Legislator Case Law & Legislation
1125/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, finding no waiver of right to appeal occurred.

Case Number 1125/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Third Instance Court's ruling. The appellant argued the lower court's reasoning was contradictory and violated Article 1719 of the Civil Code, claiming the deceased lacked testamentary capacity due to Alzheimer's. The court rejected this, noting the Third Instance explicitly found the deceased suffered from mental decline compatible with her age but not incapacitated for making a will, rendering the appellant's claim of contradiction baseless. Consequently, the appeal was declared inadmissible for lack of legal interest, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 294, 297, 298, 299 of the Code of Civil Procedure; Articles 68, 73, 553, 577 of the Code of Civil Procedure: A party's voluntary compliance with a final judgment does not constitute a waiver of the right to appeal, and an appeal based on contradictory reasoning in the lower court's decision is inadmissible if the reasoning is internally consistent.

Keywords

AI generated
waiver of appeal rights contradictory reasoning inadmissible appeal lack of legal interest Article 1719 Civil Code testamentary capacity Alzheimer's disease

Cited Legislation

AI generated
Articles 294, 297, 298 and 299 of the Code of Civil Procedure
Articles 68, 73, 553 paragraph 1 and 577 paragraph 1 and 2 of the Code of Civil Procedure
Article 1719 of the Civil Code
Article 561 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Plenary 15/2008
Supreme Court 914/2015
Supreme Court 51/2015
Supreme Court 583/2020
Supreme Court 604/2018
Supreme Court 637/2014
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1125 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1125/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη-Εισηγητή, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 15 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Κ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Διώνη Σκάντζου, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Φ. συζύγου Ν. Π., το γένος Β. και Α. Β., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Ανδρέου, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-9-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14720/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου που κήρυξε εαυτό καθ' ύλην αναρμόδιο και παρέπεμψε την αγωγή προς εκδίκαση ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, 14720/2018 του τελευταίου Δικαστηρίου και 612/2020 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25-9-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 297, 298 και 299 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αποδοχή της απόφασης, πριν από την άσκηση κάποιου ένδικου μέσου κατ' αυτής, η οποία υποδηλώνει παραίτηση από το δικαίωμα της άσκησής του, δεν υπόκειται σε ορισμένο διαδικαστικό τύπο, όπως εκείνη που γίνεται μετά την άσκηση του ένδικου μέσου, και μπορεί να γίνει είτε ρητά, με την τήρηση των διατυπώσεων που διαγράφονται στη διάταξη του άρθρου 297 ΚΠολΔ και, συγκεκριμένα, με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο αυτού που παραιτείται, είτε σιωπηρά, με δηλώσεις ή πράξεις από τις οποίες συνάγεται αναγκαίως ο σκοπός για την αποδοχή της απόφασης (ΑΠ Ολομ. 15/2008, ΑΠ 914/2015, ΑΠ 51/2015). Τέτοια σιωπηρή αποδοχή, πάντως, δεν ενέχει καθ' εαυτήν η εκούσια συμμόρφωση του αναιρεσείοντος προς το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλόμενης τελεσίδικης απόφασης, αφού αυτή γίνεται προς αποτροπή της αναγκαστικής εκτέλεσης, καθώς και των επαγόμενων από την ίδια απόφαση έννομων συνεπειών (ΑΠ 583/2020, ΑΠ 604/2018, ΑΠ 637/2014, ΑΠ 914/2015).

Εξ άλλου, η νομότυπη αποδοχή της απόφασης έχει ως δικονομική έννομη συνέπεια την απόρριψη, ως απαραδέκτου, του ένδικου μέσου που ασκήθηκε κατ' αυτής, για έλλειψη έννομου συμφέροντος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 68, 73, 553 παρ. 1 και 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ (ΑΠ Ολομ. 15/2008, ΑΠ 583/2020, ΑΠ 604/2018, ΑΠ 914/2015).

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσίβλητη με τις προτάσεις της, που κατέθεσε εμπρόθεσμα, σύμφωνα με το άρθρο 570 παρ. 1 ΚΠολΔ, προτείνει την ένσταση του απαραδέκτου της ένδικης, από 25-09-2020, αίτησης αναίρεσης, διότι ο αναιρεσείων, πριν από την άσκηση αυτής, και συγκεκριμένα στις 15-06-2020, κατέθεσε στον αναφερόμενο τραπεζικό λογαριασμό του πληρεξουσίου της δικηγόρου το συνολικό ποσό των 1.230,00 ευρώ, με αιτιολογία την εξόφληση των δικαστικών εξόδων για τις αποφάσεις 9719/2014 (του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης), 14720/2018 (του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης) και 612/2020 (του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης), χωρίς περαιτέρω να διατυπώνεται στην κατάθεση αυτή κάποια επιφύλαξη για την εκ μέρους του αναιρεσείοντος άσκηση ενδίκων μέσων κατά της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου.

Ότι από την ανεπιφύλακτη αυτή καταβολή της δικαστικής δαπάνης των προηγούμενων δικών εκ μέρους του αναιρεσείοντος, τεκμαίρεται η σιωπηρή αποδοχή από αυτόν της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, καθώς και η σιωπηρή παραίτησή του από το δικαίωμα άσκησης του ενδίκου μέσου της αναίρεσης, η οποία για το λόγο αυτό είναι απορριπτέα, ως απαράδεκτη, για έλλειψης εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος.

Η ένσταση αυτή είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, αφού η συμμόρφωση του αναιρεσείοντος στο διατακτικό των αναφερομένων αποφάσεων και ειδικότερα στις διατάξεις αυτών περί επιβολής σε βάρος του της δικαστικής δαπάνης των σχετικών δικών, είναι προφανές ότι έλαβε χώρα για την αποτροπή αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος του και την αποφυγή δημιουργίας επί πλέον εξόδων, που θα συνεπαγόταν γι' αυτόν η έναρξη της αναγκαστικής εκτέλεσης και συνεπώς, η ανωτέρω καταβολή του ποσού των 1.230,00 ευρώ, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως σιωπηρή παραίτησή του από το δικαίωμά του για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης.

Με την κρινόμενη από 25-09-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται, κατά το κεφάλαιό της που αφορά τον αναιρεσείοντα, η 612/2020 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία και με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του αναιρεσείοντος και της Μ.

Κ. κατά της 14720/2018 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Με την τελευταία αυτή απόφαση απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 20-09-2012 αγωγή των ανωτέρω εκκαλούντων, με την οποία είχαν ζητήσει, για τους λόγους που εξέθεταν στην αγωγή, ο μεν πρώτος εξ αυτών και ήδη αναιρεσείων, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της ...-2004 δημόσιας διαθήκης της Κ.

