Legislator Case Law & Legislation
1126/2014 AI generated

1126/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1126/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 322, 324 ΚΠολΔ και 914, 929 ΑΚ συνάγεται ότι η τελεσίδικη απόφαση, που εκδόθηκε σε αγωγή για αποζημίωση σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου από αδικοπραξία, αποτελεί δεδικασμένο επί της νέας με την αυτή ιστορική και νομική αιτία δίκης ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αδικοπραξία, την ευθύνη του υπαιτίου, την τυχόν συνυπαιτιότητα του παθόντος και τη ζημία του ενάγοντος που αναφέρεται στον οριοθετηθέντα με την πρώτη αγωγή χρόνο για τον οποίο και επιδικάστηκε αποζημίωση.

Legislator headnote

AI generated

1126/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Έτσι κατά το διάστημα από 22-1-2003 έως 23-1-2004, που είχε μειωμένη εργασιακή ικανότητα, εργαζόμενος 4 ώρες ημερησίως αντί των 12 ωρών που εργαζόταν, είχε και ανάλογη μείωση των ημερησίων αποδοχών κατά ποσοστό 2/3. Ενόψει του ότι οι ημερήσιες αποδοχές του ανέρχονται σε 80 ευρώ, η ημερήσια μείωση των αποδοχών ανέρχεται σε 53,33 ευρώ (80 ευρώ Χ 2/3) και για ολόκληρο το ένδικο διάστημα η μείωση των αποδοχών του ανέρχεται στο ποσό των 17.598,90 ευρώ (53,33 ευρώ ημ.

Keywords

AI generated
taxi operating license fitness to drive capacity to work occupational mobility withdrawal of driving license part-time gainful activity
AI generated
2177/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/11/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4446/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6569/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5/5/2008 αίτησή του.
1295/2014
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την με αριθ.καταθ.953/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την υπ' αριθ. καταθ. 314/2007 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση-παρεμπίπτουσα αγωγή, της 3ης ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 301/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 867/2010 μη οριστική και 46/2013 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3-6-2013 αίτησή του.
483/2012
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-6-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντα, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1622/2007 μη οριστική και 4615/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2059/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27-1-2011 αίτησή του.
1354/2017
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ.
1488/2006
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαϊου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11 Φεβρουαρίου 1998 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 30.871/1999 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 1.653/2001 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης και μετά από άσκηση αναίρεσης η 869/2002 οριστική του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία αναιρέθηκε η ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση και παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο στη συνέχεια εξέδωσε την 2.154/2003 οριστική απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2 Μαρτίου 2005 αίτησή της.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1126 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1126/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου, Γεώργιο Σακκά και Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Απριλίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ε. Γ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευθύμιο Καραΐσκο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ι. Μ. του Α., κατοίκου ... και 2. της Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ Α.Ε.Ε.Γ.Α." η οποία εδρεύει στην Αθήνα, νομίμως εκπροσωπούμενης, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Αρνέλλο και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-10-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 350/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 390/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-12-2013 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γεώργιος Σακκάς, ανέγνωσε την από 21-3-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 322, 324 ΚΠολΔ και 914, 929 ΑΚ συνάγεται ότι η τελεσίδικη απόφαση, που εκδόθηκε σε αγωγή για αποζημίωση σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου από αδικοπραξία, αποτελεί δεδικασμένο επί της νέας με την αυτή ιστορική και νομική αιτία δίκης ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αδικοπραξία, την ευθύνη του υπαιτίου, την τυχόν συνυπαιτιότητα του παθόντος και τη ζημία του ενάγοντος που αναφέρεται στον οριοθετηθέντα με την πρώτη αγωγή χρόνο για τον οποίο και επιδικάστηκε αποζημίωση.

Δεν αποτελεί όμως δεδικασμένο η απόφαση αυτή για ζημίες που ανάγονται σε μεταγενέστερο της πρώτης αγωγής χρόνο, κατά τον οποίο είναι δυνατόν η αδικοπραξία να εξακολουθήσει να αναδίδει επιζήμιες συνέπειες, γιατί αυτές δεν είχαν προβλεφθεί, ούτε καταστεί αντικείμενο έρευνας κατά την πρώτη αγωγή. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την 6333/2008 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επίσης από 3-2-2004 (αρ.κατ.866/2004) αγωγής του αναιρεσείοντος κατά της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας (ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο είχε παραιτηθεί του δικογράφου της αγωγής) για αποζημίωση, εκτός άλλων, από την απώλεια εισοδήματος λόγω αδυναμίας του να οδηγεί ταξί συνεπεία του τραυματισμού του κατά το ατύχημα από αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσιβλήτου οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, έγιναν δεκτά με την απόφαση αυτή τα εξής: "Ο αναιρεσείων, που τραυματίστηκε κατά το επισυμβάν στις 7-11-2002 τροχαίο ατύχημα, υπέστη κάκωση ΟΜΣΣ και κατέληξε να παρουσιάζει υποτροπιάζουσα οσφυαλγία δεξιά στην οσφυϊκή μοίρα της σπονδυλικής στήλης, με αποτέλεσμα να καταστεί μερικά ικανός προς εργασία και δη να ασκεί το επάγγελμα του οδηγού ταξί για 4 ώρες την ημέρα αντί των 12 ωρών που εργαζόταν ημερησίως προ του τραυματισμού του.

