Supreme Court dismisses appeal against appellate court's judgment on debt and interest in commercial dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by Aspis Bank against the Thessaloniki Court of Appeal's judgment in a commercial debt dispute. The bank argued procedural errors regarding its corporate name change and the failure to examine its counterclaim, while the appellant contended the lower courts mishandled interest calculations and procedural requirements. The court rejected these arguments, finding the name change did not alter legal identity, the counterclaim was inadmissible due to prior rejection, and the appellate court correctly applied substantive law regarding interest.
Legislator headnote
AI generatedArticles 118(3) and 119(1) of the Code of Civil Procedure; Articles 522, 535, 536, and 559(1) and (9) of the Code of Civil Procedure: A change in corporate name or form does not alter legal identity, and an appeal is inadmissible if the counterclaim was previously rejected and not properly appealed.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1126 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1126/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14ης Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: της εδρευούσης στην Αθήνα και νόμιμα εκπροσωπούμενης Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία: "ASPIS BANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", καθολικής διαδόχου, δια συγχωνεύσεως, της Ανώνυμης Χρηματιστηριακής Εταιρίας με την επωνυμία "ΑΣΠΙΣ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε.Π.Ε.Υ", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θρασύβουλο Κάρλο.
Του αναιρεσιβλήτου: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Αντωνιάδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10 Δεκεμβρίου 1996 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ως και την από 5 Δεκεμβρίου 1997 ανταγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 21834/1998 προδικαστική, 14846/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 639/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21 Μαΐου 2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, ανέγνωσε την από 4 Δεκεμβρίου 2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 3 και 119 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η αλλαγή της επωνυμίας της εταιρίας και της εταιρικής μορφής αυτής δεν μεταβάλλει και την ταυτότητα του νομικού της προσώπου. Η εσφαλμένη δε αναγραφή της επωνυμίας, εφόσον δεν δημιουργείται εντεύθεν αμφιβολία περί την ταυτότητά της ως νομικού προσώπου, δεν επάγεται ακυρότητα του δικογράφου.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, η αναιρεσείουσα εταιρεία ισχυρίσθηκε με σχετικό λόγο της εφέσεώς της κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, ότι τόσο η κλήση του αναιρεσιβλήτου προς μετ' απόδειξη συζήτηση της υποθέσεως, απευθύνθηκε κατ' ανυπάρκτου προσώπου, και ότι η πρωτοβάθμια απόφαση εκδόθηκε με εναγομένη ανύπαρκτο πρόσωπο, δηλαδή την εταιρεία "ΑΣΠΙΣ ΣΤΕΓΑΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", αφού στη θέση της αρχικά εναγόμενης εταιρείας με την επωνυμίαν "ΑΣΠΙΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" είχε υπεισέλθει η ίδια (αναιρεσείουσα εταιρεία) με την επωνυμία "ΑSPIS BANK A.Τ.Ε", ως καθολική διάδοχος δι' απορροφήσεως εκείνης λόγω συγχωνεύσεως.
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε τον λόγο αυτό, δεχθέν τα ακόλουθα: Ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος), είχε ασκήσει την αγωγή του κατά της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΣΠΙΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", η οποία από 14.11.2003 απορροφήθηκε δια συγχωνεύσεως από την ήδη εκκαλούσα εταιρία με την επωνυμία "ΑSΡΙS ΒΑΝΚ ΑΕ".
Στο στάδιο της διεξαγωγής των αποδείξεων και συγκεκριμένα στις 24.2.2004 η αρχικά εναγομένη δήλωσε τα εξής: "Ως εναγομένη παρίσταται η ΑSPIS ΒΑΝΚ ΑΤΕ, καθολική διάδοχος, λόγω συγχωνεύσεως, της ΑΣΠΙΣ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε.Π.Ε.Υ" και δηλώνει ότι συνεχίζει τη δίκη. Ο ενάγων στην από 30.11.2004 κλήση του αναφέρει ως εναγομένη την εταιρία με την επωνυμία "ΑΣΠΙΣ ΣΤΕΓΑΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", ως καθολική διάδοχο της "ΑΣΠΙΣ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΧΕΠΕΥ".
Τέλος, η εκκαλούμενη απόφαση, αφού έλαβε υπόψη την πιο πάνω κλήση του ενάγοντος και όχι τις προτάσεις της εναγομένης με νέα επωνυμία αυτής, δέχθηκε ότι η αγωγή στρέφεται κατά της καθής η κλήση-εναγομένης-αντενάγουσας: Της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΣΠΙΣ ΣΤΕΓΑΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ".....
