Supreme Court dismisses appeal against labor court ruling on fixed-term contract renewal rights.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision rejecting her claim for back pay. The appellant, a nurse, argued the hospital was legally bound to renew her three-year fixed-term contract, while the hospital contended renewal discretion rested with its administrative council. The Court ruled that the hospital had no statutory or contractual obligation to renew the contract, thereby upholding the lower court's finding that the nine-year employment period did not warrant additional compensation.
Legislator headnote
AI generatedArticles 50 para. 4 of PD 18/1989; Articles 1(a), 2, 3 of Law 3068/2002; Article 16 para. 3(e) of Law 1964/1991: The employer of a public law entity is not legally bound to renew a fixed-term employment contract unless explicitly mandated by law or contract, reserving the decision to the administrative council's discretion.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1125 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1125/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα - Εισηγήτρια, Αριστείδη Βαγγελάτο και Κωνσταντίνα Νάκου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 22 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας Ό. Κ. του Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Κωνσταντόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Διακαίου με την επωνυμία Γενικό Περιφερειακό Νοσοκομείο "Παπαγεωργίου", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία - Εφραιμία Γερασοπούλου, η oποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/5/2016 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11765/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 2144/2019 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12/10/2019 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 12.11.2019 και με αριθμό κατάθεσης 3335/368/13.11.2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 2144/27.9.2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών - εργατικών διαφορών επί της από 2.10.2018 και με αριθμό κατάθεσης 21297/3580/2018 έφεσης της ενάγουσας - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της με αριθμό 11765/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε επίσης κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών - εργατικών διαφορών αντιμωλία των διαδίκων.
Με την προσβαλλόμενη απόφασή του το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την ως άνω από 2.10.2018 και με αριθμό κατάθεσης 21297/3580/2018 έφεση, επικυρώνοντας, έτσι, τη με αριθμό 11765/2018 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ως νομικά αβάσιμη η από 25.5.2016 και με αριθμό κατάθεσης 3432/2016 αγωγή της ενάγουσας - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά του εναγομένου - εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσίβλητου νοσοκομείου.
Η ένδικη αίτηση αναίρεσης, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Θεσσαλονίκης στις 13.11.2019, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, δεδομένου δεν προκύπτει η με επιμέλεια οποιουδήποτε των διαδίκων επίδοση της προσβαλλόμενης, με αριθμό 2144/2019, απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία δημοσιεύθηκε στις 27.9.2019 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).
Η αίτηση, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649 και 669 του ΑΚ προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά δε την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή την παρέλευση του χρονικού σημείου, παύει αυτή να ισχύει αυτοδικαίως.
Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.
Η σύμβαση αυτή παύει αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ.1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε (ΑΠ 1320/2017). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 656 του ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας ή αν η αποδοχή της εργασίας είναι αδύνατη για λόγους που τον αφορούν και δεν οφείλονται σε ανωτέρα βία, ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να απαιτήσει το μισθό, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 349 και 350 του ΑΚ, προκύπτει ότι ο εργοδότης περιέρχεται σε υπερημερία, όταν ο μισθωτός προσφέρει πραγματικά με τον προσήκοντα τρόπο την εργασία του και αυτός δεν τη δέχεται ή δηλώνει ότι δεν τη δέχεται, με συνέπεια να υποχρεούται στην καταβολή του μισθού σε αυτόν (μισθωτό).
Υποχρέωση, εξάλλου, του εργοδότη να καταβάλει τον μισθό, υπάρχει και σε περίπτωση αδυναμίας αυτού να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του μισθωτού, όταν η αδυναμία αυτή ανάγεται όχι μόνο σε πταίσμα του, αλλά και όταν οφείλεται σε τυχαία περιστατικά, που τον αφορούν και σχετίζονται με τη σφαίρα των συνθηκών, που μπορεί να ελέγχει ή τους γενικότερους ή ειδικότερους κινδύνους της πορείας και λειτουργίας της επιχείρησης και εκμετάλλευσής του.
Ο εργοδότης απαλλάσσεται μόνον αν η αδυναμία του (για αποδοχή της εργασίας) οφείλεται σε ανώτερη βία. Ανώτερη βία υπάρχει, όταν η ενέργεια του υποχρέου εμποδίζεται από τυχερό και απρόβλεπτο γεγονός, το οποίο ήταν αδύνατο να αποτραπεί με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης, ενώ "τυχερό" είναι το γεγονός, το οποίο δεν οφείλεται σε πταίσμα του υποχρέου και δεν ήταν δυνατόν να προβλεφθεί, αλλά μπορούσε να αποτραπεί με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης του εργοδότη, ώστε να μην επέλθει η αδυναμία παροχής της εργασίας (ΟλΑΠ 1340/1979, ΑΠ 362/2019, ΑΠ 1587/2009).
Η υπερημερία του εργοδότη και συνακόλουθα η υποχρέωση αυτού να καταβάλει τις αποδοχές του μισθωτού κατά το διάστημα κατά το οποίο τελεί σε υπερημερία και ν' αποδέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού, παύει: α) με την αποδοχή της εργασίας αυτού, β) με τη δήλωση του εργοδότη ότι αποδέχεται τις υπηρεσίες του εργαζομένου, σύμφωνα με τους πριν την απόλυση όρους, γ) με την περιέλευση του εργαζομένου για πραγματικούς ή νομικούς λόγους σε αδυναμία παροχής της εργασίας του, εκτός εάν η αδυναμία αυτή οφείλεται σε γεγονός για το οποίο ο εργοδότης υπέχει ευθύνη και δ) με την καθοιονδήποτε τρόπο έγκυρη λύση της σύμβασης εργασίας, χωρίς να ενδιαφέρει ο λόγος λύσης.
Κατά δε τις διατάξεις των άρθρων 353, 358 και 656 του ΑΚ, για την παύση της υπερημερίας του εργοδότη με τη δήλωση αυτού ότι αποδέχεται τις υπηρεσίες του εργαζομένου, σύμφωνα με τους πριν την απόλυση όρους, δεν απαιτείται προσέτι να προσφέρει ο εργοδότης στον εργαζόμενο και τους οφειλόμενους μισθούς υπερημερίας (ΟλΑΠ 618/1963, ΑΠ 949/2019).