Έτσι κατά το διάστημα από 22-1-2003 έως 23-1-2004, που είχε μειωμένη εργασιακή ικανότητα, εργαζόμενος 4 ώρες ημερησίως αντί των 12 ωρών που εργαζόταν, είχε και ανάλογη μείωση των ημερησίων αποδοχών κατά ποσοστό 2/3. Ενόψει του ότι οι ημερήσιες αποδοχές του ανέρχονται σε 80 ευρώ, η ημερήσια μείωση των αποδοχών ανέρχεται σε 53,33 ευρώ (80 ευρώ Χ 2/3) και για ολόκληρο το ένδικο διάστημα η μείωση των αποδοχών του ανέρχεται στο ποσό των 17.598,90 ευρώ (53,33 ευρώ ημ.

Χ 30 ημ. Χ 11 μήνες)". Στη συνέχεια επί της από 3-10-2007 δεύτερης υπό κρίση αγωγής (αριθ.κατ.9990/2007) του αναιρεσείοντος για επιδίκαση αποζημίωσης για περαιτέρω απώλεια του εισοδήματός του λόγω μείωσης των αποδοχών κατά τα 2/3, επειδή αδυνατεί να οδηγήσει ταξί άνω των 4 ωρών ημερησίως, για το διάστημα από 3-2-2004 έως 2-10-2008, συνεπεία του ανωτέρω τραυματισμού του, που απρόβλεπτα επιδεινώθηκε με την μορφή μετάπτωσης σε χρονιότητα, ύψους 44.152 ευρώ, καθώς και επιδίκαση περαιτέρω χρηματικής ικανοποίησης για την ηθική βλάβη που υπέστη λόγω της επιδείνωσης της υγείας του, ύψους 100.000 ευρώ, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, ως προς τα ανωτέρω προσβληθέντα με την υπό κρίση αναίρεση κεφάλαια της αγωγής (των διαφυγόντων κερδών και της πρόσθετης χρηματικής ικανοποίησης) ανελέγκτως τα ακόλουθα:

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, αμέσως μετά το ατύχημα, μεταφέρθηκε στο Γ.Ν.Ν Κορίνθου, όπου, μετά από κλινικό και ακτινολογικό έλεγχο διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί κάκωση ΟΜΣΣ, ευαισθησία στην ψηλάφηση και ευθειασμό ΟΜΣΣ, του συνεστήθη δε κλινοστατισμός επί 10ήμερο και επανεκτίμηση της καταστάσεως του.

Στις 5-12-2002 υποβλήθηκε σε υπολογιστική τομογραφία ΟΜΣΣ στην Ευρωκλινική Αθηνών, σύμφωνα με την οποία παρατηρήθηκε: κυκλοτερής πρόπτωση του μεσοσπονδύλιου δίσκου 05-Ι1, με την επισήμανση ότι τα ευρήματα αυτά ήταν πλέον εμφανή οπισθοπλάγια δεξιά, διαπιστώθηκε δε ότι οι ανωτέρω αλλοιώσεις προκαλούσαν πίεση των συστοίχων νωτιαίων ριζών, στο ύψος του 05-Ι1.

Ακολούθως στις 9-12-2002 υποβλήθηκε σε ηλεκτρομυογραφικό έλεγχο κάτω άκρων, όπου τα ευρήματα του ηλεκτρομυογραφήματος συνηγορούσαν υπέρ 05 -11 ριζίτικης βλάβης, σε έδαφος κήλης μεσοσπονδύλιου δίσκου, πιθανότητα μετατραυματικής αιτιολογίας. Μάλιστα, σύμφωνα με την από 9-12-2002 ιατρική γνωμάτευση του ιδιώτη ιατρού - νευρολόγου Θ.

Κ., κρίθηκε επιβεβλημένη η νευροχειρουργική επέμβαση. Στις 2-1-2003 ο ενάγων υποβλήθηκε σε Μαγνητική Τομογραφία της οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης στο Ογκολογικό Νοσοκομείο του ΙΚΑ Γ. Γεννηματάς, κατά την οποία διαπιστώθηκε ότι στο μεσοσπονδύλιο διάστημα 05-11 αναγνωρίζεται δεξιά πλάγια, προβολή του μεσοσπονδυλίου, η οποία προκαλεί στένωση του συστοίχου μεσοσπονδύλιου τμήματος και ήπια πιεστικά φαινόμενα στη δεξιά εξερχόμενη 05 ρίζα.

