Supreme Court dismisses appeal due to contradictory reasoning regarding a technical safety officer's signature on a declaration.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Second Instance Court's judgment on liability for a workplace accident. The court found the lower court erroneously concluded that a technical safety officer had signed a declaration admitting to attending a board meeting, a fact contradicted by the officer's own out-of-court admission. Consequently, the court ruled the appeal inadmissible because the lower court's reasoning was contradictory and insufficient regarding a fact crucial to the case outcome. Although the appeal was procedurally valid, the substantive error mandated its dismissal.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 19 KPolD; Art. 93 § 3 Constitution: An appeal must be rejected if the decision lacks legal basis, specifically when it contains contradictory or insufficient reasoning on facts that have a decisive impact on the trial's result.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1125 / 2013 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1125/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ανδρέα Δουλγεράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένων του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Σπυρίδωνος Ζιάκα και της αρχαιοτέρας της συνθέσεως Αρεοπαγίτου Βαρβάρας Κριτσωτάκη), Νικόλαο Πάσσο, Νικόλαο Τρούσα, Δημήτριο Κόμη και Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Απριλίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Σ. χας Α. Μ., το γένος Δ. Κ., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Κορνηλάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία …, που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ν. Μ. του Κ., κατοίκου ... 3) Ε. Μ. του Κ., κατοίκου ... 4) Κ. Μ. του Γ., κατοίκου ... και 5) Π. Μ. του Σ., κατοίκου ... Οι 1η, 2ος, 3ος και 4ος των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Θεώνη Σγουράκη - Παπασπυροπούλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ ο 5ος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-10-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 18028/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 472/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-6-2012 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 19-3-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Όπως αποδεικνύεται από την …/22-11-2012 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Θεσσαλονίκης …, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη προσδιορισμού της δικασίμου που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής και κλήση προς παράσταση κατ' αυτήν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, με την επιμέλεια της αναιρεσείουσας, στον 5ο αναιρεσίβλητο (Π. Μ. ), ο οποίος, όμως, όπως προκύπτει από τα οικεία πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, δεν εμφανίσθηκε, ούτε έλαβε μέρος καθοιονδήποτε νόμιμο τρόπο στην συζήτηση αυτή, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με την σειρά της από το πινάκιο. Επομένως, παρά την απουσία του το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στην συζήτηση της υπόθεσης (άρθ. 576 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την ως άνω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 § 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Tο κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες, ενώ ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώθηκε σαφώς, δεν συνιστούν ανεπάρκεια αιτιολογιών.
Δηλ. μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Εξάλλου: (Α) Από τα άρθ. 914 και 932 του ΑΚ και 1 και 16 του ν. 551/1915, που κωδικοποιήθηκε με το β.δ. της 24-7/25-8-1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρο 38 § 1 ΕισΝΑΚ), προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας.
Οι διατάξεις του άρθρου 16 του κ.ν. 551/1915, κατά τις οποίες ο παθών από εργατικό ατύχημα του άρθρου 1 και σε περίπτωση θανάτου αυτού τα αναφερόμενα στο άρθρο 6 του ίδιου νόμου πρόσωπα (επιζών σύζυγος και συγγενικά αυτού πρόσωπα) δικαιούνται να ζητήσουν πλήρη αποζημίωση κατά τις διατάξεις του κοινού αστικού δικαίου, μόνον όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων απ' αυτόν ή όταν επήλθε σε εργασία ή επιχείρηση, στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις ισχυόντων νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τήρησης των διατάξεων αυτών, αναφέρονται στην επιδίκαση αποζημίωσης για περιουσιακή ζημία και όχι στην χρηματική ικανοποίηση, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο και εφαρμόζονται γι' αυτήν μόνο οι γενικές διατάξεις (Ολ.ΑΠ 1117/1986).
Επομένως, για να δικαιούνται ο παθών σε εργατικό ατύχημα και σε περίπτωση θανάτου αυτού οι ως άνω επιζών σύζυγος και συγγενικά πρόσωπα αυτού χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, αντίστοιχα, αρκεί να συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων απ' αυτόν, με την έννοια του άρθρου 914 του ΑΚ, δηλ.
αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο η ειδική αμέλεια ως προς την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 § 1 του κ.ν. 551/1915. Πταίσμα του εργοδότη μπορεί να θεμελιωθεί και στην μη τήρηση απ' αυτούς διατάξεων νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών που επιβάλλουν τους όρους ασφαλείας για την διαφύλαξη της ζωής, της σωματικής ακεραιότητας και της υγείας των εργαζομένων σύμφωνα με το άρθ. 662 ΑΚ. (Β) Περαιτέρω, με το ν. 1568/1985 "Περί Υγιεινής και ασφαλείας των εργαζομένων" ορίζεται:
Άρθ. 4 § 1 "Στις επιχειρήσεις που απασχολούν κατά ετήσιο μέσο όρο πάνω από 50 εργαζομένους, ο εργοδότης έχει υποχρέωση να χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες τεχνικού ασφαλείας και ιατρού εργασίας". Άρθ. 6 "Ο τεχνικός ασφαλείας παρέχει στον εργοδότη υποδείξεις και συμβουλές, γραπτά ή προφορικά σε θέματα σχετικά με την υγιεινή και ασφάλεια της εργασίας και την πρόληψη των εργατικών ατυχημάτων.
Τις γραπτές υποδείξεις ο τεχνικός ασφάλειας καταχωρεί σε ειδικό βιβλίο της επιχειρήσεως, το οποίο σελιδοποιείται και θεωρείται από την επιθεώρηση εργασίας. Ο εργοδότης έχει υποχρέωση να λαμβάνει γνώση ενυπογράφως των υποδείξεων που καταχωρούνται σ' αυτό το βιβλίο". Άρθ. 7 § 1 "Ο τεχνικός ασφαλείας έχει υποχρέωση, α) να επιθεωρεί τακτικά τις θέσεις εργασίας από πλευράς υγιεινής και ασφάλειας της εργασίας, να αναφέρει στον εργοδότη οποιαδήποτε παράλειψη των μέτρων υγιεινής και ασφάλειας, να προτείνει μέτρα αντιμετώπισής της και να επιβλέπει την εφαρμογή τους".