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68 και 73 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, για την αποτελούσα διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης νομιμοποίηση του διαδίκου, αρκεί κατ' αρχήν ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της καταγόμενης προς κρίση έννομης σχέσης, χωρίς (κατ' αρχήν) να ασκεί επιρροή η αλήθεια ή όχι αυτού, αφού η έλλειψη συνδρομής της παραπάνω διαδικαστικής προϋπόθεσης συνεπάγεται την απόρριψη της αγωγής ως νομικά μεν αβάσιμης κατά το στάδιο έρευνας της νομικής βασιμότητας της αγωγής, ως ουσιαστικά δε αβάσιμης στην περίπτωση μη απόδειξης (κατά το στάδιο έρευνας της ουσιαστικής βασιμότητας) των επικληθέντων προς θεμελίωσή της πραγματικών περιστατικών (Ολ.
ΑΠ 25/2008, ΑΠ 1157/2017, ΑΠ 628/2010, ΑΠ 2402/2007, ΑΠ 1928/2008).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1082/2018). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 578 του ΚΠολΔ αν το αιτιολογικό της προσβαλλομένης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, εφόσον ο Άρειος Πάγος διαπιστώσει ότι το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης είναι ορθό, απορρίπτει την αναίρεση χωρίς να αντικαταστήσει τις αιτιολογίες (ΟλΑΠ 10/2007), εκτός εάν υφίσταται έννομο προς τούτο συμφέρον του αναιρεσείοντος, οπότε η απόφαση αναιρείται μόνο ως προς τις αιτιολογίες της (ΑΠ 540/2017, ΑΠ 2027/2017, ΑΠ 2077/2014, ΑΠ 60/2011).
Εσφαλμένο αιτιολογικό κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης υπάρχει όταν κριθεί ότι τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση υπάγονται σε άλλο κανόνα δικαίου, εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα όμοιο προς το διατακτικό της απόφασης. Ως αιτιολογικό δηλαδή κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοείται η νομική αιτία, ήτοι οι διατάξεις του νόμου που συγκροτούν τη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (ΟλΑΠ 30/1998, ΑΠ 911/2008).
Επομένως η ευδοκίμηση του λόγου αναίρεσης που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ εξαρτάται από την ορθότητα όχι των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της απόφασης, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 1389/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση, για τις ανάγκες ελέγχου των πρώτου και δευτέρου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγων αναίρεσης των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την 25.5.2016 και με αριθμό κατάθεσης 3432/2016 αγωγή η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα εξέθετε ότι με τη με αριθμό 1/74Μ/2005 προκήρυξη του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου Νοσοκομείου προκηρύχθηκε η πλήρωση, με σειρά προτεραιότητας, μεταξύ άλλων και τριάντα δύο (32) κενών οργανικών θέσεων προσωπικού κατηγορίας Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης του κλάδου ΔΕ Διοικητικού - Λογιστικού.
Ότι με τη 5839/9.6.2005 αίτησή της ζήτησε να προσληφθεί σε μία από τις προκηρυχθείσες θέσεις του άνω κλάδου, προς υποστήριξη δε της υποψηφιότητάς της υπέβαλε ως βασικό τίτλο σπουδών απολυτήριο του Ενιαίου Πολυκλαδικού Λυκείου Θεσσαλονίκης, καθώς και ως δεύτερο τίτλο σπουδών πτυχίο ειδίκευσης του ίδιου Λυκείου του κλάδου σπουδών Διοικητικών Υπηρεσιών - Γραμματέων.
Ότι η Επιτροπή Επιλογής του εναγομένου, ως αρμόδια για τον έλεγχο των δικαιολογητικών των υποψηφίων και για την κατάρτιση των προσωρινών πινάκων προτεραιότητας διοριστέων και απορριπτέων, την κατέταξε στην 6η σειρά του πίνακα χωρίς εμπειρία με βαθμολογία 1207 μονάδες. Ότι αμέσως μετά την κατάρτιση των προσωρινών πινάκων κατάταξης των υποψηφίων και πριν από τον αυτεπάγγελτο ή κατ' ένσταση έλεγχο του ΑΣΕΠ, στις 12.9.2005 συνήψε με το εναγόμενο σύμβαση εργασίας τριετούς διάρκειας σε θέση υπαλλήλου διοικητικού λογιστικού με αποδοχές ανάλογες προς τις αμοιβές μισθωτού της αυτής ειδικότητας νοσηλευτικών ιδρυμάτων του Ε.Σ.Υ., στις οποίες περιλαμβάνονται και τα από τις κείμενες διατάξεις παρεχόμενα επιδόματα και αποζημιώσεις.
Ότι κατά τον επακολουθήσαντα έλεγχο νομιμότητας του πίνακα αυτού, το ΑΣΕΠ με τη με αριθμό 427/27.2.2006 πράξη του διέταξε την αφαίρεση 150 μονάδων από τη συνολική της βαθμολογία, με την αιτιολογία ότι "το πτυχίο ειδίκευσης του Ενιαίου Πολυκλαδικού Λυκείου δεν αποτελεί αυτοτελή τίτλο σπουδών, αλλά ενιαίο τίτλο με το απολυτήριο του Ενιαίου Πολυκλαδικού Λυκείου και επομένως εσφαλμένα το εν λόγω πτυχίο ειδίκευσης βαθμολογήθηκε αυτοτελώς με 150 μονάδες".
Ότι μετά την αφαίρεση των μονάδων αυτών, κατέλαβε θέση στο γενικό πίνακα κατάταξης μη επιτρέπουσα την πρόσληψή της και ότι, κατόπιν αυτού, με την με αριθμό .. απόφαση του Ε Τμήματος του ΑΣΕΠ ακυρώθηκε η πράξη έγκρισης του κύριου πίνακα κατάταξης διορισμού των υποψηφίων κατά το σκέλος που την αφορούσε. Ότι μετά την απόρριψη των σχετικών αντιρρήσεών της από το ΑΣΕΠ, το τελευταίο με το από 31.8.2006 έγγραφό του της γνωστοποίησε ότι δεν περιλαμβάνεται στους διοριστέους του πίνακα του ΑΣΕΠ και ότι κατόπιν αυτού την 13.9.2006 υποχρεώθηκε να αποχωρήσει από το εναγόμενο νοσοκομείο.