Από το λοιπό έλεγχο των μεσοσπονδυλίων διαστημάτων δεν αναδεικνύονταν άλλη ενδοκαναλική προβολή μεσοσπονδυλίου δίσκου, ενώ παρατηρήθηκε φυσιολογική κατάληξη του μυελικού κώνου. Στις 6-2-2003 εξετάστηκε, εκ νέου, από την Ε. Π. - Δ. - χειρούργο, ορθοπεδικό, σύμφωνα με την ιατρική γνωμάτευση της οποίας διαπιστώθηκε ότι έπασχε από επιμένουσα οσφυαλγία, με νευρολογικά φαινόμενα στο δεξί κάτω άκρο και έντονο μυϊκό σπασμό παρασπονδυλικών μυών δεξιά, ευρήματα που ήταν συμβατά με κήλη μεσοσπονδυλίου δίσκου και πίεση της νευρικής ρίζας και κάκωση δεξιάς νεφρικής χώρας.

Ο παρακλινικός έλεγχος επιβεβαίωσε την ύπαρξη κήλης 05-Ι1 μεσοσπονδυλίου δίσκου και προβάλλει δεξιά και αιματουρίας. Με την κατάλληλη αντιφλεγμονώδη αγωγή και κατάκλιση σημειώνει η άνω ιατρός σημειώθηκε βελτίωση μετά παρέλευση 10 εβδομάδων, διάστημα κατά το οποίο ο ενάγων απείχε εντελώς από την εργασία του ως οδηγός.

Ακολούθησε περίοδος αποκατάστασης, με φυσιοθεραπείες διάρκειας 15 ημερών. Λόγω εμμονής των προβλημάτων της υγείας του ο ενάγων στις 10-2-2003 εξετάστηκε από τον ορθοπεδικό ιατρό Σπονδυλικής Στήλης και Σκολίωσης Ι. Ν., ο οποίος γνωμάτευσε τα εξής :"Κατά τη κλινική εξέταση της ΟΜΣΣ παραπονείτο για πόνο στην οσφυϊκή μοίρα (οσφυαλγία που αντανακλά στο δεξί σκέλος, από το ύψος του γοφού έως τη δεξιά πτέρνα (ισχυαλγία), κατά τη δοκιμασία Lasec παρουσίαζε θετικό Lasec κατά την ανύψωση του δεξιού σκέλους στις 30 μοίρες περίπου, στοιχείο που υποδήλωνε τη συμμετοχή του δεξιού ισχιακού νεύρου, κατά τη νευρολογική εξέταση της σπονδυλικής στήλης διαπιστώθηκαν διαταραχές της επιπολής αισθητικότητας στο δεξί σκέλος στην κατανομή 05-Ι1 νευρικής ρίζας.

Ειδικότερα αυτός εμφάνιζε υπαισθησία στην εξωτερική πλευρά του δεξιού άκρου ποδός και στην εξωτερική πλευρά έως δεξιάς γαστροκνημίας. Κατά την ημέρα της εξέτασης η κατάσταση της υγείας του δεν είχε πλήρως αποκατασταθεί και λόγω της φύσεως της εργασίας του δεν ήταν σε θέση να εργάζεται για παρατεταμένο χρονικό διάστημα".

Ο παραπάνω ιατρός του συνέστησε να αποφεύγει παρατεταμένη καθιστική θέση, ώστε να περιορίζεται ο πόνος στην οσφυϊκή μοίρα της σπονδυλικής στήλης, επίσης δε του συνέστησε υποβολή σε χειρουργική επέμβαση σε δισκεκτομή 05-Ι1 και αποσυμπίεση της σύστοιχης νευρικής ρίζας, διότι λόγω του νεαρού της ηλικίας του υπήρχε πιθανότητα επιδείνωσης, επισημαίνοντας ότι η αυτόματη ίαση θεωρείτο εξαιρετικά σπάνια.

Στις 20-7-2006 ο ενάγων εξετάστηκε από τον ορισθέντα με την ως άνω 5388/2005 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών πραγματογνώμονα ιατρό χειρουργό - ορθοπεδικό Ζ. Α., στα πλαίσια προηγούμενης δίκης μεταξύ του αυτού και της δεύτερης εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας, παρουσία του τεχνικού του συμβούλου Ι.

