Legislator Case Law & Legislation
1125/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding additional grounds for appeal filed late and substantive grounds lacking evidence.

Case Number 1125/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Athens' decision regarding a right of way. The appellant filed additional grounds for appeal late and argued the lower court considered unproven facts about long-term usage. The court rejected these claims because the relevant facts regarding twenty years of usage were already explicitly stated in the original lawsuit filed by the respondents.

Legislator headnote

AI generated

Art. 569(2)(a) CPolD; Art. 559(8)(b) CPolD: Additional grounds for appeal must be filed within thirty days prior to the hearing, and arguments that the lower court considered facts not raised in the original suit are inadmissible if those facts were already presented in the initial pleading.

Keywords

AI generated
additional grounds for appeal procedural time limits right of way evidence in original suit court costs

Cited Legislation

AI generated
Art. 569(2)(a) CPolD
Art. 559(8)(b) CPolD
Art. 559(19) CPolD
Art. 176 CPolD
Art. 183 CPolD
Art. 191(2) CPolD

Cited Case Law

AI generated
OL AP 266/85

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1125 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1125/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 3η Μαΐου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Γ. του Ι., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά της πληρεξούσιας δικηγόρου Αλεξάνδρας Αθανασίου.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Β. Μ. Λ., κατοίκου ..., 2.Ν.-Φ. Ε. Π., κατοίκου ..., 3. Π. Γ. Γ., κατοίκου ..., αφ’ ενός προσωπικά και αφ’ ετέρου ως νομίμου εκπροσώπου-κατά δήλωσή του- των συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας επί των οδών ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο Αικατερίνη Κουτήφαρη, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ της 2ας Μαϊου 2017, την οποία ανακάλεσε και παραστάθηκαν στο ακροατήριο δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Αριστείδη Χιωτέλλη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-11-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 26-5-2010 κύρια παρέμβαση του αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων και συνεκδικάσθηκαν.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 256/2011 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου, 35/2013 του Εφετείου Κρήτης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 17-10-2008 αίτησή του και τους από 18-3-2010 πρόσθετους λόγους αυτής, τη συζήτηση των οποίων επανέφερε μετά από ματαίωση με τις από 18-7-2012, 8-7-2015, 11-3-2016, και από 1-11-2016 κλήσεις του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου, ανέγνωσε την από 9-5-2011 έκθεση του κωλυομένου Αρεοπαγίτη Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης και των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, για αναίρεση της 8514/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων να απορριφθούν, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την παράγραφο 2 εδάφ. α’ του άρθρου 569 ΚΠολΔ οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλομένης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, αντίγραφο δε του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και στους άλλους διαδίκους.

Στην προθεσμία αυτή των τριάντα ημερών δεν υπολογίζονται οι ημέρες κατάθεσης και επίδοσης, καθώς και της συζήτησης της αναίρεσης (Ολ ΑΠ 266/85). Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 568 παρ.3 και 571 ΚΠολΔ, με τις οποίες προβλέπεται ο προσδιορισμός δικασίμου σε χρόνο που να παρέχει επαρκή προθεσμία για την επίδοση και την προπαρασκευή της υπόθεσης και τη σύνταξη έκθεσης από τον εισηγητή, προκύπτει ότι ως ημέρα συζήτησης για τον υπολογισμό της προθεσμίας κατάθεσης και επίδοσης του δικογράφου των προσθέτων λόγων, νοείται εκείνη η οποία, κατά το άρθρο 568 παρ.2 ΚΠολΔ, ορίζεται από τον πρόεδρο του οικείου τμήματος του Αρείου Πάγου, όχι δε και η μεταγενέστερη που ορίζεται μετ’ αναβολή από την αρχική δικάσιμο ή ματαίωση (ΟλΑΠ143 και 654/84).

Περαιτέρω από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 569 παρ.2 εδάφ.α’ ΚΠολΔ με τις διατάξεις του άρθρου 577 παρ.1 και 2 ιδίου Κώδικα, που ορίζουν ότι το δικαστήριο πρώτα συζητά για το παραδεκτό της αναίρεσης και αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως, προκύπτει ότι αν δεν τηρηθούν και οι δύο προϋποθέσεις της άσκησης των πρόσθετων λόγων, δηλαδή η κατάθεση του δικογράφου αυτών τριάντα ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης και η επίδοση αυτού μέσα στην ίδια προθεσμία ή αν τηρηθεί μόνο μια από αυτές, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως τους πρόσθετους λόγους ως απαράδεκτους (ΟλΑΠ 143/1984).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, στις 18/3/2010 κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου το με την ίδια πιο πάνω ημερομηνία δικόγραφο των πρόσθετων λόγων επί της από 17/10/2008 αίτησης για αναίρεση της 8514/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, η οποία (αναίρεση) ασκήθηκε αυθημερόν (17/10/2010) και ορίστηκε (αρχική) δικάσιμος με πράξη του Προέδρου του Γ’ πολιτικού τμήματος Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δ.

Κανελλόπουλου η 21/4/2010. Στη συνέχεια όμως από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προκύπτει, ούτε ο αναιρεσείων επικαλείται, ότι το δικόγραφο των πιο πάνω πρόσθετων λόγων επιδόθηκε στους αναιρεσίβλητους νόμιμα και εμπρόθεσμα. Επομένως πρέπει οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου.

Κατά τις διατάξεις των άρθρων 1118, 1119 και 1121 ΑΚ, επί ακινήτου μπορεί να αποκτηθεί εμπράγματο δικαίωμα υπέρ του εκάστοτε κυρίου άλλου ακινήτου που να του παρέχει κάποια ωφέλεια, δηλαδή πραγματική δουλεία, όπως είναι και η δουλεία οδού. Η σύσταση του εμπραγμάτου αυτού δικαιώματος μπορεί να γίνει και με έκτακτη χρησικτησία, ως προς την οποία εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για την κτήση κυριότητας ακινήτων με έκτακτη χρησικτησία.

Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 1045, 974 και 975 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι η συνεχώς επί είκοσι έτη άσκηση φυσικής εξουσίας σε ακίνητο, αν μεν είναι καθολική, περιλαμβάνει δηλαδή όλες τις χρησιμότητες του πράγματος και ασκείται με διάνοια κυρίου (νομή), επιφέρει την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, αν δε είναι μερική, περιλαμβάνει δηλαδή μια ή ορισμένες μόνο χρησιμότητες του πράγματος που αποτελούν περιεχόμενο πραγματικής δουλείας και ασκείται υπέρ του δεσπόζοντος ακινήτου από τον κύριο αυτού με διάνοια δικαιούχου (οιονεί νομή), επιφέρει την κτήση πραγματικής δουλείας με έκτακτη χρησικτησία.

Στην έννοια των πραγματικών δουλειών περιλαμβάνεται και η δουλεία οδού, η οποία παρέχει στον κύριο του δεσπόζοντος ακινήτου την εξουσία διέλευσης μέσα από το δουλεύον ακίνητο. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου και αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, ενώ δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο (ΟλΑΠ 24/1992).

Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ για το παραδεκτό του λόγου αναίρεσης, πρέπει ο ισχυρισμός επί του οποίου στηρίζεται, έστω και αν ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο της ουσίας, να έχει προταθεί νομίμως ενώπιον αυτού και να γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο της πρότασης αυτής, εκτός αν πρόκειται:

α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Και στις περιπτώσεις όμως αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής.

Περαιτέρω το ζήτημα της νόμιμης πρότασης του ισχυρισμού, επί του οποίου στηρίζεται ο λόγος αναίρεσης, όπως είναι και ο ισχυρισμός (ένσταση) περί διακοπής της χρησικτησίας εξαιτίας της απώλειας της νομής (άρθρο 1048 ΑΚ), ερευνάται κατά περίπτωση. Ειδικότερα, αν ο αναιρεσείων είχε νικηθεί στον πρώτο βαθμό η νόμιμη επαναφορά των ισχυρισμών του στο Εφετείο, πριν από την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, μόνο με λόγο έφεσης (κύριο ή πρόσθετο) μπορεί να γίνει και αν δεν προβλήθηκε σχετικός λόγος έφεσης με βάση τους ισχυρισμούς αυτούς και το Εφετείο απέρριψε κατ’ ουσία την έφεση, δεν μπορεί να θεμελιωθεί λόγος αναίρεσης που περιέχει αιτιάσεις για την απόρριψη των ισχυρισμών, οι οποίοι δεν είχαν προβληθεί νόμιμα στο Εφετείο (ΑΠ 428/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των εγγράφων που υπάρχουν στη δικογραφία προκύπτει ότι η διαδικαστική πορεία της της εξεταζόμενης υπόθεσης είναι η ακόλουθη:

Με την από 18-10-1994 αγωγή τους ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι ζήτησαν να αναγνωρισθεί το εμπράγματο δικαίωμα δουλείας διέλευσης (διόδου) που έχουν αυτοί, ως κύριοι των αναφερομένων σ’ αυτή (δεσποζόντων) ακινήτων, επί της αναφερόμενης ιδιωτικής οδού - εδαφικής λωρίδας (δουλεύοντος ακινήτου) και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων να παύσει να προσβάλλει το δικαίωμά τους αυτό, με την απειλή προσωπικής κράτησης και χρηματικής ποινής.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 9718/1995 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν η αγωγή. Κατά της απόφασης αυτής ο εναγόμενος άσκησε την από 30-1-1998 έφεση ενώπιον Εφετείου Αθηνών για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και κακή εφαρμογή του νόμου και ζήτησε να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, έτσι ώστε να απορριφθεί η εναντίον του αγωγή.

Το Εφετείο εξέδωσε αρχικά την 8095/1998 παρεμπίπτουσα απόφαση του με την οποία διέταξε πραγματογνωμοσύνη και, ακολούθως την 573/2000 οριστική απόφασή του, με την οποία απέρριψε την έφεση κατά της ανωτέρω υπ’ αριθμ. 9718/1995 απόφασης. Κατά της παραπάνω ο εναγόμενος - εκκαλών άσκησε την από 15-5-2001 αίτηση αναίρεσης ενώπιον του Αρείου Πάγου, ο οποίος με την 1130/2002 απόφασή του αναίρεσε την προαναφερόμενη 573/2000 απόφαση του Εφετείου και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Στη συνέχεια το Εφετείο, που δίκασε μετά την αναίρεση, εξέδωσε την 1908/2004 απόφασή του, με την οποία αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη και απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, κατά την κύρια και την πρώτη επικουρική βάση αυτής (για τη σύσταση της δουλείας με δικαιοπραξία, άλλως μετακτική χρησικτησία) ανέβαλε κατά τα λοιπά την έκδοση, της οριστικής απόφασης και διέταξε αποδείξεις, κατά τα ειδικότερα σε αυτή διαλαμβανόμενα, ως προς τη δεύτερη επικουρική βάση της αγωγής για τη σύσταση της δουλείας με έκτακτη χρησικτησία και ως προς την ένσταση του εναγομένου περί απόσβεσης της δουλείας.

Ακολούθως μετά τη διεξαγωγή των αποδείξεων, το Εφετείο εξέδωσε την 8573/2006 απόφασή του, με την οποία έκανε δεκτή τη δήλωση εξαίρεσης που υπέβαλε ο Προεδρεύων Εφέτης και διέταξε την επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης, κατ’ άρθρο 307 ΚΠολΔ, σε νέα δικάσιμο, χωρίς τη συμμετοχή του εξαιρούμενου Δικαστή. Κατόπιν αυτών το Εφετείο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφασή του, με την οποία έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

"Ο Ε. Ν., κατά τος έτος 1928 απέκτησε κατά κυριότητα, νομή και κατοχή από αγορά δυνάμει ...1928 συμβολαίου του Συμ/φου Χαλανδρίου Α. Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα, μία έκταση 1 στρέμματος περίπου, που βρίσκεται στη θέση "..." της περιφέρειας Αμαρουσίου. Την έκταση αυτή, εκτός σχεδίου πόλης, το ίδιο έτος μεταβίβασε κατά κυριότητα στο Δ.

Κ. με ...1928 συμβόλαιο του Συμ/φου Αθηνών Κ. Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα. Ο ίδιος ως άνω Ε. Ν. κατά τα έτη 1937-1938 αγόρασε όμορη έκταση 3 περίπου στρεμμάτων, εκτός σχεδίου πόλης, δυνάμει των ...1937 και .../1938 συμβολαίων του Συμ/φου Αθηνών Χ. Κ., που μεταγράφηκαν νόμιμα. Ο Δ. Κ., απεβίωσε το έτος 1950 και κληρονομήθηκε από τη σύζυγο του Α.

Κ., η οποία αποδέχθηκε την κληρονομιά του και το περιλαμβανόμενο σε αυτήν ως άνω ακίνητο του 1 στρέμματος περίπου με την .../1958 δήλωση της ενώπιον του Γενικού Προξένου της Ελλάδας στην Κωνσταντινούπολη Χ. Η., που μεταγράφηκε νόμιμα. Κατά τo ίδιο ως άνω έτος (1950) ο Ε. Ν. με το .../1950 συμβόλαιο του Συμ/φου Αθηνών Χ.

Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε στον Ι. Μ. το 1/2 εξ αδιαιρέτου της άνω έκτασης των 3 περίπου στρεμμάτων που του ανήκε. Στη συνέχεια οι παραπάνω Ε. Ν., I. Μ. και Α. χα Δ. Κ., ως κύριοι των δύο αυτοτελών, γειτονικών και ομόρων πλέον ακινήτων, και κατά τις διακρίσεις που αναφέρθηκαν, των 3 και 1 στρεμμάτων περίπου αντίστοιχα και συνολικής έκτασης 4 στρεμμάτων περίπου, εκτός σχεδίου πόλης, οριοθετούμενη βόρεια με ήδη εγκεκριμένη οδό ...