Ότι μετά από πολυετή δικαστικό αγώνα ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας και μετά από παραπομπή της αίτησής της ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, το τελευταίο με τη με αριθμό … απόφασή του ακύρωσε τη με αριθμό …. απόφαση του Ε Τμήματος του ΑΣΕΠ κατά το μέρος που την αφορούσε και η υπόθεση αναπέμφθηκε για νέα κρίση με την αιτιολογία ότι το απολυτήριο που χορηγεί το Ενιαίο Πολυκλαδικό Λύκειο αποτελεί γενικότερο τίτλο, συνιστά δε προϋπόθεση για την επαγγελματική εξειδίκευση του κατόχου του με την εγγραφή του σε τμήμα ειδίκευσης του Ενιαίου Πολυκλαδικού Λυκείου, το οποίο χορηγεί πτυχίο ειδίκευσης.
Ακολούθως, το Γ Τμήμα του ΑΣΕΠ, λαμβάνοντας υπόψη την ως άνω αιτιολογία του Διοικητικού Εφετείου, καθώς και τη νομολογία που έχει διαμορφώσει το ΣτΕ σχετικά με την προσμέτρηση στην τελική καταμέτρηση των μονάδων και της βεβαίωσης εξειδίκευσης του τεχνικού λυκείου, εξέδωσε την 130/2015 απόφαση του, με την οποία η ενάγουσα τέθηκε προς διορισμό στο εναγόμενο νοσοκομείο, το οποίο συμμορφώθηκε προς την κύρια υποχρέωσή του, καθώς συνήψε με την ενάγουσα την από 1.10.2015 σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, τριετούς διάρκειας, αλλά αρνήθηκε και εξακολουθεί να αρνείται τόσο την αναγνώριση της σε αυτό προϋπηρεσίας της κατά το κρίσιμο διάστημα από τις 13.9.2006, οπότε αναγκάσθηκε να αποχωρήσει από την υπηρεσία του, μέχρι την 1.10.2015 που επαναπροσλήφθηκε, όσο και την καταβολή των απολεσθέντων μισθών της, που αφορούν στο ίδιο ως άνω διάστημα (ήτοι από 13.9.2006 έως 30.9.2015), υποστηρίζοντας με το από 1.2.2016 έγγραφό του, (το οποίο κατά λέξη παρατίθεται στην αγωγή) ότι το ίδιο ως ν.π.ι.δ.
έχει υποχρέωση να συμμορφώνεται προς τις εκτελεστές διοικητικές πράξεις με αποφάσεις που του απευθύνονται και το αφορούν, μη επιτρεπομένου του παρεμπίπτοντος ελέγχου αυτού, ότι η όποια σχετική ευθύνη πρέπει να αναζητηθεί από το ΑΣΕΠ, το οποίο είναι και το μόνο που προέβη σε εσφαλμένο υπολογισμό στερώντας από την ενάγουσα τη θέση διοριστέου στους σχετικούς πίνακες και ότι σε κάθε περίπτωση έχει αναγνωρίσει μισθολογικά την προϋπηρεσία της και στο ίδιο και στο νοσοκομείο ΝΙΜΙΤΣ, καθώς και την προϋπηρεσία της στον ιδιωτικό τομέα, ύστερα από την προσκόμιση των σχετικών δικαιολογητικών.
Περαιτέρω, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ισχυριζόταν ότι σύμφωνα με το άρθρο 50 του π.δ. 18/1989 η ακύρωση διοικητικής πράξης από τον ακυρωτικό δικαστή την καθιστά εξ υπαρχής ανύπαρκτη, ο συμβατικός δεσμός αναβιώνει αναδρομικά από το χρόνο που εκδίδεται η πράξη και ότι το γεγονός ότι το εναγόμενο νοσοκομείο, το οποίο εντάσσεται στον δημόσιο τομέα, είναι ανυπαίτιο ή όχι, δεν αφορά τη συμβατική της αξίωση, αφού αντικειμενικά αυτό κατά το ως άνω διάστημα από 13.9.2006 μέχρι 30.9.2015 κατέστη υπερήμερο περί την αποδοχή των υπηρεσιών της, με αποτέλεσμα να έχει υποχρέωση αφενός να της καταβάλει τις πλήρεις αποδοχές που αυτή δικαιούται κατά τη διάρκεια της υπερημερίας του και αφετέρου να της αναγνωρίσει το χρόνο προϋπηρεσίας της σε αυτό, στο οποίο ανυπαίτια δεν παρείχε τις υπηρεσίες της.
Με βάση τα ως άνω ιστορούμενα και ισχυριζόμενα, και μετά από περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής, που έγινε παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, η ενάγουσα - αναιρεσείουσα ζήτησε: α) να αναγνωρισθεί ως χρόνος προϋπηρεσίας της στο εναγόμενο - αναιρεσίβλητο και η συνδεόμενη με αυτή βαθμολογική και μισθολογική της εξέλιξη και κάθε άλλη υπηρεσιακή μεταβολή η χρονική περίοδος από 13.9.2006 μέχρι 30.9.2015 και β) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου να της καταβάλει για αναδρομικές αποδοχές της ίδιας ως άνω χρονικής περιόδου το συνολικό ποσό των 64.284,80 ευρώ, μετ' αφαίρεση των αποδοχών που έλαβε κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από την εργασία της στο νοσοκομείο ΝΙΜΙΤΣ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε την υπόθεση, απέρριψε την ως άνω αγωγή ως μη νόμιμη. Το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, στο οποίο μεταβιβάσθηκε η υπόθεση με την από 2.10.2018 και με αριθμό κατάθεσης 21297/3580/2018 έφεση της ενάγουσας - εκκαλούσας - αναιρεσείουσας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού ανέπτυξε τα άρθρα 105 και 106 του ΕισΝΑΚ, τα άρθρα 71 παρ. 1 και 72 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, τα άρθρα 101Α και 103 παρ. 7 εδαφ.
