Legislator Case Law & Legislation
1125/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal regarding failure to consider a defense argument on debt acknowledgment validity.

Case Number 1125/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's judgment. The appellant argued that the Court of First Instance failed to consider a defense regarding the invalidity of a debt acknowledgment agreement due to threats. The court found this argument baseless because the lower court had already addressed the validity of the agreement and rejected it based on its own reasoning.

Legislator headnote

AI generated

Articles 873 and 559 of the Civil Code; The Supreme Court reviews only legal errors, not factual assessments, and dismisses appeals where the lower court properly addressed all submitted arguments.

Keywords

AI generated
Civil Code Article 873 Debt Acknowledgment Article 559 Appeal Invalidity of Agreement Supreme Court Review

Cited Legislation

AI generated
Article 873 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1125 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1125/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο - Εισηγητή, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Μυρσίνη Παπαχίου και Ιωάννη Δουρουκλάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Π. Κ. του Π., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Παπαχρήστο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. (Φ.) Κ. του Ι. και 2) Ρ. (Ρ.) συζύγου Α. Κ., το γένος Μ. Γ., κατοίκων .... Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ρουμελιώτου Σταματίνα, η οποία ανακάλεσε την από 24-9-2020 δήλωσή της για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-7-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5081/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 1007/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-9-2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 873 ΑΚ, η σύμβαση με την οποία γίνεται υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους κατά τρόπο αφηρημένο, έτσι ώστε να γεννιέται ενοχή ανεξάρτητα από την αιτία, είναι έγκυρη αν η υπόσχεση ή η αναγνώριση γίνει εγγράφως. Έγγραφη υπόσχεση ή δήλωση αναγνώρισης, στην οποία δεν αναφέρεται η αιτία του χρέους, λογίζεται, σε περίπτωση αμφιβολίας, ότι έγινε με το σκοπό να γεννηθεί ενοχή, μη εξαρτώμενη από την αιτία του χρέους.

Αν στην έγγραφη υπόσχεση ή στην αναγνωριστική δήλωση μνημονεύεται η αιτία του χρέους, δεν αποκλείεται και πάλι να πρόκειται για ενοχή αναιτιώδη, εφόσον τα μέρη ήθελαν να αποσυνδέσουν το χρέος από την αιτία του, διότι η διάταξη του εδ. β' του ως άνω άρθρου εισάγει απλώς ερμηνευτικό κανόνα, προσδίδοντας στη δήλωση αυτή ορισμένη έννοια μόνο ενόσω δεν προκύπτει το αντίθετο (σε περίπτωση αμφιβολίας).

Κατά κανόνα, όμως, σε τέτοιες περιπτώσεις πρόκειται για αιτιώδη αναγνώριση χρέους, η οποία δεν προβλέπεται μεν ως επώνυμη συμβατική σχέση, εντάσσεται όμως στη γενική αρχή της συμβατικής ελευθερίας (άρθρο 361 ΑΚ). Αυτή η αιτιώδης αναγνώριση δεν υποβάλλεται σε συστατικό τύπο, ούτε όμως παράγεται από αυτήν αυτοτελής αιτία ενοχής, αφού εξαρτάται από την αναφερόμενη αιτία.

Η σημασία μιας τέτοιας επιβεβαιωτικής απλώς δήλωσης είναι κατ' αρχήν αποδεικτική (εξώδικη ομολογία), μπορεί όμως να επάγεται και διακοπή της παραγραφής, ως αναγνώριση (άρθρο 280 ΑΚ) ή να έχει και άλλα νομικά αποτελέσματα (λ.χ. ΑΚ 272 παρ. 2 εδ. β', 437, 156). Αν, όμως, παρά τη μνεία στη δήλωση της αιτίας του χρέους, οι συμβαλλόμενοι δεν απέβλεψαν στην απλή επιβεβαίωση υπάρχουσας ήδη ενοχής, αλλά θέλησαν την ίδρυση νέας ενοχικής σχέσης, που αποτελεί νέα αυτοτελή βάση υποχρεώσεως προς εκπλήρωση της παροχής, δηλαδή ενοχή αυτοτελή και ανεξάρτητη από την υποκείμενη αιτία, απαλλαγμένη από τα ενδεχόμενα ελαττώματα της αιτίας, απαιτείται έγγραφος τύπος (ΑΠ 51/2020, ΑΠ 818/2018, ΑΠ 1402/2018, ΑΠ 634/2014).

Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η ενάγουσα (αναιρεσείουσα), ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος της θείας της..., απέκτησε τη συγκυριότητα, κατά ποσοστό 2/24 εξ αδιαιρέτου, ενός οικοπέδου κειμένου στην Αθήνα,..., μετά της επ' αυτού διώροφης οικοδομής, αποτελουμένης από ισόγειο όροφο, ο οποίος περιλαμβάνει ένα κατάστημα και τρία διαμερίσματα, από πρώτο όροφο, ο οποίος περιλαμβάνει ένα διαμέρισμα και από δώμα, το οποίο περιλαμβάνει, επίσης, ένα διαμέρισμα.

Ο πρώτος εναγόμενος (πρώτος αναιρεσίβλητος), επί σειρά ετών μισθωτής του ισογείου καταστήματος της εν λόγω οικοδομής, προτιθέμενος να προβεί, από κοινού με τη σύζυγό του, δεύτερη εναγομένη (δεύτερη αναιρεσίβλητη), στην αγορά ολοκλήρου του ανωτέρω ακινήτου, κατήρτισε με τους συνιδιοκτήτες αυτού, στους οποίους περιλαμβάνεται και η ενάγουσα, χωρίς την τήρηση του απαιτούμενου κατά νόμο συμβολαιογραφικού τύπου, το από 23-5-2006 ιδιωτικό συμφωνητικό προσύμφωνο.

με το οποίο οι τελευταίοι υποσχέθηκαν την πώληση του εν λόγω ακινήτου, αντί συνολικού τιμήματος 278.796,77 ευρώ, από το οποίο το ποσό των 178.796,77 ευρώ συμφωνήθηκε να καταβληθεί με μετρητά κατά την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου, που θα καταρτιζόταν μέχρις τις 30- 6-2006, το υπόλοιπο δε ποσό των 100.000 ευρώ συμφωνήθηκε να καταβληθεί μέσα σε τρεις μήνες από την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου από δάνειο που θα ελάμβαναν οι αγοραστές από τράπεζα.

Στο ίδιο, ως άνω, ιδιωτικό συμφωνητικό ανεγράφη ότι o πρώτος εναγόμενος, προκειμένου να προβεί στην αγορά του ακινήτου, θα προβεί προηγουμένως στην πώληση ιδιόκτητου διαμερίσματός του, το οποίο χρησιμοποιεί ως κατοικία, καθώς και ότι παρέλαβε τα κλειδιά της εξώθυρας του κλιμακοστασίου ανόδου στον πρώτο όροφο της οικοδομής και τα κλειδιά των διαμερισμάτων του πρώτου ορόφου και του δώματος....

Εξάλλου, κατά την υπογραφή του εν λόγω προσυμφώνου, ο πρώτος εναγόμενος μεταβίβασε με οπισθογράφηση και παρέδωσε στους πωλητές... επιταγή της ALPHA ΒΑΝΚ , ποσού 15.000 ευρώ, εκδοθείσα στις 22-5-2006 από τον ίδιο σε διαταγή του, ως προκαταβολή έναντι του συμφωνηθέντος τιμήματος. Η ενάγουσα ισχυρίζεται με την αγωγή της,...

ότι στις 3-7-2006, δηλαδή τρεις ημέρες πριν την κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου πώλησης,... μετέβη στο ακίνητο και διαπίστωσε ότι οι εναγόμενοι είχαν προβεί σε εργασίες ανακαίνισης του διαμερίσματος του πρώτου ορόφου, χωρίς την ενημέρωση και την έγκρισή της.... Αποδείχθηκε ότι πράγματι οι εναγόμενοι είχαν εκτελέσει εργασίες ανακαίνισης του εν λόγω διαμερίσματος, αφού όμως προηγουμένως είχαν ζητήσει και λάβει την προφορική συναίνεση του πληρεξουσίου δικηγόρου των συγκυρίων..., ο οποίος ενεργούσε στο όνομα και για λογαριασμό αυτών, συμπεριλαμβανομένης και της ενάγουσας.

Ως εκ τούτου, η ανωτέρω συμπεριφορά των εναγομένων, από την οποία, σε κάθε περίπτωση, η ενάγουσα δεν ισχυρίζεται ότι υπέστη ζημία, δεν είναι παράνομη και υπαίτια και δεν στοιχειοθετεί αδικοπραξία, του σχετικού ισχυρισμού ερευνωμένου μόνο ως προς το αίτημα της ενάγουσας περί επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, αφού η τελευταία δεν ζητεί αποζημίωση για την ανωτέρω αιτία.