Άρθ. 19 § 1 "Ο εργοδότης οφείλει να συντηρεί τους τόπους εργασίας και να μεριμνά για την κατά το δυνατό άμεση αποκατάσταση των ελλείψεων που έχουν σχέση με την υγιεινή και ασφάλεια των εργαζομένων. Αν από τις ελλείψεις αυτές προκαλείται άμεσος και σοβαρός κίνδυνος για την υγεία και ασφάλεια των εργαζομένων, πρέπει να διακόπτεται αμέσως η εργασία".
Άρθ. 32 "Α2. Ο εργοδότης έχει υποχρέωση να εφαρμόζει κάθε υπόδειξη των τεχνικών και υγειονομικών επιθεωρητών εργασίας και γενικά να διευκολύνει το έργο τους μέσα στην επιχείρηση". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι ο νομοθέτης προκειμένου να εξασφαλίσει την σωματική ακεραιότητα των εργαζομένων, η οποία συνιστά θεμελιώδη προϋπόθεση της παραγωγής και διατήρησης μιας επιχείρησης προσδιορίζει επακριβώς τα πλαίσια ενεργείας του τεχνικού ασφαλείας και του διευθύνοντα εργοδότου την επιχείρηση.
Ο πρώτος ως επιστήμονας και εξειδικευμένος στους τόπους παροχής εργασίας έχει υποχρέωση να ελέγχει τυχόν ελλείψεις των τεχνικών εγκαταστάσεων, οι οποίες δυνατόν να θέσουν σε κίνδυνο την σωματική ακεραιότητα των εργαζομένων. Ο έλεγχος επιβάλλεται να είναι ουσιαστικός και να υποδεικνύεται η λήψη των αναγκαίων μέτρων ασφαλείας, παράλληλα δε αναγνωρίζεται η υποχρέωση στον τεχνικό ασφαλείας να σημειώνει σε ειδικό βιβλίο τις υποδείξεις του προκειμένου να λαμβάνει γνώση ο εργοδότης, η κατά συνέχεια δε συμπλήρωση του βιβλίου αυτού εξασφαλίζεται με την θεώρηση από την επιθεώρηση εργασίας.
Η κατά νόμον συμμόρφωση του τεχνικού ασφαλείας εξαντλεί το πλαίσιο της ευθύνης του και εναπόκειται στον εργοδότη, τον ασκούντα επιχειρηματική δραστηριότητα και τον διαθέσαντα τα οικονομικά μέσα να υλοποιήσει το δυνατόν ταχύτερον τα όσα υποδεικνύονται. (Γ) Εξάλλου, κατά το άρθρο 7 §§ 1 και 8β του π.δ. 17/1996, ο εργοδότης υποχρεούται να εξασφαλίζει την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων ως προς όλες τις πτυχές της εργασίας, ενώ ο ίδιος, επιφυλασσομένων των λοιπών διατάξεων του αυτού διατάγματος, οφείλει, έχοντας υπόψη την φύση των δραστηριοτήτων της επιχείρησής του, να λαμβάνει υπόψη, όταν αναθέτει καθήκοντα σ' έναν εργαζόμενο, τις ικανότητες αυτού σε θέματα ασφάλειας και υγείας.
Κατά το άρθρο 10 παράρτημα Ι αριθ. 14.3 του π.δ. 16/1996, στις περιπτώσεις που ενδέχεται να σημειωθεί πτώση αντικειμένων από υπερκείμενες θέσεις εργασίας, στοιβαγμένα υλικά κ.λπ., πρέπει να λαμβάνονται κατάλληλα προστατευτικά μέτρα για την αποτροπή του κινδύνου τραυματισμού των εργαζομένων. Επίσης, κατά το άρθρο 12 §§ 1-3 του π.δ. 17/1996, ο εργοδότης εξασφαλίζει σε κάθε εργαζόμενο κατάλληλη και επαρκή εκπαίδευση στον τομέα της ασφάλειας και της υγείας, ιδίως υπό μορφή πληροφοριών και οδηγιών επ' ευκαιρία α) της πρόσληψής του, β) τυχόν μετάθεσης ή αλλαγής καθηκόντων, γ) ........, δ) .......... .
Η εκπαίδευση αυτή πρέπει, α) να προσαρμόζεται στην εξέλιξη των κινδύνων και στην εμφάνιση νέων κινδύνων, β) να επαναλαμβάνεται, αν χρειάζεται, σε τακτά χρονικά διαστήματα. Ο εργοδότης εξασφαλίζει ότι οι εργαζόμενοι σε εξωτερικές επιχειρήσεις, που εκτελούν εργασίες στην επιχείρησή του, έχουν λάβει τις κατάλληλες οδηγίες, όσον αφορά τους κινδύνους για την ασφάλεια και την υγεία κατά τις δραστηριότητές τους στην επιχείρησή του.
Με τις ανωτέρω διατάξεις, που είναι γενικές, δεν προβλέπονται ειδικώς οι όροι ασφαλείας των εργαζομένων, δηλαδή δεν προσδιορίζονται με αυτές οι συγκεκριμένοι όροι, που πρέπει να τηρηθούν για την ασφάλεια των εργαζομένων, καθώς και τα συγκεκριμένα μέτρα, μέσα και τρόποι, που είναι απαραίτητα για την επίτευξη του σκοπού αυτού.
Για την επιδίκαση, όμως, στον παθόντα από εργατικό ατύχημα ή στα συγγενικά του πρόσωπα εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, αρκεί να συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων απ` αυτόν με την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ, δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο η ειδική αμέλεια του άρθρου 16 § 1 του ν. 551/1915, αφού η οφειλόμενη με τους όρους του τελευταίου άρθρου αποζημίωση αφορά σε περιουσιακή ζημία και δεν εξομοιώνεται με την χρηματική ικανοποίηση, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στο ν. 551/1915.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Θεσσαλονίκης, κρίνοντας επί αγωγής της ήδη αναιρεσείουσας με αντικείμενο αξιώσεις από εργατικό ατύχημα του θανόντος εξαιτίας αυτού συζύγου της κατά των αναιρεσιβλήτων, με την προσβαλλομένη 472/2012 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι με το …/18-7-1996 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Βαρ.