α του Συντάγματος, το άρθρο 2 του ν. 3051/2002 "Συνταγματικά κατοχυρωμένες ανεξάρτητες αρχές, τροποποίηση και συμπλήρωση του συστήματος προσλήψεων στο δημόσιο τομέα και συναφείς ρυθμίσεις" (ΦΕΚ Α 220), τα άρθρα 2, 3 και 11 του ν. 2190/1994 "Σύσταση ανεξάρτητης αρχής για την επιλογή προσωπικού και ρύθμιση θεμάτων διοίκησης (Α 28) και τα άρθρα 68 και 73 του ΚΠολΔ, δέχθηκε κατά λέξη τα εξής: "Καταρχήν η ενάγουσα (δηλαδή η αναιρεσείουσα) δεν νομιμοποιείται να ζητά αναγνώριση εννέα ετών ως χρόνο προϋπηρεσίας, ώστε να της καταβληθούν αντίστοιχου χρονικού διαστήματος αναδρομικές αποδοχές σαν να επρόκειτο για πρόσληψή της με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, καθόσον, όπως εκθέτει στην αγωγή της, η σύμβαση εργασίας της ήταν τριετής και τον πρώτο χρόνο εργάσθηκε κανονικά.
Συνεπώς, ακόμη και αν νομιμοποιούταν παθητικά το εναγόμενο (δηλαδή το αναιρεσίβλητο) στην άσκηση της υπό κρίση αγωγής, όπως στη συνέχεια εκτίθεται, δεν δικαιολογείται αναγνώριση χρόνου υπηρεσίας και επιδίκαση αποδοχών εννέα ετών, αλλά δύο ετών, όσων δηλαδή θα είχε εργασθεί, αν δεν είχε μεσολαβήσει η ακυρωθείσα παράνομη πράξη του ΑΣΕΠ, ώστε να αποκατασταθούν τα πράγματα στην προηγούμενη κατάσταση.
Περαιτέρω, εφόσον κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, η διαδικασία πλήρωσης των θέσεων, που προκηρύχθηκαν, ανήκει στην αποκλειστική αρμοδιότητα του ΑΣΕΠ, ο δε διορισμός της, την 1.10.2015 από το εναγόμενο Νοσοκομείο δεν επιβλήθηκε με τη με αριθμό 1565/2014 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, αλλά με την 130/2015 απόφαση του ΑΣΕΠ, στο οποίο παρέπεμψε το δικαστήριο την υπόθεση της ενάγουσας για νέα κρίση, τη νομιμότητα της οποίας από άποψη συμμόρφωσής της προς την ακυρωτική απόφαση δεν μπορούν να ελέγξουν τα όργανα του νοσοκομείου, η αρμοδιότητα των οποίων περιορίζεται στην κλήση των διατιθέμενων εκ μέρους του ΑΣΕΠ επιτυχόντων προς υποβολή των προβλεπομένων δικαιολογητικών και στον διορισμό αυτών, σύμφωνα με τις διέπουσες τη λειτουργία του νοσοκομείου καταστατικές διατάξεις, η επέλευση του ζημιογόνου αποτελέσματος σε βάρος της ενάγουσας από την απώλεια των αποδοχών της αιτούμενης χρονικής περιόδου δεν συνδέεται με παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του εναγομένου νοσοκομείου, με αποτέλεσμα να μη στοιχειοθετείται σε βάρος του ευθύνη αποζημίωσης κατά τα άρθρα 105 και 106 ΕισΝΑΚ.
Η αναφερόμενη στην αγωγή ζημία, έστω και κατά το μέρος που οριοθετείται από την ορισμένη διάρκεια του χρόνου εργασίας της, για την οποία και προσλήφθηκε, κατά τα προαναφερόμενα, συνδέεται αιτιωδώς, αφενός με την εκ μέρους του ΑΣΕΠ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων της διακήρυξης (ορθό της προκήρυξης), εξαιτίας της οποίας μη νόμιμα παρέλειψε να την κατατάξει μεταξύ των επιτυχόντων, αφετέρου με την εκ μέρους του ΑΣΕΠ μη πρόβλεψη αναδρομής, ως προς την ένταξη της ενάγουσας στον πίνακα επιτυχόντων για την πλήρωση των θέσεων στο εναγόμενο Νοσοκομείο, όπως όφειλε.
Εξάλλου, το ΑΣΕΠ, [...], ως δημόσια ανεξάρτητη αρχή εντάσσεται μεταξύ των οργάνων της εκτελεστικής εξουσίας του Κράτους, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η θέση αυτή κείται εκτός της ιεραρχικής δομής της δημόσιας διοίκησης και (εκ) του λόγου τούτου η αστική ευθύνη, η οποία απορρέει από παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων αυτού (ΑΣΕΠ), βαρύνει το Ελληνικό Δημόσιο.
Κατόπιν τούτων, ούτε το ΑΣΕΠ, το οποίο δεν έχει ιδία νομική προσωπικότητα, ούτε το εναγόμενο ΝΠΙΔ, το οποίο δεν μπορεί να ελέγξει τη νομιμότητα της απόφασης του ΑΣΕΠ, αφού η αρμοδιότητά του περιορίζεται στην κλήση (εννοείται της) ενάγουσας εκ μέρους του ΑΣΕΠ για εργασία, νομιμοποιούνται παθητικά στη δίκη αυτή, αλλά το Ελληνικό Δημόσιο.
Πρέπει, επομένως, η υπό κρίση αγωγή να απορριφθεί ως νομικά αβάσιμη. Στα ίδια καταλήγοντας και το πρωτόδικο δικαστήριο, έστω και με κατά ένα μέρος διαφορετική αιτιολογία, ορθά το νόμο εφάρμοσε, απορριπτομένων όσων αντίθετων με την έφεσή της υποστηρίζει η ενάγουσα. Πρέπει, επομένως, να απορριφθεί η έφεση ως ουσιαστικά αβάσιμη [...]".
