Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and rejection of evidence evaluation arguments.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeals' decision regarding inheritance rights. The appellant argued that the lower court incorrectly interpreted medical autopsy reports concerning the timing of deaths, but the court found no error in the factual assessment. The appeal was rejected because the Court of Appeals properly evaluated the evidence and applied the legal presumption of simultaneous death under Article 38 of the Civil Code.
Legislator headnote
AI generatedArticles 242, 573, 576, 216, 559 of the Code of Civil Procedure; Article 38 of the Civil Code: The Supreme Court rejects an appeal where the lower court's evaluation of evidence and application of legal presumptions regarding the timing of death and inheritance are not subject to review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1126 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1126/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 19 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Τoυ αναιρεσείντος: Χ1, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Παναγιωτόπουλο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. ... και 2. ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-12-2001 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4772/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 1680/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-5-2006 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Μιτσιάλης ανέγνωσε την από 11-10-2007 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη Μιχαήλ Θεοχαρίδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις εκθέσεις επίδοσης ..., ..., .. και ... του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Κορίνθου ..., τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων, που επισπεύδει τη συζήτηση της υπό κρίση από 15-5-2006 αίτησης αναίρεσης, προκύπτει αφενός μεν ότι ακριβές αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης για την αρχική δικάσιμο της 24-10-2007 επιδόθηκε στους αναιρεσίβλητους και αφετέρου ότι ακριβές αντίγραφο της από 2-11-2007 βεβαίωσης του Αρείου Πάγου με αρ. πρωτ. 243/2007, από την οποία προκύπτει ότι η ως άνω αίτηση αναίρεσης αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, με κλήση προς τους αναιρεσιβλήτους για να παραστούν κατά τη συζήτησή της, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα σ' αυτούς. Όμως οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν κατά την πιο πάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 εδ. α' και γ' ίδιου Κώδικα).
ΙΙ. Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, η αγωγή πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που αναφέρονται σ' αυτό και τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 και 117 ΚΠολΔ, μεταξύ των οποίων και το όνομα, επώνυμο και πατρώνυμο όλων των διαδίκων, σε τρόπον ώστε να μη γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητα αυτών. Η παράλειψη ή η εσφαλμένη αναγραφή κάποιου από τα στοιχεία αυτά, εφόσον δεν δημιουργείται εντεύθεν αμφιβολία για την ταυτότητα του διαδίκου, δεν επάγεται ακυρότητα του δικογράφου (ΑΠ 1093/1997).
Εξάλλου η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοστεί, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας, για την κρίση του ως προς το νόμω βάσιμο της αγωγής, είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί, για τη θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος, είτε αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία.
Αντιθέτως, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής υπάρχει, αν ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν προϋπόθεση για την εφαρμογή του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής. Στην περίπτωση αυτή η αγωγή απορρίπτεται ως αόριστη και η σχετική παράβαση ελέγχεται αναιρετικά με τους λόγους του άρθρου 559 αρ. 8 ή 14 του ΚΠολΔ.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο, κατά το πρώτο τμήμα του, λόγο αναίρεσης, ο οποίος, όπως ορθώς εκτιμάται, είναι από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ και όχι από τον επικαλούμενο αριθμό 1 του ίδιου άρθρου, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι η ένδικη αγωγή είναι αόριστη και, συνεπώς, το δικαστήριο της ουσίας έπρεπε να την απορρίψει ως απαράδεκτη, επειδή δεν αναφέρει τα πατρώνυμα των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων.
Όπως, όμως, προκύπτει, από την επιτρεπτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) εκτίμηση του περιεχομένου της ένδικης αγωγής, από την παράλειψη αυτή δεν δημιουργείται αμφιβολία για την ταυτότητα των εναγόντων. Επομένως ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α' του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Για να είναι ορισμένος και κατά συνέπεια παραδεκτός ο από την ανωτέρω διάταξη λόγος αναίρεσης, θα πρέπει σ' αυτόν να προσδιορίζεται, όχι μόνο η ουσιαστική διάταξη νόμου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, αλλά και το νομικό σφάλμα που αποδίδεται στην απόφαση, σε σχέση με την. Ερμηνεία, την εφαρμογή ή τη μη εφαρμογή της διάταξης αυτής (Ολ.