Π., η δε δεύτερη Μ. Κ., να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της ...-2007 δημόσιας διαθήκης της Σ. Γ. και να υποχρεωθεί η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη να τους αποδώσει τα περιγραφόμενα στην αγωγή διαμερίσματα, τα οποία απέκτησε, ως κληρονόμος, δυνάμει των ανωτέρω διαθηκών. Η ένδικη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή, ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης, δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα του δικαστηρίου ή των διαδίκων, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΑΠ 1551/2021, ΑΠ 1304/2021).

Ο από την ανωτέρω διάταξη λόγος αναίρεσης είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση γιατί παραβίασε εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε ο λόγος αναίρεσης θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, διότι πλήττει την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 1392/2023, ΑΠ 536/2022, ΑΠ 1055/2018, ΑΠ 1225/2018).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι έγιναν δεκτά από το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τις αποδείξεις κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) και κατά το ενδιαφέρον για την έρευνα του αναιρετικού λόγου μέρος της, που αφορά την αγωγή του αναιρεσείοντος για την αναγνώριση της ακυρότητας της διαθήκης της Κ.

Π., τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις ...-2011 απεβίωσε στη Θεσσαλονίκη και συγκεκριμένα στη γενική κλινική "ΛΥΣΙΜΑΧΟΣ ΣΑΡΑΦΙΑΝΟΣ ΑΕ", όπου νοσηλευόταν, η Κ. Π. του Γ., κάτοικος ..., με αιτία θανάτου βαριά σκληρυντική εγκεφαλοπάθεια, σηψαιμία και περιφερική κυκλοφορική ανεπάρκεια (βλ. υπ' αριθμ. .../2011 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου Θεσσαλονίκης).

Η ανωτέρω θανούσα άφησε αρχικά την υπ' αριθμ. ...-2002 δημόσια διαθήκη της, συνταχθείσα ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μ. Γ., που έχει δημοσιευθεί νόμιμα με το υπ' αριθμ. 170/27-1-2012 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία εγκατέστησε μοναδικό κληρονόμο της τον πρώτο ενάγοντα, Α.

Κ. του Γ., σ' ένα διαμέρισμα του δευτέρου ορόφου μιας οικοδομής, που βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη επί της οδού ... Εν συνεχεία, η πιο πάνω διαθέτιδα, με την υπ' αριθμ. ...-2004 δημόσια διαθήκη της, που συνετάγη ενώπιον της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου και δημοσιεύθηκε με το υπ' αριθμ. 1615/2-9-2011 πρακτικό συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ανακάλεσε την προαναφερόμενη δημόσια διαθήκη της, με την οποία είχε εγκαταστήσει κληρονόμο της τον πρώτο ενάγοντα και εγκατέστησε κληρονόμο της την αδελφή της Σ.

Ειδικότερα, επί λέξει δήλωσε: Ανακαλώ τη με αριθμό δέκα χιλιάδες εκατόν εξήντα δύο (10.162) της εικοστής εβδόμης (27ης) Ιουνίου του έτους δύο χιλιάδες δύο (2002) δημόσια διαθήκη μου, που συντάχθηκε ενώπιόν σας και επιθυμώ από τώρα και στο εξής να μην παράγει έννομα αποτελέσματα και εγκαθιστώ κληρονόμο μου την αδελφή μου Σ.

χήρα Χ. Γ. στο διαμέρισμά μου του δεύτερου ορόφου της οικοδομής που βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη, επί της οδού ..., που έχει πρόσοψη στην οδό και στην πρασσιά της οικοδομής". Η τελευταία αυτή διαθήκη συντάχθηκε νομότυπα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρ. 1729, 1730 και 1731 ΑΚ, ειδικότερα δε συντάχθηκε ενώπιον της προαναφερόμενης συμβολαιογράφου και παρουσία των μαρτύρων Φ.

συζ. Ν. Π., Ε. Μ. του Κ./νου και Κ. Ν. του Ι., οι οποίοι, όπως βεβαιώνεται, ήταν παρόντες καθ' όλη της διάρκεια της σύνταξής της, ως συμπράττοντα πρόσωπα. Επίσης, βεβαιώνεται στη διαθήκη ότι αυτή αναγνώσθηκε από τη συντάξασα συμβολαιογράφο δυνατά και καθαρά προς τη διαθέτιδα και τους μάρτυρες, οι οποίοι την άκουσαν και βεβαιώθηκε απ' όλους, υπογράφηκε δε, από τη διαθέτιδα.

Κανένας από τους προαναφερθέντες μάρτυρες, όπως δήλωσαν σε σχετική ερώτηση της συμβολαιογράφου, δεν ήταν συγγενής της διαθέτιδος σε ευθεία γραμμή ή έως και τον τρίτο βαθμό σε πλάγια γραμμή εξ αίματος ή εξ αγχιστείας, ούτε τιμώμενος μ' αυτή ή εκτελεστής, ή βρισκόταν προς την τιμώμενη στη διαθήκη σε κάποια από τις σχέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 1725 ΑΚ, μόνο δε το γεγονός ότι η εναγομένη, η οποία παραστάθηκε ως μάρτυρας στη διαθήκη αυτή, ορίσθηκε τιμώμενη στη συνταγείσα εν συνεχεία από την αδελφή της διαθέτιδας διαθήκη, όπως θα αναφερθεί παρακάτω, καμία ασφαλώς ακυρότητα δεν προκαλεί στην ένδικη διαθήκη, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι ενάγοντες, αντίθετα επιβεβαιώνει τους ισχυρισμούς της εναγομένης για τις φιλικές σχέσεις που διατηρούσε και με τις δύο αδελφές Κ.

και Σ. Επιπλέον, το γεγονός ότι στην ένδικη διαθήκη η συντάξασα συμβολαιογράφος δεν περιέλαβε διάταξη ως προς το ότι πείσθηκε αυτή (συμβ/φος) για τη σοβαρότητα της διάθεσης της διαθέτιδος από τη συνομιλία που είχε μαζί της, καθώς και ότι δεν υπάγεται η τελευταία (διαθέτης) σε καμμία από τις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 1719 ΑΚ, καμμία επιρροή δεν ασκεί στο κύρος της ένδικης διαθήκης και τούτο διότι η αναφορά αυτή, αφενός μεν δεν περιλαμβάνεται στα τυπικά στοιχεία που απαιτούνται κατά τις διατάξεις των άρθρων 1725-1737 ΑΚ να τηρηθούν κατά τη σύνταξη της δημόσιας διαθήκης, αφετέρου δε η μη αναφορά αυτή προφανώς οφείλεται στο γεγονός ότι η ίδια συμβολαιογράφος είχε συντάξει πριν από δύο χρόνια την έτερη διαθήκη της ίδιας διαθέτιδος με την οποία τιμώμενος ήταν ο πρώτος ενάγων, κατά την κατάρτιση της οποίας είχε εξηγήσει τις συνέπειες της σύνταξης μιας δημόσιας διαθήκης και είχε διαπιστώσει ότι αυτή (διαθέτης) δεν στερείται καμμία από τις αισθήσεις της, κατάσταση η οποία παρέμεινε αμετάβλητη κατά την κατάρτιση της ένδικης διαθήκης, όπως ευχερώς είχε τη δυνατότητα να διαπιστώσει η συντάξασα τη διαθήκη αυτή συμβολαιογράφος λόγω του μικρού χρονικού διαστήματος που είχε μεσολαβήσει από την κατάρτιση της πρώτης διαθήκης.