ως καθολικής διαδόχου λόγω συγχωνεύσεως δι' απορροφήσεως της ανώνυμης χρηματιστηριακής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΣΠΙΣ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΧΕΠΕΥ". Όπως προκύπτει όμως από το προσκομιζόμενο σε φωτοτυπία ενημερωτικό δελτίο της ΑSΡΙS ΒΑΝΚ η εναγομένη ιδρύθηκε το έτος 1992 ως ΑΣΠΙΣ ΣΤΕΓΑΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ και με την υπ' αρ Κ2-13660/26.10.2001, απόφαση του Υπουργείου Ανάπτυξης, που δημοσιεύθηκε στις 29.10.2001 (ΦΕΚ 9585/29.10.2001) τροποποιήθηκε το καταστατικό της ως προς την επωνυμία της και από ΑΣΠΙΣ ΣΤΕΓΑΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ έγινε ΑSΡΙS ΒΑΝΚ ΑΤΕ. Με τα δεδομένα αυτά είναι πρόδηλο ότι πρόκειται για το ίδιο νομικό πρόσωπο που από παραδρομή αναφέρεται στην κλήση του ενάγοντος και στην εκκαλούμενη απόφαση με την προηγούμενη επωνυμία του. Η εσφαλμένη όμως αναφορά της επωνυμίας του εν λόγω νομικού προσώπου (συνεχίζει το Εφετείο) ουδεμία αμφιβολία δημιουργεί ως προς την ταυτότητά του και, ως εκ τούτου, δεν καθιστά ελαττωματική την εκκαλούμενη απόφαση. Με βάση δε τις ανωτέρω παραδοχές, απέρριψε τον σχετικό λόγο εφέσεως της αναιρεσείουσας. Κρίνοντας έτσι, το εφετείο δεν υπέπεσε, σύμφωνα με τα εκτεθέντα, στην αναιρετική πλημμέλεια της παρά τον νόμο μη κήρυξης απαραδέκτου και ο περί του αντιθέτου, από το άρθρο 559 αριθ. 14 (όχι και 1), πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 εδ. γ` ΚΠολ.Δικ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση.
Αρκεί δε η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφιβόλως η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, προβάλλεται, η από το άρθρο 559 αριθ. 11γ Κ.Πολ.Δικ.
αιτίαση, ότι δηλαδή το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκε και προσκόμισε η αναιρεσείουσα, ήτοι τις υπ' αριθμ. 8776/24-1-1996, 9562/20-3-1996, 9593/22-3-96, 9951/18-4-96, 10108/25-4-96 και 10272/7-5-96 έξι αποδείξεις εισπράξεως των αναφερομένων σ' αυτές ποσών, συνολικού ύψους 53.397,205 δραχμών, από τις οποίες αποδεικνύεται, κατά την αναιρεσείουσα, ότι επέστρεψε στον αναιρεσίβλητο τα ποσά που κατέβαλε εκείνος για λογαριασμό της στους πελάτες του, με ισόποση πίστωση αυθημερόν του λογαριασμού του.
Ο λόγος είναι αβάσιμος, διότι από την περιεχόμενη στη προσβαλλόμενη απόφασή του βεβαίωση, ότι έλαβε υπόψη του, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με την κρίση του, περί μη αποδείξεως του σχετικού ισχυρισμού, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία για την εκ μέρους του Εφετείου συνεκτίμηση και των εν λόγω αποδεικτικών εγγράφων.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 340, 345, 346 Α.Κ., 215 παρ. 1 εδαφ. α` και 221 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι η επίδοση στον εναγόμενο αγωγής, για επιδίκαση χρηματικής απαιτήσεως είναι όχι μόνο διαδικαστική πράξη αλλά και οιονεί δικαιοπραξία οχλήσεως, ενέχουσα πρόσκληση από τον δανειστή προς τον οφειλέτη για την εκπλήρωση της παροχής.
Έτσι, η επίδοση της αγωγής, ανεξάρτητα από το ότι αποτελεί διαδικαστική πράξη συνεπαγόμενη την τοκογονία του ληξιπρόθεσμου χρέους χωρίς υπερημερία του εναγομένου οφειλέτη (άρθρο 346 Α.Κ.), είναι και όχληση καθιστώσα τον οφειλέτη υπερήμερο και υπόχρεο να πληρώσει τον νόμιμο τόκο υπερημερίας (Α.Κ. 340). Η υποχρέωση αυτή δεν είναι συνέπεια της ασκήσεως της αγωγής, αλλά της όχληση, η οποία και όταν ασκείται με την αγωγή δεν αποβάλλει την αυτοτέλειά της.
Η κατά τα άρθρα 294, 295 παρ. 1 και 297 ΚΠολΔ παραίτηση του ενάγοντος από το δικόγραφο της αγωγής, καθώς και ο κατά τα άρθρα 223 και 224 ΚΠολΔ γενόμενος με τις προτάσεις του περιορισμός του καταψηφιστικού αιτήματός της σε αναγνωριστικό, επιφέρουν την ανατροπή εξ υπαρχής μόνο των αποτελεσμάτων που επήλθαν με και από την άσκηση της αγωγής, χωρίς να επηρεάζουν τον χαρακτήρα της επιδόσεώς της ως οχλήσεως δημιουργικής υπερημερίας του οφειλέτη και οφειλής των αντίστοιχων τόκων σύμφωνα με το άρθρο 345 ΑΚ (Ολ ΑΠ 13/1994).