ΑΠ 32/1996), αφού διαφορετικά δεν εξειδικεύεται το αντικείμενο του αναιρετικού ελέγχου, γεγονός που σημαίνει ότι αν, παρά τη μη εξειδίκευση αυτή, θεωρούνταν ορισμένος ο σχετικός λόγος θα είχε ανατεθεί στον Άρειο Πάγο, όχι απλώς η κρίση για το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων αναίρεσης, αλλά και η διατύπωση αυτών, μετά από αναζήτηση των σφαλμάτων της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, κατά παράβαση της βασικής δικονομικής αρχής της διάθεσης (άρθρο 106 ΚΠολΔ).
Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης αναφέρεται σε παραβίαση, κανόνων ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνων που ρυθμίζουν τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλουν κυρώσεις για τη μη τήρησή τους, και συνεπώς δεν στοιχειοθετείται όταν αφορά παραβάσεις δικονομικών κανόνων δικαίου.
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 1871 ΑΚ, ο κληρονόμος έχει δικαίωμα να απαιτήσει από εκείνον που κατακρατεί ως κληρονόμος αντικείμενα της κληρονομιάς (νομέας κληρονομιάς) την αναγνώριση του κληρονομικού δικαιώματος και την απόδοση της κληρονομιάς ή κάποιου αντικειμένου από αυτήν. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι τα στοιχεία της αγωγής περί κλήρου, η οποία αποσκοπεί στην προστασία του καθολικού κληρονομικού δικαιώματος, είναι τα εξής:
α) ο θάνατος του διαθέτη, β) το κληρονομικό δικαίωμα του ενάγοντος, λόγω συγγενικής σχέσης με τον κληρονομούμενο, ή από διαθήκη, γ) ότι ο κληρονομούμενος είχε στη νομή ή κατοχή του τα κληρονομιαία πράγματα και δ) ότι ο εναγόμενος κατακρατεί τα κληρονομιαία αντικείμενα ως κληρονόμος, αντιποιούμενος κληρονομικό δικαίωμα (βλ.
ΑΠ 788/2005). Δεν αποτελούν όμως στοιχείο της βάσης της αγωγής αυτής η αποδοχή και η μεταγραφή της κληρονομίας και η κυριότητα των εναγόντων στα αντικείμενα της κληρονομίας, εφόσον η αγωγή δεν περιέχει διεκδίκηση, έστω και εάν ζητείται η απόδοση στον ενάγοντα των αντικειμένων της κληρονομίας (βλ. ΑΠ 142/2002, 1374/2000, 1500/1999).
Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον πρώτο, μέρος δεύτερο, λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτίαση από το άνω άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο, με το να κρίνει ότι " για τη θεμελίωση κατά το νόμο της ένδικης περί κλήρου αγωγής των αναιρεσιβλήτων κατ' αυτού δεν αποτελούν αναγκαία στοιχεία αυτής η αποδοχή και η μεταγραφή της κληρονομίας από τους ενάγοντες κληρονόμους" και ακολούθως να απορρίψει την προβληθείσα με λόγο της έφεσής του ένσταση αυτού περί αοριστίας της αγωγής, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1710, 1846, 1193, 1195, 1198 και 1199 του ΑΚ, τις οποίες το Εφετείο εσφαλμένα, κατ' αυτόν, ερμήνευσε.
Ενόψει όμως του ότι, σύμφωνα με την προεκτεθείσα σκέψη, τα παραπάνω στοιχεία (αποδοχή και μεταγραφή της κληρονομίας) δεν αποτελούν αναγκαία στοιχεία για τη θεμελίωση της περί κλήρου αγωγής, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά τα τμήματα αυτού τρίτο και πέμπτο, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με τα οποία προβάλλονται οι αιτιάσεις ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις του Ν.Δ. 118/1973, με το να δεχθεί ότι δεν απαιτείται η προσκομιδή πιστοποιητικού 'ότι υποβλήθηκε δήλωση φόρου κληρονομίας και το άρθρο 782 ΚΠολΔ, με το να μην προσφύγει στο Μονομελές Πρωτοδικείο για τη διόρθωση των ληξιαρχικών πράξεων, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί οι διατάξεις αυτές θεσπίζουν κανόνες δικονομικού δικαίου και η παραβίασή τους δεν ιδρύει τον από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης.
Τέλος ο ίδιος λόγος, κατά το τέταρτο τμήμα του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις του Ν. 344/1976 "περί ληξιαρχικών πράξεων", με το να δεχθεί ότι δεν αποδεικνύεται ποιός προαποβίωσε, είναι απορριπτέος ως αόριστος, αφού δεν εξ εξειδικεύεται στο αναιρετήριο το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, δηλαδή που ακριβώς εντοπίζεται η παράβαση κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή του κανόνα δικαίου.