Σε κάθε περίπτωση, η τυχόν καταχωρηθείσα στη δημόσια διαθήκη βεβαίωση του συμβολαιογράφου για την ικανότητα του διαθέτη να συντάξει διαθήκη κατά το άρθρο 1719 εδάφιο 3 ΑΚ αποτελεί υποκειμενική κρίση και αντίληψη αυτού και μπορεί να ανατραπεί με απλή απόδειξη για το αντίθετο, χωρίς προσβολή της διαθήκης για πλαστότητα, με την αντίστοιχη αποδεικτική αξία ως προς το θέμα αυτό.

Με την ένδικη αγωγή, ο πρώτος ενάγων και ήδη πρώτος εκκαλών επικαλείται ότι η διαθέτης κατά το χρόνο σύνταξης της ανωτέρω διαθήκης, αλλά και πριν απ' αυτόν, ήδη από το έτος 2003, ήταν ανίκανη προς τούτο, καθώς δεν είχε συνείδηση των πράξεών της εξαιτίας της μόνιμης και προϊσούσας άνοιας και ειδικότερα από τη νόσο του Pick, από την οποία έπασχε, που της επέφερε ψυχική και διανοητική σύγχυση, με αποτέλεσμα την έλλειψη ικανότητας να προσδιορίζει ελεύθερα τη βούλησή της με λογικούς υπολογισμούς.

Σχετικά με τους εν λόγω ισχυρισμούς του αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Η διαθέτης, Κ. Π. του Γ., χήρα Ε. Μ., ήταν γεννημένη το έτος 1939 και απεβίωσε, όπως προαναφέρθηκε, στις ...-2011, σε ηλικία 72 ετών. Η αποβιώσασα το έτος 1988 είχε τελέσει νόμιμο θρησκευτικό γάμο με τον Ε. Μ. του Ι., πρώτο για αυτή και τρίτο για εκείνο, ο οποίος όμως δεν εξελίχθηκε ομαλά για το λόγο ότι η σύζυγός είχε σχηματίσει την εντύπωση ότι ο γάμος τους για το σύζυγό της ήταν προϊόν οικονομικής συναλλαγής και ότι ο τελευταίος εποφθαλμιούσε την ακίνητη περιουσία της και τις οικονομίες της και επίσης της είχε υπεξαιρέσει από τον τραπεζικό λογαριασμό που τηρούσε στην EUROBANK ERGASIAS, το συνολικό ποσό των 91.620 ευρώ, με τμηματικές αναλήψεις.

Για το λόγο αυτό η έγγαμη συμβίωσή τους διακόπηκε τον Αύγουστο του 2008 και ο σύζυγος εγκατέλειψε τη συζυγική οικία, ενώ η αποβιώσασα διέμενε έκτοτε με την αδελφή της Σ. χήρα Χ. Γ., στην οικία της τελευταίας. Ο πρώτος ενάγων, ισχυρίζεται ότι η θανούσα έπασχε από άνοια και ειδικότερα από τη νόσο του Pick και για το λόγο αυτό δεν είχε κατά το χρόνο σύνταξης της ένδικης διαθήκης, συνείδηση των πράξεών της, λόγω της επικαλούμενης βαριάς κατάστασης της υγείας της και αδυνατούσε να αντιληφθεί την πραγματικότητα και ακόμη περισσότερο το περιεχόμενο και τη σημασία του κειμένου της ένδικης διαθήκης με την οποία η διαθέτιδα ρητά ανακάλεσε τν προηγούμενη διαθήκη της με την οποία είχε εγκαταστήσει κληρονόμο της τον ίδιο.

Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι, όχι μόνο η αιτία θανάτου της, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, ήταν η βαριά σκληρυντική εγκεφαλοπάθεια, αποδεικνύει την έλλειψη πνευματικής ικανότητας της αποβιώσασας και το γεγονός ότι νοσηλευόταν στην ανωτέρω κλινική, αλλά επιπλέον ότι η διαθέτιδα ήδη σε χρόνο προγενέστερο της σύνταξης της ένδικης, δεύτερης, διαθήκης της είχε παρουσιάσει άνοια, οφειλόμενη σε παθολογοανατομικές αλλοιώσεις του εγκεφάλου.

Συγκεκριμένα, ότι στις 23-4-2004, ήτοι 52 ημέρες πριν από τη σύνταξη της ένδικης υπ' αριθμ ...-2004 δημόσιας διαθήκης, η αποβιώσασα είχε υποβληθεί με πρωτοβουλία της δεύτερης ενάγουσας-μητέρας του πρώτου και ανεψιάς της ίδιας, σε αξονική τομογραφία εγκεφάλου στο διαγνωστικό κέντρο "ΕΥΡΩΔΙΑΓΝΩΣΗ", όπως αποδεικνύεται από την με την ίδια ημερομηνία βεβαίωση (γνωμάτευση) του ιατρού ακτινολόγου Χ.

Π. Σύμφωνα με τη γνωμάτευση αυτή και αναφορικά με την ασθενή Κ. Π., "Από τη μελέτη της σειράς των εικόνων και τις τομές που έγιναν από τη βάση προς την κορυφή του κρανίου, προκύπτουν τα εξής: Στις υποσκηνίδιες τομές παρατηρείται ατροφία των παρεγκεφαλιδικών ημισφαιρίων και έντονα εκτατική εμφάνιση της βασικής αρτηρίας.

Στις υπερσκηνίδιες τομές παρατηρείται μεγάλη ατροφία του φλοιού των εγκεφαλικών ημισφαιρίων, η οποία εντοπίζεται κυρίως στους μετωπιαίους και κροταφικούς λοβούς με συνοδό μεγάλη διεύρυνση του υπαραχνοειδούς χώρου της κυρτότητας των μετωπιαίων λοβών και συνοδό διεύρυνση των μετωπιαίων κεράτων των πλαισίων κοιλιών καθώς επίσης και των σωμάτων.

Δεν παρατηρείται εικόνα πρόσφατης αγγειακής βλάβης ούτε ευρήματα ενδεικτικά για ύπαρξη νεοεξεργασίας ενδροκρανικά".