και δυτικά με ήδη εγκεκριμένη οδό ... προτιθέμενοι να οικοπεδοποιήσουν αυτά με σκοπό την πώληση σε τρίτους, ανέθεσαν στο μηχανικό Δ. Κ. τη σύνταξη τοπογραφικού διαγράμματος για τη δημιουργία οικοπέδων. Ο εν λόγω μηχανικός συνέταξε το από Ιουλίου 1966 τοπογραφικό διάγραμμα, με το οποίο κατατμήθηκε ( διαιρέθηκε) η όλη έκταση σε 16 ανεξάρτητα οικόπεδα με αριθμούς από 1 ως 16 εκ των οπίων τα τρία (3) συνεχόμενα με αριθμούς ...

αντιστοιχούν στην έκταση του 1 περίπου στρέμματος ιδιοκτησίας της παραπάνω Α. Κ. και τα υπόλοιπα στους άλλους δύο Ε. Ν. και I. Μ. εξ αδιαιρέτου. Κατά τη διαίρεση και για το λόγο ότι η περιοχή ήταν. εκτός σχεδίου πόλης άφησαν μεταξύ των προς πώληση οικοπέδων ιδιωτική οδό σχεδόν στη μέση της όλης έκτασης για την εξυπηρέτηση των αγοραστών και των προς πώληση οικοπέδων και διόδου επικοινωνίας με υπάρχουσες οδούς και η οποία κατά το τμήμα της που περιλαμβάνεται μεταξύ των παραπάνω με αριθμούς ...

οικοπέδων της Α. Κ. και των 10, 9 και 8 οικοπέδων συνιδιοκτησίας των Ε. Ν. και I. Μ. δημιουργήθηκε με κοινή, εισφορά γης, όπως θα αναφερθεί στη συνέχεια και από τις δύο ιδιοκτησίες. Η οδός αυτή με σχήμα γάμα κεφαλαίο (Γ) άρχισε από την οδό ... (κάθετα προς αυτή) και κατέληγε προς δυσμάς (κάθετα) στον τότε ανώνυμο δρόμο και ήδη ....

Οριζόταν δε, σύμφωνα πάντοτε με το από Ιουλίου 1966 τοπογραφικό διάγραμμα του Πολιτικού Μηχανικού Δ. Κ. ως εξής: Το μεγάλο σκέλος του Γ. προς βορά επί πλευράς μήκους 5 μ. με την οδό ..., προς ανατολάς επί πλευράς 59,5 μ. (σήμερα 55,5 μ. λόγω ρυμοτόμησης) με τα υπ’ αριθμ. ... σχηματισθέντα οικόπεδα ιδιοκτησίας τα μεν υπ? αριθμ. ...

της Α. Κ. και ήδη ειδικού διαδόχου αυτής εναγομένου Π. Γ. και τα δε υπ’ αριθμ. ... ιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου των Ν. - Μ. και ήδη του ενάγοντος Β. Λ. και προς δυσμάς επί πλευράς 56,5 μ. (σή,μερα 52,5 μ. λόγω ρυμοτόμησης) με τα υπ’ αριθμ. (... σχηματισθέντα οικόπεδα, ιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου Ν. - Μ. και ήδη διαδόχων αυτών Π.

Γ. (3ου ενάγοντος) και λοιπών συνιδιοκτητών της ήδη ανηγερμένης με την μέθοδο της αντιπαροχής πολυκατοικίας όπως θα αναφερθεί στη συνέχεια. Το μικρό σκέλος του Γ. Οριζόταν προς βορά επί πλευράς 30,00 μ. με τα υπ’ αριθμ. (...), οικόπεδα των Ν. - Μ. και ήδη διαδόχων αυτών α) του μεν (7) Π. Γ. και λοιπών συνιδιοκτητών πολυκατοικίας β) του δε (2) Α.

Δ., προς νότο επί πλευράς 15,50 μ. με το υπ’ αριθμ. ... οικόπεδο των Ν. - Μ. και ήδη διαδόχου αυτών Α.Μ. και αυτού του 2ου ενάγοντος Ν. Φ. Π. και επί πλευράς 19,50 μ. με το υπ’ αριθμ. ... οικόπεδο ιδιοκτησίας Ν. - Μ. και ήδη Η. Κ. και κατέληγε προς δυσμάς στην τότε ανώνυμη και ήδη εγκεκριμένη οδό .... Η ιδιωτική αυτή οδός είχε καθ’ όλο το μήκος του μεγάλου σκέλους του Γ πλάτος 5 μ., ενώ κατά το μήκος του μικρού σκέλους 3,0 μ.

Στη συνέχεια οι ιδιοκτήτες των κατ’ ιδίαν οικοπέδων προς υλοποίηση της απόφασης τους και αφού η ιδιωτική οδός ως άνω χαράχτηκε επί του εδάφους άρχισαν να πωλούν αυτά σε διάφορους αγοραστές και ειδικότερα: Ο Ε. Ν. και Ι. Μ., με το υπ’ αριθμ. ... 1967 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Π., που μεταγράφηκε έκτοτε νόμιμα, μεταβίβασαν κατά κυριότητα, λόγω πώλησης, στο Μ.

Λ., τα με αριθμούς ... οικόπεδα του παραπάνω σχεδιαγράμματος του Δ. Κ. συνολικής επιφανείας κατά τον τίτλο 497 τ.μ. μετά των επ’ αυτών κτισμάτων, τα οποία βορειοδυτικά συνορεύουν με την προαναφερομένη ιδιωτική οδό, επί προσώπου είκοσι ενός (21) μέτρων. Για την οδό αυτή οι συμβαλλόμενοι διέλαβαν στο συμβόλαιο αυτό ότι αφέθηκε από τους πωλητές προς εξυπηρέτηση του αγοραστή και του πωληθέντος ακινήτου, μη δυναμένων των πωλητών να καταργήσουν ή να μεταβιβάσουν αυτή οποτεδήποτε, άλλως ευθυνομένων δια πάσαν αποζημίωση του αγοραστού.

Ο Μ. Λ. ακολούθως μεταβίβασε τα τρία αυτά οικόπεδα μετά της σε αυτό ισογείου οικοδομής στον υιό του Β. Λ., (1° ενάγοντα) κατά κυριότητα, λόγω γονικής παροχής, με το αριθμ. .../1990 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Π. Δ., το οποίο μεταγράφηκε έκτοτε νόμιμα. Οι ανωτέρω πωλητές Ε. Ν. και Ι. Μ. με το υπ’ αριθμ. .../1966 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Α.

Π., που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασαν λόγω πώλησης, κατά κυριότητα, στον Α. Μ. το υπ’ ... οικόπεδο του ως άνω σχεδιαγράμματος, έκτασης κατά τον τίτλο 205,80 τ.μ. μετά της επ’ αυτού οικίας, το οποίο συνορεύει βορειοανατολικά και επί προσώπου 14,70 μέτρων με την ανωτέρω ιδιωτική οδό. Ο Α. Μ. ακολούθως μεταβίβασε κατά κυριότητα, λόγω πώλησης, στο δεύτερο εναγόμενο Ν.-Φ.