Περαιτέρω, ουδόλως αποδείχθηκε ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι οι εναγόμενοι, μετά την κατάρτιση του από 23-5-2006 ιδιωτικού συμφωνητικού -προσυμφώνου και την παραλαβή των κλειδιών των προαναφερομένων διαμερισμάτων, αφαίρεσαν παρανόμως από το διαμέρισμα του πρώτου ορόφου τα αντικείμενα που αναφέρει στην αγωγή της και συγκεκριμένα ένα τραπέζι- ροτόντα, τέσσερις πολυθρόνες και ένα σερβίτσιο τσαγιού.

Ειδικότερα δεν αποδείχθηκε καν ότι τα εν λόγω αντικείμενα,... υπήρχαν στο εν λόγω διαμέρισμα κατά το χρόνο παράδοσης των κλειδιών αυτού στον πρώτο εναγόμενο.... Ομοίως. δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι οι εναγόμενοι έν αγνοία της ίδιας και των λοιπών συγκυρίων του ακινήτου είχαν εγκατασταθεί και κατοικούσαν επί 12 τουλάχιστον μήνες σε διαμέρισμα του ισογείου της εν λόγω οικοδομής.

Αντιθέτως αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι κατοικούσαν με τα τέκνα τους στο με στοιχεία Α-2 ιδιόκτητο διαμέρισμα του πρώτου ορόφου όμορης πολυκατοικίας,... το οποίο ο πρώτος εναγόμενος, προς το σκοπό εξεύρεσης του απαιτουμένου για την αγορά του επιδίκου ακινήτου κεφαλαίου, πώλησε,.. στις 8-6-2006, συνέχιζε όμως να κατοικεί σ' αυτό και μετά την πώλησή του, μέχρι 31-8-2006...

Ενόψει όλων των ανωτέρω δεν αποδείχθηκε η τέλεση εκ μέρους των εναγομένων της επικαλούμενης αδικοπραξίας σε βάρος της ενάγουσας. Επομένως, η αγωγή, κατά τη βάση αυτής που θεμελιώνεται στις περί αδικοπραξιών διατάξεις είναι κατ' ουσίαν αβάσιμη και απορριπτέα.... Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στις 6-7-2006 καταρτίσθηκε το υπ' αριθ, .../2006 συμβόλαιο..., δυνάμει του οποίου οι συγκύριοι του εν λόγω ακινήτου μεταβίβασαν την κυριότητα αυτού λόγω πώλησης στους εναγομένους, κατά ποσοστό 1 /2 εξ αδιαιρέτου σε καθένα από αυτούς.

Η ενάγουσα, πριν την κατάρτιση του συμβολαίου και προκειμένου να συμπράξει σ' αυτήν, αξίωσε από τους εναγομένους να αναγνωρίσουν εγγράφως ότι της οφείλουν το ποσό των 15.000 ευρώ. Οι εναγόμενοι, οι οποίοι κατ' εκείνο το χρόνο είχαν ήδη προκαταβάλει στους πωλητές, όπως προεκτέθηκε, το ποσό των 15.000 ευρώ, επιπλέον δε είχαν καταβάλει στην αρμόδια Δ.Ο.Υ.

τον αναλογούντα φόρο μεταβίβασης, ύψους 18.349,61 ευρώ, ενώ, προς το σκοπό εξεύρεσης του τιμήματος είχαν ήδη πωλήσει και το διαμέρισμα που αποτελούσε την οικογενειακή τους οικία, αναγκάσθηκαν προ του κινδύνου ματαίωσης κατάρτισης του οριστικού συμβολαίου, αν και δεν υφίστατο αντίστοιχη οφειλή τους, να υπογράψουν με την ενάγουσα το υπό την ίδια ημερομηνία (6-7-2006) ιδιωτικό συμφωνητικό.

Δυνάμει αυτού, υποσχέθηκαν να καταβάλουν στην ενάγουσα το ποσό των 15.000 ευρώ "ως εφάπαξ αποζημίωσή της επειδή εξετέλεσαν εργασίες στο παραπάνω ακίνητο πριν από την αγοραπωλησία, παρά τη ρητή άρνησή της", κατά την ακριβή διατύπωση των συμβαλλομένων. Με το εν λόγω ιδιωτικό συμφωνητικό καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων αιτιώδης σύμβαση αναγνώρισης χρέους, με αναφερόμενη ως αιτία του χρέους, την αποζημίωση της ενάγουσας, λόγω της εκτέλεσης εργασιών στο ακίνητο εκ μέρους των εναγομένων.

Ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι δεν αποδείχθηκε ότι υφίστατο η επικαλούμενη αιτία, αφού δεν αποδείχθηκε αντίστοιχη οφειλή των εναγομένων, την οποία, εξάλλου, και η ενάγουσα δεν προσδιορίζει, με το εν λόγω ιδιωτικό συμφωνητικό οι εναγόμενοι αναγνώρισαν οφειλή τους για αποζημίωση, ποσού 15.000 ευρώ, λόγω εκτέλεσης εργασιών, που, όπως προεκτέθηκε, δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσας δίκης, ενώ αντιθέτως, δεν αναγνώρισαν υποχρέωσή τους προς αποζημίωση της ενάγουσας λόγω της επικαλούμενης από αυτήν παράνομης αφαίρεσης αντικειμένων της και παράνομης χρήσης του ανωτέρω διαμερίσματος, καθώς και για χρηματική ικανοποίησή της, την οποία (αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση) ζητεί με την υπό κρίση αγωγή.

Επομένως, δεν αποδείχθηκε ότι υφίσταται η ένδικη απαίτηση με βάση την επικαλούμενη αιτιώδη σύμβαση αναγνώρισης χρέους... Ενόψει των ανωτέρω, οι ισχυρισμοί της ενάγουσας- εκκαλούσας, τους οποίους προβάλλει με τους πρώτο, τρίτο και τέταρτο λόγους της υπό κρίση έφεσης, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε ότι η σύμβαση αναγνώρισης χρέους είναι προϊόν εκβιασμού και απειλής και ότι το δικαίωμα των εναγομένων προς ακύρωση της σύμβασης λόγω απειλής έχει αποσβεσθεί, είναι αβάσιμοι".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη απόφαση που είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή της και ως προς τις δύο βάσεις αυτής, συμπληρώνοντας (στην πραγματικότητα αντικαθιστώντας) εν μέρει τις αιτιολογίες της εκκαλούμενης απόφασης ως προ τη δεύτερη βάση της αιτιώδους αναγνώρισης χρέους.

Ειδικότερα, ενώ το πρωτόδικο δικαστήριο είχε απορρίψει αυτήν, δεχόμενο ότι το σχετικό από 6-7-2006 ιδιωτικό συμφωνητικό αποτελούσε προϊόν εκβίασης και απειλής των αναιρεσιβλήτων εκ μέρους της αναιρεσείουσας, το Εφετείο απέρριψε την εν λόγω αγωγική βάση με την αιτιολογία, ότι η φερόμενη ως αναγνωρισθείσα με το ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό οφειλή προς καταβολή αποζημίωσης λόγω ζημιών από την εκτέλεση εργασιών στο ένδικο διαμέρισμα αφενός μεν αφορούσε, στην πραγματικότητα, ανύπαρκτη αιτία, αφετέρου δε, δεν αποτελούσε αντικείμενο της δίκης που ανοίχθηκε με την υπό κρίση αγωγή.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 361 Α.Κ. καθόσον οι ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης συνιστούν όχι αναιτιώδη αναγνώριση χρέους, με την έννοια της δημιουργίας νέας, αυτοτελούς, ενοχής ανεξάρτητης της αιτίας (άλλωστε ούτε στην αγωγή γίνεται λόγος για κατάρτιση τέτοιας σύμβασης), αλλά επιτρεπτή κατ' άρθρο 361 Α.Κ. κατάρτιση σύμβασης επιβεβαίωσης υφιστάμενης ενοχής με συνακόλουθο, από τη φύση της σύμβασης αυτής (σχετ. ΑΠ 1438/2006, ΑΠ 523/2001), αποτέλεσμα τη μη καθίδρυση ενοχής ανεξάρτητης από την αιτία της, αλλά, αντίθετα, την εξάρτηση της καταρτισθείσας αιτιώδους αναγνώρισης χρέους από την αναφερόμενη στο ιδιωτικό συμφωνητικό αιτία, δηλαδή από την πρόκληση ζημίας λόγω εκτέλεσης εργασιών στο πωληθέν διαμέρισμα, η οποία, όμως, ήταν ανύπαρκτη, όπως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, αναγόμενο προς τούτο επιτρεπτά στη βασική σχέση της αιτιώδους αυτής αναγνώρισης, επί πλέον δε, δεν αποτελούσε αντικείμενο της δίκης η αποκατάσταση της ζημίας από την εκτέλεση των πιο πάνω εργασιών. Επομένως, ο πρώτος από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι, κατά το οικείο μέρος αυτού, αβάσιμος.

Περαιτέρω, με τον ίδιο ως άνω λόγο αναιρέσεως πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία παραβίαση του άρθρου 361 ΑΚ, λόγω απόρριψης της θεμελιούμενης στην εν λόγω διάταξη αγωγικής βάσης με την παραδοχή ότι η καταρτισθείσα αιτιώδης αναγνώριση χρέους ήταν προϊόν εκβίασης και απειλής των αναιραιρεσιβλήτων εκ μέρους της αναιρεσείουσας.