Με την ως άνω κύρια νομική του αιτιολογία το Εφετείο Θεσσαλονίκης ορθώς κατ' αποτέλεσμα έκρινε καταλήγοντας σε ορθό διατακτικό, αν και με εσφαλμένη αιτιολογία συνιστάμενη στο ότι, προκειμένου να απορρίψει την ένδικη αγωγή ως μη νόμιμη, προσέφυγε στις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 105 και 106 του ΕισΝΑΚ, 101Α και 103 παρ. 7 εδαφ.
α του Συντάγματος, 2 του ν. 3051/2002 "Συνταγματικά κατοχυρωμένες ανεξάρτητες αρχές, τροποποίηση και συμπλήρωση του συστήματος προσλήψεων στο δημόσιο τομέα και συναφείς ρυθμίσεις" (ΦΕΚ Α 220), και 2, 3 και 11 του ν. 2190/1994 "Σύσταση ανεξάρτητης αρχής για την επιλογή προσωπικού και ρύθμιση θεμάτων διοίκησης (Α 28), σε συνδυασμό με τα άρθρα 68 και 73 του ΚΠολΔ, παρά το γεγονός ότι δεν υπήρχε έδαφος εφαρμογής αυτών, καθόσον, με βάση τα διαλαμβανόμενα στην ένδικη αγωγή πραγματικά περιστατικά, υποκείμενα της καταγόμενης προς κρίση έννομης σχέσης είναι η ενάγουσα - αναιρεσείουσα και το εναγόμενο - αναιρεσίβλητο νοσοκομείο, το οποίο ενάγεται ως υπερήμερος εργοδότης και δεν ενάγεται εξαιτίας παράνομης συμπεριφοράς των οργάνων του (δηλαδή λόγω αδικοπραξίας).
Για την αξίωση, όμως, της ενάγουσας - αναιρεσείουσας να αναγνωρισθεί ως χρόνος προϋπηρεσίας της στο εναγόμενο - αναιρεσίβλητο η χρονική περίοδος από 13.9.2006 μέχρι 30.9.2015, κατά την οποία το τελευταίο είχε σταματήσει να την απασχολεί, δεν υπάρχει πεδίο εφαρμογής και των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 648 εδαφ.
α, 656, 349, 350, 353 και 358 ΑΚ, που αναλύονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη. Τούτο διότι, κατά τα διαλαμβανόμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, η συναφθείσα στις 12.9.2005 μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εργασίας ήταν ορισμένου χρόνου (τριετούς διάρκειας), διακόπηκε στις 13.9.2006 εξαιτίας της 1330/5.6.2006 απόφασης του ΑΣΕΠ, με την οποία ακυρώθηκε η πράξη έγκρισης του κύριου πίνακα κατάταξης διορισμού των υποψηφίων κατά το σκέλος που αφορούσε την ενάγουσα - αναιρεσείουσα και αυτή απασχολήθηκε ξανά στο εναγόμενο - αναιρεσίβλητο με τους ίδιους όρους με την από 1.10.2015 σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου (επίσης τριετούς διάρκειας), που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων μετά την ακύρωση της ως άνω 1330/5.6.2006 απόφασης του ΑΣΕΠ με τη με αριθμό 1565/2014 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου και την επακολουθήσασα της ακυρωθείσας διοικητικής πράξης (νέα) με αριθμό 130/2015 απόφαση του ΑΣΕΠ, το οποίο, συμμορφούμενο με την απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου, έθεσε την ενάγουσα - αναιρεσείουσα προς διορισμό στο εναγόμενο - αναιρεσίβλητο νοσοκομείο.
Συνεπώς, υπό τα πραγματικά αυτά περιστατικά το εναγόμενο - αναιρεσίβλητο δεν περιήλθε σε υπερημερία εργοδότη κατά τη χρονική περίοδο από 13.9.2006 έως 30.9.2014, που είχε διακοπεί η σαφώς καθορισμένη τριετής διάρκεια της σύμβασης εργασίας των διαδίκων, δεδομένου ότι το χρόνο προϋπηρεσίας της που αντιστοιχεί στη διετία από 13.9.2006 μέχρι 12.9.2008, κατά την οποία αυτή δεν εργάσθηκε και η οποία ήταν η εξ αρχής συμφωνημένη λήξη της εργασιακής της σχέσης, η ενάγουσα - αναιρεσείουσα τον συμπλήρωσε κατά την επαναπρόσληψή της με την από 1.10.2015 (επίσης) τριετούς διάρκειας σύμβαση εργασίας που συνήψε με το εναγόμενο - αναιρεσίβλητο, το οποίο άλλωστε, (και κατά το κείμενο της αγωγής) της αναγνώρισε και κάθε προγενέστερη της 1.10.2015 προϋπηρεσία στο ίδιο και σε άλλο εργοδότη.
Ενόψει αυτών και λαμβανομένων υπόψη ότι το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης είναι ορθό και ότι δεν συντρέχει στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας έννομο συμφέρον αποτροπής δεδικασμένου, ούτως ώστε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο ως προς τις ως άνω νομικές της αιτιολογίες, καθόσον η εφαρμογή διαφορετικών διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας, που άγουν στο ίδιο αποτέλεσμα, δεν είναι δυσμενέστερη για την αναιρεσείουσα, ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι εσφαλμένα ερμήνευσε τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 2 "Σύσταση Ανώτατου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού", της παρ. 1 του άρθρου 3 "Αρμοδιότητες", των παρ. 11 επ.