Π. με το υπ’ αριθμό ...1990 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Σ., το οποίο μεταγράφηκε έκτοτε νόμιμα. Οι ίδιοι ως άνω πωλητές Ε. Ν. και Ι. Μ. με τα κατωτέρω συμβόλαια που μεταγράφησαν νόμιμα πώλησαν τα υπ’ αριθμ. ... οικόπεδα α) στον Π. Λ. τα υπ’ αριθμ. ... δια των υπ’ αριθμ. .../1966 και .../1967 συμβολαίων του Συμ/φου Αθηνών Χ.

Κ. β) στην Α. - Α. Π. το υπ’ ... δια του υπ’ αριθμ. .../1966 συμβολαίου του ίδιου ως άνω Συμ/φου γ) στην Κ. συζ. Γ. Γ. το υπ’ αριθμ. … δια του υπ’ αριθμ. .../1966 συμβολαίου της Συμβ/φου Αθηνών Α. Π., η οποία στην συνέχεια μεταβίβασε κατά κυριότητα λόγω πώλησης στους Ε. Μ. και τη σύζυγο του Μ. Μ. και κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, με το υπ’ αριθμ. .../1973 συμβόλαιο του ίδιου ως άνω Συμ/φου, οι οποίοι ακολούθως με το υπ’ αριθμ. .../1983 συμβόλαιο της Συμ/φου Κορυδαλλού Ε.

Χ. μεταβίβασε κατά κυριότητα λόγω δωρεάς στην κόρη τους Μ. Ε. Μ., δ) στην Μ. συζ. Ε. Μ. το υπ’ ... δια του υπ’ αριθμ. .../1966 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Χ. Κ., η οποία στη συνέχεια μεταβίβασε κατά κυριότητα λόγω δωρεάς στην κόρη της Α. συζ. Δ. Α. δια του υπ αριθμ. .../1983 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Κορυδαλλού Ε.

Χ., και ε) στον Ν. Σ. το υπ’ ... δια του υπ’ αριθμ. .../1966 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Χ. Κ.. Οι αμέσως παραπάνω ειδικοί διάδοχοι και κύριοι τω οικοπέδων αυτών ήτοι των υπ’ αριθμ. ... οικοπέδων Π. Λ., Α. Π. , Μ. θυγ. Ε. Μ., Α. συζ. Δ. Α. και Ν. Σ. με το υπ’ αριθμό .../1984 συμβόλαιο ανταλλαγής προς ενοποίηση, που μεταγράφηκε νόμιμα της συμβολαιογράφου Αθηνών Δ.

Σ. συνένωσαν τα οικόπεδα τους σε ένα ενιαίο ακίνητο, συνολικής έκτασης κατά τον τίτλο 1.168 τ.μ., το, οποίο συνορεύει Βόρεια με την εγκεκριμένη οδό ..., Ανατολικά και κατά ένα μέρος ... με την παραπάνω ιδιωτική οδό όπως και τα αρχικά υπ’ αριθμ. ... οικόπεδα και Δυτικά κατά ένα μέρος με οδό ... και κατά άλλο μέρος με ιδιοκτησία Α.

Α. επί του οποίου κατασκευάστηκε πολυκατοικία κατά το σύστημα της αντιπαροχής υπαχθείσα στις διατάξεις περί οριζόντιας ιδιοκτησίας (.../1984 συμβόλαιο της ίδιας Συμβολαιογράφου), της οποίας είναι διαχειριστής ο τρίτος από τους ενάγοντες ο οποίος είναι και κύριος του υπ’ αριθμ. ... διαμερίσματος, δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../1984 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Δ.

Σ., που μεταγράφηκε νόμιμα. Στο ισόγειο της πολυκατοικίας αυτής, κατασκευάστηκε χώρος στάθμευσης για δέκα πέντε (15) αυτοκίνητα, ο οποίος έχει πρόσοψη και μοναδική είσοδο την προαναφερθείσα ιδιωτική οδό, η οποία αποτελεί τη μόνη οδό προσπέλασης προς το χώρο στάθμευσης. Η Α. χήρα Δ. Κ., με το υπ’ αριθμό ...1966 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο τής συμβολαιογράφου Ελευσίνας Α.

Π., που μεταγράφηκε νόμιμα μεταβίβασε, λόγω πώλησης, τα υπ’ αριθμ. ... οικόπεδα του σχεδιαγράμματος συνολικής έκτασης κατά τον τίτλο 384,20 τ.μ. στον Γ. Γ., ενώ με το υπ’ αριθμό .../1966 νόμιμα μεταγεγραμμένο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της ίδιας συμβολαιογράφου μεταβίβασε, αιτία πώλησης, το υπ’ αριθμό ... οικόπεδο του αυτού, ως άνω, σχεδιαγράμματος έκτασης κατά τον τίτλο 188,30 τ.μ.

στον αδελφό του τελευταίου Δ. Γ.. Και στα δύο αυτά συμβόλαια τα υπ’ αριθμούς ... οικόπεδα φέρονται ότι συνορεύουν βορειοδυτικά με την παραπάνω ιδιωτική οδό, και αναγράφεται ρητά ότι αυτή αφέθηκε προς εξυπηρέτηση του αγοραστή και του πωληθέντος αγροτεμαχίου, μη δυναμένης της πωλήτριας να καταργήσει ή μεταβάλει αυτή οποτεδήποτε, άλλως ευθυνομένης σε αποζημίωση του αγοραστή.

Στη συνέχεια οι αδελφοί Γ. και Δ. Γ., μεταβίβασαν, λόγω πώλησης, τα υπ’ αριθμούς ... οικόπεδα στον ήδη εναγόμενο με τα υπ’ αριθμούς ... και .../1972 συμβόλαια της συμβολαιογράφου Ειδυλλίας Α. Ρ. που μεταγράφηκαν νόμιμα. Και στα δύο αυτά συμβόλαια αναγράφεται ότι τα πωληθέντα στον ήδη εναγόμενο οικόπεδα εμφαίνονται στο από Ιουλίου 1966 σχεδιάγραμμα του μηχανικού Δ.

Κ. και ότι αυτά συνορεύουν βορειοδυτικά με την ιδιωτική οδό Στη συνέχεια ο εναγόμενος , αφού προέβη σε ενοποίηση των παραπάνω συνεχόμενων οικοπέδων του (...) με το .../1978 συμβόλαιο του Συμ/φου Ειδυλλίας Α. Ρ., που δεν μεταγράφηκε, συμπεριλαμβάνοντας στην όλη έκταση και όλη την .επιφάνεια της επίδικης ιδιωτικής οδού και ειδικότερα ,καθόλο το τμήμα της που εφάπτεται στη δυτική πλευρά κατά το συμβόλαιο μήκους 34,40 μέτρων των άνω οικοπέδων του και καθόλο το πλάτος αυτής εκ μέτρων 5 με την περιεχομένη σε αυτήν (πράξη) δήλωση ότι η άνω ιδιωτική οδός που εξυπηρετούσε άλλοτε τα οικόπεδά του αποτελεί οικόπεδο του ήδη, εμφανίζοντας έτσι την ιδιοκτησία του "βόρεια με εγκεκριμένη οδό ...