IV. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται, στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει, εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.
ΑΠ 24/1992). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έκτο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο, που έκρινε βάσιμη την αγωγή των αναιρεσιβλήτων περί αναγνωρίσεως του εξ αδιαθέτου κληρονομικού δικαιώματος τους, κατά ποσοστό 1Α εξ αδιαιρέτου για τον καθένα, επί της κληρονομιάς της Θ1 συζ.
Χ1, θυγατέρας του πρώτου και αδελφής του δευτέρου τούτων, η οποία σκοτώθηκε μαζί με τα δύο τέκνα αυτής και του αναιρεσείοντος συζύγου της Τ1 και Τ2, συνεπεία κατάρρευσης της αναφερόμενης οικοδομής κατά το σεισμό που έγινε στις 7-9-1999, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα του ακριβούς χρόνου κατά τον οποίο επήλθε ο θάνατος των συγγενών του αυτών γιατί, α) ενώ δέχεται "την ύπαρξη σοβαρών σωματικών, κακώσεων, από τις οποίες, όπως βεβαιώνεται στις σχετικές ιατροδικαστικές εκθέσεις νεκροψίας και νεκροτομίας, το πτώμα της θυγατέρας, του Τ1 ήταν σε αρχόμενη σήψη, ενώ της συζύγου του σε σήψη", ακολούθως έκρινε αναιτιολόγητα ότι από τις εκθέσεις αυτές δε μπορεί να συναχθεί ασφαλές συμπέρασμα ότι η θυγατέρα του απεβίωσε μετά από τη μητέρα της, και β) ενώ δέχεται ότι "και αν ακόμη είναι αληθές ότι η θυγατέρα του φώναζε, ενώ η σύζυγός του δεν φώναζε", έκρινε ότι αυτό δεν σημαίνει οπωσδήποτε ότι η τελευταία ήταν νεκρή και για το λόγο αυτό δεν φώναζε".
Όμως οι αιτιάσεις αυτές ανάγονται αποκλειστικά στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού του πορίσματος, η οποία δεν υπόκειται στον, έλεγχο του Αρείου Πάγου, εφόσον το πόρισμα που έχει εξαχθεί από τις αποδείξεις, ότι δηλαδή δεν αποδεικνύεται με βεβαιότητα ο ακριβής χρόνος του θανάτου καθενός από τους ανωτέρω τρεις θανόντες και ποιος από αυτούς επέζησε του άλλου κα συνεπώς τεκμαίρεται, κατ' άρθρο 38 του ΑΚ, ότι όλοι πέθαναν ταυτόχρονα, διατυπώνεται με πληρότητα και σαφήνεια στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Επομένως ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
V. Κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 και 20 του ίδιου Κώδικα. Επομένως ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων υπό την επίκληση του αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αριθ.8 του ΚΠολΔ, προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις που ανάγονται αποκλειστικά στην εκτίμηση αποδείξεων και πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας σε σχέση με τον ακριβή χρόνο θανάτου της κληρονομούμενης συζύγου του Θ1, και των τέκνων τους Τ1 και Τ2, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι οι αιτιάσεις αυτές πλήττουν την ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου και δεν υπόκεινται έτσι στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
VI. Κατά το άρθρο 559 αριθ.9 περ. γ' του ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση και όταν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως αίτηση αδίκαστη νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση παροχής δικαστικής προστασίας που δημιουργεί χωριστό αντικείμενο δίκης και εκκρεμοδικία .
Συνεπώς ο προκείμενος λόγος δεν αφορά ισχυρισμούς των διαδίκων, οι οποίοι, όταν συνιστούν εκστάσεις ή αντενστάσεις υπάγονται στον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ. Επομένως ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να αγνοήσει τον ισχυρισμό του ότι "τα περιουσιακά στοιχεία που κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή φέρεται ότι κατέλειπε κατά το χρόνο του θανάτου της η κληρονομούμενη σύζυγός του Θ1 αποκτήθηκαν με δικά του χρήματα, αλλά στο όνομα εκείνης, λόγω δωρεάς", υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 9 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι ο ισχυρισμός αυτός δεν συνιστά "αίτηση" κατά την έννοια της τελευταίας διάταξης. Η ίδια αιτίαση δεν θεμελιώνει ούτε τον από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, διότι ο ανωτέρω φερόμενος ως αγνοηθείς ισχυρισμός του αναιρεσείοντος συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της ιστορικής βάσης της αγωγής και δη του θεμελιούντος τη βάση αυτής ισχυρισμού των αναιρεσιβλήτων ότι η κληρονομουμένη κατά το χρόνο του θανάτου της είχε στη νομή ή κατοχή της τα κληρονομιαία πράγματα, και συνεπώς δεν αποτελεί ουσιώδες για την έκβαση της δίκης πράγμα.