Βλαχάκη, νόμιμα καταχωρισθέν στο μητρώο ανωνύμων εταιρειών της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης, η ομόρρυθμη εταιρεία … μετετράπη στην 1η αναιρεσίβλητη εναγομένη ανώνυμη εταιρεία …, με έδρα το κατάστημα στην εθνική οδό ... με σκοπό την αγορά και πώληση ξυλείας, την εισαγωγή και την βιομηχανική επεξεργασία της, την εισαγωγή και εμπορία υλικών επιπλοποιίας, ειδών υγιεινής, επίπλων, επίπλων κουζίνας, υλικών οικοδομής, αγροτικών, γεωργικών και χημικών προϊόντων κ.λπ., μετόχους δε τον 2ο εναγόμενο με ποσοστό συμμετοχής στο εταιρικό κεφάλαιο 50% και τους 3ο εναγόμενο και Γ.
Μ. με 25% εκάτερο, ότι το πρώτο ΔΣ της 1ης εναγομένης απαρτιζόταν από τους 1ο και 2ο εναγομένους, τον Γ. Μ. και τον γυιό του Α. Μ., μετέπειτα σύζυγο της ενάγουσας, ενώ με το 63/2004 πρακτικό αυτής ορίσθηκαν με πενταετή θητεία οι 2ος και 3ος εναγόμενοι (θείοι του συζύγου της ενάγουσας) Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος και Αντιπρόεδρος αντίστοιχα, και ο 4ος εναγόμενος (αδελφός του συζύγου της ενάγουσας) μέλος του ΔΣ της 1ης εναγομένης εταιρείας, ότι το έτος 2003 ο ως άνω μέτοχος Γ.
Μ. μεταβίβασε το ποσοστό του 25% στον γυιό του Α. Μ., ο οποίος ήδη από 18-3-1996 είχε προσληφθεί από την ως άνω ομόρρυθμη εταιρεία, που διαδέχθηκε κατά τα προδιαληφθέντα η 1η εναγομένη ανώνυμη εταιρεία, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως περιοδεύων πωλητής, ασφαλισθείς έκτοτε και στο ΙΚΑ, ουδέποτε, όμως, άσκησε τέτοια καθήκοντα, αφού λόγω των προσόντων του (ως μαθηματικός με άριστη γνώση της αγγλικής γλώσσας) αλλά και της συγγενικής του σχέσης με τους εταίρους της ως άνω ομόρρυθμης εταιρείας και μετέπειτα μετόχους της 1ης εναγομένης, 2ο και 3ο εναγομένους (αδελφούς της μητέρας του) και τον Γ.
Μ. , πατέρα του, προσέφερες τις υπηρεσίες του στο τμήμα αλλοδαπών προμηθευτών της εταιρείας και των παραγγελιών, ενώ από το έτος 2005, όταν η επιχείρηση της 1ης εναγομένης μεταφέρθηκε στις ιδιόκτητες εγκαταστάσεις της στην …, του ανατέθηκαν με το 78/6-9-2005 πρακτικό του ΔΣ της 1ης εναγομένης αυξημένα καθήκοντα και δη η οργάνωση του προσωπικού (βάρδιες - μισθοδοσία) και γενικά η διαχείριση και επίλυση οποιουδήποτε προβλήματος του προσωπικού, η οργάνωση και ο τρόπος λειτουργίας των αποθηκών της εταιρείας, η παραλαβή και αποστολή των εμπορευμάτων και ο τρόπος αποθήκευσης, ότι τις υπηρεσίες του αυτές ο Α.
Μ. προσέφερε ως εργαζόμενος σε εκτέλεση της ως άνω σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και όχι ως "διοικητικό μέλος" της 1ης εναγομένης, αφού υπήρξε απλό μέλος του ΔΣ αυτής, από το οποίο αποχώρησε την 30-6-2000, χωρίς καμία αρμοδιότητα και εξουσία αντιπροσώπευσης, που είχε ανατεθεί στον 2ο εναγόμενο - θείο του Ν.
Μ., Πρόεδρο και διευθύνοντα Σύμβουλό της, ενώ ούτε η πρόσληψή του την 17-3-1996 ήταν τυπική, αλλά ουσιαστική και πραγματική και οι ανατεθείσες σ' αυτόν ως άνω εργασίες με αυξημένες αρμοδιότητες ως προς την οργάνωση και λειτουργία σημαντικών τομέων της επιχείρησης (προσωπικό διακίνηση εμπορευμάτων -εξυπηρέτηση πελατών - αποθήκη κ.λπ.) γίνονταν υπό την εποπτεία, τον έλεγχο και τις οδηγίες των διοικούντων την 1η εναγομένη και όχι δρώντας ανεξάρτητα με δική του πρωτοβουλία στην διαχείριση και διοίκηση των θεμάτων αυτών ή ασκώντας εργοδοτικά καθήκοντα, ενώ οι αναφερόμενες εκεί πρόσθετες δυνατότητες και παροχές δεν αναιρούν την ιδιότητά του ως εργαζομένου με βάση την ως άνω σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και δικαιολογούνται από την παράλληλη ιδιότητά του ως μετόχου της 1ης εναγομένης, κατέχοντας το σημαντικό ποσοστό του 25% του μετοχικού της κεφαλαίου, στις αυξήσεις του οποίου συμμετείχε κάθε φορά, ασκώντας νόμιμο δικαίωμά του, όπως και οι άλλοι μέτοχοι, ότι την 24-9-2008 ο Α.
Μ. , ως υπεύθυνος της παραλαβής κα αποστολής των εμπορευμάτων στους πελάτες της 1ης εναγομένης, βρισκόταν στο ανοικτό υπόστεγο της αποθήκης της επιχείρησης, το οποίο ήταν προσαρτημένο δίπλα στην εξωτερική της τοιχοποιία, μαζί με τον 5ο εναγόμενο, εργαζόμενο ως χειριστή του περονοφόρου ανυψωτικού μηχανήματος (κλαρκ) προετοιμάζοντας την εκτέλεση παραγγελίας που αφορούσε πάγκους κουζίνας από μοριοσανίδα με επίστρωση από βακελίτη, ότι οι πάγκοι αυτοί είχαν διαστάσεις 420cm?60cm, πάχος 4 ή 3cm βάρος 600-650 kgr* ανά δέμα των 10 ή 14 τεμαχίων, ήσαν τυλιγμένοι με πλαστικούς ιμάντες (τσέρκια) και αποθηκευμένοι δίπλα στην είσοδο του υποστέγου της αποθήκης με την μεγάλη πλευρά τους κάθετα στον τοίχο και με βάση στήριξης στο δάπεδο με πλευρά μήκους 0,60m, πατώντας το ένα δέμα πάνω στο άλλο, σε ξύλινους τάκους ορθογωνικής διάταξης, αφήνοντας ανάμεσα στα δέματα απόσταση ικανή προκειμένου οι περόνες του περονοφόρου ανυψωτικού μηχανήματος να εισχωρούν και να μετακινούν το δέμα, ότι στο συγκεκριμένο σημείο του υποστέγου της αποθήκης είχαν τοποθετηθεί τρεις (3) στοίβες (ντάνες) με δέματα πάγκων κουζίνας, ύψους 3m περίπου η κάθε μία, και ο Α.