και δυτικά επί πλευράς μήκους 34,40 μ. με ιδιοκτησίες κατά ένα μέρος ... και κατά άλλο μέρος με τέως Ν.-Μ. και ήδη αγνώστου", ήτοι με τα οικόπεδα 10, 9 και 8 που ήδη κατά τα προαναφερόμενα έχει ανεγερθεί η προαναφερόμενη πολυκατοικία, και αφού έλαβε την .../1979 οικοδομική άδεια της Δ/νσης Πολεοδομίας Ανατ. Αττικής , που αναθεωρήθηκε το 1981 και το 1987 άρχισε να ανεγείρει πενταόροφη οικοδομή η οποία το έτος 1998 (πολύ μετά την έγερση της αγωγής) βρισκόταν στο στάδιο των οπτοπλινθοδομών και κατά τη δυτική της πλευρά συνορεύει με την άνω ιδιωτική οδό.

Το τμήμα της παραπάνω ιδιωτικής οδού που εφάπτεται ως άνω κατά την ανατολική της πλευρά τα παραπάνω οικόπεδα του εναγομένου και δη καθόλο το μήκος εκ μέτρων 34,50 κατά την αγωγή (και κατά τον πραγματογνώμονα 34,70), της δυτικής πλευράς των συνεχόμενων οικοπέδων του, εκτεινομένη σε πλάτος 5 μέτρων μέχρι την απέναντι ως άνω συνιδιοκτησία, όπως προαναφέρθηκε με την ίδια σε μήκος πλευρά κατά την αγωγή και κατά τον πραγματογνώμονα 34,37 και αρχίζει από την οδό ..., συνορεύουσα προς βορά με αυτή, αποτελεί την επίδικη εδαφική έκταση επί της οποίας ως άνω οι ενάγοντες επικαλέσθηκαν εμπράγματο δικαίωμα δουλείας διέλευσης (διόδου) υπέρ των ακινήτων τους συσταθείσα κατά την εξεταζομένη δεύτερη επικουρική βάση της αγωγής με έκτακτη χρησικτησία.

Επί της επίδικης αυτής εδαφικής λωρίδας , και δη επί του τμήματος αυτού της επίδικης ιδιωτικής οδού (δουλεύοντος ακινήτου) από το σύνολο των προαναφερόμενων αποδεικτικών μέσων πράγματι αποδείχθηκε ότι συστήθηκε η επικαλούμενη ως άνω από τους ενάγοντες δουλεία διόδου υπέρ των ακινήτων τους κτηθείσα με έκτακτη χρησικτησία, με την άσκηση της οιονεί νομής δουλείας διόδου με διάνοια δικαιούχων επί 20ετία (ΑΠ 1722/2006 ΕλΔνη 48.161, ΑΠ 14/2004 ΕλΔνη 45.743, ΑΠ 1151/20.02 ΕλΔνη 45.429, ΑΠ 649/1999 ΕλΔνη 41.380, ΑΠ 31/1999 ΕλΔν η 40.572), με συνυπολογισμό και της οιονεί νομής των δικαιοπαρόχων τους (ΑΠ 1722/2006 οπ, ΑΠ 1151/2002 οπ, ΑΠ 649/1999 οπ, ΑΠ- 31/1999 οπ) Ειδικότερα, την επίδικη αυτή εδαφική λωρίδα (δουλεύον ακίνητο), που αφέθηκε ως άνω κατά το τμήμα της αυτό με κοινή εισφορά σε γη από τους αρχικούς ιδιοκτήτες της εκτός σχεδίου τότε ως άνω έκτασης και πωλητές των όμορων οικοπέδων Ε.

Ν., Ι. Μ. (δικαιοπαρόχους των εναγόντων) και Α. χήρα Δ. Κ. (δικαιοπάροχο του εναγομένου) και δη με εισφορά κατά την έκταση των 21,51 τμ από τους δύο πρώτους και κατά την έκταση των 154,68 τμ από την τελευταία και για τον παραπάνω αποκλειστικά σκοπό που αναλυτικά αναφέρθηκε προς εξυπηρέτηση των αγοραστών και των προς πώληση ακινήτων, παραμένουσα έτσι (η εδαφική αυτή λωρίδα - τμήμα της ιδιωτικής οδού) στην κυριότητα των παραπάνω πωλητών μετά την πώληση των επί μέρους οικοπέδων (πρώην αγροτεμαχίων), κατά το μέρος της παραπάνω εισφοράς τους αντίστοιχα, αφού δεν παραιτήθηκαν από την κυριότητα και δεν απώλεσαν αυτήν κατά άλλον τρόπο (ΑΠ 15/2004 ΕλΔνη 45.802, ΑΠ 1169/2000 ΕλΔνη 42.1344, ΑΠ 556/1994 ΕλΔνη 36.175, ΑΠ 1832/1990 ΕλΔνη 32.1246, ΑΠ1468/1985 ΝόΒ 34.1235), χωρίς να συνάγεται το αντίθετο ούτε από τη διάταξη του άρθρου 20 του νδ της 17.7.1923 "περί σχεδίων πόλεων, κωμών κλπ", η οποία απαγορεύει τη δημιουργία, με ιδιωτική βούληση, κοινόχρηστων χώρων σε ιδιωτικά ακίνητα, κηρύσσει άκυρες τις μεταβιβάσεις κυριότητας παρά την απαγόρευση αυτήν και αναθέτει στη διοικητική αρχή την κρίση περί του αν οι λόγω μεταβιβάσεις έγιναν για τον ανωτέρω σκοπό και είναι άκυρες (ΑΠ 15/2004 οπ, ΑΠ 556/1994 οπ), χρησιμοποιούσαν οι ενάγοντες και οι δικαιοπάροχοι τους μετά την πώληση των οικοπέδων στους τελευταίους κατά τις διακρίσεις που -αναφέρθηκαν για την επικοινωνία τους με τις ιδιοκτησίες τους κατά τα προαναφερόμενα, ως οδό για πεζούς, αυτοκίνητα και για τη μεταφορά των υλικών κατασκευής των κατοικιών τους.

Συγκεκριμένα, διέρχονταν από την επίδικη εδαφική λωρίδα -τμήμα της προαναφερόμενης ιδιωτικής οδού κυριότητας των δικαιοπαρόχων τους πωλητών κατά τις διακρίσεις που αναφέρθηκαν-με τα πόδια καθώς και με αυτοκίνητα , εισερχόμενοι σε αυτήν προκειμένου να μεταβούν στις αναφερόμενες ιδιοκτησίες τους από την οδό ...

επί της οποίας εφάπτεται προς βοράν και αντίστοιχα εξερχόμενοι μέσω αυτής προς την παραπάνω οδό ... τουλάχιστον από το έτος 1968 και εντεύθεν μέχρι την άσκηση της αγωγής (15-10-1994) αφού μάλιστα προέβησαν κατά το άνω έτος περίπου για το σκοπό αυτό στην κατεδάφιση τμήματος του υπάρχοντος προς βοράν μανδρότοιχου που αντιστοιχούσε στο πλάτος (εύρος) της επίδικης αυτής διόδου και αφού προς τούτο συνέβαλε και η στο μεταξύ έγκριση του σχεδίου πόλης με το από 31-1- 1970 βδ. (ΦΕΚ 21/Δ/1970), που προέβλεπε τη δημιουργία της παραπάνω οδού ...

