Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, remanding case for retrial by different judges.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of First Instance's rejection of the property ownership claim. The State argued the land was state-owned or forested, while the appellant claimed ownership through long-term possession. The Court found the appeal inadmissible because the lower court correctly rejected the main claim as vague and did not need to examine the State's supplementary arguments on ownership.
Legislator headnote
AI generatedArticles 369, 1033, 369, 1192, 1194, 1198 of the Civil Code; Article 116 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the lower court's decision is based on the rejection of the main claim as vague, without the necessity of examining supplementary arguments on the same subject matter.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1125 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1125/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου-εισηγήτρια και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 21η Φεβρουαρίου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Μ. Ρ. του Ε., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Όλγα Σκαλούμπακα, η οποία ανακάλεσε την από 20-2-2018 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Γιολάντα Παπαρούνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.,
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-7-2013 αίτηση της αρχικώς ενάγουσας - δικαιοπαρόχου του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3106/2014 του ιδίου Δικαστηρίου, 4518/2015 του Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-10-2017 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369, 1033, 369, 1192, 1194 και 1198 ΑΚ, προκύπτει ότι αποκτά κάποιος κυριότητα ακινήτου με παράγωγο τρόπο, ύστερα από συμφωνία με τον κύριο του ακινήτου ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία, εφόσον η σχετική συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, επίσης, ότι μεταξύ των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με σύμβαση είναι, ότι ο μεταβιβάσας ήταν κύριος του ακινήτου που μεταβιβάστηκε. Περαιτέρω, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου.
Με τις διατάξεις αυτές, για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, κατ' άρθρο 1051 ΑΚ.
Εξάλλου, από το συνδυασμό των προαναφερόμενων διατάξεων με εκείνες των άρθρων 1094 ΑΚ, 70, 216 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, για την πληρότητα της αναγνωριστικής αγωγής κυριότητας ακινήτου, του οποίου η κυριότητα αποκτήθηκε με παράγωγο τρόπο, πρέπει ο ενάγων να αναφέρει, εκτός των άλλων, ότι κατέστη κύριος του επίδικου ακινήτου για ορισμένη αιτία με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή και ότι ο άμεσος δικαιοπάροχος του ήταν κύριος του πράγματος που μεταβίβασε.
Ο τρόπος κτήσης της κυριότητας επί του επιδίκου από το δικαιοπάροχο του ενάγοντος δεν είναι στοιχείο της αγωγής. Μόνο, αν ο εναγόμενος ήθελε αμφισβητήσει με τις προτάσεις του της πρώτης πρωτοβάθμιας συζήτησης την κυριότητα του τελευταίου και των προ αυτού κτητόρων του επιδίκου, υποχρεούται ο ενάγων, για το ορισμένο της αγωγής, να αναφέρει είτε με την αγωγή καθ' υποφορά, είτε με τις προτάσεις του της ίδιας συζήτησης της αγωγής ορισμένο νόμιμο τρόπο με τον οποίο ο δικαιοπάροχος του έγινε κύριος του ακινήτου, τέτοιος δε τρόπος μπορεί να είναι εκείνος της κτήσεως της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία.
Συνίσταται δε ο εν λόγω τρόπος στο ότι ο δικαιοπάροχος του ενάγοντος έχει στη νομή του, δηλαδή στην φυσική του εξουσία με διάνοια κυρίου, το ακίνητο για μια συνεχή εικοσαετία, ενώ κατά το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο, που ίσχυε μέχρι την εισαγωγή του ΑΚ (στις 23-2-1946), ο τρόπος αυτός συνίστατο στο ότι το ίδιο πρόσωπο είχε στην νομή του με καλή πίστη το ακίνητο για μια συνεχή τριακονταετία.
Επίσης, για το ορισμένο της αγωγής σ' αυτήν την τελευταία περίπτωση, πρέπει ο ενάγων στο δικόγραφο της αγωγής του να αναφέρει τις διακατοχικές πράξεις του δικαιοπαρόχου του στο ακίνητο. Αν η αγωγή στηρίζεται σε έκτακτη χρησικτησία, πρέπει ο ενάγων να αναφέρει τις υλικές και εμφανείς πράξεις νομής που άσκησε συνεχώς επί 20 τουλάχιστον έτη πάνω στο ακίνητο, με τις οποίες φανερώνεται η βούλησή του να το έχει σαν δικό του, δυνάμενος να συνυπολογίσει, όπως ήδη προαναφέρθηκε, στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του.