Μ. υπέδειξε στον 5ο εναγόμενο, ποιό δέμα έπρεπε να παραλάβει για την εκτέλεση της παραγγελίας, για να φθάσει, όμως, ο ως άνω χειριστής και να παραλάβει το δέμα αυτό, που βρισκόταν δεύτερο από κάτω στην δεύτερη στοίβα των πάγκων, έπρεπε να μεταφέρει σε άλλο σημείο της αποθήκης ένα προς ένα τα 4 δέματα από την πρώτη στοίβα (αφήνοντας σ' αυτήν ένα μόνο δέμα) και 3 από την δεύτερη στοίβα (αφήνοντας σ' αυτήν 2), ώστε ν' αποκαλυφθεί το ζητούμενο και ν' αποκτηθεί πρόσβαση σ' αυτό, προκειμένου να μεταφερθεί στον αύλειο χώρο και να φορτωθεί για τον πελάτη, ότι πράγματι ο 5ος εναγόμενος, χειριστής του περονοφόρου ανυψωτικού μηχανήματος, στερούμενος, σημειωτέον, της απαιτουμένης κατά νόμον αδείας οδήγησης του οχήματος αυτού, με τις υποδείξεις και οδηγίες του Α.
Μ. άρχισε με το κλαρκ να μετακινεί ένα προς ένα τα δέματα, τα οποία μετέφερε στον αύλειο χώρο, όπου και τα τοποθετούσε προκειμένου μετά την παραλαβή του συγκεκριμένου δέματος να τα επαναφέρει εντός του στεγασμένου χώρου της αποθήκης και να τα επανατοποθετήσει στις στοίβες, ότι κάποια στιγμή και ενώ ο 5ος εναγόμενος είχε μεταφέρει ήδη στον αύλειο χώρο τα 4 δέματα της πρώτης στοίβας και τα 3 της δεύτερης και επέστρεφε με το κλαρκ για να παραλάβει το ζητούμενο δέμα της παραγγελίας, που είχε πλέον απελευθερωθεί, όντας πρώτο δέμα στην δεύτερη στοίβα, η τρίτη απ' αυτές, που είχε ύψος 3 μέτρα περίπου και πλευρά βάσης στήριξης 0,60m έχασε την ισορροπία της και έτσι προκλήθηκε πτώση των δεμάτων των πάγκων, τα οποία αποσυνδέθηκαν, κύλησαν και έπεσαν στο πλάι, ότι ο Α.
Μ. , ο οποίος εκείνη την στιγμή στεκόταν στο δάπεδο ακριβώς δίπλα στις στοίβες και κατέγραφε τους κωδικούς της παραγγελίας, βλέποντας την πτώση των δεμάτων και την αποσύνδεσή τους και αντιληφθείς ότι διατρέχει κίνδυνο προσπάθησε ν' απομακρυνθεί οπισθοχωρώντας, για να μην φθάσουν σ' αυτόν τα ήδη αποσυνδεδεμένα 3 ανώτερα δέματα πάγκων της τρίτης στοίβας, πράγμα που τελικά δεν κατόρθωσε, αφού καταπλακώθηκε μπρούμυτα απ' αυτά με το πρόσωπό του προς το δάπεδο, ενώ το κεφάλι του εξείχε από τους πάγκους, υποστάς ενδοπυελική κάκωση και διατομή σπονδυλικής στήλης, εξαιτίας των οποίων ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθε αμέσως ο θάνατός του, ότι με βάση τα ως άνω πραγματικά περιστατικά το ατύχημα αυτό, που ήταν εργατικό, αφού ο θάνατος του Α.
Μ. είναι αποτέλεσμα βίαιης και αιφνίδιας επενέργειας εξωτερικού αιτίου που επήλθε κατά την εκτέλεση της παρεχομένης εργασίας του στην εργοδότριά του 1η εναγομένη ανώνυμη εταιρεία, οφείλεται στην απώλεια της ισορροπίας της τρίτης στοίβας κατά την παραλαβή των στοιβαγμένων δεμάτων της δεύτερης απ' αυτές και την απομάκρυνση με τον τρόπο αυτόν της πλευρικής στήριξης που αυτή της παρείχε και ήταν απαραίτητη για την αποφυγή της πτώσης της, λόγω της ανασφαλούς στοίβαξης των δεμάτων που την αποτελούσαν σε μεγάλο ύψος (3m περίπου), σε συνδυασμό με την μικρή πλευρά της βάσης στήριξής της (0,60 m), δηλ.