με τη ρυμοτόμηση σημαντικού τμήματος του αγροτεμαχίου 16 από τον αγρό της Λ. Κ. και μικρού τμήματος του αγροτεμαχίου από τον αγρό των Ε. Ν. και I. Μ. και των διαδόχων τους και εντάχθηκε η περιοχή ... στο σχέδιο πόλης με το άνω διάταγμα, η δε επίδικη εδαφική λωρίδα και τα ακίνητα των διαδίκων βρίσκονται ήδη ... Ο.Τ του ..., χωρίς αυτή να εγκριθεί από το ρυμοτομικό σχέδιο.

Επίσης, κατά τα ως άνω, μέσω αυτής μεταφέρονταν τα υλικά κατασκευής των κατοικιών των πρώτου και δεύτερου των εναγόντων, οι οποίες ανακαινίσθηκαν και βελτιώθηκαν με προσθήκες επί των ήδη υπαρχόντων κατά την αγορά από τους αρχικούς πωλητές κτισμάτων και έχουν είσοδο επί της προαναφερόμενης ιδιωτικής οδού κατά το μη επίδικο υπόλοιπο τμήμα της.

Η επίδικη δίοδος εχρησιμοποιείτο παράλληλα με το προαναφερόμενο προς δυσμάς τμήμα της ιδιωτικής οδού, όπως προαναφέρθηκε (το μικρό σκέλος του Γ) που κατέληγε αυτή στην οδό ..., το οποίο δεν είναι επίδικο. Όμως, η επίδικη δίοδος, και δη κατά το παραπάνω επίδικο τμήμα της από το έτος 1972 και εντεύθεν, αποτελούσε τη μόνη οδό εισόδου και εξόδου στα περίκλειστα οικόπεδα των δύο πρώτων από τους ενάγοντες, δεδομένου ότι το χρησιμοποιούμενο παράλληλα ως άνω μη επίδικο τμήμα προς την οδό ..., πλάτους 3 μ.

και μήκους 14,50 μ. προσκυρώθηκε από το έτος αυτό σύμφωνα και με την υπ1 αριθμ. .../9-12-1972 απόφαση της Υπηρεσίας Οικισμού του Υπουργείου Δημοσίων Έργων και την υπ’ .../1972 πράξη της Υπηρεσίας Πολεοδομίας Αθηνών στην γειτονική ιδιοκτησία. Μετά δε την ανέγερση και αποπεράτωση της πολυκατοικίας επί των υπ’ αριθμ. ...

ενοποιηθέντων ως άνω οικοπέδων, τουλάχιστον κατά το έτος 1987, της οποίας κατά τα προαναφερόμενα ο τρίτος από τους ενάγοντες είναι κύριος’ του υπό στοιχεία ... διαμερίσματος, οι ένοικοι αυτής κάνουν χρήση της διόδου αυτής, η οποία αποτελεί τη μόνη οδό εισόδου και εξόδου των αυτοκινήτων τους στο χώρο στάθμευσης της πολυκατοικίας.

Η χρησιμοποίηση της παραπάνω επίδικης εδαφικής λωρίδας (τμήματος του ιδιωτικού ως άνω δρόμου) από τους ενάγοντες και τους δικαιοπαρόχους τους για την επικοινωνία τους με τα προαναφερόμενα ακίνητά τους με διάνοια δικαιούχων δουλείας διέλευσης (διόδου) καθόλο το παραπάνω διάστημα γινόταν συνεχώς και αδιαλείπτως, εκτός από μικρά χρονικά διαστήματα κατά τα οποία ο εναγόμενος προσέβαλε την οιονεί νομή τους άλλοτε με διατάραξη και άλλοτε με αποβολή από αυτή, την οποία όμως (οιονεί νομή) οι τελευταίοι ανακτούσαν άμεσα και οπωσδήποτε μέσα στο έτος και με τις προϋποθέσεις του 1048 ΑΚ .

Ειδικότερα, όταν κατά το έτος 1981 ο εναγόμενος κατασκεύαζε τον εκ μπετόν αρμέ σκελετό της προαναφερόμενης πολυκατοικίας του και τοποθέτησε οικοδομικά υλικά επί της επίδικης διόδου, αυτά αφαιρέθηκαν όταν οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων προσέφυγαν αμέσως ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου προς λήψη ασφαλιστικών μέτρων που βέβαια απορρίφθηκε με την 169/1981 απόφαση του παραπάνω Ειρηνοδικείου, αν και δέχθηκε τον ιδιωτικό χαρακτήρα της επίδικης οδού, δεδομένου ότι εσφαλμένα υποστήριξαν ότι η επίδικη δίοδος ήταν κοινόχρηστη και η λήψη των ασφαλιστικών μέτρων αφορούσε στην προστασία του δικαιώματος τους εκ της προσωπικότητας εκ της χρήσης αυτής ως κοινόχρηστης.

Επίσης, όταν το έτος 1986 και ειδικότερα κατά το Φεβρουάριο του έτους αυτού ομοίως ο εναγόμενος τοποθέτησε οικοδομικά υλικά επί της επίδικης διόδου, αποκλείοντας τη χρήση αυτής από τους ενάγοντες (με αποβολή), αυτά αφαιρέθηκαν με την επέμβαση της αστυνομίας και μετά από υποβολή άμεσα εγκλήσεων εκ μέρους του τρίτου ενάγοντος και άλλων ιδιοκτητών της εκπροσωπούμενης από αυτόν συνιδιοκτησίας.

Έτσι κατά τα ως άνω, αποκτήθηκε υπέρ των ακινήτων των εναγόντων και κατά τις διακρίσεις που αναφέρθηκαν το εμπράγματο δικαίωμα της δουλείας διέλευσης (διόδου) επί της επίδικης εδαφικής λωρίδας (τμήματος - ιδιωτικής οδού δουλεύοντος ακινήτου) με έκτακτη χρησικτησία, ήτοι με την άσκηση από το έτος 1968 και εντεύθεν της οιονεί νομής με διάνοια δικαιούχων για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της 20ετίας με συνυπολογισμό και της οιονεί νομής των δικαιοπαρόχων τους κατά τις διακρίσεις που αναφέρθηκαν που συμπληρώθηκε -το έτος 1988 και σε κάθε περίπτωση το έτος 1992 με την άσκηση της οιονεί νομής από το έτος 1972 και εντεύθεν ήτοι μετά την προαναφερθείσα προσκύρωση του μη επίδικου τμήματος της ιδιωτικής οδού.

Η επίδικη δε δίοδος, και κατά το μη επίδικο τμήμα της αναφέρεται κατά τα ως άνω όχι μόνο στους προαναφερόμενους τίτλους ιδιοκτησίας των εναγόντων και των δικαιοπαρόχων τους και ιδία και αυτών των δικαιοπαρόχων του εναγομένου και του ιδίου, αλλά αποτυπώνεται και αναφέρεται σε δημόσια έγγραφα, διαγράμματα και αεροφωτογραφίες σε ανύποπτο χρόνο.