Πλην όμως, από το ως άνω έγγραφο ουδόλως αποδεικνύεται ότι η διαθέτης έπασχε από τέτοιας μορφής άνοια, ώστε από αυτή να έχει προκληθεί μόνιμη διαταραχή της λειτουργίας του νου και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό νοσηρότητας που να αποκλείει την ύπαρξη λογικής κρίσης, καθώς και τον ελεύθερο προσδιορισμό της βούλησής της με λογικούς υπολογισμούς κατά τον κρίσιμο χρόνο σύνταξης της προσβαλλόμενης διαθήκης και που ενδεχομένως να της επέφεραν αδυναμία διαγνώσεως της ουσίας, του περιεχομένου, καθώς και των συνεπειών που θα απέρρεαν από τη διαθήκη αυτή.

Το παραπάνω συμπέρασμα προκύπτει ιδίως από το ότι στο έγγραφο αυτό δεν γίνεται ειδικότερη αναφορά στα συμπτώματα και τις συνέπειες των προαναφερθέντων αλλοιώσεων, καθόσον η απλή νοητική μείωση που ενδεχομένως να επήλθε λόγω των ως άνω αλλοιώσεων που συνοδεύει συχνά τη γήρανση και μόνο η επίκληση και απόδειξή τους δεν δικαιολογεί ανικανότητα προς σύνταξη διαθήκης.

Ακόμη, από κανένα άλλα ιατρικό πιστοποιητικό δεν προκύπτει, αλλά ούτε και οι ενάγοντες επικαλούνται ότι η διαθέτιδα νοσηλεύθηκε σε κάποια ψυχιατρική κλινική και ότι για την εκτίμηση της ψυχοδιανοητικής της κατάστασης έγινε κλινικός έλεγχος από ειδικό ιατρό, αλλά αντίθετα ο ενάγων περιορίζεται στην προσκόμιση του προαναφερθέντος πορίσματος που εκδόθηκε από ακτινολόγο ιατρό.

Πλην όμως, κατά τα διδάγματα της ιατρικής επιστήμης, η βεβαία και ασφαλής διάγνωση ότι ένας άνθρωπος πάσχει από πνευματική νόσο, γίνεται μόνο από τον άμεσο κλινικό έλεγχο του ειδικού ιατρού. Κατά τα ίδια διδάγματα, η άμεση αυτή κλινική εξέταση από τον ειδικό ιατρό απαιτεί ανάλωση αρκετού χρόνου και παρακολούθηση του ασθενούς προκειμένου να ερευνήσει μεταξύ άλλων τη νοητική κατάστασή του.

Η μνήμη του ασθενούς, ο προσανατολισμός του στο χώρο και στο χρόνο και η νοητική επεξεργασία των έξωθεν ερεθισμάτων, καθώς και η ανάλογη λογική ανταπόκριση σ' αυτά, που όλα περιλαμβάνονται στις νοητικές λειτουργίες, αποτελούν τα κρίσιμα ζητήματα που ερευνά ο εξετάζων, κλινικά τον ασθενή, ειδικός ιατρός.

Σε τέτοια όμως κλινική εξέταση και μάλιστα σε χρόνο που να μην απέχει κατά πολύ από το χρόνο σύνταξης της ένδικης διαθήκης, όπως προαναφέρθηκε, δεν αποδεικνύεται ότι υποβλήθηκε η διαθέτιδα. Εξάλλου, παρά την αξονική που η αποβιώσασα υποβλήθηκε "με φροντίδα της δεύτερης ενάγουσας", προκειμένου να διαγνωσθεί η νοητική κατάστασή της, όπως τουλάχιστον οι ενάγοντες ισχυρίζονται και παρά το γεγονός ότι τόσο την προαναφερθείσα γνωμάτευση, όσο και τις απεικονιστικές εξετάσεις που την συνόδευαν η δεύτερη ενάγουσα προσκόμισε σε κέντρο Αλτζχάιμερ στην Αθήνα, προκειμένου η υπεύθυνη του κέντρου αυτού Β., να επισκοπήσει τα έγγραφα αυτά, όπως κατέθεσε ο μάρτυρας απόδειξης, η τελευταία δε γνωμάτευσε, πάντα κατά τους ισχυρισμούς του μάρτυρος απόδειξης ότι η αποβιώσασα "πάσχει από Αλτζχάιμερ", εν τούτοις δεν της χορήγησε κάποια φαρμακευτική αγωγή ούτε τους πρότεινε την παραπομπή της για περαιτέρω εξετάσεις, όπως ασφαλώς θα συνέβαινε αν πράγματι γνωμάτευε ότι η διαθέτιδα έπασχε από κάποια πνευματική ασθένεια και συγκεκριμένα από τη νόσο Pick, όπως ο πρώτος ενάγων με την κρινόμενη αγωγή, επικαλείται, επειδή προφανώς θεωρήθηκε ότι τα ευρήματα αυτά συμβάδιζαν με την ηλικία της θανούσας.

Επιπλέον, η δεύτερη ενάγουσα, η οποία βρισκόταν σε συχνή και συνεχή επαφή με τη διαθέτιδα, θεία και κουμπάρα της, όπως η ίδια υποστηρίζει, δεν φρόντισε και στη συνέχεια να διερευνήσει την πνευματική κατάσταση της τελευταίας, που σημαίνει ότι μέχρι τότε δεν ανησυχούσε γι' αυτήν. Ο πρώτος ενάγων, ο οποίος εκτός από την προαναφερθείσα γνωμάτευση, προσκόμισε τόσο στον πρώτο βαθμό, όσο και ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου μόνο δημοσιεύσεις στο διαδίκτυο και συγκεκριμένα της ιστοσελίδας ...

για τη λειτουργία και δυσλειτουργία των λοβών του εγκεφάλου, της ιστοσελίδας ..., για την ατροφία του εγκεφάλου, της ιστοσελίδας Wikipedia.org για το μετωπιαίο και κροταφικό λοβό, τη δημοσιευμένη στο διαδίκτυο εργασία του αναπληρωτή καθηγητή Αναπτυξιακής Νευροψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο του Huston - Texas, Π. Σ., την εργασία του νευρολόγου ψυχιάτρου Ε.

Π. για την τρίτη ηλικία και τέσσερις σελίδες παρουσίασης "power-point", για τα ανοϊκά σύνδρομα του διευθυντή του νευρολογικού τμήματος ΓΝ Ξάνθης Δ. Ν., χωρίς όμως να προσκομίζει τόσο τις ίδιες τις απεικονιστικές εξετάσεις βάσει των οποίων εκδόθηκε η προαναφερθείσα γνωμάτευση του ακτινολόγου, οι οποίες βρισκόταν στα χέρια της μητέρας του, όσο και κυρίως σχετική διάγνωση ειδικού νευρολόγου ο οποίος να προέβη σε εξατομικευμένη διάγνωση για την ασθένεια της διαθέτιδος αφού έλαβε υπόψη τις προαναφερόμενες επεικονιστικές εξετάσεις, τις τυχόν λοιπές διαγνωστικές εξετάσεις, την κλινική εικόνα αλλά και το ιστορικό της ασθενούς, τα οποία είναι απαραίτητα κατά τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης για να κριθεί η ύπαρξη της ασθένειας και ο βαθμός, στον οποίο αυτή τυχόν επηρεάζει την ικανότητά της να αντιληφθεί την πραγματικότητα και να ενεργήσει σύμφωνα με τη βούλησή της.