VII. Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.10 εδ. β' ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή της με το άρθρο 17 παρ.2 του ν. 2915/2001, οριζόταν ότι επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά.
Λόγω της κατάργησης, όμως, με το ν. 2915/2001, της προδικαστικής περί αποδείξεως απόφασης σε όλα τα πολιτικά δικαστήρια, τροποποιήθηκε, με το άνω άρθρο 17 παρ.2 του ίδιου ν. 2915/2001, και η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 559 αριθ.10 του ΚΠολΔ, με την οποία, όπως αυτή ισχύει από 1-1-2002, ορίζεται πλέον ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.
Έτσι μετά την τροποποίηση της διάταξης αυτής του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ δεν ιδρύεται πλέον λόγος αναίρεσης και στην περίπτωση που το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα ως αληθινά χωρίς να διατάξει γι' αυτά απόδειξη. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δικογραφίας, η διαφορά για την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, εκδικάστηκε σε πρώτο βαθμό από το Πολυμελές Πρωτοδικείο στις 10-11-2003, δηλαδή μετά την έναρξη ισχύος του ν. 2915/2001.
Επομένως ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο δέχθηκε ως αληθές ότι "και οι τρεις θανόντες, (ήτοι η σύζυγος και τα δύο τέκνα αυτού), συνεπεία κατάρρευσης της αναφερόμενης οικοδομής κατά το σεισμό που έλαβε χώρα στις 7-9-1999, πέθαναν ταυτόχρονα", χωρίς να διατάξει απόδειξη για την ημερομηνία και την ώρα θανάτου καθενός από αυτούς, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
VIII. Ο από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης της παραβίασης των ορισμών, του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας προσδίδει σε αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που προσδίδει σ' αυτό ο νόμος, ενώ δε δημιουργείται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο συνεκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα σ' ένα από αυτά.
Για να θεμελιωθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης απαιτείται να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο α) για την απόδειξη ποιου συγκεκριμένου ισχυρισμού προσκομίσθηκε το σχετικό αποδεικτικό μέσο, καθώς και ποια επίδραση θα ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης, β) ποια είναι η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε σ' αυτό από το δικαστήριο της ουσίας, και γ) ποιο είναι ως προς το αποδεικτικό μέσο το σχετικό σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης.
Αν λείπει έστω και ένα από τα στοιχεία αυτά ο λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αόριστος. Επομένως ο πέμπτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο τμήμα του, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την αποδεικτική δύναμη "των δηλώσεων φόρου κληρονομίας που υπέβαλε αυτός στις αρμόδιες Δ.Ο.Υ.
και της υπ' αριθμ. ... συμβολαιογραφικής πράξης που συντάχθηκε για τη δήλωση του αποδοχής κληρονομίας", είναι απορριπτέος ως αόριστος, εφόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο για την απόδειξη ποιού συγκεκριμένου ισχυρισμού προσκομίστηκαν τα έγγραφα αυτά, ποιά ήταν η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε σε καθένα από αυτά και σε τι συνίσταται το σχετικό σφάλμα της απόφασης.
ΙΧ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 438 και 440 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι για όσα γεγονότα βεβαιώνονται σε δημόσια έγγραφα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται οι ιατροδικαστικές εκθέσεις και οι ληξιαρχικές πράξεις (άρθρ. 12 παρ. 1 εδ. α' και β' του ν. 344/1976 "περί ληξιαρχικών πράξεων", την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει ο συντάκτης του, υπάρχει πλήρης απόδειξη. Στην περίπτωση όμως αυτή δεν επιβάλλεται η προσβολή του εγγράφου ως πλαστού, αλλά αρκεί απλή ανταπόδειξη, με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο, συμπεριλαμβανομένων και των μαρτύρων (βλ. ΑΠ 366/2004, 11/2004, 88/2003, ΑΠ 260/86). Επομένως ο πέμπτος, κατά το πρώτο τμήμα του, από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδεις την προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την αποδεικτική δύναμη "των ιατροδικαστικών εκθέσεων νεκροψίας και νεκροτομής των θανόντων και των ληξιαρχικών πράξεων θανάτων που είναι δημόσια έγγραφα και αποτελούν πλήρη απόδειξη για όσα γεγονότα βεβαιώνονται σ' αυτές, με το να δεχθεί ότι δεν επιβάλλεται η προσβολή του εγγράφου ως πλαστού, αλλά αρκεί απλή ανταπόδειξη, είναι, σύμφωνα με την προεκτεθείσα σκέψη, αβάσιμος.