Μάλιστα η ανωτέρω επίδικη οδός και κατά το μη επίδικο αυτής τμήμα ήδη αναφέρεται με την ονομασία "..." τουλάχιστον από το 1982, όπως τούτο προκύπτει κυρίως από τις αποδείξεις λογαριασμών Δημοσίου, ΔΕΗ και ΕΥΔΑΠ και περαιτέρω ο ... έχει κινήσει τη διαδικασία χαρακτηρισμού αυτής ως δημοτικής, και τούτο ανεξάρτητα αν συντρέχουν οι προς τούτο προϋποθέσεις, ενώ με επιμέλεια των εναγόντων επί της επίδικης διόδου, που έχει καλυφθεί με άσφαλτο, και στην αρχή αυτής προς βορά με την οδό ...

έχει τοποθετηθεί και υφίσταται και σήμερα κολώνα της ΔΕΗ για τη σύνδεση των εκεί κατοικιών τους με το δίκτυο της ΔΕΗ. Οι ήδη δε ενάγοντες και μετά την απόκτηση κατά τα προαναφερόμενα του εμπράγματου δικαιώματος της δουλείας διέλευσης (διόδου) με χρησικτησία, συνέχισαν να αντιστέκονται άμεσα στις απόπειρες παρεμπόδισης της χρήσης της από τον εναγόμενο .

Μάλιστα, όταν ο τελευταίος τους κοινοποίησε σχετική από 12-1-1993 έγγραφη δήλωση ότι θα προβεί σε επιχωμάτωση και περίφραξη του επίδικου εδαφικού τμήματος ως αποτελούντος τμήματος της ιδιοκτησίας του και μάλιστα ακάλυπτο χώρο της υπό ανέγερση πολυκατοικίας του, ζήτησαν άμεσα με σχετική από 3-2-1993 αίτησή τους ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων προς προστασία του δικαιώματος τους της οιονεί νομής δουλείας διέλευσης επί της επίδικης διόδου λόγω διατάραξης, που έγινε δεκτή από το παραπάνω Δικαστήριο με την 65/1993 απόφασή του, το οποίο συνεκδικάζοντας αυτήν με προφορική ανταίτηση του ήδη εναγομένου απέρριψε την τελευταία.

Η απόφαση δε αυτή επικυρώθηκε με την 2375/1994 απόφαση του δικάσαντος ως Εφετείου Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι η επίδικη οδός αποτελεί κατά τα ως άνω τμήμα της ιδιοκτησίας του και δη του παραπάνω ενιαίου ακινήτου, που απέκτησε κατ’ εκτίμηση με παράγωγο τρόπο, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, αφού σύμφωνα με τους τίτλους του ιδίου και των δικαιοπαρόχων του, όπως αυτοί προαναφέρθηκαν, η επίδικη οδός δεν μεταβιβάσθηκε σε αυτόν αλλά αντίθετα κατά τα προαναφερόμενα αναφέρεται ως ιδιωτική οδός που συνορεύει το ενιαίο ακίνητο του.

Αβάσιμος ομοίως κατά νόμο και ως εκ τούτου απορριπτέος είναι και ο ισχυρισμός του ότι η επίδικη δίοδος αποτελεί τμήμα της ιδιοκτησίας του ως ιδιωτική οδός που αφέθηκε από τη δικαιοπάροχο του προς εξυπηρέτηση και μόνο των ακινήτων του και, κατ’ εκτίμηση, ανήκει στο ενιαίο ακίνητο του, λόγω ακυρότητας της σύστασής της με βάση τις διατάξεις του άρθρου 20 του ν.δ.

της 17-7-1923 "περί σχεδίων πόλεων, κωμών κλπ", καθόσον, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στο σκεπτικό της παρούσας, η κυριότητα της ιδιωτικής αυτής οδού, κατά το επίδικο τμήμα της, εξακολουθεί να ανήκει κατά το μέρος της εισφοράς της σε γη προς δημιουργία αυτής στην προαναφερόμενη δικαιοπάροχο του Α. Κ. και αν ακόμη πρόκειται για άκυρη σύσταση αυτής...".

Κατόπιν των πιο πάνω πραγματικών παραδοχών το Εφετείο δέχθηκε την ένδικη αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη, κατά την επικουρική βάση της περί έκτακτης χρησικτησίας, αναγνωρίζοντας ότι οι ενάγοντες - αναιρεσίβλητοι έχουν αποκτήσει δικαίωμα δουλείας διέλευσης (διόδου) υπέρ των ακινήτων τους στην επίδικη εδαφική λωρίδα και υποχρεώνοντας τον εναγόμενο - αναιρεσείοντα να παύσει να προσβάλλει το δικαίωμα τους αυτό.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σε αυτή επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των διατάξεων που εφάρμοσε, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης του πιο πάνω δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, με την άσκηση εκ μέρους των ιδίων και των δικαιοπαρόχων τους των ειδικότερα διαλαμβανόμενων στην απόφαση πράξεων οιονεί νομής που προσιδιάζουν στο δικαίωμα διέλευσης από την επίδικη εδαφική λωρίδα με διάνοια δικαιούχων δουλείας, από το έτος 1968 και μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής (18.10.1994), χωρίς παράλληλα να απαιτείται για την πληρότητα της αιτιολογίας και ο ημερολογιακός προσδιορισμός καθεμιάς από τις επί μέρους πράξεις οιονεί νομής των αναιρεσιβλήτων, μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας (βλ.

σχετ. ΑΠ 843/2013). Επίσης δεν δημιουργείται καμία αντίφαση από την παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι "οι αναιρεσίβλητοι και οι δικαιοπάροχοι τους είχαν υποστηρίξει εσφαλμένα στην αίτησή τους για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων , επί των οποίων εκδόθηκε η απορριπτική 169/1981 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου, ότι η επίδικη δίοδος ήταν κοινόχρηστη", σε σχέση με το σαφές πόρισμα του Εφετείου ότι " η χρησιμοποίηση της παραπάνω επίδικης εδαφικής λωρίδας ...

από τους ενάγοντες και τους δικαιοπαρόχους τους για την επικοινωνία τους με τα προαναφερόμενα ακίνητά τους με διάνοια δικαιούχων δουλείας διέλευσης (διόδου), καθόλο το παραπάνω διάστημα (1968-1994), γινόταν συνεχώς και αδιαλείπτως...", διότι δεν ενδιαφέρει για την πληρότητα του πιο πάνω πορίσματος η αντίληψη των οιονεί νομέων ως προς την πηγή ή την αιτία, από την οποία αντλούν το δικαίωμά τους αυτό (βλ.

σχετ. ΑΠ 285/1987). Επομένως το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από το άρθρο 559αρ.19 ΚΠολΔ και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο πρώτος, κατά ένα μέρος, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτόν ο αναιρεσείων προβάλλει αιτιάσεις για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και για τη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερθέν αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με τα ως άνω ουσιώδη ζητήματα, είναι, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στην αμέσως ανωτέρω νομική σκέψη, απαράδεκτος.

