1126/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Μαΐου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1126/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων είναι έμπορος, ασχολούμενος κυρίως με την εμπορία ειδών οικιακής χρήσης και με την πώληση εμπορευμάτων με τη μέθοδο ΤΗΛΕΜΑΡΚΕΤΙΝΓΚ. Περί τον Ιούλιο 1997, μετά από διαπραγματεύσεις με την εναγομένη εταιρία και ήδη αναιρεσίβλητη, η οποία έχει την κυριότητα και εκμετάλλευση του τηλεοπτικού σταθμού "...
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1126 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1126/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Εμμανουήλ Κλαδογένη Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Μαΐου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Τ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Πλιάτσικα.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΠΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΜΑΓΝΗΣΙΑΣ ... ΑΕ" που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Παπαπέτρου, που ανεκάλεσε την από 22-5-2015 δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο .
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-9-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο ...υ. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 130/2006 του ίδιου Δικαστηρίου,1...2009 μη οριστική και 480/2011 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 22-11-2013 αίτησή του και τους από 9-10-2014 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας, ανέγνωσε την από 27-11-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι πρόσθετοι λόγοι ως απαράδεκτοι και σε περίπτωση που κριθούν παραδεκτοί, εισηγήθηκε να γίνουν εν μέρει δεκτοί οι πρώτος και δεύτερος λόγοι του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, κατά τα ειδικότερα πιο πάνω αναφερόμενα και να απορριφθούν κατά τα λοιπά οι λόγοι αυτοί καθώς και οι υπόλοιποι λόγοι του κυρίου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης και του δικογράφου των πρόσθετων λόγων. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 552 και 553 παρ.1 περ. β’ ΚΠολΔ προκύπτει, ότι οι αποφάσεις των Εφετείων, για να μπορεί να προσβληθούν με αναίρεση, πρέπει να είναι οριστικές. Η μη οριστική απόφαση, όπως είναι και εκείνη, με την οποία διατάσσεται η επανάληψη συζητήσεως, κατ’ άρθρο 254 ΚΠολΔ, προκειμένου να εξεταστούν ξανά οι μάρτυρες που εξετάστηκαν πρωτοδίκως για να συμπληρώσουν τις καταθέσεις τους καθώς και οι διάδικοι, δεν υπόκειται αυτοτελώς σε αναίρεση, αλλά θεωρείται ότι έχει προσβληθεί μαζί με την οριστική και αν δεν απευθύνεται κατ’ αυτής η αναίρεση αρκεί, βέβαια, να υπάρχει λόγος αναιρέσεως κατά της μη οριστικής αποφάσεως. (ΚΠολΔ 566 παρ.1).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και τους πρόσθετους λόγους αναιρέσεως προσβάλλονται οι αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσες κατά την τακτική διαδικασία 1...2009 (μη οριστική) και 480/2011 (οριστική) αποφάσεις του Εφετείου Λάρισας. Με την πρώτη αναβλήθηκε η έκδοση οριστικής αποφάσεως και διατάχθηκε η επανάληψη συζητήσεως, κατ’ άρθρο 254 ΚΠολΔ, προκειμένου να εξεταστούν οι μάρτυρες που εξετάστηκαν πρωτοδίκως για να συμπληρώσουν τις καταθέσεις τους καθώς και οι διάδικοι, ενώ με τη δεύτερη, απoρρίφθηκε κατ’ ουσίαν η από 11-5-2007 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 130/2006 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ...υ, με την οποία είχε απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη η από 4-10-2002 αγωγή του κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης εταιρείας με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί η τελευταία να του καταβάλει τα αναφερόμενα ποσά που του όφειλε ως αποζημίωση για αθέτηση συμβατικής υποχρεώσεως και εξαιτίας αδικοπραξίας.
Η αίτηση αναιρέσεως κατά το μέρος που στρέφεται κατά της ανωτέρω οριστικής αποφάσεως, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 και 566§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ). Η αίτηση αναιρέσεως κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πιο πάνω μη οριστικής αποφάσεως, χωρίς να προβάλλεται λόγος αναιρέσεως που να αφορά και αυτήν είναι, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, απορριπτέα ως απαράδεκτη.
Κατά την έννοια του λόγου αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων είναι έμπορος, ασχολούμενος κυρίως με την εμπορία ειδών οικιακής χρήσης και με την πώληση εμπορευμάτων με τη μέθοδο ΤΗΛΕΜΑΡΚΕΤΙΝΓΚ. Περί τον Ιούλιο 1997, μετά από διαπραγματεύσεις με την εναγομένη εταιρία και ήδη αναιρεσίβλητη, η οποία έχει την κυριότητα και εκμετάλλευση του τηλεοπτικού σταθμού "...