Ν. και του τεχνικού συμβούλου της εναγόμενης Κ. Λ. ο οποίος πραγματογνώμονας με την υπ' αριθμό 260/4-10-2006 έκθεση του, μεταξύ άλλων, αποφαίνεται τα εξής: "Ο ενάγων συνεπεία του ένδικου τραυματισμού του παρουσιάζει μέχρι και σήμερα παροδικού τύπου υποτροποπιάζουσα οσφυοισχυαλγία δεξιά, συνεπεία της παλαιάς ριζίτικης βλάβης 05-Ι1, κατάσταση, η οποία δεν είναι αναστρέψιμη.

Το πρόσφατο ηλεκτρομυογράφημα με ημερομηνία 27-7-2006 διαπιστώνεται ελαφρά επιδείνωση, υπό μορφή της μετάπτωσης σε χρονιότητα και ως εκ τούτο χρήζει επανεξετάσεως και επανεκτιμήσεως της κατάστασης της υγείας του, μετά παρέλευση διετίας. Συνεχίζοντας ο ίδιος πραγματογνώμονας αποφαίνεται ότι η τότε κατάσταση του δεν καθιστούσε αναγκαία την υποβολή του σε χειρουργική επέμβαση, η πιθανότητα όμως μελλοντικής αιφνίδιας επιδείνωσης της κατάστασης δεν είναι δυνατό να αποκλειστεί και να τεθεί η ένδειξη της χειρουργικής επέμβασης, εξ αυτού δε του λόγου κρίνεται αναγκαία η επανεξέταση και η επανεκτίμηση της κατάστασης του μετά την παρέλευση διετίας.

Πάντως η κατάσταση της υγείας του δεν είχε αποκατασταθεί πλήρως και συγκεκριμένα δεν έχει αποθεραπευτεί και εξ αυτού του λόγου έχει ανάγκη να υποβάλλεται κατά τακτά χρονικά διάστημα (δύο φορές μηνιαίως) σε φυσικοθεραπεία. Καταλήγοντας ο ίδιος πραγματογνώμονας αναφέρει ότι ο ενάγων έχει καταστεί μειωμένα ικανός προς εργασία και ειδικότερα αδυνατεί να οδηγεί το ταξί του περισσότερο από τέσσερις (4) ώρες ημερησίως".

Στα ίδια συμπεράσματα καταλήγει και ο τεχνικός σύμβουλος του ενάγοντος Ι. Ν., διαφοροποιούμενος αναφορικά με την ανάγκη υποβολής σε εγχείρηση, την οποία θεωρεί απαραίτητη για την αποσυμπίεση της νευρικής ρίζας (δισκεκτομή) αναφέροντας στην από 25-10-2006 συμπληρωματική ιατρική έκθεση του ότι η κλινική του εικόνα, δεν ήταν αναστρέψιμη, χωρίς άμεση (δραστική) αντιμετώπιση και ότι θα πρέπει να αποφεύγει την οδήγηση για χρονικό διάστημα, πέραν των 3-4 ωρών ημερησίως.

Τέλος ο διορισθείς από την εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία τεχνικός σύμβουλος Κ. Δ. καταλήγει στα ακόλουθα συμπεράσματα: Θεωρώ ότι η στένωση του μεσοσπονδύλιου διαστήματος 05- I1 δεν μπορεί να αποδοθεί στο ατύχημα, αλλά προϋπήρχε και ότι η προκληθείσα βλάβη της υγείας του ενάγοντος προσδίδει σ' αυτόν μικρό ποσοστό αναπηρίας 10% έως 20% και σε ανάλογο ποσοστό επιδρά και στο συγκεκριμένο επάγγελμα του οδηγού ταξί.

Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, αποτελούν περιεχόμενο της υπ'αριθμό 5007/2007 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε σε βάρος της νυν δεύτερης εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας, επί της ως άνω από 3-2-2004 προηγούμενης (1ης) αγωγής του ενάγοντος, με την οποία ο τελευταίος επιδίωκε, εκτός άλλων, αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη, λόγω ανικανότητας του για εργασία κατά το χρονικό διάστημα από 22-1-2003 έως και 23-1-2004 και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και της, μετά από έφεση του ενάγοντος, εκδοθείσας υπ' αριθμό 6333/2008 απόφασης του παρόντος δικαστηρίου, με τη οποία έγινε δεκτό περαιτέρω ότι ο ενάγων, συνεπεία του ένδικου τραυματισμού του κατέστη μειωμένης ικανότητας για εργασία κατά το από 22-1-2003 έως και 23-1-2004 χρονικό διάστημα (για το οποίο και μόνον είχε εκκληθεί το σχετικό κεφάλαιο της πρωτόδικης απόφασης) και δη του οδηγού ταξί, εργαζόμενος επί 4 ώρες ημερησίως, αντί των 12 ωρών, που εργάζονταν πριν το ατύχημα, με αποτέλεσμα να έχει κατά το προαναφερθέν χρονικό διάστημα (22-1-2003 έως και 23-1-2004) μείωση των ημερησίων καθαρών αποδοχών του, ανερχόμενη στο ποσό των 53,33 ευρώ (80 ευρώ ημερησίως Χ 2/3=53,33 ευρώ), ζημιωθείς από την αιτία αυτή με το συνολικό ποσό των 17.598,9 ευρώ.