του άρθρου 17 "Διενέργεια διαγωνισμού - πίνακες επιτυχίας - διορισμός", των παρ. 1 και 2 του άρθρου 18 "Πλήρωση θέσεων βάσει προτεραιότητας - διαδικασία - διορισμός" του ν. 2190/1994 "Σύσταση Ανεξάρτητης Αρχής για την Επιλογή Προσωπικού και Ρύθμιση Θεμάτων Διοίκησης" (ΦΕΚ Α 28) και του άρθρου 2 του ν. 3051/2002 "Συνταγματικά κατοχυρωμένες ανεξάρτητες αρχές, τροποποίηση και συμπλήρωση του συστήματος προσλήψεων στο δημόσιο τομέα και συναφείς ρυθμίσεις" (ΦΕΚ Α 220/20.9.2002), όπως ίσχυαν κατά τον επίδικο χρόνο, με την επίκληση ότι το αναιρεσίβλητο παρέλειψε παρά το νόμο να αναγνωρίσει ως χρόνο προϋπηρεσίας της αναιρεσείουσας σε αυτό και τη συνδεόμενη με αυτή (προϋπηρεσία) βαθμολογική και μισθολογική της εξέλιξη και κάθε άλλη υπηρεσιακή μεταβολή τη χρονική περίοδο από 13.9.2006 έως 30.9.2015, (δηλαδή την περίοδο από την απομάκρυνσή της από την υπηρεσία του μέχρι την επαναπρόσληψή της), πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 1 του ν. 1964/1991 "Κύρωση σύμβασης μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και του Ιδρύματος "Ίδρυμα Παπαγεωργίου"" (ΦΕΚ Α 146/26.9.1991) όπως τούτο (στο σύνολό του) αντικαταστάθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2618/1998 (ΦΕΚ Α 128/16.6.1998) και στη συνέχεια η παράγραφος 1 αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 45 "Κύρωση τροποποιητικής σύμβασης του Ελληνικού Δημοσίου με το Ίδρυμα Παπαγεωργίου" του ν. 3204/2003 (ΦΕΚ Α 296/23.12.2003), ιδρύεται νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Γενικό Νοσοκομείο Παπαγεωργίου" και με έδρα τη Θεσσαλονίκη, το οποίο απολαύει οικονομικής και διοικητικής αυτοτέλειας και λειτουργεί με βάση τις αρχές της ιδιωτικής οικονομίας, εκτός από τις περιπτώσεις που ορίζεται διαφορετικά στις διατάξεις της παρούσας σύμβασης (παρ. 1).
To Γενικό Περιφερειακό Νοσοκομείο Παπαγεωργίου είναι κοινωφελές και δεν μπορεί να μετατραπεί σε κερδοσκοπική επιχείρηση, που έχει σκοπό το κέρδος. Τα πάσης φύσεως έσοδά του θα διατίθενται για την κάλυψη των λειτουργικών του δαπανών, τη συντήρηση, ανανέωση και εκσυγχρονισμό του ιατρικού και λοιπού εξοπλισμού του.
Τυχόν πλεόνασμα θα διατίθεται στο Ελληνικό Δημόσιο. Το Νοσοκομείο τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας, ο οποίος ασκεί και τις αρμοδιότητες του α.ν. 2039/1939 (παρ. 2). Επίσης κατά το άρθρο 5 του ν. 1964/1991 πόροι του συνιστώμενου με το παρόν νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ" θα αποτελούν: (α) Τα ημερήσια νοσήλια και οι εισπράξεις από τις πάσης φύσεως λοιπές ιατρικές πράξεις, όπως προβλέπονται εκάστοτε από τις ισχύουσες διατάξεις. (β) Τα πάσης φύσεως έσοδα εκ των εξωτερικών ιατρείων, καθώς και τα εκ του τμήματος ημερήσιας-βραχείας νοσηλείας προερχόμενα. (γ) Τα προερχόμενα εκ δραστηριοτήτων προς εξυπηρέτηση του προσωπικού και των νοσηλευμένων, επισκεπτών κ.λπ. (εκμετάλλευση ή ενοίκια εκ κυλικείων, εστιατορίου, ανθοπωλείων, είδη δώρων κ.λπ.
καθώς και του τυχόν παρεκκλησίου). (δ) Τα εκ της εκποιήσεως παλαιών μηχανημάτων, επίπλων, σκευών και κάθε είδους αχρήστου υλικού. (ε) Τυχόν κληρονομιές, κληροδοσίες και δωρεές και εν γένει έσοδα προερχόμενα εκ κληρονομιών, κληροδοσιών και δωρεών και (στ) Ετήσια επιχορήγηση του Δημοσίου, που θα καθορίζεται εκάστοτε με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων κατά την ελεύθερη κρίση τους.
Περαιτέρω, με το άρθρο πρώτο του ν. 2618/1998 (ΦΕΚ Α 128/16.6.1998) προστέθηκε στο άρθρο 16 του ως άνω ν. 1964/1991 (που προβλέπει τα της διοίκησης και διαχείρισης των υποθέσεων του Νοσοκομείου και εν γένει της περιουσίας του από το Διοικητικό Συμβούλιο αυτού) και παράγραφος 3, το εδάφιο ε της οποίας αντικαταστάθηκε στη συνέχεια με το άρθρο 45 του ν. 3204/2003 ως εξής: "(ε).
Το σύστημα και η διαδικασία προσλήψεων του προσωπικού: Ειδικότερα όλο το προσωπικό του Νοσοκομείου προσλαμβάνεται με συμβάσεις ορισμένου χρόνου που μπορούν μετά από κρίση να ανανεώνονται ή να μετατρέπονται σε αορίστου χρόνου σύμφωνα με τα οριζόμενα στον Εσωτερικό Κανονισμό Λειτουργίας του Νοσοκομείου. [...].
Η επιλογή του λοιπού (νοσηλευτικού, διοικητικού, παραϊατρικού κλπ) προσωπικού του Νοσοκομείου γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 18 του ν. 2190/1994, όπως ισχύει εκάστοτε, ύστερα από προκήρυξη του Διοικητικού Συμβουλίου του Νοσοκομείου. Η προκήρυξη δημοσιεύεται ολόκληρη στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (Τεύχος Προκηρύξεων ΑΣΕΠ) και περίληψή της σε δύο τουλάχιστον εφημερίδες των Αθηνών και της Θεσσαλονίκης.
Τόσο η προκήρυξη όσο και ο βάσει αυτής συντασσόμενος, επίσης από το Διοικητικό Συμβούλιο του Νοσοκομείου, πίνακας επιλογής και κατατάξεως των υποψηφίων, αποστέλλεται στο ΑΣΕΠ, το οποίο ασκεί αυτεπαγγέλτως ή κατ' ένσταση των ενδιαφερομένων έλεγχο, κατ' εφαρμογή της νομοθεσίας που ισχύει εκάστοτε γι' αυτό [...]".