ΤV" στο ..., οι διάδικοι ήρθαν σε προφορική συμφωνία δυνάμει της οποίας η εναγόμενη παραχωρούσε στον ενάγοντα έναντι αμοιβής τηλεοπτικό χρόνο για τη διαφήμιση και πώληση των εμπορευμάτων του μέσω του τηλεοπτικού της σταθμού. Ως προς το χρόνο έναρξης της συνεργασίας των διαδίκων, τον οποίο ο ενάγων τοποθετεί (και με σχετικό πρόσθετο λόγο έφεσης) την 1-1-1998, ο ίδιος ο ενάγων κατέθεσε κατά την εξέταση του στο ακροατήριο του Μονομελούς Πλημ/κείου ...υ "Από τον Ιούλιο 1997 έχουμε συνεργασία με το κανάλι.
Δεν κάναμε έγγραφο (βλ. αντίγραφο της 1733/2002 απόφασης του εν λόγω Δικαστηρίου). Αλλά και η Α. Μ. κατέθεσε στη Διεύθυνση Εργασίας της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Μαγνησίας ότι εργάσθηκε για λογαριασμό του ενάγοντος ως τηλεπαρουσιάστρια στην εκπομπή του στον σταθμό ... από τον Ιούλιο 1997 (βλ. το από 19-1-1998 δελτίο εργατικής διαφοράς).
Η αμοιβή της εναγομένης για την παραχώρηση τηλεοπτικού χρόνου στον ενάγοντα για την πώληση των προϊόντων του συμφωνήθηκε σε σταθερό ποσό μηνιαίως και μάλιστα σε αυτό των 3.000.000 δραχμών (βλ. την κατάθεση του Ε. Κ., αδελφού του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης στο ακροατήριο του Μονομελούς Πλημ,/κείου ...υ που εξέδωσε την 1733/2002 απόφαση, ο οποίος είπε "Στην αρχή (ο ενάγων) έδινε σταθερά τα 3.000.000 δραχμές το μήνα", αλλά και του ίδιου του ενάγοντος στο εν λόγω Δικαστήριο ο οποίος είπε: "Γύρω στον Αύγουστο του ‘ 97 άρχισα να δίνω 3.000.000 στον κ.
Κ.". Ο ισχυρισμός του ενάγοντος που αποτελεί και λόγο έφεσης, ότι η συμφωνηθείσα αμοιβή της εναγομένης για την άνω αιτία ανερχόταν σε ποσοστό 20% επί των ακαθαρίστων εσόδων του επί των πωλήσεων που θα πραγματοποιούσε αυτός από τον σταθμό της, δεν αποδείχθηκε και πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Σχετικά, ο μάρτυρας της εναγομένης Ε. Κ. κατέθεσε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο: "Η συμφωνία που είχε κάνει με τους Τ. ήταν να πληρώνουν 4.000.000 δραχμές το μήνα περίπου, 68.000 με 70.000 δρχ. την ώρα, ας το πούμε έτσι εκείνο τον καιρό, περίπου 16 ώρες την εβδομάδα...είχανε ξεκινήσει στο κανάλι να πληρώνουνε κανονικά και πλήρωνε 4.000.000 το μήνα, το όφελος του ...
θα ήτανε τα χρήματα αυτά". Άλλωστε ο έλεγχος του ύψους των εσόδων του ενάγοντος από τις πωλήσεις δεν ήταν δυνατός από τη εναγομένη, αφού ο ενάγων συνεργαζόταν με τον ίδιο τρόπο και με άλλους τηλεοπτικούς σταθμούς (... ΤΥ, ... ΤV), τηρούσε ενιαία βιβλία για όλους τους συνεργάτες του και ο τζίρος του φαινόταν ενιαίος για όλη της Ελλάδα, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να διαχωρισθεί το ύψος των εισπράξεων του από τη συνεργασία του με την εναγομένη....Άλλωστε, όπως ομολογεί ο ίδιος ο ενάγων στους πρόσθετους λόγους του, τα ποσά που κατέβαλε κάθε μήνα στην εναγομένη για μίσθωμα του τηλεοπτικού χρόνου, ήταν στρογγυλοποιημένα, ενώ ο τζίρος της επιχείρησης του, όπως ο ίδιος τον παραθέτει στο δικόγραφο της αγωγής του, δεν είχε ποτέ σταθερότητα, αλλά παρουσίαζε αποκλίσεις οι οποίες θα έπρεπε να εμφανίζονται και στα μισθώματα αν αυτά είχαν συμφωνηθεί στο 20% του τζίρου, πράγμα που δεν συμβαίνει.
Κα! είναι μεν αλήθεια ότι μεταξύ του ενάγοντος και του αδελφού του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης, Ε. Κ., υπογράφηκε την 16-4-1999 ιδιωτικό συμφωνητικό στο οποίο αναγράφεται ότι έκτοτε η αμοιβή της εναγομένης από τις πωλήσεις του ενάγοντος μέσω του καναλιού της καθορίζεται σε 20% επί των πωλήσεων βάσει του τιμολογίου που θα εκδίδεται από αυτήν επί των καταστάσεων παραγγελιών (βλ.