αντιστοιχία πλάτους προς ύψος 1/5, ότι το ατύχημα θα είχε αποφευχθεί, αν η στοίβαξη των δεμάτων δεν έφθανε σε τέτοιο επισφαλές ύψος και επί πλέον η πλευρά της βάσης στήριξης ήταν μεγαλύτερη, ώστε να μην υπάρχει κίνδυνος να χάσει την ισορροπία της η στοίβα μετά την απομάκρυνση της διπλανής της, που επενεργούσε ως στήριγμά της, ή έστω κάποιου από τα δέματα που την αποτελούσαν, ότι ο 4ος εναγόμενος, αδελφός του θανόντος, έχοντας τις απαραίτητες γνώσεις ως ηλεκτρολόγος μηχανολόγος, από την 14-10-2005 ορίσθηκε από την 1η εναγομένη τεχνικός ασφαλείας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθ. 4, 6, 7 ν. 1568/1985 και 4 ΠΔ 17/1996 με τις προβλεπόμενες ως άνω αρμοδιότητες, ειδικότερα δε αυτός είχε υποχρέωση (α) να συμβουλεύει σε θέματα σχεδιασμού, προγραμματισμού, κατασκευής και συντήρησης των εγκαταστάσεων, επιλογής και ελέγχου της αποτελεσματικότητας των ατομικών μέσων προστασίας, καθώς και διαμόρφωσης και διευθέτησης των θέσεων και του περιβάλλοντος εργασίας κ.λπ. (β) να ελέγχει την ασφάλεια των εγκαταστάσεων και των τεχνικών μέσων πριν από την λειτουργία τους και να επιβλέπει την εφαρμογή των μέτρων υγιεινής και ασφάλειας της εργασίας και πρόληψης ατυχημάτων, ενημερώνοντας σχετικά την εργοδότριά του 1η εναγομένη (γ) να επιθεωρεί τακτικά, για την επίβλεψη των συνθηκών εργασίας, τις θέσεις εργασίας από πλευράς υγιεινής και ασφάλειας της εργασίας, ν' αναφέρει στον εργοδότη οποιαδήποτε παράλειψη των μέτρων υγιεινής και ασφάλειας, να προτείνει μέτρα αντιμετώπισής της και να επιβλέπει την εφαρμογή τους, ότι στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων του αυτών, που είχαν συμβουλευτικό χαρακτήρα, ο 4ος εναγόμενος προέβη σε προφορικές και γραπτές συστάσεις - υποδείξεις προς την 1η εναγομένη που αφορούσαν την υγιεινή και την ασφάλεια των εργαζομένων της και που καταχωρούσε στο ειδικό βιβλίο, σελιδοποιημένο και θεωρημένο από την Επιθεώρηση Εργασίας, από τις οποίες η γενόμενη (α) την 6-2-2006 ("ελέχθηκαν τα ντανιασμένα ξύλα στην αυλή και δόθηκαν οδηγίες για την σωστή τοποθέτησή τους") (β) την 6-8-2007 ("ελέχθηκαν τα ξύλα που είναι ντανιασμένα στην αυλή για τη σωστή τοποθέτησή τους, προς αποφυγή ατυχήματος (γ) την 3-3-2008 ("..Δόθηκαν οδηγίες για περισσότερη προσοχή στο ντάνιασμα των ξύλων, που βρίσκονται στην αυλή, ώστε ν' αποφευχθούν τυχόν ατυχήματα από πτώσεις") και (δ) την 2-6-2008 ("...Επίσης συζητήθηκε ο τρόπος που πρέπει να φορτώνουν και να δένουν με ασφάλεια τα εμπορεύματα που μεταφέρουν με τα φορτηγά προς αποφυγή ατυχήματος"), αφορούσαν το ένδικο ζήτημα της στοιβασίας της ξυλείας, προκειμένου ν' αποφευχθούν ατυχήματα από πτώσεις αυτής, ενώ με την παραπάνω ιδιότητά του ο 4ος εναγόμενος συζητούσε με τους εργαζομένους και ιδιαίτερα με τον θανόντα αδελφό του τα μέτρα ασφαλείας που έπρεπε να ληφθούν για τον ίδιο ως άνω σκοπό της αποφυγής ατυχημάτων, ότι με δεδομένο, ότι ο τρόπος της ασφαλούς στοιβασίας σε ύψος και πλάτος των δεμάτων των πάγκων εξαρτάται κάθε φορά από το είδος, τις διαστάσεις και γενικά τις ιδιότητες των συγκεκριμένων υλικών που επρόκειτο να στοιβαχθούν στις εγκαταστάσεις της 1ης εναγομένης, οι υποδείξεις του 4ου εναγομένου ήταν οι ενδεδειγμένες, ενόψει των επιστημονικών του γνώσεων και του ότι πριν το ένδικο ατύχημα δεν συνέβη άλλη πτώση στοιβασίας με συνέπεια τον τραυματισμό κάποιου εργαζομένου, αλλά και του γεγονότος ότι οι υπάλληλοι του ΚΕ.Π.Ε.Κ.
σε ελέγχους που πραγματοποίησαν στις εγκαταστάσεις της 1ης εναγομένης πριν και μετά την επέλευση του ενδίκου ατυχήματος δεν ανέφεραν στις σχετικές εκθέσεις τους ότι διεπίστωσαν ανασφαλείς στοιβασίες, ότι εξάλλου ο 4ος εναγόμενος δεν ήταν υποχρεωμένος ν' αναφέρει στο ως άνω ειδικό βιβλίο τα ακριβή ύψη των στοιβών και τις ακριβείς διαστάσεις των βάσεών τους, αφού αυτά εξαρτιόνταν κάθε φορά από τα παραπάνω δεδομένα των υλικών που θ' αποθηκεύονταν και έπρεπε να ληφθούν υπόψη πλέον από τον υπεύθυνο της αποθήκευσης, κατά συνέπεια δε ο 4ος εναγόμενος με τις προφορικές και γραπτές συστάσεις - υποδείξεις του εκπλήρωνε τις υποχρεώσεις του, όπως όφειλε, ως τεχνικός ασφαλείας προς την εργοδότριά του 1η εναγομένη και εναπόκειτο στην συνέχεια σ' αυτήν διά των αρμοδίων οργάνων της να εφαρμόσει και να τηρήσει όλα τα υποδεικνυόμενα μέτρα ασφάλειας των εργαζομένων της, ότι για τον λόγο αυτόν με το 78/6-9-2005 πρακτικό του ΔΣ της 1ης εναγομένης ομόφωνα αποφασίσθηκε, εκτός των άλλων, ως προς τα σημαντικά καθήκοντα που αφορούσαν την οργάνωση και τον τρόπο λειτουργίας των αποθηκών της, την παραλαβή και αποστολή των εμπορευμάτων της και τον τρόπο αποθήκευσής τους, ν' ανατεθούν στον εργαζόμενο Α.
