσκησης του απογευματινού ιατρείου. Ο προγραμματισμός των διαγνωστικών και θεραπευτικών πράξεων που διενεργούνται μετά το τακτικό ιατρείο πραγματοποιείται με επιμέλεια του Διευθυντή του τομέα, με την προϋπόθεση ότι διασφαλίζεται κατά απόλυτη προτεραιότητα η εξυπηρέτηση των αναγκών της εφημερίας, των νοσηλευόμενων ασθενών και των τακτικών πρωινών εξωτερικών ιατρείων.

Η επιστημονική ευθύνη για την απογευματινή λειτουργία κάθε τμήματος, εργαστηρίου ή μονάδας ανήκει στο Διευθυντή του τμήματος, του εργαστηρίου ή της μονάδος. Τα ωράρια απογευματινής απασχόλησης, ο αριθμός των περιστατικών που εξετάζονται ανά ημέρα, καθώς και ο αριθμός των διαγνωστικών και θεραπευτικών πράξεων ανά ημέρα καθορίζονται με απόφαση του Διοικητή, ύστερα από εισήγηση του Συμβουλίου Διοίκησης, ανάλογα με τις ανάγκες και τις πρακτικές δυνατότητες του νοσοκομείου.

Ο αριθμός των περιστατικών που εξετάζονται από κάθε ιατρό ανά εβδομάδα, καθώς και ο αριθμός των διαγνωστικών και θεραπευτικών πράξεων, που διενεργεί κάθε ιατρός ανά εβδομάδα δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τον αριθμό των αντίστοιχων πράξεων, που διενεργούνται από τον ίδιο ιατρό στο τακτικό ωράριο. Το Διοικητικό Συμβούλιο του Πε.Σ.Υ.

μπορεί με απόφασή του να καθορίζει γενικότερους όρους λειτουργίας των απογευματινών ιατρείων, που ισχύουν και για τα νοσοκομεία που δεν ανήκουν στο Πε.Σ.Υ. αλλά συνδέονται λειτουργικά με αυτό. Η αμοιβή για την επίσκεψη σε απογευματινό ιατρείο καταβάλλεται απευθείας στο νοσοκομείο από τον εξεταζόμενο ασθενή.

Η αμοιβή για τις διαγνωστικές και θεραπευτικές πράξεις, που διενεργούνται κατά την απογευματινή λειτουργία του νοσοκομείου, καταβάλλονται στο νοσοκομείο με βάση τις ισχύουσες κάθε φορά ρυθμίσεις και τιμολόγιο, είτε από τον ασθενή είτε από τον ασφαλιστικό του φορέα. Αν ο ασθενής δεν είναι ασφαλισμένος, καταβάλλει στο νοσοκομείο αμοιβή για τις πράξεις αυτές με βάση το ισχύον κάθε φορά τιμολόγιο.

Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομικών και Υγείας και Πρόνοιας καθορίζεται το ύψος της αμοιβής, που καταβάλλεται για την επίσκεψη σε απογευματινό ιατρείο, καθώς και το ποσοστό που παρακρατείται από το νοσοκομείο και το ποσοστό που κατανέμεται στους ιατρούς και το λοιπό προσωπικό που απασχολείται στην απογευματινή λειτουργία των ιατρείων, χειρουργείων και εργαστηρίων, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα.".

Περαιτέρω, η ανωτέρω διάταξη επεκτάθηκε και στο Νοσοκομείο ... κατόπιν τροποποίησης του Εσωτερικού Κανονισμού Λειτουργίας του (άρθρο 15 παρ. 9 της Υ4α/18357/9.4.2003 ΚΥΑ Οικονομικών και Υγείας (ΦΕΚ 439/β/11.4.2003). Ακολούθως, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΑΠ 1848/2006). 9.