Αντίθετα, το συμπέρασμα ότι η διαθέτιδα έπασχε από τη νόσο του Pick, εξήγαγε ο ίδιος ο πρώτος ενάγων βάσει των προσκομιζόμενων από τον ίδιο δημοσιεύσεων στον ηλεκτρονικό τύπο και όχι κάποιος ειδικός νευρολόγος ιατρός. Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι ο πρώτος ενάγων, αν και κατά τους ισχυρισμούς του η αξονική τομογραφία εγκεφάλου οδηγεί με βάση την προσκομιζόμενη ιατρική βιβλιογραφία αναπόδραστα στο ανωτέρω συμπέρασμα, ωστόσο παρέλειψε να προσκομίσει εξατομικευμένη νευρολογική διάγνωση από ειδικό νευρολόγο ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, όπως επισήμανε η προσβαλλόμενη απόφαση και αν και με το σχετικό λόγο της έφεσής του μέμφεται την πιο πάνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με την κρίση της ως προς την ύπαρξη πνευματικής ικανότητας της διαθέτιδος κατά το χρόνο σύνταξης της ένδικης διαθήκης, παραλείπει να προσκομίσει τέτοια διάγνωση, που θα αποδείκνυε τους ισχυρισμούς του και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου.

Σε κάθε περίπτωση δεν είναι βάσιμοι οι ισχυρισμοί του πρώτου ενάγοντος ότι η διαθέτιδα δεν είχε κατά τη σύνταξη της διαθήκης συνείδηση των πράξεών της λόγω της επικαλούμενης βαριάς κατάστασης της υγείας της και τούτο διότι δεν αποδείχθηκε ότι έπασχε από άνοια, και μάλιστα τέτοιας μορφής, ώστε από αυτή να έχει προκληθεί μόνιμη διαταραχή της λειτουργίας του νου, σε βαθμό που να αποκλείει την ύπαρξη λογικής κρίσης κατά τον κρίσιμο χρόνο σύνταξης της διαθήκης.

Αντίθετα, ο παραστάς κατά τη σύνταξη της πιο πάνω διαθήκης μάρτυρας Κ. Ν. του Ι., στην υπ' αριθμ. .../2012 ένορκη βεβαίωσή του τονίζει ότι "όταν στις αρχές Ιουνίου 2004 η διαθέτις τον παρακάλεσε ναν παρευρεθεί ως μάρτυρας στην αλλαγή της διαθήκης της ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μ. Γ., κατά την παραμονή τους στο συμβολαιογραφείο για μία περίπου ώρα, η Κ.

μιλούσε συνέχεια με τη συμβολαιογράφο, ήταν χαρούμενη που άλλαζε την παλιά της διαθήκη και είχε πλήρη συνείδηση των πράξεων και των λεγομένων της. Τόσο πριν τη σύνταξη της νέας διαθήκης όσο και μετέπειτα, η Κ. είχε πλήρη πνευματική διαύγεια και δεν αντιμετώπιζε κανένα απολύτως διανοητικό, ψυχολογικό ή ψυχιατρικό πρόβλημα".

Αντίθετα, ο πρώτος ενάγων, προς απόδειξη του παραπάνω βασικού ισχυρισμού του, επικαλείται την κατάθεση του πατέρα του Γ. Κ. του Α., ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου, ο οποίος κατέθεσε ότι η αποβιώσασα είχε συμπτώματα Alzheimer και αδυναμία να διαχειριστεί τις υποθέσεις της καθώς και την ένορκη βεβαίωση του υιού του συζύγου της διαθέτιδος, Ι.

Μ. του Ε., ο οποίος ανέφερε ότι το έτος 2004 η διαθετιδα διαγνώσθηκε με Alzheimer και λίγο καιρό μετά την πήγε η Σ. (αδελφή της) να ανακαλέσει την πρώτη διαθήκη της, αυτή με την οποία άφηνε την περιουσία της στο γιο της ανεψιάς της Μ. Κ. και να κάνει την ένδικη διαθήκη. Παρατηρείται, λοιπόν, ότι οι αντίδικες πλευρές προσπαθούν να προσδιορίσουν την εμφάνιση ή μη της ασθένειας κατά τρόπο διαφορετικό, προσπαθώντας, ο μεν πρώτος ενάγων να αποδείξει την ακυρότητα της διαθήκης, η δε εναγομένη την εγκυρότητα αυτής.

Οι μάρτυρες που καταθέτουν είναι είτε άτομα που γνώριζαν μεν τη θανούσα, πλην όμως ανήκουν στο φιλικό κύκλο των οικογενειών των διαδίκων, χωρίς συχνές επαφές με τη διαθέτιδα, είτε είναι ο πατέρας του πρώτου ενάγοντος και σύζυγος της δεύτερης, που επιδιώκει τη στήριξη της αγωγής. Η μόνη εκ των μαρτύρων, που μπορεί να πιστοποιήσει την κατάσταση της θανούσας κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης είναι η Α.

Τ., φίλη των θανουσών που διέμενε σε γειτονική κατοικία με αυτές και είχε στενή, αν όχι καθημερινή επαφή με τις θανούσες την τελευταία προ του θανάτου τους εικοσαετία, η κατάθεση της οποίας περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παραπεμπτική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η οποία μετά λόγου γνώσεως και κατηγορηματικά κατέθεσε ότι η θανούσα δεν είχε απώλεια συνείδησης, αλλά "αντίθετα συνειδητά εγκατέστησε την αδελφή της κληρονόμο της, γιατί ήταν πολύ αγαπημένες αδελφές και ήθελε η αδελφή της να έχει στήριγμα, δηλαδή λεφτά", χωρίς από την ενέργειά της αυτή να προκύπτει καμία παραδοξότητα λόγω του γεγονότος ότι η τετιμημένη αδελφή ήταν κατά μερικά χρόνια μεγαλύτερης ηλικίας από τη διαθέτιδα και τούτο διότι κατά την κοινή πείρα και λογική, δεν είναι αφενός μεν προβλέψιμος ο χρόνος του θανάτου καθενός, αφετέρου δε διότι ο Αστικός Κώδικας ρυθμίζει την τύχη της κληρονομιαίας περιουσίας, σε περίπτωση προαποβιώσης του τετιμημένου.