Μ. , ο οποίος συγκέντρωνε τις απαραίτητες προϋποθέσεις για τη άσκησή τους, ως διαθέτων ήδη τον χρόνο αυτόν μεγάλη εμπειρία ως προς τον τρόπο λειτουργίας της επιχείρησης και το είδος των εμπορευμάτων που αυτή διακινούσε και επιπλέον τις απαραίτητες γνώσεις που θα τον βοηθούσαν, όχι μόνο να υλοποιήσει, όλα όσα του υποδεικνύονταν ως προς την οργάνωση και λειτουργία των αποθηκών της επιχείρησης και κυρίως ως προς τον ασφαλή τρόπο της αποθήκευσης των εμπορευμάτων της, αλλά και ο ίδιος θα μπορούσε, ενόψει των γνώσεων και των προσόντων του, να προτείνει τρόπους και μέτρα, τα οποία στην συνέχεια θα εφάρμοζε, προκειμένου να επιτευχθεί η ασφάλεια των εργαζομένων, μεταξύ αυτών και του ιδίου ως εργαζομένου στους αποθηκευτικούς χώρους, ότι και πέραν της τυπικής ανάθεσης στον θανόντα των ως άνω αρμοδιοτήτων με το προαναφερθέν πρακτικό (αποδεικνύεται ότι) αυτός και εν τοις πράγμασι ήταν ο υπεύθυνος της αποθήκης και της στοιβασίας των εμπορευμάτων της 1ης εναγομένης και έτσι ο θανών πριν από το ένδικο ατύχημα, δηλ.
πριν την 24-9-2008, σε εκτέλεση των καθηκόντων του έδωσε εντολές και οδηγίες να τοποθετηθούν από τους χειριστές των περονοφόρων οχημάτων της 1ης εναγομένης οι προαναφερθέντες πάγκοι κουζίνας (διαστάσεων 420cm?60cm, πάχους 4 ή 3cm και βάρους 600 - 650kgr* ανά δέμα των 10 ή 14 τεμαχίων, τυλιγμένα με πλαστικούς ιμάντες) στον ως άνω αποθηκευτικό χώρο στην επισφαλή στοιβασία των 3m περίπου, σε βάση στήριξης 0,60m, ήτοι αναλογία 1:5, με αποτέλεσμα, όταν ο εργαζόμενος Π.
Μ. (5ος εναγόμενος), προστηθείς της 1ης εναγομένης, ενεργώντας και πάλι υπό τις εντολές και οδηγίες του (θανόντος) απομάκρυνε τα 4 δέματα από την πρώτη στοίβα και τα 3 από την δεύτερη, η τρίτη να χάσει την ισορροπία της, λόγω του μεγάλου ύψους της και της μικρής βάσης στήριξής της, αλλά και της απώλειας της πλευρικής στήριξης που της παρείχε η δεύτερη στοίβα, και να τον καταπλακώσει μπρούμυτα, στην προσπάθειά του ν' απομακρυνθεί, ότι με τον τρόπο αυτόν ο θανών, ο οποίος όφειλε να μεριμνά για την ασφαλή στοίβαση και διακίνηση των εμπορευμάτων της εργοδότριάς του 1ης εναγομένης και ιδίως της ξυλείας της, λαμβάνοντας υπόψη τα προαναφερθέντα χαρακτηριστικά των υλικών που αποθήκευε, δεν ενήργησε ως ο μέσος συνετός εργαζόμενος, στον οποίο είχαν ανατεθεί τα παραπάνω καθήκοντα, αλλά από έλλειψη της προσοχής που όφειλε και μπορούσε να επιδείξει από τις περιστάσεις, με βάση τις γνώσεις και την εμπειρία του και παρά τις γραπτές συστάσεις - υποδείξεις του 4ου εναγομένου, αλλά και τις προφορικές κατά τις συζητήσεις που είχε με αυτόν, με την ιδιότητά του ως τεχνικού ασφαλείας, για την ασφάλεια των στοιβασιών και της μεταφοράς της ξυλείας (α) δεν φρόντισε να τοποθετηθούν οι πάγκοι κουζίνας, ενόψει των δεδομένων ως άνω διαστάσεών τους, σε στοίβες χαμηλού ύψους και με μεγάλη βάση έδρασης, ώστε να μην κινδυνεύουν, σε περίπτωση μετακίνησης των στοιβασιών, να πέσουν και να κινδυνεύσει η ασφάλεια των εργαζομένων στον χώρο αποθήκευσής τους, αλλά τους τοποθέτησε σε τέτοιες ύψους 3m περίπου και σε βάση στήριξης με πλευρά 0,60m, με συνέπεια την πτώση τους και το τραγικό ως άνω για τον ίδιο αποτέλεσμα (β) δεν φρόντισε, όπως όφειλε ως μέσος συνετός εργαζόμενος σε αποθηκευτικό χώρο, να παραμείνει μακριά από τις στοιβασίες κατά την καταγραφή των κωδικών της παραγγελίας, αλλά πολύ κοντά σ' αυτές, με αποτέλεσμα να μην προλάβει ν' απομακρυνθεί έγκαιρα ευθύς ως αντελήφθη την πτώση των δεμάτων, τα οποία τον καταπλάκωσαν και τον τραυμάτισαν θανάσιμα, ότι περαιτέρω ο θανών, λόγω της ενασχόλησής του από το έτος 2005 με την στοίβαση - αποστοίβαση των εμπορευμάτων της 1ης εναγομένης και της εμπειρίας που εκ του λόγου αυτού είχε αποκτήσει, αλλά και των γνώσεών του, ως μαθηματικός, σε συνδυασμό με αυτές που του εισέφερε ο αδελφός του, 4ος εναγόμενος, ως τεχνικός ασφαλείας με τις γραπτές και προφορικές συστάσεις - υποδείξεις του, γνώριζε, χωρίς ν' απαιτείται ως εκ τούτου περαιτέρω άλλη εκπαίδευσή του, ότι για την ασφαλή στοίβαση - αποστοίβαση των συγκεκριμένων δεμάτων απαιτείτο η τοποθέτησή τους σε χαμηλό ύψος και η έδρασή τους σε μεγάλη βάση, ενώ για τους ίδιους ως άνω λόγους γνώριζε επίσης τους κινδύνους που εγκυμονούσε για την ζωή και την υγεία, τόσο του ίδιου όσο και των λοιπών εργαζομένων στον αποθηκευτικό χώρο, η