σχετικό συμφωνητικό). Το συμφωνητικό αυτό όμως, ανεξαρτήτως του ότι δεν δεσμεύει την εναγόμενη αφού δεν υπογράφηκε από τον νόμιμο εκπρόσωπο της, αλλά από τον ως άνω Ε. Κ. (τούτο συνομολόγησε ο ενάγων κατά την εξέταση του στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου) έγινε (το συμφωνητικό) για φορολογική διευκόλυνση της επιχείρησης του ενάγοντος και δεν αποτυπώνει το πραγματικό περιεχόμενο της συμφωνίας των διαδίκων σχετικά με τους όρους της συμφωνίας τους, η οποία λειτουργούσε κατά τα προεκτεθέντα από τον Ιούλιο 1997, δηλαδή για δύο σχεδόν χρόνια πριν από την υπογραφή του.
Περαιτέρω, η συνεργασία των διαδίκων συνεχίσθηκε μέχρι τον Ιούλιο 1999 οπότε η εναγομένη κατήγγειλε αυτήν απαγορεύοντας στον ενάγοντα τη διενέργεια διαφημιστικών εκπομπών τηλεπώλησης προϊόντων μέσω του σταθμού της και έτσι διεκόπη η συνεργασία των διαδίκων. Τούτο έγινε από την εναγομένη λόγω συνδρομής σπουδαίου λόγου, συνισταμένου στην υπερημερία του ενάγοντος ως προς την πληρωμή της αμοιβής της ποσού τουλάχιστον 24.000.000 δραχμών (βλ.
και τις ... και ... επιταγές της Εγνατίας Τράπεζας, ποσού 4.000.000 δραχμών εκάστης, έκδοσης του ενάγοντος, που προσκομίζει η εναγομένη, οι οποίες σφραγίσθηκαν από την Τράπεζα λόγω έλλειψης διαθεσίμου υπολοίπου). Κατά το ως άνω χρονικό διάστημα η οικονομική κατάσταση του ενάγοντος δεν ήταν καλή, αφού αυτός χρωστούσε χρήματα και σε άλλους, όπως αυτό προκύπτει από το προσκομιζόμενο και επικαλούμενο από την εναγομένη έγγραφο του ΤΕΙΡΕΣΙΑ από το οποίο προκύπτει η έκδοση σε βάρος του ενάγοντος ένδεκα (11) διαταγών πληρωμής, η έκδοση είκοσι δύο (22) ακαλύπτων επιταγών, 24 συναλλαγματικών που δεν είχαν πληρωθεί, καθώς και η επιβολή (από το έτος 2000) κατάσχεσης σε βάρος της περιουσίας του.
Πρέπει λοιπόν να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος ο σχετικός λόγος έφεσης με τον οποίο ο ενάγων ισχυρίζεται ότι αναίτια η εναγομένη κατήγγειλε την ένδικη σύμβαση, όπως επίσης και ο ισχυρισμός του ενάγοντος που αποτελεί και λόγο έφεσης, κατά τον οποίο αυτός κατέβαλε στην εναγομένη ποσό 9.609.930 δραχμών επί πλέον της συμφωνηθείσας αμοιβής, αφού από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε, αλλά αντίθετα όπως προαναφέρθηκε, προέκυψε ότι ο ενάγων όφειλε στον ενάγοντα το ως άνω μίσθωμα του τηλεοπτικού του χρόνου.
Περαιτέρω, ο ισχυρισμός του ενάγοντος περί οφειλής της εναγομένης σε αυτόν ποσού 3.958.666 δραχμών ως υπόλοιπο τιμήματος της πώλησης εμπορευμάτων του προς αυτήν, ο οποίος (ισχυρισμός) αποτελεί και λόγο έφεσης, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Σχετικά, ο μάρτυρας της εναγομένης κατέθεσε στο παρόν Δικαστήριο; "Δεν πούλησαν ποτέ εμπορεύματα στον ..., γιατί δεν υπήρχε λόγος να αγοράσει ο σταθμός κατσαρόλες, διότι δεν μπορούσε να κάνει εμπόριο".
Και είναι μεν αλήθεια ότι την 2-11-1999, (λίγες ημέρες αφότου η εναγομένη σφράγισε τις προαναφερθείσες επιταγές του) ο ενάγων εξέδωσε τα ... και .../2-11-1999 τιμολόγια που -αναφέρονται σε πωλήσεις εμπορευμάτων προς την εναγομένη, πλην όμως τα τιμολόγια αυτά δεν ανταποκρίνονται σε πραγματικές πωλήσεις, αλλά είναι εικονικά, δεδομένου ότι εκδόθηκαν για αποστολές εμπορευμάτων που είχαν γίνει πολύ νωρίτερα, από το Μάρτιο έως το Μάιο του ίδιου έτους, όπως προκύπτει από τα ...31-3-99, ...9-4-99, ...25-4-99 και ...29-5-99 δελτία αποστολής αντίστοιχα, που επικαλείται ο ίδιος ο ενάγων στην αγωγή του, ενώ επιπλέον τα εν λόγω τιμολόγια φέρουν αριθμούς από το 1 έως το 4 του Νοεμβρίου 1999 ενώ η επιχείρηση του ενάγοντος λειτουργούσε όλο το έτος και οι διάδικοι συνεργάζονταν, όπως προαναφέρθηκε ,από τον Ιούλιο 1997.