Εν προκειμένω, κατά το μέρος που συνδέεται με τον ως άνω λόγο της αναίρεσης,το Εφετείο δέχτηκε τα εξής: << Το εναγόμενο Γενικό Νοσοκομείο Παπαγεωργίου, που εδρεύει στη … και αποτελεί ΝΠΙΔ του δημόσιου τομέα, πλήρως ενταγμένο στο Εθνικό Σύστημα Υγείας (Ε.Σ.Υ) , προσέλαβε και απασχολεί με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, διαρκώς ανανεούμενες, τους ενάγοντες, ως ιατρούς ακτινολόγους και δη τους πρώτους τρεις από αυτούς ως Επιμελητές Α' Ακτινοδιαγνώστες και τους υπόλοιπους ( 4η, 5η, 7ος, 8ος, 9ος και 10η) ως Επιμελητές Β' Ακτινοδιαγνώστες, στο Ακτινολογικό Εργαστήριό του.

Ο πρώτος , Γ. Γ., προσλήφθηκε στις 20-3-2000 , η δεύτερη, Α. Μ. στις 6- 3-2000 , η τρίτη, Σοφία Στρατηλάτη στις 7-7-2002 , η τέταρτη, Φ. Γ. στις 19-10-2001, η πέμπτη, Μ. Ε. στις 3-4-2000, ο έβδομος, Χ. Π. στις 22-10-2001, ο όγδοος, Λ. Τ. στις 2-1-2004, ο ένατος, Χ. Τ. στις 2-1-2002 και η δέκατη, Σ. Χ. στις 15-5-2000. Περαιτέρω, από τα ίδια προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ακόμη ότι το Διοικητικό Συμβούλιο του εναγομένου με την υπ' αριθ. 106/29-1-2002 απόφασή του , που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 9 του παραπάνω νόμου όρισε ότι τα απογευματινά ιατρεία, όσον αφορά τις διαγνωστικές εξετάσεις, θα λειτουργούν από τις 16.00 μμ ως 21.00 μμ, ανάλογα με τον αριθμό περιστατικών και δη το ωράριο αυτό θα τηρείται εφόσον υπάρχει προσέλευση ασθενών και παραπομπές για εργαστηριακές εξετάσεις, ο προγραμματισμός των οποίων ανήκε στην αρμοδιότητα του διευθυντή του τομέα , γινόταν δε τούτος με βάση τα περιστατικά, που η γραμματεία και το τηλεφωνικό κέντρο του νοσοκομείου είχαν καθορίσει βάσει της ζήτησης είτε από εξωτερικούς είτε από εσωτερικούς ασθενείς για τη σκοπούμενη κάθε φορά εξέταση, οι δε διαγνωστικές εξετάσεις θα ήταν ανάλογες με τις ώρες λειτουργίας του απογευματινού ωραρίου με μόνο τον περιορισμό ο αριθμός αυτών του απογευματινού ωραρίου να μην μπορεί να είναι μεγαλύτερος αυτών του πρωινού τακτικού ωραρίου, οι δε ενάγοντες παρείχαν τις υπηρεσίες τους, χρησιμοποιώντας τα μηχανήματα και τον εν γένει σύγχρονο εξοπλισμό του εναγόμενου νοσοκομείου, πραγματοποιώντας στο τακτικό ωράριο τουλάχιστον τις διπλάσιες εξετάσεις από αυτές του απογευματινού.

Για την παροχή των υπηρεσιών τους κατά το απογευματινό ωράριο οι ενάγοντες αμείβονταν με βάση την εκδοθείσα κατά νομοθετική εξουσιοδότηση ως άνω υπ' αριθμό Υ4α/Γ.Π.οικ. 40620/6-12-2001 Κοινή Απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Υγείας Προνοίας. Ειδικότερα ποσοστό 30% του συνόλου της καταβαλλόμενης στο νοσοκομείο αμοιβής για κάθε διαγνωστική πράξη, που αφορούσε τη διενέργεια αξονικής και μαγνητικής τομογραφίας κατά το απογευματινό ωράριο, δικαιούνταν ο ιατρός με βαθμό Επιμελητή Α' που την εκτέλεσε και συνολικό ποσοστό 15% ισομερώς κατανεμημένο δικαιούνταν όλοι οι ιατροί του Ακτινολογικού Εργαστηρίου του νοσοκομείου με βαθμό του Επιμελητή Β'.