Στις 9-2-2009 ο ενάγων εξετάστηκε στα εξωτερικά ιατρεία του Γενικού Νοσοκομείου Κορίνθου (ορθοπεδικό τμήμα) οπότε διαπιστώθηκε ότι έπασχε από υποτροπιάζουσες οσφυαλγίες και ριζαλγίες (ΔΕ) , ότι παρουσίασε κήλη 05-11 με πίεση στην 05 ρίζα (παλαιότερο εύρημα) καθώς και κεντρική κήλη (04-05) νέο εύρημα, κατάσταση η οποία χαρακτηρίστηκε από τον θεράποντα ιατρό του Ι.

Ν., ορθοπεδικό - χειρουργό, μη αναστρέψιμη, κρίθηκε δε ότι έχρηζε φυσικοθεραπείας σε τακτά χρονικά διαστήματα και ότι υπήρχε πιθανότητα υποβολής του στο μέλλον σε χειρουργική επέμβαση, κατά την άποψη δε του εν λόγω ιατρού δεν ήταν ικανός για βαριά σωματική εργασία (αδυνατούσε να οδηγεί περισσότερο από 4 ώρες ημερησίως).

Τέλος στις 23-11-2010 ο ενάγων επανεξετάστηκε ιδιωτικά από τον άνω ιατρό, ο οποίος στην ιατρική γνωμάτευση που του χορήγησε αναφέρει και πάλι ότι παρουσίαζε αυτός υποτροπές οσφυαλγίας και ριζαλγίας (ΔΕ) κάτω άκρου, ότι ο νέος ΗΜΓ έλεγχος που του έγινε έδειξε ελαφρά επιδείνωση (μείωση μέγιστης μυϊκής ισχύος) της ριζίτικης βλάβης, ότι η βλάβη του αυτή έχει μεταπέσει σε χρονιότητα, γεγονός απρόβλεπτο από την αρχή και, καταλήγοντας δε ο εν λόγω ιατρός αποφαίνεται και πάλι ότι δεν είναι ικανός για βαριά σωματική εργασία.

Πρέπει να σημειωθεί ότι από τις παραπάνω αποφάσεις παράγεται δεδικασμένο, επί της υπό κρίση μεταγενέστερης αγωγής, καθόσον όμως αφορά μόνον τη δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία (όχι δε και για τον πρώτο εναγόμενο ,ο οποίος μετά την παραίτηση του ενάγοντος από το δικόγραφο της αγωγής έπαυσε να είναι διάδικος στη σχετική δίκη), εκτός άλλων, ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα., η αδικοπραξία, την ευθύνη του νυν πρώτου εναγόμενου οδηγού του ασφαλισμένου στη δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία ζημιογόνου αυτοκινήτου και την αποθετική ζημία του ενάγοντος που αναφέρεται στον οριοθετηθέντα με την πρώτη αγωγή χρόνο, δηλαδή έως τις 23-1-2004, για τον οποίο και του επιδικάστηκε αποζημίωση, όχι όμως και για την επίδικη (αποθετική) ζημία του, η οποία ανάγεται σε μεταγενέστερο της πρώτης αγωγής χρόνο, γιατί αυτή δεν κατέστη αντικείμενο έρευνας στην τελεσιδίκως κριθείσα προγενέστερη αγωγή.

Περαιτέρω αναφορικά με τις αξιώσεις του ενάγοντος για αποζημίωση, λόγω απώλειας εισοδημάτων του, εξ αιτίας της μειωμένης ικανότητας του να οδηγεί το προαναφερθέν αυτοκίνητο (ταξί), κατά το επίδικο χρονικό διάστημα (3-2-2004 έως 2-10-2008) από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκαν τα εξής: Κατά το χρόνο του ατυχήματος ο ενάγων ήταν επαγγελματίας αυτοκινητιστής και συγκεκριμένα συνιδιοκτήτης του ζημιωθέντος ΔΧΕ αυτοκινήτου ταξί, κατά ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου, το οποίο οδηγούσε ο ίδιος, επί 12ώρου βάσεως, αποκομίζοντας, κατά μέσο όρο, καθαρό ημερήσιο κέρδος ποσού 80 ευρώ ,όπως δε κρίθηκε κατά τα άνω, με δύναμη δεδικασμένου, ως προς τη δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, κατά το από 22-1-2003 έως και 23-1-2004 προγενέστερο της ένδικης αγωγής χρονικό διάστημα , λόγω της μερικής ανικανότητας του, για την άσκηση του άνω επαγγέλματος του (ήτοι της αδυναμίας του να εργαστεί πέραν των 4 ωρών ημερησίως) ζημιώθηκε με το ποσό των 17.598,9 ευρώ.