στοίβαση σε μεγάλο ύψος και η μη έδρασή της με ασφαλή και σταθερό τρόπο, όπως και τα προαναφερθέντα μέτρα που έπρεπε να ληφθούν προς αποφυγή ατυχημάτων από την πτώση των στοιβαγμένων υλικών, παρά ταύτα, όμως, ενήργησε με τον παραπάνω τρόπο, ότι κατά συνέπεια το ένδικο ατύχημα και τ' αποτελέσματά του οφείλονται αποκλειστικά σε αμέλεια του ιδίου, αφού κατά την εκτέλεση της εργασίας του παρέλειψε να λάβει τ' αναγκαία για την ασφαλή εκτέλεση αυτής μέτρα, καίτοι αφενός γνώριζε ότι η λήψη των μέτρων αυτών είναι αναγκαία για την εκτέλεση της εργασίας του και ότι χωρίς τα μέτρα αυτά δεν μπορούσε να την εκτελέσει με ασφάλεια, αφετέρου δε μπορούσε να λάβει τα παραπάνω μέτρα, ότι δεν αποδείχθηκε ότι στην επέλευση του ενδίκου ατυχήματος συνετέλεσε οποιαδήποτε αμελής συμπεριφορά του 5ου εναγομένου, οδηγού του περονοφόρου ανυψωτικού μηχανήματος (κλαρκ), ο οποίος ενεργούσε διαρκώς υπό τις οδηγίες και εντολές του θανόντος για την στοίβαση και αποστοίβαση, ειδικότερα δε δεν αποδείχθηκε ότι ενεπλάκη με οποιονδήποτε τρόπο και κυρίως με τυχόν κακό χειρισμό του κατά την οδήγηση του οχήματος (κλαρκ) στην αποσταθεροποίηση και κατάρρευση των δεμάτων των πάγκων κουζίνας, ενώ η έλλειψη της σχετικής κατά νόμον άδειας ικανότητας χειρισμού του οχήματος αυτού από τον ως άνω εναγόμενο, ο οποίος είχε 15ετή εμπειρία στον χειρισμό του, δεν συνδέεται αιτιωδώς με το ένδικο ατύχημα, ότι επίσης ουδεμία αμέλεια βαρύνει και τους λοιπούς εναγομένους και δη τους 2ο, 3ο και 4ο με την ιδιότητά τους ως διοικούντων την 1η εναγομένη ανώνυμη εταιρεία, ως προς την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος, καθόσον δεν αποδείχθηκαν ενέργειες ή παραλείψεις τους που αντίκεινται σε κανονιστικές διατάξεις περί μέτρων ασφαλείας των εργαζομένων με σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ή τέτοιες που αντίκεινται στο γενικό καθήκον που είχαν στην συγκεκριμένη περίπτωση να μην ζημιώσουν άλλον παράνομα, ενώ τέλος δεν αποδείχθηκε ο αγωγικός ισχυρισμός ότι η 1η εναγομένη δεν προμήθευε τον θανόντα με ατομικά μέσα προστασίας, τα οποία ωστόσο στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν θα τον προστάτευαν, ούτε θα επηρέαζαν το ως άνω επελθόν αποτέλεσμα, λόγω του μεγάλου βάρους των δεμάτων (600 - 650kgr ), τα οποία τον καταπλάκωσαν.
Με βάση τα γενόμενα ως άνω δεκτά το Εφετείο απέρριψε την έφεση της ενάγουσας, δέχθηκε την έφεση των 1ης και 4ου των εναγομένων, ως προς τους οποίους είχε γίνει δεκτή πρωτοδίκως η αγωγή κατά το αίτημα για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, απορριφθείσα ως προς τους λοιπούς, εξαφάνισε κατά το κεφάλαιο αυτό την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ως προς τους εναγομένους αυτούς, 1η και 4ο, και απέρριψε την αγωγή κατά τούτο ως προς αυτούς.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ειδικότερα ως προς την αποκλειστική υπαιτιότητα του θανόντος ως προς την επέλευση του ατυχήματος και την έλλειψη υπαιτιότητας των εναγομένων και δη του 4ου αυτού και επομένως πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι οι περί του αντιθέτου πρώτος και τρίτος, κατά το συναφές σκέλος του, λόγοι αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι δεν αναφέρονται σ' αυτούς οι φερόμενες ως εκ πλαγίου παραβιασθείσες διατάξεις.
Ειδικότερα ο αυτός τρίτος λόγος κατά το μέρος του, με το οποίο αποδίδεται αντιφατικότητα αιτιολογιών σε σχέση με το περιεχόμενο των εκεί αναφερομένων εγγράφων και τα αποδεικνυόμενα με αυτά είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι υπό το πρόσχημα της αναιρετικής αυτής πλημμέλειας πλήττεται στην πραγματικότητα η εκ μέρους του Εφετείου εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και των αποδείξεων (άρθ. 561 § 1 ΚΠολΔ) και η αιτιολόγηση του σαφώς διατυπουμένου αποδεικτικού πορίσματος.
ΙΙΙ. Σύμφωνα με το άρθ. 559 αρ. 11γ' Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι προσκόμισαν με επίκληση. Ο λόγος αυτός αναίρεσης, είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει με την απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά στην απόφαση, εκτός αν, παρά την βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της απόφασης και ιδίως από τις αιτιολογίες, καταλείπονται αμφιβολίες για την συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων.