Τέλος, και ο ισχυρισμός του ενάγοντος που αποτελεί λόγο έφεσης ότι η εναγομένη του οφείλει το ποσό των 40.000.000 δραχμών που της προκατέβαλε με 17 μηνιαίες καταβολές για αγορά 4.000 μετοχών, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Η εναγομένη εταιρεία, μετά την από 27-8-1997 απόφαση της Γενικής της Συνέλευσης που δημοσιεύθηκε νόμιμα, προέβη σε αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου με έκδοση ονομαστικών μετοχών και υπήχθη στον ν.1892/1990.
Η μεταβίβαση των ονομαστικών μετοχών σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.2190/1920 και του ν.2459/97 γίνεται με συγκεκριμένη διαδικασία (κατάθεση) σε ειδικό τραπεζικό λογαριασμό επ’ ονόματι της εταιρίας, εγγραφή στο ειδικό βιβλίο της εταιρίας που υπογράφεται από τον μέτοχο που μεταβιβάζει και από εκείνον που αποκτά), διαδικασία που δεν τηρήθηκε από τον ενάγοντα.
Σχετικά, ο μάρτυρας της εναγομένης κατέθεσε στο παρόν Δικαστήριο: "Ο ... δεν πούλησε ποτέ μετοχές, διότι η αύξηση μετοχικού κεφαλαίου που έγινε ήταν συγκεκριμένη από την ένταξη του σε αναπτυξιακό πρόγραμμα, και το δικαίωμα προτίμησης το είχαν οι παλαιοί μέτοχοι που έκαναν χρήση του δικαιώματος τους. Η αύξηση ολοκληρώθηκε σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα, δηλαδή τον Αύγουστο του 1997.
Δεν θα πουλούσε ποτέ μετοχές η εταιρία σε αγνώστους, χωρίς να έχουν καμία οικονομική επιφάνεια και να μην τους γνωρίζει κανείς. Επίσης η νομοθεσία από το Ραδιοτηλεοπτικό Συμβούλιο απαγόρευε να έχει κάποιος μετοχές πάνω από 25%, ήταν απαράβατος νόμος. Δεν θα το ενέκρινε ούτε η Διεύθυνση Εμπορίου ...υ, ούτε και το Ραδιοτηλεοπτικό Συμβούλιο, Κάθε τηλεοπτικός σταθμός, υποχρεούται να κοινοποιεί στο Ραδιοτηλεοπτικό Συμβούλιο, εντός 25 ημερών την οποιαδήποτε αύξηση μετοχικού κεφαλαίου.
Ειδικά οι Αφοί Τ. που ασχολούνταν με τις τηλεπωλήσεις σε πολλά κανάλια, γνώριζαν πολύ καλά τη νομοθεσία και ότι δεν μπορούσαν να έχουν πάνω από το 25% μετοχές σε τηλεοπτικό σταθμό. Πως ήταν δυνατόν να δώσουν χρήματα για κάτι που δεν μπορούσε να γίνει". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι η ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος είναι κατ’ ουσίαν αβάσιμη και στη συνέχεια, όπως προεκτέθηκε, απέρριψε την έφεση του τελευταίου κατά της πρωτοβάθμιας αποφάσεως που είχε κρίνει ομοίως.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε η προσβαλλόμενη απόφαση έχει νόμιμη βάση και την απαιτούμενη αιτιολογία, διότι διαλαμβάνει στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της όλα τα αναγκαία περιστατικά που στηρίζουν με επάρκεια το σαφές ως άνω αποδεικτικό της πόρισμα και ειδικότερα, προσδιορίζει με σαφήνεια και πληρότητα τα περιστατικά για τα ουσιώδη ζητήματα που ανάγονται στην κατάρτιση της πιο πάνω συμβάσεως, (με αντικείμενο την παραχώρηση τηλεοπτικού χρόνου για τη διαφήμιση και πώληση των εμπορευμάτων του ενάγοντος μέσω του τηλεοπτικού σταθμού της εναγομένης), με συμφωνηθείσα αμοιβή ανερχομένη στο ποσό των 3.000.000 δραχμών μηνιαίως, στην καταγγελία της συμβάσεως αυτής εκ μέρους της εναγομένης για σπουδαίο λόγο και στην μη απόδειξη των (επικαλουμένων) συμβάσεων πωλήσεως εμπορευμάτων και μετοχών εκ μέρους του ενάγοντος.
Δεν υφίσταται δε η επικαλούμενη αντίφαση εκ του ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ως προς την συμφωνηθείσα αμοιβή σε ένα σημείο ότι αυτή ανερχόταν σε 3.000.000 δραχμές μηνιαίως και σε άλλο σημείο ότι αυτή έφθανε σε 4.000.000 δραχμές (μηνιαίως). Τούτο διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, η παραδοχή της για το ύψος της συμφωνηθείσης αμοιβής εκ 3.000.000 δραχμών είναι σαφής, το ποσό δε των 4.000.000 δραχμών περίπου το αναφέρει ως συμφωνηθείσα αμοιβή ο μάρτυρας της εναγομένης Ε.