Το δε τιμολογημένο κόστος κάθε εξέτασης αξονικού τομογράφου ( εξετάσεις CT), που εισέπραττε το εναγόμενο νοσοκομείο, ανερχόταν σε 71,11 ευρώ, ενώ το τιμολογημένο κόστος κάθε εξέτασης μαγνητικού τομογράφου (εξετάσεις MRI), που εισέπραττε το εναγόμενο νοσοκομείο, ανερχόταν σε 236,95 ευρώ. Με τον παραπάνω τρόπο παρείχαν τις υπηρεσίες τους έως το Μάιο του έτους 2005, για σχεδόν τριάμισι χρόνια, οπότε το Διοικητικό Συμβούλιο του εναγομένου, κάνοντας δεκτή την εισήγηση του Προέδρου του, εξέδωσε την υπ'.

αριθ. 183/26-5-2005 απόφασή του, με την οποία όρισε ότι η καταβαλλόμενη αμοιβή (αποζημίωση) για τους ιατρούς των απογευματινών ιατρείων δεν δύναται να υπερβαίνει το ποσό των δύο μισθών (επιπλέον των συνολικών αποδοχών). Μάλιστα με την εν λόγω απόφαση ρητά ορίσθηκε ότι ως προς τον προγραμματισμό των περιστατικών, τον αριθμό των εξεταζόμενων ασθενών εξακολουθούσε να ισχύει η αρχική απόφασή του και επομένως με την εν λόγω απόφαση δεν μειωνόταν ο αριθμός των διαγνωστικών και θεραπευτικών πράξεων που θα διενεργούνταν ανά ημέρα, αφού αυτός θα εξακολουθούσε να είναι ανάλογος με τις ώρες λειτουργίας του απογευματινού ωραρίου, με μόνο τον περιορισμό ο αριθμός αυτών του απογευματινού ωραρίου να μην μπορεί να είναι μεγαλύτερος αυτών του πρωινού τακτικού ωραρίου, όπως δηλαδή ορίσθηκε με την υπ αριθ. 106/29-1-2002 απόφασή του, την οποία εξακολουθούσε να διατηρεί σε ισχύ.

Κατά της απόφασης αυτής διαμαρτυρήθηκε η Νοσοκομειακή Επιτροπή Ιατρών του Νοσοκομείου με το υπ' αριθ. 18.924/29-06-2005 έγγραφό της. Σε απάντηση το Διοικητικό Συμβούλιο του εναγόμενου εξέδωσε την υπ' αριθμό 189/30-6-2005 απόφασή του, με την οποία ενέμεινε στην ορθότητα της προηγούμενης την οποία συμπλήρωσε μόνο ως προς το ότι ο περιορισμός της αποζημίωσης για τα απογευματινά ιατρεία θα ίσχυε όχι αναδρομικά (πριν δηλαδή τον χρόνο έκδοσης της υπ' αριθ. 183/26-6-2005 απόφασης) όπως εφαρμόστηκε από τις υπηρεσίες του νοσοκομείου, αλλά από την επομένη έκδοσης αυτής και δη από τις 27-5-2005.

Και κατά της απόφασης αυτής διαμαρτυρήθηκε η Νοσοκομειακή Επιτροπή Ιατρών του Νοσοκομείου με την από 1-8-2005 εξώδικη δήλωσή της, που επιδόθηκε νόμιμα στο εναγόμενο στις 2-8-2005, θεωρώντας τις αποφάσεις αυτές παράνομες, ως αντικείμενες στη διάταξη του άρθρου 9 του ως άνω νόμου και στην ως άνω Υπουργική Απόφαση.

Στη συνέχεια το Διοικητικό Συμβούλιο του εναγομένου εξέδωσε την υπ' αριθ. 211/27- 4-2006 απόφασή του, με την οποία , αφού έλαβε υπόψη του, μεταξύ άλλων, ότι από την μέχρι τότε λειτουργία των απογευματινών ιατρείων στο νοσοκομείο, υπέρβαση αμοιβής για απογευματινή λειτουργία μεγαλύτερη των 2 μισθών διαπιστώθηκε κυρίως στο ακτινολογικό εργαστήριο απεικόνισης, όπου πραγματοποιούνται μαγνητικές και αξονικές τομογραφίες και αφού διαπίστωσε ότι ο αριθμός εξετάσεων, που θα πρέπει να πραγματοποιούνται, χωρίς να γίνεται υπέρβαση των αποδοχών δύο μηνών είναι για μεν τον διευθυντή 10 μαγνητικές τομογραφίες και 34 αξονικές ημερησίως, για δε τους επιμελητές Α' 9 μαγνητικές τομογραφίες και 30 αξονικές ημερησίως , παρά ταύτα δεν αποφάσισε εν τέλει για τη πραγματική μείωση του αριθμού των διαγνωστικών πράξεων.