Τα ίδια ισχύουν και επί αναγνωριστικής αγωγής κυριότητας ακινήτου μεταξύ ιδιώτη (ως ενάγοντα) και Ελληνικού δημοσίου (ως εναγομένου). Στη σχετική δίκη ο ιδιώτης έχει υποχρέωση για το ορισμένο της αγωγής του να επικαλεστεί ότι απέκτησε το επίδικο ακίνητο με κάποιο νόμιμο τρόπο. Σε περίπτωση που ο τίτλος κτήσης του είναι παράγωγος (π.χ.
αγορά), εάν το Δημόσιο αμφισβητήσει την κυριότητα του δικαιοπαρόχου του, τότε ο ιδιώτης θα πρέπει, συμπληρώνοντας με τις προτάσεις του την αγωγή στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, να επικαλεστεί τον τρόπο κτήσης κυριότητας των δικαιοπαρόχων του μέχρι να αναχθεί σε πρωτότυπο τρόπο, που κατά κανόνα θα είναι η έκτακτη χρησικτησία.
Όμως, ο ιδιώτης δεν είναι υποχρεωμένος να επικαλεστεί και ότι το επίδικο ακίνητο είναι δεκτικό χρησικτησίας (επειδή π.χ. δεν είναι δημόσιο, μετά τη συμπλήρωση έκτακτης χρησικτησίας κατά το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο σε βάρος του Δημοσίου, μέχρι τις 11/9/1915) ή ότι εξαιρείται από αυτή, ως δημόσιο κτήμα (άρθρα 21 του ν.δ. 22.4/16.5.1926 και 4 του ν.δ. 1539/1938), καθόσον ο ισχυρισμός ότι το ακίνητο δεν είναι δεκτικό ή εξαιρείται της χρησικτησίας δεν αποτελεί στοιχείο του ορισμένου της πιο πάνω αγωγής, αλλά ένσταση , η οποία πρέπει να προταθεί και να αποδειχθεί από το Δημόσιο (ΑΠ 325/2002).Τέλος, η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.
Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 ή 14 του ΚΠολΔ (ΑΠ 773/2012).
Στην προκείμενη περίπτωση, η αρχικώς ενάγουσα Ν. Ρ. (μετά το θάνατο της οποίας, την 1/5/2016, υπεισήλθε στην κληρονομιά της ως μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος της ο αναιρεσείων γιος της Μ. Ρ., που συνεχίζει την παρούσα δίκη, όπως δεν αμφισβητείται) εξέθετε (κατά το μέρος που ενδιαφέρει και μεταβιβάστηκε η υπόθεση στο Εφετείο) στην ένδικη από 11/7/2013 αναγνωριστική κυριότητας και διόρθωσης της ανακριβούς πρώτης εγγραφής ακινήτου αγωγή της, η οποία στρεφόταν κατά του εναγόμενου και ήδη αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, ότι έχει αποκτήσει την κυριότητα των ειδικότερα περιγραφόμενων στην αγωγή, κατά θέση, έκταση και όρια δύο αγροτεμαχίων(επιδίκων), τα οποία σήμερα αποτελούν ενιαία ιδιοκτησία, κυρίως μεν με παράγωγο τρόπο και, ειδικότερα, δυνάμει των …53/1978 και …43/1981 αγοραπωλητηρίων συμβολαίων του συμβολαιογράφου Κ.