Τέλος, η ύπαρξη ικανότητας της αποβιώσασας να διαχειρίζεται τις έννομες σχέσεις της και να διεκπεραιώνει σύνθετες προσωπικές της υποθέσεις, ακόμη και μία πενταετία μετά τη σύνταξη της ένδικης διαθήκης, επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι στις αρχές του έτους 2009, η Κ. Π. ανέθεσε στο δικηγόρο Θεσσαλονίκης Κων/νο Μπακογιάννη (ΑΜ 1317) τη σύνταξη και κατάθεση ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, της με αριθμό εκθ.

κατ. ...-2009 αγωγής διαζυγίου κατά του συζύγου της Ε. Μ. Ισχυρίστηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου ο πρώτος ενάγων, ισχυρισμό τον οποίο επαναφέρει με το σχετικό λόγο της έφεσής του, ότι η αδελφή της Κ. Π., Σ. Γ., ήταν αυτή που επιμελήθηκε για την ανάθεση της ανωτέρω υπόθεσης στον πληρεξούσιο δικηγόρο και όχι η ίδια, ισχυρισμός όμως ο οποίος κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος και τούτο διότι τόσο ο πατέρας του ενάγοντος, όσο και ο Ι.

Μ., που κατέθεσαν σχετικά, μετέφεραν πληροφορία που τους έδωσε ο ίδιος ο τέως σύζυγος, χωρίς οι ίδιοι να είναι σε θέση να ελέγξουν την πληροφορία αυτή, η οποία κατά τους ισχυρισμούς του τέως συζύγου, βασιζόταν στο γεγονός "ότι η Σ. δεν είχε και τόσο καλές σχέσεις με αυτόν... (τέως σύζυγο)". Σε κάθε περίπτωση το γεγονός ότι ο τέως σύζυγος είχε ήδη από τον Αύγουστο 2008 αποχωρήσει από τη συζυγική οικία, όπως ο υιός του Ι.

Μ. υποστήριξε, ασφαλώς δεν καθιστά παράδοξη την εν συνεχεία άσκηση κατ' αυτού την προαναφερθείσας αγωγής διαζυγίου, ενόψει της επικολούμενης από την ενάγουσα-διαθέτιδα υπεξαίρεσης χρηματικού ποσού από τον τέως σύζυγό της ύψους 91.620 ευρώ, με ό,τι αυτό συνεπαγόταν ως προς τις σχέσεις των δύο συζύγων για το μέλλον (προσωπικές, κληρονομικές κλπ.).

Με βάση τα παραπάνω, δεν προέκυψε ότι η διαθέτιδα κατά το χρόνο σύνταξης της εν λόγω διαθήκης είχε περιέλθει σε τέτοια κατάσταση, ώστε να μην έχει τη χρήση του λογικού και συνείδηση των πράξεών της, να αδυνατεί δηλαδή να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της συνταχθείσας διαθήκης και να ενεργήσει με ελεύθερο προσδιορισμό της βούλησής της και με λογικούς υπολογισμούς.

Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι η διαθέτιδα είχε την ικανότητα να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της επιχειρούμενης πράξης και των συνεπειών που απορρέουν απ' αυτή. Ειδικότερα, η διαθέτιδα είχε την ικανότητα να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της ως άνω διαθήκης και να συλλάβει τη σημασία των επιμέρους διατάξεών της, όπως επίσης είχε την ικανότητα να αντιλαμβάνεται τις συνέπειες των πράξεών της και να υπολογίζει ελεύθερα και με λογικούς υπολογισμούς τη βούλησή της και όχι μόνο είχε πλήρη γνώση ότι συντάσσει διαθήκη, αλλά και μπορούσε να αντιληφθεί πλήρως τη σημασία των διατάξεών της, είχε δηλαδή πλήρη πνευματική διαύγεια, δεν παρουσίαζε διαλείψεις ή κενά στη μνήμη της και συνεπώς, αφού αποδείχθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμος ο ως άνω αγωγικός ισχυρισμός περί πνευματικής ανικανότητας της διαθέτιδος, η αγωγή του πρώτου των εναγόντων, πρέπει να απορριφθεί.

Πρέπει να σημειωθεί ότι, ενόψει των παραπάνω περιστατικών, που πλήρως αποδείχθηκαν, δεν τίθεται ζήτημα διενέργειας ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου να διαπιστωθεί η διανοητική κατάσταση των αποβιωσασών κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης με βάση τη γνωμάτευση του ακτινολόγου Χ. Π. αναφορικά με την Κ.

Π., αφού το εν λόγω έγγραφο αξιολογήθηκε, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα και εκτιμήθηκε ανάλογα από το Δικαστήριο σε σχέση και με τις καταθέσεις των μαρτύρων... Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με βάση τις ίδιες παραδοχές απέρριψε την αγωγή κατά την κύρια βάση της που αφορά την αναγνώριση ακυρότητας των διαθηκών ως ουσιαστικά αβάσιμη και το αίτημα των εναγόντων προς διενέργεια πραγματογνωμοσύνης σιωπηρώς, δεν έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και ο σχετικός λόγος της έφεσης με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι κατ' ουσίαν αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί...

Εν προκειμένω, οι ενάγοντες με τις προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου τόσο κατά την αρχική συζήτηση της αγωγής τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου όσο και εν συνεχεία ενώπιον του Πολυμελούς, υπέβαλαν αίτημα επίδειξης και προσκόμισης των βιβλιαρίων υγειονομικής περίθαλψης των Κ.