Από τις ως άνω διατάξεις συνάγονται τα εξής: (α) Το αναιρεσίβλητο Γενικό Περιφερειακό Νοσοκομείο Παπαγεωργίου αποτελεί, κατά το συστατικό του νόμο, αμιγές νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, απολαμβάνει οικονομικής και διοικητικής αυτοτέλειας και λειτουργεί με βάση τις αρχές τις ιδιωτικής οικονομίας, πλην των προβλεπόμενων στον ίδιο ως άνω νόμο εξαιρέσεων (ΑΠ 1988/2013, ΑΠ 1429/2012, ΣτΕ 421/2011, ΣτΕ 3019/2008). (β) Το απασχολούμενο από αυτό λοιπό (πλην του ιατρικού) προσωπικό προσλαμβάνεται με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου με βάση τον πίνακα επιλογής και κατάταξης, ο οποίος καταρτίζεται από το Διοικητικό Συμβούλιο του αναιρεσίβλητου κατά τους όρους της προηγηθείσας προκήρυξης για την κάλυψη των εκάστοτε θέσεων εργασίας και με τα κριτήρια του άρθρου 18 του ν. 2190/1004, ήτοι με σειρά προτεραιότητας (σχ.ΣτΕ 914/2013) ο πίνακας δε αυτός υπόκειται στον (αυτεπάγγελτο ή κατ' ένσταση υποψηφίων) έλεγχο του ΑΣΕΠ και (γ) Η ανανέωση ή μη της αρχικής σύμβασης εργασίας του κατά τα ως άνω προσλαμβανόμενου λοιπού προσωπικού του αναιρεσίβλητου, καθώς και η χρονική διάρκεια αυτής, εφόσον ανανεωθεί, είτε ως ορισμένου είτε αορίστου χρόνου, εναπόκειται στην κρίση του Διοικητικού του Συμβουλίου.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 95 παρ. 5 του Συντάγματος (όπως αναθεωρήθηκε το έτος 2001), "η διοίκηση έχει υποχρέωση να συμμορφώνεται προς τις δικαστικές αποφάσεις. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής γεννά ευθύνη για κάθε αρμόδιο όργανο, όπως νόμος ορίζει. Νόμος ορίζει τα αναγκαία μέτρα για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης της διοίκησης".
Εξ άλλου, σύμφωνα με το άρθρο 50 παρ. 4 του π.δ. 18/1989, οι διοικητικές αρχές πρέπει, σε εκτέλεση της υποχρέωσης που απορρέει από το άρθρο 95 παρ. 5 του Συντάγματος, να συμμορφώνονται ανάλογα με κάθε περίπτωση με θετική ενέργεια προς το περιεχόμενο της απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας ή να απέχουν από κάθε ενέργεια που είναι αντίθετη με όσα κρίθηκαν από αυτό.
Ο παραβάτης, εκτός από τη δίωξη για παράβαση καθήκοντος κατά το άρθρο 259 του Ποινικού Κώδικα, υπέχει και προσωπική ευθύνη για αποζημίωση. Περαιτέρω, ο εκδοθείς μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του έτους 2001 νόμος 3068/2002 (ΦΕΚ Α 274/14.11.2002) ορίζει: (α) στο άρθρο 1 εδάφια α και γ αυτού, όπως το εδάφιο γ προστέθηκε με το άρθρο 4ε παρ. 3 του ν. 3388/3005 (ΦΕΚ Α 225/12.9.2005), ότι "Το Δημόσιο, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης και τα λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου έχουν υποχρέωση να συμμορφώνονται χωρίς καθυστέρηση προς τις δικαστικές αποφάσεις και να προβαίνουν σε όλες τις ενέργειες που επιβάλλονται για την εκπλήρωση της υποχρέωσης αυτής και για την εκτέλεση των αποφάσεων.
Δικαστικές αποφάσεις κατά την έννοια του προηγούμενου εδαφίου είναι όλες οι αποφάσεις των διοικητικών, πολιτικών, ποινικών και ειδικών δικαστηρίων που παράγουν υποχρέωση συμμόρφωσης ή είναι εκτελεστές κατά τις οικείες δικονομικές διατάξεις και τους όρους που κάθε απόφαση τάσσει. [...]. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου ισχύουν και για τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου του ευρύτερου δημόσιου τομέα, τα οποία ανήκουν εξ ολοκλήρου στο Δημόσιο." και (β) στο άρθρο 2 ότι "η αρμοδιότητα για τη λήψη των προβλεπομένων στο άρθρο 3 μέτρων για τη συμμόρφωση της διοίκησης προς τις δικαστικές αποφάσεις ανατίθεται σε τριμελές συμβούλιο:
α) [...] β) [...], γ) [...]. δ) [...] και ε) των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και των λοιπών ειδικών δικαστηρίων, αν πρόκειται για αποφάσεις αυτών" , ενώ στο άρθρο 3 του ως άνω νόμου (δηλαδή του ν. 3068/2002 προβλέπονται τα μέτρα που λαμβάνει το αρμόδιο τριμελές συμβούλιο σε περίπτωση που, μετά από αίτηση του ενδιαφερομένου, διαπιστωθεί καθυστέρηση, παράλειψη ή άρνηση συμμόρφωσης ή πλημμελής συμμόρφωση της διοίκησης προς τα κριθέντα με δικαστική απόφαση.
Τέλος, με το π.δ. 61/2004 (ΦΕΚ Α 54/19.2.2004), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 3 παρ. 8 του ως άνω ν. 3068/2002, θεσπίσθηκε διαδικασία ελέγχου της συμμόρφωσης της Διοίκησης προς τις δικαστικές αποφάσεις. Από τις διατάξεις αυτές, συνάγεται ότι η τυχόν άρνηση της Διοίκησης να προβεί στις σχετικές ενέργειες, συμμορφούμενη προς ακυρωτική απόφαση διοικητικού δικαστηρίου συνεπάγεται την εφαρμογή της διαδικασίας και τη λήψη μέτρων και κυρώσεων που προβλέπονται ειδικώς από το νόμο με τις προαναφερόμενες διατάξεις (ΟλΣτΕ 3171/2014).