Κ. στην κατάθεσή του, πράγμα που δεν δέχεται η απόφαση. Επομένως, είναι αβάσιμος ο πέμπτος λόγος του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται τα αντίθετα. Ο ίδιος ως άνω λόγος, κατά το μέρος που με αυτόν ο αναιρεσείων προβάλλει αιτιάσεις για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και για τη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων με βάση τα οποία αυτό στήριξε το ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα είναι, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην προεκτεθείσα νομική σκέψη, απαράδεκτος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 61, 65, 67, 68 και 70 ΑΚ συνάγεται ότι για να υποχρεωθεί το νομικό πρόσωπο από δικαιοπραξία πρέπει αυτή να έχει συναφθεί είτε από το όργανο που το διοικεί, το οποίο να ενεργεί μέσα στα όρια της εξουσίας του, κατά τους όρους της συστατικής πράξεως ή του καταστατικού του είτε από φυσικό πρόσωπο, στο οποίο παρέσχε σχετική εξουσία το όργανο που διοικεί το νομικό πρόσωπο.
Δικαιοπραξία που έχει καταρτισθεί επ` ονόματι νομικού προσώπου από φυσικό πρόσωπο το οποίο δεν έχει εξουσία εκπροσωπήσεώς του δεν το δεσμεύει. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με το να δεχθεί ότι το ανωτέρω από 16-4-1999 ιδιωτικό συμφωνητικό, δεν δεσμεύει την εναγομένη, αφού δεν υπογράφηκε από τον νόμιμο εκπρόσωπό της, αλλά από τον ως άνω Ε. Κ., αδελφό του νομίμου εκπροσώπου της, δεν παραβίασε τις επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα διατάξεις των άρθρων 61, 65, 67, 68 και 70 ΑΚ.
Ο διατυπούμενος δε με τον λόγο αυτό, ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, ότι έχουν εφαρμογή εν προκειμένω οι εν λόγω διατάξεις, τις οποίες εσφαλμένως το Εφετείο δεν εφάρμοσε, διότι "ο Ε. Κ. όταν υπέγραψε το συμφωνητικό ενεργούσε ως άμεσος αντιπρόσωπος της εναγομένης εταιρείας, καθώς οι εξωτερικές εκδηλώσεις της δράσεως του, οι εμφανιζόμενες στο κοινό, εν γνώσει, κατ’ εντολή ή κατ’ ανοχή του διοικητικού συμβουλίου ή των υποκατάστατων οργάνων του, του δημιούργησαν, σύμφωνα με τα κριτήρια που διαμορφώνονται στις συναλλαγές του είδους της επιχειρηματικής δραστηριότητας της Α.Ε., την εντύπωση, ότι έχει ανατεθεί σ’ αυτόν (μέτοχο και μέλος του ΔΣ) κύκλος εργασιών που περιλαμβάνει και την προαναφερόμενη δικαιοπραξία", είναι αβάσιμος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι δεν υπάρχουν σχετικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
Επομένως, ο πρώτος λόγος του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Ο αναιρεσείων, με το δεύτερο λόγο του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλει, ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι το ως άνω από 16-4-1999 ιδιωτικό συμφωνητικό έγινε για φορολογική διευκόλυνση της επιχειρήσεώς του και δεν αποτυπώνει το πραγματικό περιεχόμενο της επίδικης συμφωνίας, παραβίασε τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, διότι, κατά την ερμηνεία της καταρτισθείσης με το ως άνω συμφωνητικό συμβάσεως, εφάρμοσε αυτούς (κανόνες) για την αναζήτηση της αληθινής βουλήσεως, μολονότι δεν υπήρχε κενό ή ασάφεια στην βούληση των συμβαλλομένων και, σε κάθε περίπτωση, εφάρμοσε εσφαλμένα τις εν λόγω διατάξεις κατά την ερμηνεία της συμβάσεως.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, ενόψει της πρώτης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι το ανωτέρω συμφωνητικό δεν δεσμεύει την εναγομένη, διότι δεν καταρτίστηκε από το νόμιμο εκπρόσωπό της, η οποία (αιτιολογία) δεν πλήττεται επιτυχώς με λόγο αναιρέσεως. Για τον ίδιο λόγο είναι απορριπτέος και ο τρίτος λόγος του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο την αιτίαση, ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του προαναφερθέντος από 16-4-1999 ιδιωτικού συμφωνητικού, διότι δέχθηκε ότι "αυτό συντάχθηκε για φορολογική διευκόλυνση της επιχείρησής του και δεν αποτυπώνει το πραγματικό περιεχόμενο της συμφωνίας των διαδίκων σχετικά με τους όρους της συμφωνίας τους", ενώ κάτι τέτοιο δεν προκύπτει από αυτό (έγγραφο).