Γ. Α. που μεταγράφηκαν νόμιμα, επικουρικά δε, με πρωτότυπο τρόπο και, ειδικότερα, με έκτακτη χρησικτησία, διότι τα νέμεται η ίδια με διάνοια κυρίου, συνεχώς και αδιαλείπτως, από το έτος 1978 (το πρώτο ακίνητο) και από το έτος 1981 (το δεύτερο ακίνητο), αντίστοιχα, μέχρι το χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής (2013), δηλαδή για χρονικό διάστημα πέραν της εικοσαετίας, έχοντας ανεγείρει εντός του πρώτου ακινήτου το έτος 1978 αυθαίρετη οικία, η οποία, στη συνέχεια, νομιμοποιήθηκε το έτος 1983 και ηλεκτροδοτήθηκε μετά από αίτησή της το έτος 1980, χρησιμοποιείται δε, συνεχώς, όλο το παραπάνω χρονικό διάστημα, ως εξοχική κατοικία, από την ίδια και την οικογένειά της, έχοντας επίσης περιφράξει τα δύο ακίνητα ως ενιαία έκταση.
Περαιτέρω, η αρχικώς ενάγουσα εξέθετε στην πιο πάνω αγωγή της ότι ο άμεσος δικαιοπάροχος της Σ. Σ. απέκτησε την κυριότητα των επίδικων ακινήτων από τον Κ. Γ., δυνάμει του …4/1971 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του ίδιου πιο πάνω συμβολαιογράφου που μεταγράφηκε νόμιμα, στο δε Κ. Γ. αυτά είχαν περιέλθει από ανταλλαγή μεταξύ του ιδίου και του Δ.
Γ., όπως τούτο προκύπτει από το… 9/1957 συμβόλαιο ανταλλαγής του συμβολαιογράφου ... Ε. Κ. που μεταγράφηκε νόμιμα και ότι, επικουρικά, οι ανωτέρω δικαιοπάροχοι της απέκτησαν τα επίδικα ακίνητα με έκτακτη χρησικτησία, δεδομένου ότι τα νέμονταν συνεχώς με διάνοια κυρίου, καλλιεργώντας τα με δημητριακά και οριοθετώντας τα από το έτος 1957 μέχρι το χρόνο μεταβίβασής τους στην ίδια, δηλαδή για χρονικό διάστημα πέραν της εικοσαετίας.
Ότι, όμως, κατά τη διαδικασία κτηματογράφησης τα πιο πάνω ακίνητα καταχωρήθηκαν εσφαλμένα ως ανήκοντα στην ιδιοκτησία του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου. Κατόπιν αυτών η αρχικώς ενάγουσα ζήτησε να αναγνωριστεί η κυριότητά της στα επίδικα ακίνητα και να διαταχθεί η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής στο οικείο κτηματολογικό φύλλο, προκειμένου να καταχωρηθεί η ίδια ως κυρία αυτών.
Με το παραπάνω περιεχόμενο και αίτημα η ένδικη αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, περιέχοντας όλα τα αναγκαία στοιχεία που θεμελιώνουν τη κτήση κυριότητας στο πρόσωπο της αρχικώς ενάγουσας επί των επίδικων ακινήτων, κυρίως με παράγωγο τρόπο και, επικουρικά, με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία), μέσω πράξεων νομής της ιδίας και όλων των προηγηθέντων δικαιοπαρόχων της, τις οποίες επαρκώς προσδιορίζει.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, την ένδικη αγωγή, κατά παραδοχή του σχετικού τρίτου λόγου έφεσης του εναγομένου, αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε κρίνει αντίθετα. Ειδικότερα το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Με το περιεχόμενο η υπό κρίση αγωγή, ως προς τις βάσεις της περί κτήσης κυριότητας από την ενάγουσα με έκτακτη χρησικτησία και με παράγωγο τρόπο, είναι αόριστη, ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης και ως εκ τούτου απορριπτέα, ως απαράδεκτη.
Και τούτο διότι η ενάγουσα έλκει το προβαλλόμενο δικαίωμα κυριότητας στην εξ αδιαθέτου κληρονομιά του Ν. Γ. του Σ., στον οποίο, όπως ισχυρίζεται, το έτος 1829, είχε αναγνωρισθεί από τον Οθωμανό Σουλτάνο, κατά τη διάρκεια της οθωμανικής κατοχής της Αττικής (25 - 27.05.1829 έως 31.03.1833), ιδιοκτησιακό δικαίωμα σε ευρύτερη εδαφική έκταση, η οποία περιλαμβάνει και τα επίδικα ακίνητα και την οποία τότε αυτός κατείχε και ακολούθως, στην κληρονομιά του Σ.