Στην προκειμένη περίπτωση από την περιεχομένη στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαίωση ότι το Εφετείο για τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος συνεκτίμησε όλα τ' αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται σ' αυτήν, μεταξύ των οποίων και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκόμισαν νόμιμα με επίκληση, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, για να σχηματίσει το αποδεικτικό πόρισμά του, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, μεταξύ άλλων, και όλα τα προσκομισθέντα ενώπιον αυτού από την αναιρεσείουσα έγγραφα, μεταξύ δε αυτών και τ' αναφερόμενα στους λόγους αναίρεσης από την ως άνω διάταξη τρίτο, κατά το σχετικό σκέλος του (με αριθ. 1090/2009 έγγραφο του ΣΕΠΕ) και τέταρτο (και τελευταίο), οι οποίοι, επομένως, πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Eιδικά, o τέταρτος αυτός λόγος αναίρεσης, καθόσον με αυτόν αποδίδεται, ότι, αν και ο 5ος εναγόμενος στην από 24-9-2008 προανακριτική κατάθεσή του, νομίμως προσκομισθείσα από την αναιρεσείουσα, ομολόγησε ότι "Τα εμπορεύματα τοποθετούνται πάντοτε στο ίδιο σημείο και με τον ίδιο τρόπο και έχουν ξαναπέσει ξύλα", το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε εσφαλμένα την όλως αναληθή ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατάθεση του μάρτυρα των εναγομένων αναιρεσιβλήτων που ανέφερε "...κρίνεται ότι οι υποδείξεις του τετάρτου εναγομένου ήταν οι ενδεδειγμένες ενόψει (...) αλλά και του ότι πριν το ένδικο ατύχημα δεν συνέβη άλλη πτώση στοιβασίας...", είναι και απαράδεκτος, διότι με το μέρος του αυτό πλήττεται στην πραγματικότητα η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και των αποδείξεων (άρθ. 561 § 1 ΚΠολΔ), ως αιτίαση δε για μη λήψη υπόψη εξώδικης ομολογίας, συναγομένης, κατά την αναιρεσείουσα, από το ως άνω έγγραφο (από 24-9-2008 προανακριτική εξέταση), δεν θεμελιώνει τον εδώ ερευνώμενο αναιρετικό λόγο, αφού από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη ειδικά το έγγραφο αυτό, το οποίο ρητά αναφέρει και αξιολογεί παραθέτοντας και αποσπάσματα αυτού.
ΙV. Από τις διατάξεις των άρθ. 352 και 353 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι πλήρη απόδειξη αποτελεί η δικαστική ομολογία, δηλ. αυτή που γίνεται προφορικά ή εγγράφως ενώπιον του δικάζοντος την υπόθεση δικαστηρίου, ενώ κάθε άλλη ομολογία, όπως είναι αυτή που απευθύνεται σε άλλο δικαστήριο απ' αυτό που δικάζει την υπόθεση ή η περιεχομένη σε έγγραφο που εκδίδεται από διάδικο, είναι εξώδικη και εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο.
Η συναγωγή εξώδικης ομολογίας από το περιεχόμενο εγγράφου (και τα προσκομισθέντα ενγένει αποδεικτικά μέσα) ανάγεται στην αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση του περιεχομένου του από το δικαστήριο της ουσίας (άρθ. 561 § 1 ΚΠολΔ), και κατά συνέπεια δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από το άρθ. 559 αριθ. 11 περ. β' ΚΠολΔ για εσφαλμένη συναγωγή εξώδικης ομολογίας από το περιεχόμενο εγγράφου.
Σύμφωνα με τα παραπάνω ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από την προαναφερθείσα διάταξη, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, δεχθέν σε σχέση με το 78/6-9-2005 πρακτικό του ΔΣ της 1ης εναγομένης, με το οποίο, όπως επίσης δέχθηκε κατά τα προαναφερθέντα, ανατέθηκαν στον θανόντα κατά το προαναφερόμενο ατύχημα σύζυγο της αναιρεσείουσας Α.
Μ. αυξημένα καθήκοντα και ως προς την οργάνωση και τον τρόπο λειτουργίας των αποθηκών της εναγομένης εταιρείας, ότι "όπως προκύπτει από την εξώδικη ομολογία του τετάρτου εναγομένου, που περιέχεται στη με αριθ…/16.4.2010 Δήλωσή του ενώπιον της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Γεωργίας Παρασκευοπούλου - Γαλίτη, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι εναγόμενοι, σε συνδυασμό και με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, η υπογραφή σ' αυτό είναι του τετάρτου εναγομένου, ο οποίος και παρέστη κατά τη συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου στις 6.9.2005", εσφαλμένα συνήγαγε εξώδικη ομολογία του 4ου εναγομένου, τεχνικού ασφαλείας, ότι ο ίδιος παρέστη στην συνεδρίαση του ΔΣ και υπέγραψε στο ως άνω πρακτικό (δηλ.
για ισχυρισμό που δεν είναι επιβλαβής αλλά επωφελής γι' αυτόν και ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού σημαίνει έλλειψη ευθύνης αυτού, και των λοιπών μελών του ΔΣ της 1ης εναγομένης, για το ατύχημα και θεμελίωση ευθύνης του θανόντος), και ανεξάρτητα από την, αναιρετικά ανέλεγκτη, ορθότητα του χαρακτηρισμού της δήλωσης αυτής του 4ου εναγομένου αναιρεσιβλήτου ως εξώδικης ομολογίας, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των παρόντων αναιρεσιβλήτων (1ης έως και 4ου), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα. V. Σύμφωνα με το άρθ. 495 § 4 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθ. 12 § 2 ν. 4055/1912 και ισχύει από 2-4-2012, εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο της έφεσης, της αναίρεσης και της αναψηλάφησης υποχρεούται να καταθέσει παράβολο ποσού 200, 300 και 400 ευρώ αντίστοιχα, το οποίο επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας, διαφορετικά (σε περίπτωση δηλ.
μη κατάθεσης του αντίστοιχου παραβόλου) το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, η υποχρέωση, όμως, αυτή δεν ισχύει, μεταξύ άλλων, για τις διαφορές του άρθ. 663 ΚΠολΔ (εργατικές, στις οποίες περιλαμβάνεται και η αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης των μελών της οικογενείας του θανατωθέντος σε εργατικό ατύχημα οφειλόμενο σε πταίσμα του εργοδότη και των προστηθέντων του, αφού πρόκειται για αδικοπραξία που τελέσθηκε εξ αφορμής της εργασίας).
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα, αν και δεν υπεχρεούτο, από προφανή παραδρομή κατέθεσε, για το παραδεκτό της ασκηθείσας απ' αυτήν ένδικης αναίρεσης, παράβολο ποσού 300 ευρώ, όπως προκύπτει από την βεβαίωση της αρμόδιας γραμματέως στην συνταχθείσα απ' αυτήν σχετική έκθεση κατάθεσης του ενδίκου αυτού μέσου, και επομένως πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του σ' αυτήν.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-6-2012 αίτηση της Σ. Μ. για αναίρεση της 472/2012 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου (με αριθ. 1055456, 1055457 και 1055458, συνολικού ποσού 300 ευρώ).
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των παρόντων 1ης έως και 4ου των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο συνολικό ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Μαΐου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Ιουνίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