Π. και Σ. Γ., τα οποία βρίσκονται εις χείρας της εναγομένης, κατά τους ισχυρισμούς τους, από το περιεχόμενο των οποίων θα αποδειχθεί η φαρμακευτική αγωγή που ελάμβαναν αυτές για την αντιμετώπιση των συμπτωμάτων της άνοιας από την οποία έπασχαν. Όμως, η αιτούμενη επίδειξη εγγράφων δεν είναι πρόσφορη για την απόδειξη του εξεταζόμενου ισχυρισμού των εναγόντων ως προς την έλλειψη ικανότητας των αποβιωσασών να συντάξουν τις ένδικες διαθήκες και τούτο διότι, αφενός μεν και κυρίως η διαπίστωση εάν οι διαθέτιδες λάμβαναν φαρμακολογικούς παράγοντες που αυξάνουν τη χολινεργική νευρομεταβίβαση, ή αναστολείς χολινεστερασών (Δονεπεζίλη, Ριβαστιγμίνη, Γκαλανταμίνη), που χρησιμοποιούνται ευρύτατα στη καθημερινή κλινική πράξη από ετών για τη θεραπεία της νόσου Αλτσχάιμερ, αλλά και άλλων μορφών άνοιας, δεν αρκεί ενόψει των διαβαθμίσεων αναφορικά με το επίπεδο συνείδησης του ασθενούς, να προσδιορίσουν την πνευματική τους κατάσταση (κληρονομουμένων) και για το λόγο αυτό σε κάθε περίπτωση απαιτείται και διαφορική διάγνωση της ασθένειας, αλλά και εκτίμηση της βαρύτητας της ασθένειας και συνεπώς μόνη η διακρίβωση της φαρμακευτικής αγωγής που τυχόν οι διαθέτιδες ελάμβαναν, δεν θα εισφέρει οτιδήποτε στην κρινόμενη διαφορά, αφετέρου δε τα εν ισχύ βιβλιάρια υγειονομικής περίθαλψης κατά το χρόνο θανάτου των διαθετιδών (2011) που περιέχουν το ατομικό συνταγολόγιο της καθεμίας ασθενούς, δεν είναι δυνατόν κατά την κοινή πείρα και λογική να περιλαμβάνουν τη φαρμακευτική αγωγή που τυχόν τους χορηγείτο, σε χρόνο που ανάγεται σε βάθος πενταετίας τουλάχιστον, δηλαδή κατά τους χρόνους κατά τους οποίους συνετάγησαν οι ένδικες διαθήκες και που είναι κρίσιμοι χρόνοι προκειμένου να διαπιστωθεί η πνευματική κατάσταση των αποβιωσασών και τούτο λόγω του περιορισμένου αριθμού σελίδων του κάθε βιβλιαρίου.

Συνεπώς, δεν κρίνεται από το Δικαστήριο ότι τα έγγραφα αυτά είναι σε κάθε περίπτωση πρόσφορα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη του σχετικού ισχυρισμού των εναγόντων και, ως εκ τούτου, το εν λόγω αίτημα κρίνεται απορριπτέο.

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του απέρριψε ρητά το αίτημα αυτό όσον αφορά την Κ. Π. και σιωπηρά όσον αφορά τη Σ. χήρα Χ. Γ., ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε και θα πρέπει, συμπληρουμένης της ελλείπουσας αιτιολογίας της με την παρούσα (άρθρο 534 ΚΠολΔ), να απορριφθούν όσα αντίθετα υποστηρίζονται με το σχετικό λόγο της έφεσης, ως αβάσιμα.

Σε κάθε περίπτωση, οι ενάγοντες, ο πρώτος των οποίων γνώριζε ότι είναι τετιμημένος στην πρώτη διαθήκη που είχε συντάξει η Κ. Π. και επιμελήθηκε τη δημοσίευσή της, η δε δεύτερη ενάγουσα ήταν ανεψιά και εξ αδιαθέτου κληρονόμος της Σ. χήρας Χ. Γ., κατά ένα ποσοστό τουλάχιστον, λαμβανομένου υπόψη ότι οι πιο πάνω διαθέτιδες απεβίωσαν νοσηλευόμενες στη γενική κλινική "ΛΥΣΙΜΑΧΟΣ ΣΑΡΑΦΙΑΝΟΣ ΑΕ", θα μπορούσαν να λάβουν γνώση του ιατρικού φακέλου αυτών, των βιβλιαρίων (και του σχετικού συνταγολογίου), καθώς και οτιδήποτε σχετικό με την κατάσταση της υγείας αυτών, έστω και μετά το θάνατό τους, λαμβάνοντας τα αντίστοιχα έγγραφα και τις ιατρικές γνωματεύσεις από τους θεράποντες ιατρούς των, εάν πράγματι το επιθυμούσαν, λαμβανομένου υπόψη ότι ενημερώθηκαν εγκαίρως από την εναγομένη, όπως συνομολογείται, για το θάνατο των αποβιωσασών?.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε εκφέρει όμοια κρίση, έχοντας απορρίψει ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την αγωγή του κατά το μέρος της που τον αφορούσε. Με τον μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 19 πλημμέλεια, για ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της ανικανότητας της διαθέτιδος Κ.

Π. για τη σύνταξη της δεύτερης διαθήκης, με αποτέλεσμα την εκ πλαγίου παραβίαση της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 1719 ΑΚ. Ειδικότερα, με το πρώτο μέρος του λόγου αυτού διατείνεται ο αναιρεσείων ότι, ενώ η προσβαλλόμενη δέχεται ότι τα ευρήματα της αξονικής τομογραφίας εγκεφάλου ("μεγάλη ατροφία του φλοιού των εγκεφαλικών ημισφαιρίων" κλπ.) στην οποία είχε υποβληθεί η διαθέτις Κ.

Π. στο διαγνωστικό κέντρο "Ευρωδιάγνωση" 52 ημέρες πριν την κατάρτιση της ένδικης διαθήκης της συνιστούν "αλλοιώσεις" από τις οποίες θα μπορούσε να έχει επέλθει "νοητική μείωση", εν τούτοις καταλήγει ότι "μόνο η επίκληση και απόδειξή τους δεν δικαιολογεί ανικανότητα προς σύνταξη διαθήκης", χαρακτηρίζοντας τη "νοητική αυτή μείωση που ενδεχομένως να επήλθε λόγω των ως άνω αλλοιώσεων" αναιτιολόγητα ως "απλή", ενώ θα μπορούσε να ήταν και βαριά από το στιγμή που αποδέχεται ότι "στο έγγραφο αυτό" (δηλαδή την από 23-4-2004 διάγνωση) "δεν γίνεται ειδικότερη αναφορά στα συμπτώματα και τις συνέπειες των προαναφερθέντων αλλοιώσεων".

Ο λόγος αυτός κατά το ως άνω μέρος του είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Και, τούτο, διότι, ο αναιρεσείων επιλέγοντας και εξατομικεύοντας συγκεκριμένες λέξεις και φράσεις από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, επιχειρεί να δημιουργήσει ένα πραγματικό επιχείρημα ως προς την, κατά την άποψή του, βαριά κατάσταση της διαθέτιδας, ισχυριζόμενος συγκεκριμένα ότι "θα μπορούσε να ήταν και βαριά...", ενώ, εξάλλου, οι ανωτέρω εκτιθέμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης για το θέμα αυτό, συνιστούν πραγματικό επιχείρημα του Εφετείου για τη στήριξη του πορίσματός του ως προς τη νοητική κατάσταση της διαθέτιδος και την ικανότητά της να συντάξει διαθήκη, συναγόμενο από τις αποδείξεις.

Ωστόσο, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης, τα πραγματικά και νομικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνέχονται με την αξιολόγηση των αποδείξεων, δεν αποτελούν ζητήματα κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ώστε η έλλειψη ειδικής αιτιολογίας γι' αυτά να ιδρύει λόγο αναίρεσης από το εν λόγω άρθρο.