Από τις 6-2-2004 στράφηκε αυτός όπως αποδείχθηκε σε άλλο κύριο επάγγελμα και συγκεκριμένα προσλήφθηκε από την Ανώνυμη εταιρία "ΠΡΟΑΣΤΙΑΚΟΣ - ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΩΝ ΑΤΤΙΚΗΣ ΑΕ", προσωρινά, με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, με αντικείμενο εργασίας τη συμμετοχή, παρακολούθηση και επιτυχή ολοκλήρωση του εκπαιδευτικού προγράμματος των υποψηφίων οδηγών συρμών που οργανώνονταν με ευθύνη της εταιρίας, έναντι μηνιαίου μισθού ποσού 775 ευρώ, κατά το χρονικό δε διάστημα από 1-8-2004 έως και 17-6-2007 απασχολήθηκε ως Ελεγκτής Οδηγών Συρμών, με τα εξής ειδικά προσόντα : 1) καθημερινή διαχείριση του τροχαίου υλικού (συνθέσεις, ανεφοδιασμοί, αντικαταστάσεις συρμών κλπ, 2) καθημερινή διαχείριση και έλεγχο του προσωπικού, δηλαδή των οδηγών συρμών - μηχανοδηγών, καθώς και του κυκλώματος των υπηρεσιών τους, 3) σύνταξη καθημερινών αναφορών της διεύθυνσης εκμετάλλευσης και 4) διαχείριση έκτακτων συμβάντων και ανωμαλιών.

Ακολούθως στις 1-9-2007 εντάχθηκε στο τακτικό προσωπικό της ΤΡΑΙΝΟΣΕ ΑΕ, εξ αιτίας της συγχωνεύσεως δια απορροφήσεως της ΠΡΟΑΣΤΙΑΚΟΣ ΑΕ, από την άνω εταιρία και συνεχίζει να υπηρετεί στην άνω εταιρία, φέροντας το βαθμό του "ΒΟΗΘΟΥ ΜΗΧΑΝΟΔΗΓΟΥ Β'". Η προαναφερθείσα εργασία του ενάγοντος {βοηθός μηχανοδηγού (αμαξοστοιχίας - συρμού τραίνου}, την οποία ασκεί ο ενάγων, εντός του προβλεπόμενου νομίμου ωραρίου, είναι παρατεταμένη καθιστική εργασία και ιδιαίτερα κουραστική, λόγω δε της κρισιμότητας της, που έχει σχέση με την κατά νόμο ασφάλεια των μεταφορών και ιδία την ασφάλεια της μεταφοράς εκατοντάδων επιβατών, καθημερινώς, επιβάλλεται να αποκλείονται από αυτή και να μην προσλαμβάνονται, για το σκοπό αυτό άτομα με μερική ανικανότητα προς εργασία.

Με τα δεδομένα αυτά, ανεξαρτήτως των αναφερομένων στις προαναφερθείσες ιατρικές γνωματεύσεις και ιδιαίτερα στην με αριθμό 260/2006 ιατρική πραγματογνωμοσύνη, που δόθηκε στα πλαίσια προηγούμενης δίκης, η οποία εκτιμάται ελεύθερα (άρθρο 368 Κ.Πολ.Δ), το δικαστήριο κρίνει, με βάση και τα διδάγματα της κοινής πείρας, ότι ο ενάγων, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, είχε πλήρη ικανότητα για την άσκηση της εργασίας, που ασκούσε πριν το ατύχημα, του οδηγού ταξί, και μπορούσε να συμπληρώσει τον χρόνο που δούλευε πριν (έστω και με διαλείμματα, τα οποία επιβάλλονται, για την ασφαλή οδήγηση) καθόσον πρόκειται για παρεμφερή εργασία, με την προαναφερθείσα κύρια εργασία του μηχανοδηγού συρμού, που σε κάθε περίπτωση είναι βαρύτερη από αυτή του οδηγού ταξί, ακόμη δε και αν ήθελε γίνει δεκτός ο ισχυρισμός του ότι τις ημέρες που έπαιρνε ρεπό από την άνω κύρια εργασία του και τις ημέρες των κανονικών αδειών του εξακολουθούσε να εργάζεται ως οδηγός στο προαναφερθέν ΔΧΕ αυτοκίνητο ταξί, η τυχόν μείωση των εισοδημάτων του, λόγω μειωμένης απασχόλησης του, δεν αποτελεί ζημία ,συνδεόμενη με το ένδικο ατύχημα και συνεπώς δεν δικαιούται αυτός αποζημίωσης για την εν λόγω αιτία (διαφυγόντα κέρδη)".