Γ. του Ν., χωρίς, ωστόσο, να μνημονεύει τον χρόνο θανάτου καθενός εκ των απωτάτων προκτητόρων της, ώστε να προκύπτει ο χρόνος έναρξης και λήξης της νομής του κάθε χρησιδεσπόζοντος, προκειμένου να συνυπολογιστεί ο χρόνος νομής χρησικτησίας του για να κριθεί αν πριν τις 11.09.1915 συμπληρώθηκε έναντι του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου 30ετής συνεχής νομή των επιδίκων ακινήτων με διάνοια κυρίου και καλή πίστη και σε αναφορά με την εν λόγω κληρονομιά.
Καθόσον δε αφορά τον προκτήτορά της Α. Γ. του Ν. η ενάγουσα δεν αναφέρει με ποιον από τους περισσότερους μνημονευόμενους τίτλους, με τους οποίους του μεταβιβάστηκε τμηματικά και από περισσοτέρους δικαιοπαρόχους ευρύτερη έκταση, απέκτησε τα επίδικα ακίνητα, ούτε αναφέρει το τυχόν μέρος (εδαφικό τμήμα ή ιδανικό μερίδιο) των επιδίκων ακινήτων, το οποίο αυτός απέκτησε με καθέναν από τους περισσότερους, μνημονευόμενους τίτλους από καθέναν από τους περισσότερους δικαιοπαρόχους του, ώστε να προκύπτει με σαφήνεια ποιον προκτήτορα διαδέχτηκε στη νομή των επιδίκων ή σε ποιο μέρος των επιδίκων ακινήτων διαδέχθηκε τον καθένα τους στη νομή έκτακτης χρησικτησίας [ο ένας μάλιστα εκ των δικαιοπαρόχων του άνω προκτήτορα της ενάγουσας Α.
Γ. του Ν. (και συγκεκριμένα, ο πωλητής που του μεταβίβασε μέρος της ευρύτερης έκτασης με το …3/1931 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ... Α. Σ., σε συνδυασμό με την …8/1929 απόφαση του Εφετείου ...) ουδόλως κατονομάζεται, ώστε να προσμετρηθεί και η δική του νομή χρησικτησίας, ενώ στην αγωγή δεν αναφέρεται ούτε ο κρίσιμος χρόνος της επικαλούμενης ανταλλαγής μεταξύ του άνω προκτήτορα της ενάγουσας Α.
Γ. του Ν. και του δικαιοπαρόχου του ιερέως Ι. Π., ούτε εξειδικεύεται η μεταβιβαστική πράξη {δηλαδή ο αριθμός του συμβολαίου ανταλλαγής και ο συμβολαιογράφος που το συνέταξε}, σε αναφορά με την οποία και με καλή πίστη ο εν λόγω προκτήτορας ασκούσε τη νομή χρησικτησίας, ούτε αναφέρεται ο τρόπος κτήσης της κυριότητας του άνω δικαιοπαρόχου του {ιερέως Ι.
Π.} επί του μεταβιβασθέντος μέρους της ευρύτερης έκτασης και τέλος, Ν. Γ., δικαιοπάροχος του άνω προκτήτορα της ενάγουσας {Α. Γ.}, φέρεται να του μεταβίβασε μέρος της ευρύτερης έκτασης με δύο συμβόλαια, ήτοι αφενός με το …2/1898 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ... Π. Σ. και αφετέρου με το …67/1918 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ...
Π. Κ., χωρίς ωστόσο να προσδιορίζεται το μέρος της ευρύτερης επίδικης έκτασης, η κυριότητα του οποίου (μέρους) μεταβιβάστηκε με το κάθε συμβόλαιο και συνακόλουθα, χωρίς να προκύπτει σε ποίο από τα δύο επίδικα ακίνητα ή σε ποίο τυχόν τμήμα των επιδίκων τον διαδέχτηκε στη νομή χρησικτησίας του βρδ ο άνω αγοραστής προκτήτορας της ενάγουσας Α.