Διότι πέραν της ως άνω διαπίστωσης, που άλλωστε ουδόλως συνδύασε με τις ανάγκες και τις πρακτικές δυνατότητες του νοσοκομείου που καθόριζαν το όριο της εξουσιοδότησης του άρθρου 9 και την εξουσία λήψης απόφασης για τον καθορισμό των διαγνωστικών πράξεων, εν τέλει, ρητά κατά το κείμενο της εν λόγω απόφασης, ενέμεινε στις προηγούμενες αποφάσεις του και εξουσιοδότησε τον Νομικό Σύμβουλο του Νοσοκομείου να απαντήσει αρμοδίως στη Νοσοκομειακή Επιτροπή του Νοσοκομείου.

Δηλαδή το Διοικητικό Συμβούλιο του εναγομένου διατήρησε την ισχύ των προγενέστερων αποφάσεών του βάσει των οποίων ο προγραμματισμός των διαγνωστικών πράξεων θα εξακολουθούσε να γίνεται ανάλογα με τον αριθμό των περιστατικών με προγραμματισμό, που ανήκε στην αρμοδιότητα του διευθυντή του τομέα και τα περιστατικά που η γραμματεία και το τηλεφωνικό κέντρο του νοσοκομείου είχαν καθορίσει σύμφωνα με τη ζήτηση είτε από εξωτερικούς είτε από εσωτερικούς ασθενείς για την σκοπούμενη κάθε φορά εξέταση.

Και πράγματι, με τον παραπάνω τρόπο, οι ενάγοντες συνέχισαν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με βάση τις προαναφερόμενες αποφάσεις, απλώς, διατηρήθηκε το όριο αμοιβής για την παροχή υπηρεσιών κατά την απογευματινή λειτουργία του νοσοκομείου, όχι ως άθροισμα μισθών του κάθε ιατρού αλλά ως άθροισμα αμοιβών ιατρικών πράξεων, ήτοι καταβαλλόταν αμοιβή ίση με την αμοιβή που αντιστοιχούσε για τη διενέργεια 30 εξετάσεων αξονικού τομογράφου και 10 εξετάσεων μαγνητικού τομογράφου, όσον αφορά τους επιμελητές, ενώ εξακολουθούσε να ισχύει ο προγραμματισμός των περιστατικών ανάλογα με τις ώρες λειτουργίας του απογευματινού ωραρίου με μόνο τον περιορισμό ο αριθμός των διαγνωστικών πράξεων του απογευματινού ωραρίου να μην μπορεί να είναι μεγαλύτερος αυτών του πρωινού τακτικού ωραρίου, όπως τούτο σαφώς είχε ορισθεί στην υπ' αριθ. 106/106/29-1-2002 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου, την ισχύ της οποίας εν τέλει διατήρησε το Διοικητικό Συμβούλιο με την τελευταία υπ' αριθ. 211/27-4-2006 απόφασή του.

Σημειώνεται ότι οι ενάγοντες κατά το απογευματινό ωράριο λειτουργίας των ιατρείων και εργαστηρίων αμείβονταν μόνο για τη διενέργεια εξετάσεων αξονικού και μαγνητικού τομογράφου και ποτέ για τη διενέργεια των υπολοίπων ακτινολογικών εξετάσεων που διενεργούσαν κατά το απογευματινό ωράριο του ακτινολογικού εργαστηρίου, δηλαδή των απλών ακτινογραφιών, των αγγειογραφιών και των εξετάσεων τρίπλεξ.