Τέλος, και η αιτίαση, που προβάλλεται με τον ίδιο ως άνω λόγο, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται επαρκούς αιτιολογίας με το να δεχθεί ότι "δεν επήλθε διακοπή της οιονεί νομής των αναιρεσιβλήτων, όταν κατά το έτος 1981 ο αναιρεσείων τοποθέτησε κατά την κατασκευή της πολυκατοικίας του οικοδομικά υλικά επί της επίδικης οδού, εξαιτίας της άμεσης ανάκτησης από αυτούς και μέσα στο ίδιο έτος της απωλεσθείσας οιονεί νομής, με τις προϋποθέσεις του άρθρου 1048 ΑΚ" είναι απορριπτέα ως αλυσιτελής, αφού στηρίζεται σε πλεοναστική σκέψη που διατυπώθηκε κατά την πορεία του δικανικού συλλογισμού του Εφετείου προς άντληση επιχειρήματος υπέρ της προαναφερόμενης κύριας αιτιολογίας της προσβαλλομένης απόφασης (ΑΠ 1008/2007), δεδομένου ότι όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, των έγγραφων προτάσεων του εναγομένου που κατατέθηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, καθώς και της έφεσης που άσκησε ο ίδιος ως ηττηθείς διάδικος στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν προβλήθηκε από αυτόν λόγος περί διακοπής της οιονεί νομής και, συνακόλουθα, της χρησικτησίας των εναγόντων-εφεσιβλήτων-αναιρεσιβλήτων επί της επίδικης εδαφικής λωρίδας.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 12 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παράβαση των ορισμών του νόμου ως προς τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων ιδρύεται, μόνο προκειμένου περί αποδεικτικών μέσων που έχουν από το νόμο ορισμένη αποδεικτική δύναμη (άρθρα 352, 438 - 440, 447 του ΚΠολΔ) και όχι ως προς εκείνα, τα οποία, σύμφωνα με το άρθρο 340 του αυτού Κώδικα, εκτιμώνται από το δικαστήριο ελευθέρως για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, στα τελευταία δε περιλαμβάνεται και η δικαστική απόφαση, που εκδόθηκε σε άλλη πολιτική δίκη, έστω και συναφή με τη δικαζόμενη (ΑΠ 1403/2009).

Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προβάλλει ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 12 του ΚΠολΔ, διότι παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την αποδεικτική δύναμη της 169/1981 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου, με δεδομένο ότι αυτή αποτελεί δημόσιο έγγραφο δεσμευτικό για το δίκασαν δικαστήριο (Εφετείο) ως προς την ουσιαστική βασιμότητα του ισχυρισμού των εκεί αιτούντων (αναιρεσιβλήτων) περί του κοινόχρηστου χαρακτήρα της επίδικης εδαφικής λωρίδας, από την οποία συνάγεται η έλλειψη διάνοιας άσκησης δουλείας των αναιρεσιβλήτων επ’ αυτής.

Όμως, όπως ειπώθηκε παραπάνω, η προαναφερόμενη απόφαση, έστω και αν εκδόθηκε επί αίτησης λήψης ασφαλιστικών μέτρων για την προστασία του δικαιώματος επί της προσωπικότητας των αναιρεσιβλήτων, εξαιτίας της προσβολής του από τον αναιρεσείοντα με την παρεμπόδισή τους να χρησιμοποιούν την επίδικη δίοδο, λόγω του κοινόχρηστου χαρακτήρα της, δεν αποτελεί επαυξημένης ισχύος αποδεικτικό μέσο δεσμευτικό για το δικαστήριο της ουσίας, αλλά έγγραφο εκτιμώμενο ελευθέρως από τούτο για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Ως πράγματα, για τα οποία, αν παρά το νόμο λήφθηκαν ή δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύεται ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, αγωγής ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ’ αυτούς (ΟλΑΠ 14/2004), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούνται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (ΟλΑΠ 469/1984), ούτε τέλος τα επιχειρήματα και συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών.

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν ο ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΟλΑΠ 11/1996). Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής, η συνδεόμενη δηλαδή με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία, από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ αντίθετα η ποσοτική (ή ποιοτική) αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 8 ή 14 του ΚΠολΔ.

Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο, κατά το πρώτο μέρος, λόγο αναίρεσης προσάπτεται η από το άρθρο 559αρ. 8περ. β ‘ ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του πράγματα μη προταθέντα και, ειδικότερα, ότι κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος για την κτήση δικαιώματος δουλείας διέλευσης των αναιρεσιβλήτων επί της επίδικης εδαφικής λωρίδας με έκτακτη χρησικτησία δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι "αυτοί και οι δικαιοπάροχοι τους χρησιμοποιούσαν την εν λόγω δίοδο από το έτος 1968 ως οδό για πεζούς, αυτοκίνητα και για τη μεταφορά των υλικών κατασκευής των κατοικιών τους", χωρίς οι αναιρεσίβλητοι να έχουν επικαλεστεί τα πιο πάνω περιστατικά στην ένδικη αγωγή τους.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της πιο πάνω αγωγής οι αναιρεσίβλητοι για το ορισμένο της επικουρικής βάσης αυτής περί έκτακτης χρησικτησίας, αναφορικά με την άσκηση επί εικοσαετία πράξεων οιονεί νομής τους στην επίδικη δίοδο, ανέφεραν μεταξύ άλλων, ότι "..

χρησιμοποιείται (η δίοδος) από το 1966 μέχρι σήμερα ως δρόμος για πεζούς και αυτοκίνητα, είναι η μόνη προσπέλαση στα οικόπεδα αυτά και στις κατοικίες που έχουν ανεγερθεί σε αυτά, χρησιμοποιήθηκε για τη μεταφορά των υλικών κατασκευής των οικιών τους και χρησιμοποιείται εκτός από αυτούς, ως ενασκούντες τα επ’ αυτής κτηθέντα δικαιώματα δουλείας διόδου και από πολλούς άλλους παρόδιους ιδιοκτήτες".

Η περαιτέρω αιτίαση που προβάλλεται με τον ίδιο, κατά το δεύτερο μέρος, λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται επαρκούς αιτιολογίας, με το να συμπεριλάβει, ως προς το ζήτημα της απόκτησης του δικαιώματος δουλείας διόδου των αναιρεσιβλήτων με έκτακτη χρησικτησία, και τις προαναφερόμενες πράξεις οιονεί νομής στην επίδικη δίοδο επί εικοσαετία, χωρίς αυτές, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, να εκτίθενται στην ένδικη αγωγή, πρέπει να απορριφθεί διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού όπως έγινε ήδη δεκτό κατά την έρευνα του αμέσως προηγούμενου λόγου αναίρεσης, οι επίμαχες πράξεις οιονεί νομής που έλαβε υπόψη και δέχθηκε το Εφετείο ότι άσκησαν οι αναιρεσίβλητοι, με διάνοια δικαιούχων, επί εικοσαετία στην επίδικη δίοδο, προκειμένου να καταλήξει με επαρκείς αιτιολογίες στο πιο πάνω αποδεικτικό του πόρισμα, αναφέρονταν στην αγωγή.

Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθούν η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176,183,191 παρ.2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17/10/2008 αίτηση και τους από 18/3/2010 πρόσθετους λόγους για αναίρεση της 8514/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Ιουνίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