Από τις ίδιες διατάξεις συνάγεται, όμως, ότι αυτές δεν καταλαμβάνουν στο πεδίο εφαρμογής τους τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου του ευρύτερου δημόσιου τομέα, τα οποία δεν ανήκουν εξ ολοκλήρου στο Δημόσιο (άρθρο 1 εδαφ. γ του ν 3068/2002 όπως ισχύει κατά τον ένδικο χρόνο).
Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο (και τελευταίο) από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 50 παρ. 4 του Π.Δ. 18/1989 σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 3 του ν. 3068/2002 με την επάλληλη νομική της αιτιολογία αποφάνθηκε ότι η μεταξύ αυτής και του αναιρεσίβλητου συναφθείσα το έτος 2005 σύμβαση εργασίας, εάν δεν είχε λυθεί με την παράνομη απόφαση του ΑΣΕΠ, θα είχε λήξει και ότι, συνεπώς, η αναιρεσείουσα δεν δικαιούται αποδοχών για το διάστημα μέχρι την άσκηση της αγωγής, γεγονός παντελώς άδηλο και αντίθετο με την εκτέλεση της ακυρωτικής απόφασης, αφού το έτος 2015 η αναιρεσείουσα επανήλθε στη θέση της στο αναιρεσίβλητο με την εκτέλεση της δικαστικής απόφασης, με αποτέλεσμα να μετακυλίονται σε αυτήν οι συνέπειες της παράνομης πράξης, χωρίς να έχει αμφισβητήσει το αναιρεσίβλητο τη δυνατότητα παράτασης της σύμβασης και της μετατροπής της σε αορίστου χρόνου.
Σχετικά με τη βασιμότητα του ως άνω λόγου αναίρεσης λεκτέα είναι τα εξής: Σύμφωνα με τα εκτεθέντα άρθρα 1 παρ. 1 και 2 και 5 του ιδρυτικού του αναιρεσίβλητου νόμου 1964/1991, όπως ισχύουν κατά τον επίδικο χρόνο, αυτό είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, απολαύει οικονομικής και διοικητικής αυτοτέλειας, λειτουργεί με βάση τις αρχές της ιδιωτικής οικονομίας και έχει δικούς του πόρους.
Επομένως, δεν συνιστά διοικητική αρχή κατά την έννοια του άρθρου 50 παρ. 4 του π.δ. 18/1989 και δεν περιλαμβάνεται στα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου του ευρύτερου δημόσιου τομέα, τα οποία ανήκουν εξ ολοκλήρου στο Δημόσιο (άρθρο 1 εδαφ. α του ν. 3068/2002) και κατά των οποίων, σύμφωνα με το άρθρο 2 του ίδιου νόμου λαμβάνονται τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3 του αυτού νόμου μέτρα, σε περίπτωση που διαπιστώνεται μη συμμόρφωσή τους προς τις δικαστικές αποφάσεις και εν προκειμένω προς τη με αριθμό 1565/2014 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.
Επιπρόσθετα, σύμφωνα με το επίσης εκτεθέν εδάφιο (ε) της παραγράφου 3 του άρθρου 16 του ν. 1964/1991, που προστέθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2618/1998, το οποίο (εδάφιο ε) αντικαταστάθηκε στη συνέχεια με το άρθρο 45 του ν. 3204/2003, το αναιρεσίβλητο προσλαμβάνει το λοιπό (πλην του ιατρικού) προσωπικό, που απασχολεί, με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου και η ανανέωση ή μη της αρχικής σύμβασης του εν λόγω προσωπικού καθώς και η διάρκειά της (εφόσον ανανεωθεί) ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου έχει από το νόμο ανατεθεί στη διακριτική ευχέρεια του Διοικητικού Συμβουλίου του αναιρεσίβλητου.
Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι στην ένδικη αγωγή δεν διαλαμβάνεται ισχυρισμός περί του ότι στη με στοιχεία 1/74Μ/2005 προκήρυξη του αναιρεσίβλητου, με βάση την οποία έγινε η πρόσληψη της αναιρεσείουσας, περιεχόταν όρος περί ανάληψης δέσμευσης από το αναιρεσίβλητο για την ανανέωση της τριετούς σύμβασης εργασίας των προσλαμβανόμενων υποψηφίων, μεταξύ άλλων και για την κάλυψη τριάντα δύο (32) κενών οργανικών θέσεων προσωπικού κατηγορίας δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης του Κλάδου ΔΕ Διοικητικού - Λογιστικού.
Επομένως, το αναιρεσίβλητο δεν είχε είτε από το νόμο είτε από τη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση την υποχρέωση να ανανεώσει τη ορισμένου χρόνου (τριετούς διάρκειας) σύμβαση εργασίας που στις 12.9.2005 συνήψε με την αναιρεσείουσα και μάλιστα ως αορίστου χρόνου. Ως εκ τούτου, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ορθώς δεν περιέλαβε τις διατάξεις των άρθρων 50 παρ. 4 του Π.Δ. 18/1989 και 1 εδάφια α και γ, 2 και 3 του ν. 3068/2002 (όπως ισχύουν κατά τον ένδικο χρόνο) στην προεκτεθείσα επάλληλη νομική του αιτιολογία, σύμφωνα με την οποία η ενάγουσα-αναιρεσείουσα, ως συνδεόμενη με το εναγόμενο - αναιρεσίβλητο με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου (τριετούς διάρκειας), δεν δικαιούται αποδοχών για το αιτούμενο με την ένδικη αγωγή διάστημα των εννέα ετών.
Κατά συνέπεια, ως άνω δεύτερος (και τελευταίος) λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά από αυτά και μη προβαλλόμενου άλλου λόγου αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, που νικήθηκε, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12.11.2019 και με αριθμό κατάθεσης 3335/368/2019 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 2144/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Μαΐου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