Πλην όμως οι ως άνω υπ' αριθ. 183/26- 6-2005, 189/30.06.2005 και 211/27-4-2006 αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου του εναγομένου με τις οποίες τέθηκαν περιορισμοί ως προς το ύψος της αμοιβής των εναγόντων ήταν μη νόμιμες και τούτο διότι , νομοθετική εξουσιοδότηση για τον καθορισμό του ποσοστού κατανομής και με τον τρόπο αυτό αυξομείωσης του ύψους της δικαιούμενης από τους ιατρούς αμοιβής χορηγήθηκε με την προαναφερθείσα διάταξη του Ν 2889/2001 μόνο στους προαναφερόμενους Υπουργούς και όχι στον διοικητή του εκάστοτε νοσοκομείου και όσον αφορά το εναγόμενο στο Διοικητικό Συμβούλιό του.

Με το σχετικό άρθρο χορηγείται μεν στο τελευταίο όργανο η εξουσιοδότηση για τον καθορισμό του αριθμού των διαγνωστικών και θεραπευτικών πράξεων που θα διενεργούνται ανά ημέρα, με την οποία έμμεσα μπορεί να αυξομειώνεται και η αμοιβή των ιατρών, πλην όμως το αντικείμενο της εν λόγω εξουσιοδότησης είναι συγκεκριμένο και σαφώς οριοθετημένο, περιοριζόμενο στον καθορισμό του αριθμού των διαγνωστικών και θεραπευτικών πράξεων που θα διενεργούνται ανά ημέρα προσδιοριζόμενων βέβαια μόνο με βάση τις ανάγκες και τις πρακτικές δυνατότητες του νοσοκομείου και δεν μπορεί, να επεκταθεί ερμηνευτικά και στη δυνατότητα του Διοικητικού Συμβουλίου να ρυθμίσει το ύψος της καταβαλλόμενης αμοιβής στο ιατρικό προσωπικό περιορίζοντας αυτήν σε ορισμένο ελάχιστο ποσό ή σε ποσό που αντιστοιχεί σε κάποιο αριθμό, διαγνωστικών πράξεων, χωρίς παράλληλα να περιορίζει πραγματικά και τον αριθμό των εκτελούμενων πράξεων, διότι διαφορετικά το Διοικητικό Συμβούλιο επεμβαίνει σε θέματα στα οποία εξουσιοδότηση παρασχέθηκε στους προαναφερθέντες Υπουργούς, αφού κατ' αποτέλεσμα μειώνει το ποσοστό κατανομής της καταβληθείσας και συγκεντρωθείσας αμοιβής , αρμοδιότητα που αποκλειστικά ανήκει στο προαναφερθέν όργανο της διοίκησης (Υπουργούς Οικονομικών και Υγείας Προνοίας) και επομένως ασκεί καθ' υπέρβαση αρμοδιότητας εξουσία εκτός νομοθετικής εξουσιοδότησης και η σχετική απόφασή του είναι άκυρη ως μη νόμιμη και αντισυνταγματική.>>

10. Από το προαναφερόμενο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, παρά το γεγονός ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε ότι με το σχετικό άρθρο 9 του ν.2889/2001 χορηγείται στο διοικητικό Συμβούλιο η εξουσιοδότηση για τον καθορισμό του αριθμού των διαγνωστικών και θεραπευτικών πράξεων που θα διενεργούνται ανά ημέρα, με την οποία έμμεσα μπορεί να αυξομειώνεται και η αμοιβή των ιατρών, εν τούτοις, ακολούθως έκρινε ότι το Διοικητικό Συμβούλιο του εναγομένου δεν είχε δικαίωμα να ρυθμίσει το ύψος της καταβαλλόμενης αμοιβής στους ενάγοντες ιατρούς, περιορίζοντας αυτήν μέχρι του ποσού που αντιστοιχεί στον αριθμό των διαγνωστικών πράξεων που καθορίστηκαν απ'αυτό και ότι συνεπώς ήταν μη νόμιμες, ως εκδοθείσες χωρίς νομοθετική εξουσιοδότηση και κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 9 του ν.2889/2001, οι υπ'αριθμ. 183/26-6-2005, 189/30-6-2005 και 211/27-4-2006 αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου του εναγομένου, με την πρώτη των οποίων ορίστηκε ότι η καταβαλλόμενη αμοιβή (αποζημίωση) για τους ιατρούς των απογευματινών ιατρείων, τα οποία όσον αφορά τις διαγνωστικές εξετάσεις, είχε οριστεί με προηγούμενη απόφασή του (106/29-1-2002) ότι θα λειτουργούν από 16.00 έως 21.00, ανάλογα με τον αριθμό των περιστατικών, δηλ.