Εξάλλου, στο υποβαλλόμενο με την αγωγή αίτημα, περί επιδικάσεως τόκων λόγω προηγηθείσας δικαστικής ή εξώδικης όχλησης του οφειλέτη - από χρονική αφετηρία προγενέστερη της επιδόσεως της αγωγής, περιλαμβάνεται, εφόσον δεν αναφέρεται σ' αυτήν το αντίθετο, και αίτημα περί επιδικάσεως τόκων από της επιδόσεώς της, επειδή στο μεγαλύτερο χρονικό διάστημα το οποίο ανάγεται στο αίτημα των τόκων περιλαμβάνεται και το μικρότερο διάστημα που αρχίζει από την επίδοση της αγωγής.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, ο αναιρεσίβλητος με την αγωγή του ζήτησε την καταψήφιση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας στην καταβολή ποσού 99.098.512 δραχμών το οποίο δαπάνησε για την κανονική εκτέλεση της καταρτισθείσας μεταξύ τους συμβάσεως εντολής, με το νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταβολής κάθε ποσού, άλλως από της κατά την 6-8-1996 όχληση της αναιρεσείουσας, άλλως από την επίδοση της αγωγής.
Με τις προτάσεις του κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής, περιόρισε παραδεκτά εν μέρει το καταψηφιστικό αίτημα στο ποσό των 20.000.000 δραχμών, την καταβολή του οποίου ζήτησε εντόκως κατά τις ανωτέρω διακρίσεις. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε εξ ολοκλήρου την αγωγή ως προς το αιτηθέν κεφάλαιο, αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης προς καταβολή του αιτηθέντος κεφαλαίου και επιδίκασε εξ αυτού ποσό 58.694,06 ευρώ με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, κρίναν ως μη αποδειχθείσα προγενέστερη όχληση.
Κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης άσκησε έφεση ο αναιρεσίβλητος, παραπονούμενος, πλην άλλων, και για την μη επιδίκαση τόκων επί του αναγνωριστικού αγωγικού αιτήματος. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, εξαφάνισε, κατ' αποδοχή της εν λόγω εφέσεως του αναιρεσιβλήτου, την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και ακολούθως, δεχθέν ότι το αίτημα αναγνωρίσεως οφειλής τόκων από την επίδοση της αγωγής είναι νόμιμο, εκ του ότι στο αίτημα για επιδίκαση τόκων από την επομένη ημέρα που καταβλήθηκε κάθε επί μέρους ποσό εμπεριέχεται και αίτημα για επιδίκαση τόκων από την επίδοση της αγωγής, αναγνώρισε την υποχρέωση της αναιρεσείουσας προς καταβολή νομίμων τόκων, επί του αναγνωρισθέντος ως οφειλομένου κεφαλαίου, από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής.
Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο δεν παραβίασε τις αναφερόμενες πιο πάνω διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου και, συνεπώς, ο περί του αντιθέτου τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατ' εκτίμηση από το άρθρο 559 αριθμ. 1ΚΠολΔ (και όχι 14, εφόσον δεν πρόκειται για παραβίαση δικονομικής διατάξεως), είναι αβάσιμος.
Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 522, 535 και 536 ΚΠολΔ, δια της ασκήσεως της εφέσεως η υπόθεση μεταβιβάζεται στο Εφετείο κατά τα δια της εφέσεως και των πρόσθετων λόγων καθοριζόμενα όρια. Με τον τελευταίο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο ότι, αν και εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατ' αποδοχή της εφέσεως του αναιρεσιβλήτου και δίκασε επί της αγωγής, εντούτοις δεν εξέτασε την ανταγωγή που είχε ασκήσει η ίδια (αναιρεσείουσα) στον πρώτο βαθμό, παρόλο που σχετικό περί αυτής κεφάλαιο είχε εκκληθεί από τον αναιρεσίβλητο. Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, η ανταγωγή της αναιρεσείουσας είχε απορριφθεί ως αόριστη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και η τελευταία δεν είχε προσβάλει την εν λόγω απόρριψη με λόγο εφέσεως ενώ ο αντίστοιχος λόγος της εφέσεως του αναιρεσιβλήτου κατά το κεφάλαιο της ανταγωγής απορρίφθηκε ως αόριστος. Επομένως, ο προκείμενος, κατ' εκτίμηση από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ (όχι 1 και 14), λόγος είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης με παράλληλη καταδίκη της αναιρεσείουσας στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21 Μαΐου 2008 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ASPIS BANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" για αναίρεση της υπ' αριθ. 639/2008 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Ιουνίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