Με το δεύτερο μέρος του ίδιου αναιρετικού λόγου διατείνεται ο αναιρεσείων ότι, ενώ είχε υποβληθεί εκ μέρους του ενώπιον του Εφετείου αίτημα επίδειξης και προσκόμισης από την αναιρεσίβλητη των υγειονομικών βιβλιαρίων ασθενείας της Κ. Π., τα οποία κατείχε, προκειμένου να αποδειχθεί η φαρμακευτική αγωγή που αυτή ελάμβανε για την αντιμετώπιση των συμπτωμάτων της άνοιας από την οποία έπασχε ήδη πριν τη σύνταξη της επίδικης διαθήκης, η προσβαλλόμενη απόφαση (η οποία μάλιστα απέρριψε και το ως άνω υποβληθέν αίτημά του) απεφάνθη ότι ουδεμία φαρμακευτική αγωγή χορηγήθηκε στη διαθέτιδα, με την αιτιολογία ότι "προφανώς θεωρήθηκε ότι τα ευρήματα αυτά συμβάδιζαν με την ηλικία της θανούσης", αιτιολογία, όμως, που είναι ελλιπής, αφού δεν αναφέρεται στην απόφαση ποια ήταν η ηλικία της θανούσης εν έτει 2004, που συνηγορούσε κατά την προσβαλλόμενη στη μη χορήγηση φαρμακευτικής αγωγής.

Ο λόγος αυτός, κατά το ως άνω δεύτερο μέρος του, είναι αβάσιμος. Τούτο δε, διότι, αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση εμμέσως η ηλικία της θανούσης το έτος 2004, κατά το οποίο συντάχθηκε η επίδικη διαθήκη, καθώς έγινε δεκτό προηγουμένως (17η σελίδα της απόφασης) ότι η Κ. Π. γεννήθηκε το έτος 1939. Με το τρίτο μέρος του ίδιου ως άνω λόγου, διατείνεται ο αναιρεσείων ότι, ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει ότι: ?Εξάλλου, παρά την αξονική που η αποβιώσασα υποβλήθηκε "με φροντίδα της δεύτερης ενάγουσας", προκειμένου να διαγνωσθεί η νοητική κατάστασή της, όπως τουλάχιστον οι ενάγοντες ισχυρίζονται και παρά το γεγονός ότι τόσο την προαναφερθείσα γνωμάτευση όσο και τις απεικονιστικής εξετάσεις που τη συνόδευαν η δεύτερη ενάγουσα προσκόμισε σε κέντρο Αλτζχάιμερ στην Αθήνα, προκειμένου η υπεύθυνη του κέντρου αυτού Β.

να επισκοπήσει τα έγγραφα αυτά, όπως κατέθεσε ο μάρτυρας απόδειξης, η τελευταία δε, γνωμάτευσε, πάντα κατά τους ισχυρισμούς του μάρτυρος απόδειξης ότι η αποβιώσασα "πάσχει από Αλτζχάιμερ", εν τούτοις δεν της χορήγησε κάποια φαρμακευτική αγωγή ούτε τους πρότεινα την παραπομπή της για περαιτέρω εξετάσεις, όπως ασφαλώς θα συνέβαινε αν πράγματι γνωμάτευε ότι η διαθέτιδα έπασχε από κάποια πνευματική ασθένεια και συγκεκριμένα από τη νόσο Pick, όπως ο πρώτος ενάγων με την κρινόμενη αγωγή, επικαλείται?, από τα οποία προκύπτει η απόρριψη των ισχυρισμών του περί πνευματικής ασθένειας της διαθέτιδος, εν τούτοις παραθέτει στη συνέχεια το αντιφατικό με την κρίση της αυτή συμπέρασμα, ότι όλα αυτά δεν έγιναν (φαρμακευτική αγωγή και περαιτέρω εξετάσεις), όχι διότι η διαθέτις δεν έπασχε από πνευματική ασθένεια, αλλά "επειδή προφανώς θεωρήθηκε ότι τα ευρήματα αυτά συμβάδιζαν με την ηλικία της θανούσας", το οποίο όμως παραπέμπει σε διαφορετικό συμπέρασμα, ότι δηλαδή δεν χορηγήθηκε φαρμακευτική αγωγή κατά την προσβαλλόμενη και δεν έγιναν περαιτέρω εξετάσεις, όχι γιατί δεν έπασχε η διαθέτις (όπως έγινε δεκτό προηγουμένως), αλλά για τον ακριβώς αντίθετο λόγο, ότι δηλαδή ναι μεν έπασχε (με τα "ευρήματα" είναι προφανές ότι αναφέρεται στη γνωμάτευση Β.

περί Αλτζχάιμερ), αλλά αυτό ήταν συμβατό με την ηλικία της. Ο λόγος αυτός, κατά το ανωτέρω τρίτο μέρος του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι ο αναιρεσείων, υπό την επίφαση της εκ πλαγίου παράβασης του άρθρου 1719 ΑΚ, λόγω αντιφατικών αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, πλήττει την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του Εφετείου (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Σε κάθε δε περίπτωση, ο λόγος αυτός, κατά το ως άνω μέρος του, είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος. Ειδικότερα, από τις ανωτέρω εκτιθέμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά την αξιολόγηση της από 23-4-2004 γνωμάτευσης του ιατρού ακτινολόγου Χ. Π. ως προς τα αποτελέσματα της αξονικής τομογραφίας εγκεφάλου στην οποία υποβλήθηκε η Κ.

Π., δέχεται ότι "η απλή νοητική μείωση που ενδεχομένως επήλθε λόγω των ως άνω (αναφερομένων στη γνωμάτευση) αλλοιώσεων, που συνοδεύει συχνά τη γήρανση, και μόνο η επίκληση και απόδειξή τους δεν δικαιολογεί ανικανότητα προς σύνταξη διαθήκης". Δέχεται, δηλαδή, το Εφετείο, εμμέσως πλην σαφώς, ότι η Κ. Π. έπασχε λόγω των γηρατειών της από απλή νοητική μείωση των πνευματικών της λειτουργιών, η οποία όμως, όπως δέχεται στη συνέχεια, δεν ήταν τέτοια που να την καταστήσει ανίκανη προς σύνταξη διαθήκης.

Επομένως, όσα διαλαμβάνονται στη συνέχεια στην προσβαλλόμενη απόφαση και συγκεκριμένα ότι "...επειδή προφανώς θεωρήθηκε ότι τα ευρήματα αυτά συμβάδιζαν με την ηλικία της θανούσας", όχι μόνο δεν αντιφάσκουν με τις προηγούμενες ως άνω παραδοχές της, αλλά ταυτίζονται με αυτές. Κατά συνέπεια, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, η ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Τέλος, ο αναιρεσείων πρέπει να καταδικαστεί λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το βάσιμο και νόμιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25-09-2020 αίτηση του Α. Κ. για αναίρεση της 612/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Μαΐου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιουλίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