Επίσης, η αναιρεσείουσα, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι δεν περιέχει αιτιολογία "επί των εξής ουσιωδών ζητημάτων: α) Πώς είναι δυνατόν το επίμαχο ιδιωτικό συμφωνητικό να αποτελεί προϊόν εκβιασμού και απειλής και εξ αυτού του λόγου να μην εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ περί αιτιώδους αναγνώρισης σύμβασης χρέους, όταν εκβίαση θεμελιώνεται μόνον όταν ο υπαίτιος γνωρίζει ότι το περιουσιακό όφελος που επιδιώκει δεν αποτελεί αντικείμενο νόμιμης απαιτήσεως,...

και (επίσης) όταν για την θεμελίωση της απειλής απαραίτητη είναι η διενέργεια παράνομης πράξης, ενώ η μη σύμπραξη σε συμβολαιογραφική πράξη δεν συνιστά σε καμία περίπτωση παράνομη πράξη και β) Πως ουσιαστικά δέχεται (το Εφετείο) την ένσταση των ήδη αναιρεσιβλήτων για ακύρωση της δικαιοπραξίας, ήτοι του επίμαχου ιδιωτικού συμφωνητικού, όταν ακόμα και αν θεωρηθεί κάτι τέτοιο ως δεδομένο, το δικαίωμά τους (και υπό την μορφή ενστάσεως) για ακύρωση της δικαιοπραξίας λόγω απειλής είχε υποπέσει σε αποσβεστική προθεσμία ήδη από την 5-7-2008...".

Ωστόσο, αμφότεροι οι ανωτέρω λόγοι είναι αβάσιμοι ως θεμελιούμενοι επί αναληθούς προϋποθέσεως, δεδομένου ότι το Εφετείο απέρριψε τη συγκεκριμένη αγωγική βάση με την εκτεθείσα ως άνω αιτιολογία, ότι δηλαδή η αναγραφόμενη στο ιδιωτικό συμφωνητικό αιτία ήταν ανύπαρκτη, και όχι λόγω ακυρότητας αυτού ως προϊόντος εκβίασης και απειλής.

Οι πλεοναστικώς δε παρατεθείσες και επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα ως άνω παραδοχές, σχετικά με τις συνθήκες υπό τις οποίες υπέγραψαν αυτό οι αναιρεσίβλητοι το επίμαχο ιδιωτικό συμφωνητικό, δεν στηρίζουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως και, ως εκ τούτου, δεν αφορούν ζήτημα που έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αλλά συνιστούν πραγματικό επιχείρημα του Δικαστηρίου προς στήριξη της κρίσης, ότι η γενομένη με το συμφωνητικό αναγνώριση οφειλής αφορούσε ανύπαρκτη αιτία, και όχι αιτιολογία της απόφασης επιδεχόμενη μομφή της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559.

Κατά τα λοιπά, η προβαλλόμενη με τους προαναφερόμενους λόγους αιτίαση περί του ότι το αποδεικτικό πόρισμα είναι αντίθετο με τις αποδείξεις, πλήττει την περί τα πράγματα ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου, η οποία, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ., δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 759/1016, Α.Π.224/2015).

Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και στηρίζουν το αίτημα της αγωγής ενστάσεως ή αντενστάσεως, καθώς και οι λόγοι εφέσεως που αφορούν πραγματικούς ισχυρισμούς, όχι δε και οι ισχυρισμοί που συνιστούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής κ.λπ., αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των περιστατικών που θεμελιώνουν την αγωγή κ.λπ., ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλ' ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 118/2017, ΑΠ 177/2016).

Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη την προταθείσα με τον τέταρτο λόγο της έφεσής της αντένσταση περί παραγραφής του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων να προτείνουν, κατ' ένσταση, την ακύρωση της καταρτισθείσας με το από 6-7-2006 ιδιωτικό συμφωνητικό αιτιώδους αναγνώρισης χρέους ως προϊόντος απειλής.

Όμως, και ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος ως θεμελιούμενος επί της ίδιας ως άνω αναληθούς προϋποθέσεως, αφού το Εφετείο, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, δεν απέρριψε τη συγκεκριμένη αγωγική βάση λόγω ακυρότητας του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού ως προϊόντος απειλής, αλλά με την εκτεθείσα αιτιολογία, η οποία και στηρίζει το διατακτικό της.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-9-2018 αίτηση της Π. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1007/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της ανωτέρω αίτησης παραβόλου.

Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Οκτωβρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Νοεμβρίου 2020.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