Γ.]".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο, δεδομένου ότι για το ορισμένο της ένδικης αναγνωριστικής κυριότητας ακινήτων αγωγής, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, δεν απαιτείτο να εκτίθενται, πέραν των στοιχείων που προαναφέρθηκαν, και το αν τα επίδικα ακίνητα ήταν δεκτικά χρησικτησίας έναντι του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου, αν δηλαδή, απέκτησαν κυριότητα επ' αυτών οι απώτεροι δικαιοπάροχοι της αρχικώς ενάγουσας με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας του ΒΡΔ πριν από τις 11/9/1915 ούτε αν εξαιρούνταν της χρησικτησίας, αφού οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να προβληθούν από το εναγόμενο.
Ούτε, επίσης, απαιτείτο να γίνει μνεία του (παράγωγου ή πρωτότυπου) τρόπου κτήσης κυριότητας των δικαιοπαρόχων της αρχικώς ενάγουσας, αφού όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης δεν υπάρχει παραδοχή περί αμφισβήτησης της κυριότητας των τελευταίων στα επίδικα ακίνητα εκ μέρους του εναγομένου, ανεξαρτήτως του ότι, ως προς την επικουρική αγωγική βάση περί κτήσης κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, δεν ήταν αναγκαία η μνεία της νομής χρησικτησίας των δικαιοπαρόχων της αρχικώς ενάγουσας πριν από το έτος 1957, αφού, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, το διάστημα της νομής χρησικτησίας που μεσολάβησε έκτοτε μέχρι την άσκησή της (1957-2013) υπερκαλύπτει την εικοσαετία που απαιτείται για την απόκτηση κυριότητας των επίδικων ακινήτων με έκτακτη χρησικτησία.
Επομένως, το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ και είναι βάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης.
Από την διάταξη του άρθρου 116 ΚΠολΔ που ορίζει ότι "οι διάδικοι, οι νόμιμοι αντιπρόσωποι και οι πληρεξούσιοι τους οφείλουν να τηρούν τους κανόνες των χρηστών ηθών και της καλής πίστης, να αποφεύγουν ενέργειες που φανερά οδηγούν στην παρέλκυση της δίκης, να εκθέτουν τα πραγματικά γεγονότα που αναφέρονται στην υπόθεση, έτσι ακριβώς όπως τα γνωρίζουν, με πληρότητα και σύμφωνα με την αλήθεια, αποφεύγοντας διφορούμενες και ασαφείς εκφράσεις" προκύπτει ότι ειδική έκφανση της καλόπιστης διεξαγωγής της δίκης αποτελεί και η τήρηση του καθήκοντος αληθείας, που συνιστά γνήσια υποχρέωση και όχι απλά δικονομικό βάρος των διαδίκων, των νόμιμων αντιπροσώπων και των πληρεξουσίων τους.
Στο περιεχόμενο του καθήκοντος αληθείας υπάγεται και η απαγόρευση προβολής αντιφατικών ισχυρισμών, όταν ο διάδικος που τους προτείνει έχει επίγνωση της αναλήθειας του ενός από αυτούς. Αντιφατικοί είναι οι ισχυρισμοί και δη οι ενστάσεις, όταν οι ιστορικές βάσεις τους αποκλείεται να συνυπάρχουν λογικά, όταν δηλ.
αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 771/2010, 341/2010). Αφορά δε πρωτίστως τους πραγματικούς και όχι τους νομικούς ισχυρισμούς. Περαιτέρω, η παράβαση των καθηκόντων που επιβάλλει το άρθρο 116 του ΚΠολΔ στους διαδίκους, στους νόμιμους αντιπροσώπους τους και στους πληρεξουσίους τους, όπως είναι και αυτό του καθήκοντος αληθείας, μπορεί να έχει ως κύρωση, κατά το άρθρο 205 του ίδιου Κώδικα, την επιβολή χρηματικών ποινών, όχι όμως και το απαράδεκτο προβαλλόμενου ισχυρισμού, ο οποίος, κατά παράβαση του καθήκοντος αληθείας, είναι αντιφατικός σε άλλον ισχυρισμό που προβλήθηκε προηγουμένως.