το ωράριο αυτό θα τηρείτο εφόσον υπήρχε προσέλευση ασθενών και παραπομπές για εργαστηριακές εξετάσεις, ο προγραμματισμός των οποίων ανήκε στην αρμοδιότητα του διευθυντή του τομέα, δεν δύναται να υπερβαίνει το ποσό των δύο μισθών (επί πλέον των συνολικών αποδοχών), εννοώντας σαφώς ότι το ανώτατο όριο των πράξεων που θα πραγματοποιούνταν αντιστοιχούσε στις αποδοχές δύο μηνιαίων μισθών, με τη δεύτερη το Διοικητικό Συμβούλιο του εναγομένου ενέμεινε στην προηγούμενη απόφασή του την οποία συμπλήρωσε μόνο ως προς το ότι ο περιορισμός της αποζημίωσης για τα απογευματινά ιατρεία θα ίσχυε όχι αναδρομικά (πριν δηλαδή τον χρόνο έκδοσης της υπ'αριθ.183/26-6-2005 απόφασης) όπως εφαρμόστηκε από τις υπηρεσίες του νοσοκομείου, αλλά από την επομένη έκδοσης αυτής και δη από τις 27-5-2005 και με τη Τρίτη το Διοικητικό Συμβούλιο αφού έλαβε υπόψη του, μεταξύ άλλων, ότι από την μέχρι τότε λειτουργία των απογευματινών ιατρείων στο νοσοκομείο υπέρβαση αμοιβής για απογευματινή λειτουργία μεγαλύτερη των 2 μισθών διαπιστώθηκε κυρίως στο ακτινολογικό εργαστήριο απεικόνισης, όπου πραγματοποιούνται μαγνητικές και αξονικές τομογραφίες και αφού διαπίστωσε ότι ο αριθμός εξετάσεων, που θα πρέπει να πραγματοποιούνται, χωρίς να γίνεται υπέρβαση των αποδοχών δύο μηνών είναι για μεν τον διευθυντή 10 μαγνητικές τομογραφίες και 34 αξονικές ημερησίως, για δε τους επιμελητές Α' 9 μαγνητικές και 30 αξονικές ημερησίως καθόρισε (περιόρισε) τους αριθμούς των εξετάσεων των απογευματινών ιατρείων ημερησίως σε έως 10 μαγνητικές ή 34 αξονικές τομογραφίες για τον Διευθυντή και σε έως 9 μαγνητικές ή έως 30 αξονικές τομογραφίες για τους επιμελητές.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε και ερμήνευσε την παραπάνω διάταξη, αφού το Διοικητικό Συμβούλιο του εναγομένου είχε κάθε δικαίωμα να προσδιορίσει τον αριθμό των διενεργούμενων εξετάσεων στα απογευματινά ιατρεία, γεγονός που καταχωρείται στο επίσημο αρχείο του Νοσοκομείου, χάριν της εύρυθμης λειτουργίας του νοσοκομείου, αναπόφευκτη συνέπεια του οποίου ήταν και ο προσδιορισμός του ανώτατου ποσού αμοιβής, που βρίσκεται σε συνάρτηση με το καταβαλλόμενο ανά επίσκεψη ποσό, που προαναφέρθηκε.

Συνεπώς o 6ος από τους λόγους της αναίρεσης , με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη η αναιρετική πλημμέλεια του αρθ 559 παρ 1 ΚΠολΔ είναι βάσιμος.

11. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως, είναι εφικτή (ΚΠολΔ 580 παρ.3). Η έρευνα των υπολοίπων λόγων της αιτήσεως αποβαίνει περιττή. Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 386/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους να πληρώσουν στο αναιρεσείον δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Ιουνίου 2019.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Σεπτεμβρίου 2019.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