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται ως αληθινά γεγονότα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση, χωρίς να εκθέτει ούτε γενικώς από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη, χωρίς να απαιτείται να αξιολογεί τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει, ότι το Εφετείο εκθέτει σ’ αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα, ήτοι τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάστηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και ενώπιόν του, την ένορκη βεβαίωση μάρτυρα ενώπιον συμβολαιογράφου, καθώς και τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, από τα οποία άντλησε την κρίση του, ότι αποδείχθηκαν και είναι αληθινά όλα τα παρατιθέμενα στην απόφασή του και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πραγματικά περιστατικά και ειδικότερα το περιεχόμενο της πιο πάνω συμβάσεως μεταξύ ενάγοντος και εναγομένης και, κυρίως, η συμφωνηθείσα μηνιαία αμοιβή των 3.000.000 δραχμών.
Ως ενισχυτικό δε της κρίσεώς του, αναφορικά με το ύψος της εν λόγω αμοιβής, αναφέρθηκε η περιεχομένη στους πρόσθετους λόγους εφέσεως του ενάγοντος ομολογία του, ότι "τα ποσά που κατέβαλε κάθε μήνα στην εναγομένη για μίσθωμα του τηλεοπτικού χρόνου, ήταν στρογγυλοποιημένα". Επομένως, ο από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τέταρτος λόγος του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια, ότι παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και δη δέχθηκε ότι η αμοιβή της αναιρεσίβλητης για την παραχώρηση τηλεοπτικού χρόνου έφθανε στο ποσό των 3.000.000 δραχμών το μήνα, στηριζόμενο στην ως άνω ομολογία του, ενώ τέτοια δεν υπήρχε, είναι αβάσιμος.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αριθμ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Διαφορετικά ο λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα έγγραφα. Γενικά, για να είναι ορισμένος ένας λόγος αναιρέσεως δεν αρκεί η απλή μνεία του αριθμού του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που προβλέπει το σχετικό λόγο, ούτε η επανάληψη του κειμένου της σχετικής διατάξεως, χωρίς να προσδιορίζονται τα αναγκαία στοιχεία, που, σύμφωνα με αυτήν, απαιτούνται για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος αναιρέσεως.
Ειδικότερα, ως προς τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, που ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, πρέπει, εκτός άλλων, να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα και να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους.
Εξάλλου, για την ίδρυση του λόγου αυτού πρέπει το αποδεικτικό μέσο να είναι χρήσιμο προς άμεση ή έμμεση (δια τεκμηρίων) απόδειξη γεγονότων, που συγκροτούν ισχυρισμό λυσιτελή, δηλαδή που επιδρά στο διατακτικό, παραδεκτό και νόμω βάσιμο ή ισχυρισμό περί αρχής εγγράφου αποδείξεως (ΟλΑΠ1190/1982). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον έκτο λόγο του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο, διότι, α) έλαβε υπόψη όλα τα προσκομισθέντα από την αντίδικό του έγγραφα, χωρίς μερικά από αυτά να τα έχει επικαλεστεί νόμιμα η τελευταία, β) έλαβε υπόψη τα προσκομισθέντα (από την αναιρεσίβλητη) έγγραφα, παρότι προσκομίστηκαν, ενώπιόν του, για πρώτη φορά από βαριά αμέλειά της και γ) διότι έλαβε υπόψη έγγραφο του "ΤΕΙΡΕΣΙΑ" από το οποίο προέκυπταν δυσμενή στοιχεία, τα οποία αποτελούν προσωπικά δεδομένα, χωρίς προηγουμένως να έχει ληφθεί άδεια από την Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα.
Ο λόγος αυτός, κατά το πρώτο μέρος του, είναι αόριστος, διότι ο αναιρεσείων δεν προσδιορίζει ποια έγγραφα έλαβε υπόψη το Εφετείο, τα οποία δεν επικαλέστηκε η αναιρεσίβλητη, κατά το δεύτερο μέρος του είναι απαράδεκτος, διότι στην κατ’ έφεση δίκη επιτρέπεται, κατ’ άρθρο 529 παρ.1 ΚΠολΔ, να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων εκ μέρους του προσκομίζοντος αυτά διαδίκου, χωρίς μάλιστα επίκληση λόγου ανωτέρας βίας και αιτιολόγηση από το δικαστήριο της ουσίας της λήψεως αυτών υπόψη και κατά το τρίτο μέρος του είναι αλυσιτελής, αφού το εν λόγω έγγραφο, όπως προκύπτει από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως, (πράγμα, άλλωστε, που και ο αναιρεσείων συνομολογεί με το αναιρετήριο), δεν είναι χρήσιμο προς απόδειξη γεγονότων, που συγκροτούν ισχυρισμό λυσιτελή, δηλαδή που επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β’ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ. β, 346 και 453 παρ. 1 ΚΠολΔ, η πρώτη από τις οποίες εισάγει το συζητητικό σύστημα στη διαγνωστική δίκη, δηλαδή της ενεργείας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.
Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 23/2008).
Εξάλλου, η βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας περί προσαγωγής ή μη αποδεικτικού μέσου, ως αναγόμενη σε πράγματα, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ. (ΟλΑΠ 2/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τους πρώτο και δεύτερο, κατά το δεύτερο μέρος, λόγους του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως, από τον αριθ. 11περ.
β’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατ’ ορθή υπαγωγή, προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση, ότι έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, χωρίς να γίνει επίκλησή τους τόσο από τον ίδιο όσο και από την αναιρεσίβλητη και ειδικότερα έλαβε υπόψη: 1) Το από 19-1-1998 δελτίο εργατικής διαφοράς της Διεύθυνσης Εργασίας της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Μαγνησίας, 2) τις υπ’ αριθμ. ...
και ... επιταγές της "ΕΓΝΑΤΙΑΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΑΕ", 3) την υπ’ αριθμ. 1733/2002 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου ...υ και 4) έγγραφο του "ΤΕΙΡΕΣΙΑ". Όπως προκύπτει από τις από 26-5-2011 προτάσεις της αναιρεσίβλητης, που υπέβαλε στο Εφετείο κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, έγινε επίκληση των ως άνω υπ’ αριθ. 2 και 3 εγγράφων (βλ.
σελ. 7,8 και 14 των προτάσεων αυτών).
Συνεπώς, οι ανωτέρω λόγοι αναφορικά με τα έγγραφα αυτά είναι αβάσιμοι. Επίσης, οι λόγοι αυτοί αναφορικά με το υπ’ αριθ 4 έγγραφο είναι αβάσιμοι ως αλυσιτελείς, αφού, όπως αναφέρθηκε στον αμέσως προηγούμενο λόγο (από τον αριθ.11 περ.γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ), το έγγραφο αυτό δεν είναι χρήσιμο προς απόδειξη γεγονότων, που συγκροτούν ισχυρισμό λυσιτελή, δηλαδή που επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Για τον ίδιο λόγο είναι αβάσιμοι οι ανωτέρω λόγοι και όσον αφορά το υπ’ αριθ. 1 έγγραφο, δηλαδή το από 19-1-1998 δελτίο εργατικής διαφοράς της Διεύθυνσης Εργασίας της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης, διότι, ενόψει της παραδοχής της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι δεν αποδείχθηκε ο (αγωγικός) ισχυρισμός του αναιρεσείοντος περί του ότι η αμοιβή της αναιρεσίβλητης είχε συμφωνηθεί σε ποσοστό 20ο/ο επί των ακαθαρίστων εσόδων των πωλήσεων των προϊόντων του και με βάση την παραδοχή αυτή απερρίφθη το σχετικό αίτημα της ένδικης αγωγής που αφορούσε τη διαφορά του ποσού που κατέβαλε ως αμοιβή στην αναιρεσίβλητη και εκείνο που αυτή εδικαιούτο δυνάμει της συμφωνίας αυτής, δεν είναι κρίσιμο γεγονός ο χρόνος κατάρτισης της επίδικης συμβάσεως. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση βεβαιώνεται σ’ αυτήν ότι τα έγγραφα που έλαβε υπόψη προσκομίστηκαν (εμπροθέσμως) από τους διαδίκους.
Συνεπώς, ο ως άνω δεύτερος λόγος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος, από τον αριθ. 11περ. β’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο την αιτίαση, ότι έλαβε υπόψη τα ως άνω έγγραφα χωρίς αυτά να προσκομιστούν, είναι, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην αμέσως ανωτέρω νομική σκέψη, απαράδεκτος Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ.
β’ ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους, αποτελούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως.
Πράγμα, επομένως, υπό την έννοια αυτή, είναι και ο λόγος εφέσεως που περιέχει παράπονο κατά της κρίσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν ο ισχυρισμός, με την παραπάνω έννοια, ελήφθη υπόψη από το δικαστήριο και απορρίφθηκε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση έχει παραδοχές αντίθετες με τον φερόμενο ως μη ληφθέντα υπόψη ισχυρισμό (ΟλΑΠ 11/1996).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον τρίτο λόγο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως, προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση, ότι υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ. 8 περ. β’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι δεν έλαβε υπόψη τους λόγους εφέσεώς του, τους σχετικούς με την μη εξέταση (από την εκκαλούμενη απόφαση) των κεφαλαίων της αγωγής που αφορούσαν, α) την επιδίκαση ποσού 15.104 ευρώ, που είχε απολέσει από επιστροφές ΦΠΑ, εξαιτίας της αναφερόμενης συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης, β) την επιδίκαση ποσού 96.820 ευρώ για απώλεια διαφυγόντων κερδών, εξαιτίας της αντισυμβατικής και παράνομης καταγγελίας της μεταξύ τους συμβάσεως και γ) την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως ποσού 88.041 ευρώ για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την σε βάρος του αναφερομένη υπαίτια, αντισυμβατική, και παράνομη συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης.
Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, με αυτήν απερρίφθησαν, ως αβάσιμοι κατ’ ουσίαν, όλοι οι λόγοι της εφέσεως του αναιρεσείοντος άρα και οι ανωτέρω λόγοι. Άλλωστε, το Εφετείο, με το να δεχθεί, ότι η αμοιβή της αναιρεσίβλητης για την παραχώρηση τηλεοπτικού χρόνου στον αναιρεσείοντα για την πώληση των προϊόντων του συμφωνήθηκε σε 3.000.000 δραχμές μηνιαίως και όχι σε ποσοστό 20% επί των ακαθαρίστων εσόδων του τελευταίου επί των πωλήσεων που θα πραγματοποιούσε μέσω του τηλεοπτικού σταθμού της, (όπως αυτός με την αγωγή του ισχυρίστηκε), ότι η καταγγελία της ως άνω συμβάσεως έγινε από την εναγομένη λόγω συνδρομής σπουδαίου λόγου, ο οποίος συνίστατο στην υπερημερία του αναιρεσείοντος ως προς την πληρωμή της συμφωνηθείσης αμοιβής της (ποσού τουλάχιστον 24.000.000 δραχμών) και ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο αναιρεσείων πώλησε στην αναιρεσίβλητη εμπορεύματα αξίας 3.958.666 δραχμών, ότι συμφωνήθηκε η αγορά των πιο πάνω μετοχών και ότι ο αναιρεσείων κατέβαλε στην αναιρεσίβλητη επιπλέον της συμφωνηθείσης αμοιβής το ποσό των 9.609.930 δραχμών για την παραχώρηση τηλεοπτικού χρόνου για την πώληση εμπορευμάτων του, έλαβε υπόψη τους ανωτέρω λόγους εφέσεως και τους απέρριψε εκ του πράγματος, δεδομένου ότι α) το κεφάλαιο της ένδικης αγωγής το σχετικό με το ΦΠΑ, είχε ως βάση τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι η συμφωνηθείσα αμοιβή για την τηλεπώληση ανήρχετο στο ως άνω ποσοστό του 20ο/ο, β) η έρευνα του κεφαλαίου, που αφορούσε διαφυγόντα κέρδη, προϋπέθετε την χωρίς σπουδαίο λόγο καταγγελία της επίδικης συμβάσεως εκ μέρους της αναιρεσίβλητης και γ) η επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως προϋπέθετε τη συνδρομή των προϋποθέσεων της αδικοπραξίας (εκ μέρους της αναιρεσίβλητης σε βάρος του αναιρεσείοντος), πράγμα που δεν συμβαίνει υπό τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β ‘ ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια και γι’ αυτό ο ως άνω λόγος, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 περ, γ’ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοείται η δικονομική αίτηση παροχής δικαστικής προστασίας η δημιουργική αντίστοιχης εκκρεμότητας δίκης, όπως είναι και το ένδικο μέσο της εφέσεως, όχι όμως και οι λόγοι της εφέσεως, τους οποίους πρέπει, κατά το άρθρο 520 παρ. 1 ΚΠολΔ, να περιέχει το έγγραφο της εφέσεως, η μη λήψη υπόψη των οποίων στοιχειοθετεί τον από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ.
β’ του ίδιου Κώδικα προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον έβδομο λόγο του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθ.9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση, ότι με το να μη λάβει υπόψη τους αμέσως πιο πάνω λόγους εφέσεώς του άφησε αδίκαστες αιτήσεις του που περιείχοντο στην ένδικη αγωγή και ειδικότερα δεν απάντησε για τα προαναφερθέντα τρία (3) αιτήματά του, που αφορούσαν, το πρώτο αποζημίωση από μη επιστροφή ΦΠΑ, το δεύτερο διαφυγόντα κέρδη και το τρίτο χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Ο λόγος αυτός, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, είναι απαράδεκτος, διότι, ακόμη και υπό την εκδοχή ότι οι λόγοι εφέσεως κατά το αμέσως πιο πάνω μέρος τους δεν ερευνήθηκαν, δεν ιδρύεται στην περίπτωση αυτήν ο από την προαναφερόμενη διάταξη (του άρθρου 559 αριθ. 9 περ, γ’ ΚΠολΔ) προβλεπόμενος λόγος .
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και το από 9-10-2014 δικόγραφο των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν και να διαταχθεί κατά την παρ.4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ.2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παρα...υ στο Δημόσιο Ταμείο. Εξάλλου, ο αναιρεσείων πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (ΚΠολΔ 176, 183, 191 παρ.2), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 22 Νοεμβρίου 2013 αίτηση του Δ. Τ. για αναίρεση των 185/2009 μη οριστικής και 480/2011 οριστικής αποφάσεων του Εφετείου Λάρισας και το από 9 Οκτωβρίου 2014 δικόγραφο των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 15 Ιουνίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 25 Αυγούστου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