Και τούτο, διότι, σε διαφορετική περίπτωση, ο διάδικος θα στερούνταν του κατοχυρωμένου και από το άρθρο 20 του Συντάγματος δικαιώματος για παροχή έννομης προστασίας, το οποίο, κατά την αδιάστικτη διατύπωση της συνταγματικής αυτής διάταξης, εξασφαλίζεται ακόμη και στον παραβάτη των επιταγών του άρθρου 116 του ΚΠολΔ (ΑΠ 110/2008).
Σε κάθε περίπτωση, δεν παραβιάζεται το καθήκον αληθείας και, ως εκ τούτου, δεν είναι απαράδεκτοι οι αντιφατικοί ισχυρισμοί, όταν αυτοί προτείνονται επικουρικά και όχι σωρευτικά. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προβάλλει ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, διότι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, κατά παράβαση της δικονομικής αρχής που καθιερώνει το άρθρο 116 παρ.1 (αρχή καλόπιστης διεξαγωγής της δίκης) του ΚΠολΔ.
Ειδικότερα αποδίδεται στο Εφετείο ότι οι πραγματικοί ισχυρισμοί που πρόβαλε για την απόκρουση της ένδικης αγωγής το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επανέφερε με την έφεσή του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο περί ιδίας κυριότητας αυτού επί των επίδικων ακινήτων: 1) δυνάμει του τεκμηρίου από το άρθρο 62παρ.1 του ν. 998/1979, λόγω του δασικού σήμερα χαρακτήρα τους 2) άλλως επικουρικά, ως διαδόχου του Τουρκικού Δημοσίου, δυνάμει της από του έτους 1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως και των από του έτους 1830 Πρωτοκόλλων του Λονδίνου 3) άλλως επικουρικά, διότι αυτά αποτελούσαν δάσος, δυνάμει του ΒΔ 17/29.11.1836, άλλως λιβάδι ή βοσκότοπο, δυνάμει του ΒΔ 3/15.12.1833, άλλως ήταν αδέσποτα, δυνάμει του ΒΔ από 10/7/1837 4) άλλως, με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία είναι προκλητικά αντιφατικοί μεταξύ τους και συνιστούν ευθεία εκ μέρους του εναγομένου προσβολή του καθήκοντος αληθείας, που ανάγεται στην άγνοια του ως προς τη φύση και την έκταση των επιδίκων, τον τρόπο και το χρόνο κτήσης της κυριότητάς τους και τους προγενέστερους ιδιοκτήτες τους.
Ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως αλυσιτελής, δεδομένου ότι, όπως προεκτέθηκε, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την ένδικη αγωγή ως αόριστη και δεν ασχολήθηκε με την έρευνα του παραδεκτού ή μη των προαναφερόμενων ισχυρισμών περί ιδίας κυριότητας εναγομένου, αλλά και σε κάθε περίπτωση, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι δεν υπήρξε παράβαση της διάταξης του άρθρου 116 του ΚΠολΔ, καθόσον η επικαλούμενη δικονομική συμπεριφορά του τελευταίου κατά τη διεξαγωγή της δίκης, επιτρεπόμενη από τον ΚΠολΔ, δεν προκάλεσε απαράδεκτο των πιο πάνω ισχυρισμών του από το άρθρο 116 του ΚΠολΔ, αφού η παράβαση του καθήκοντος αληθείας δεν συνεπάγεται το απαράδεκτο ισχυρισμών των διαδίκων, όταν μάλιστα αυτοί προβάλλονται επικουρικά, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση, σύμφωνα με όσα ειπώθηκαν στην παραπάνω νομική σκέψη.
Επομένως πρέπει, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει) και να επιβληθεί σε βάρος του αναιρεσιβλήτου, λόγω της ήττας του, η δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), η οποία όμως πρέπει να επιβληθεί μειωμένη, κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957 και την 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ ΒΊ1/20.1.1993).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 4518/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου σ' εκείνον που το κατέθεσε.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση.
Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσιβλήτου τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαρτίου2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Ιουνίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