Περαιτέρω δέχτηκε τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση από το περιεχόμενο της υπ' αριθμό 5007/2007 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί της από 3-2-2004 ως άνω προηγούμενης αγωγής του ενάγοντος σε βάρος της δεύτερης εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας προκύπτει ότι, κατά την επιδίκασης της αρχικής χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης του ενάγοντος ,συνεπεία του ένδικου τραυματισμού, το ποσό της οποίας καθορίστηκε σε 20.000 ευρώ, κατά μερική παραδοχή, ως κατ' ουσία βάσιμου του σχετικού κονδυλίου της άνω αγωγής, ποσού 30.000 ευρώ, (κεφάλαιο το οποίο δεν προσβλήθηκε με την, κατά της απόφασης αυτής, ασκηθείσα έφεση του ενάγοντος), ως προσδιοριστικός παράγων, λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο και η ως άνω μεταγενέστερη δυσμενής εξέλιξη της υγείας του ενάγοντος και ιδιαίτερα η παροδικού τύπου υποτροπιάζουσα οσφυαλγία δεξιά, συνεπεία της παλαιάς ριζίτικης βλάβης 05-11 και η μετάπτωση της σε χρόνια πάθηση, καθόσον η δυσμενής αυτή εξέλιξη της κατάστασης της υγείας του αναφέρονταν στην προαναφερθείσα έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, το περιεχόμενο της οποίας ελήφθη υπόψη από το ως άνω πρωτοβάθμιο δικαστήριο.

Συνεπώς, εφόσον η επιδείνωση αυτή της κατάστασης της υγείας του ενάγοντος, η οποία κατά τον άνω πραγματογνώμονα, χαρακτηρίζεται μεν μη αναστρέψιμη, αλλά πάντως ελαφρά, είχε διαγνωστεί σε κάθε περίπτωση, πριν την έκδοση της ως άνω οριστικής απόφασης επί της από 3-2-2004 αγωγής από τον προαναφερθέντα ιατρό πραγματογνώμονα, την έκθεση του οποίου έλαβε υπόψη μεταξύ άλλων το δικαστήριο εκείνο, κατά το σχηματισμό της παραπάνω κρίσης, μη αποδεικνυομένης άλλης περαιτέρω επιδείνωσης της κατάστασης της υγείας του ενάγοντος και μάλιστα απρόβλεπτης, κατά τα ιατρικά δεδομένα, πέραν εκείνης που προαναφέρθηκε, η αξίωση που προβάλλει ο τελευταίος, με την ένδικη αγωγή του, για πρόσθετη χρηματική ικανοποίηση πέραν, εκείνης που του έχει επιδικαστεί με την ως άνω απόφαση, καλύπτεται από το δεδικασμένο που απορρέει από αυτή, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, καθόσον αφορά τη δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, η οποία έχει ήδη εξοφλήσει αυτή (βλ.

τις 23525/0282/4-12-2008 και 19427/0282/8-11-2007 αποδείξεις πληρωμής αυτής) και συνεπώς πρέπει να απορριφθεί, ως προς την τελευταία, ως απαράδεκτη". Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε το νόμο, με το να δεχτεί ότι, ως προς το κεφάλαιο των διαφυγόντων κερδών, δεν υπάρχει δεδικασμένο από την προηγούμενη απόφαση υπ'αριθμ.6333/2008 του Εφετείου Αθηνών, η οποία έκρινε για προγενέστερο χρονικό διάστημα (από 22-1-2003 έως 23-1-2004), που αποτέλεσε αντικείμενο της ανωτέρω προηγούμενης αγωγής, ενώ με την προσβαλλόμενη απόφαση κρίθηκε το κεφάλαιο αυτό για μεταγενέστερο χρονικό διάστημα (από 3-2-2004 έως 2-10-2008, για το οποίο δέχεται ανέλεγκτα ότι ο αναιρεσείων, παρά την ως άνω μορφή που έλαβε το τραύμα του με την μετάπτωσή του σε χρονιότητα, ήταν ικανός να εργαστεί σε πλήρες ωράριο και εργάστηκε από 6-2-2004 στην εταιρεία "ΠΡΟΑΣΤΙΑΚΟΣ - ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΩΝ ΑΤΤΙΚΗΣ Α.Ε." κυρίως ως ελεγκτής οδηγών με μηνιαίο μισθό 775 ευρώ και στη συνέχεια από 1-9-2007 στην εταιρεία "ΤΡΑΙΝΟΣΕ Α.Ε." (κατόπιν συγχώνευσης δι'απορροφήσεως της πρώτης εταιρείας) ως βοηθός μηχανοδηγού Β', δηλαδή σε εργασία βαρύτερη από αυτή του οδηγού ταξί που ασκούσε πριν τον τραυματισμό του, η δε μείωση των εισοδημάτων του από την μη απασχόλησή του ως οδηγού ταξί δεν αποτελεί πλέον ζημία συνδεόμενη αιτιωδώς με το ένδικο ατύχημα.