Χ. Ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, εγγράφου, δηλαδή υπέπεσε σε λάθος κατά την ανάγνωση του εγγράφου, με το να αποδώσει σ' αυτό περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από το αληθινό, στη συνέχεια δε κατέληξε, στηριζόμενο σ' αυτό μόνο ή κυρίως σ' αυτό, στην περίπτωση συνεκτίμησης με άλλα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα πόρισμα για πραγματικά γεγονότα που έχουν επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Επομένως δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο, χωρίς να αναγνώσει εσφαλμένα το έγγραφο, εκτίμησε το περιεχόμενό του και μετά τη συνεκτίμησή του και με τις υπόλοιπες αποδείξεις κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, μη αποδίδοντας σ' αυτό, την αποδεικτική αξία που του αποδίδει ο τελευταίος.
Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρέσεων με τον έβδομο, μέρος πρώτο, λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ.20 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των υπ' αριθμ.... και ... ιατροδικαστικών εκθέσεων Νεκροψίας- Νεκροτομής, αφού, ενώ στις ιατροδικαστικές αυτές εκθέσεις αναφέρεται, στην πρώτη, που αφορά τη σύζυγό του Θ1 ότι "το πτώμα αυτής παρουσίαζε αλλοιώσεις προχωρημένης σήψεως" και στη δεύτερη, που αφορά τη θυγατέρα του Τ1, ότι "το πτώμα αυτής ήταν σε κατάσταση αρχόμενης σήψεως", το Εφετείο δέχθηκε εσφαλμένα ότι από τα εν λόγω έγγραφα δεν μπορεί να συναχθεί ασφαλές συμπέρασμα για το ότι η θυγατέρα του Τ1 πέθανε μετά τη μητέρα της και σύζυγο αυτού Θ1.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, με αυτήν το Εφετείο δέχθηκε ότι από τις ανωτέρω δύο ιατροδικαστικές εκθέσεις και την υπ' αριθμ.... ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας-νεκροτομής, που αφορά τον γιο του αναιρεσείοντος Τ2, στις οποίες, αφενός αναφέρεται, ως δηλούμενη ημερομηνία θανάτου του προσώπου στο οποίο η καθεμιά αφορά, η ημερομηνία ανάσυρσής του από τα ερείπια της οικοδομής και όχι η πραγματική ημερομηνία του θανάτου του, και αφετέρου δεν προσδιορίζεται ο χρόνος που είχε περάσει από το θάνατο καθενός από τους θανόντες αυτούς μέχρι τη διενέργεια της νεκροψίας, δεν αποδεικνύεται ο ακριβής χρόνος του θανάτου καθενός από τους εν λόγω τρεις θανόντες και ποιος από αυτούς επέζησε, του άλλου, δηλαδή ανέγνωσε ορθώς όπως έχουν τα έγγραφα αυτά, πλην όμως αξιολογώντας το περιεχόμενό τους, μετά από εκτίμηση και των λοιπών αποδείξεων, κατέληξε στο πιό πάνω αποδεικτικό πόρισμά του, με βάση το οποίο έκρινε ότι, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 38 του ΑΚ, τεκμαίρεται ότι όλοι οι ανωτέρω θανόντες πέθαναν ταυτόχρονα και επομένως κανένας από αυτούς δεν κληρονόμησε τον άλλο.
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο ο αναιρεσείων υπό την επίκληση του αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αριθ.20 του ΚΠολΔ προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις που ανάγονται αποκλειστικά στην εκτίμηση αποδείξεων και πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας σε σχέση με τον ακριβή χρόνο θανάτου των προαναφερομένων τριών προσώπων, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι οι αιτιάσεις αυτές δεν υπόκειται στον έλεγχο, του Αρείου Πάγου.
ΧΙ. Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-5-2006 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της 1680/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Μαρτίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Μαΐου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