Περαιτέρω, ως προς το κεφάλαιο της πρόσθετης χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, συνεπεία της απρόβλεπτης επιδείνωσης της υγείας του αναιρεσείοντος, δέχτηκε ορθώς, ότι από την απόφαση 5007/2007 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία κατέστη τελεσίδικη ως προς το σχετικό κεφάλαιο μη προσβολής της κατά τούτο με έφεση, προκύπτει ότι επιδίκασε σ'αυτόν ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που υπέστη από τον τραυματισμό του, το ποσό των 20.000 ευρώ και άρα υφίσταται δεδικασμένο για το κεφάλαιο αυτό, μη δικαιούμενος περαιτέρω χρηματική ικανοποίηση για την ίδια αιτία, αφού το Πρωτοδικείο έλαβε υπόψη τη μεταγενέστερη δυσμενή εξέλιξη του τραύματος του ως χρόνιας πάθησης, που προέκυπτε από την έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, που διενεργήθηκε στην προηγούμενη δίκη.

Επομένως, ο αντίθετος πρώτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ.16 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, Περαιτέρω, το αποδεικτικό πόρισμα της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι κατά το ανωτέρω επίδικο διάστημα, με βάση και τα διδάγματα της κοινής πείρας, ο αναιρεσείων (ενάγων) είχε πλήρη ικανότητα για την άσκηση της εργασίας, που ασκούσε πριν το ατύχημα, αφού προσλήφθηκε από τις ανωτέρω εταιρείες και απασχολείτο από αυτές εντός του νομίμου ωραρίου με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, αρχικά προσωρινά ως ελεγκτής οδηγών συρμών και στη συνέχεια, αφού εντάχθηκε στο τακτικό προσωπικό της "ΤΡΑΙΝΟΣΕ Α.Ε.", ως βοηθός μηχανοδηγού αμαξοστοιχίας - συρμού τραίνου, ήτοι σε εργασία βαρύτερη από αυτή του οδηγού ταξί, καταλήγοντας ότι η επικαλούμενη ζημία του απωλείας του εισοδήματός του από την οδήγηση ταξί δεν συνδέεται πλέον με το ατύχημα, είναι σαφές και χωρίς αντιφάσεις, που επιτρέπει τον αναιρετικό έλεγχο και άρα το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 914, 297 και 298 ΑΚ με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, καταλήγοντας στο ανωτέρω αρνητικό για τον αναιρεσείοντα πόρισμα, ως προς τη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του τραυματισμού του και της ζημίας που επικαλείται ότι υπέστη, αλλά ούτε και τα διδάγματα κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των περιστατικών, που δέχθηκε ότι αποδείχτηκαν, σε αυτήν.

Επομένως, ο αντίθετος από το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

2. Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι διέλαβε ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ζήτημα του χρόνου έναρξης της παραγραφής της αξίωσης του αναιρεσείοντος (ενάγοντος) για διαφυγόντα κέρδη από την εργασία του, με το να δεχθεί ότι η ζημία του αυτή ήταν απρόβλεπτη, χωρίς να αιτιολογεί την παραδοχή του αυτή. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, αφού το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, κρίνοντας ότι η ανωτέρω αξίωση του ενάγοντος κατά της ασφαλιστικής εταιρείας υπέκυψε στη διετή παραγραφή του άρθρου 10 παρ.2 ν.489/1976, στη συνέχεια δέχτηκε ως νόμω βάσιμη την αγωγή κατά την επικουρική της βάση από τη σύμβαση σωρευτικής αναδοχής χρέους, την οποία ερεύνησε κατ'ουσίαν και την απέρριψε. Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις (αρθρ.183 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί να εισαχθεί το παράβολο στο δημόσιο ταμείο (αρθρ.495 παρ.4 εδ.ε'ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-12-2013 αίτηση για αναίρεση της 390/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσιες (2700) ευρώ. Και

Διατάζει να εισαχθεί στο δημόσιο ταμείο το παράβολο με αριθμούς διπλοτύπου 1620123, 1620124, 1620125 σειράς Α'Δημοσίου και 009296, 009297, 009298 σειράς Α'ΤΑΧΔΙΚ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 7η Μαΐου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 30η Μαΐου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