Supreme Court partially allows appeal against taxi owners' lawsuit, ruling they lacked direct legal interest.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against a taxi owners' association's lawsuit for unfair competition. The association argued it suffered no direct harm from the defendants' conduct, while the defendants contended the association had a legitimate legal standing. The court ruled that the association lacked direct legal interest in the dispute, thereby invalidating the lawsuit against it, but dismissed the appeal regarding the individual defendant.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(14) and 919 of the Civil Code; An entity lacks standing to sue for unfair competition if it suffers no direct legal interest from the alleged wrongful act.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1125 / 2011 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1125/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 31 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Ε. Γ., κατοίκου ..., 2. Π. Κ., κατοίκου ..., 3. Ι. Ε. του Χ., κατοίκου ... και 4. Δ. Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Τριαντάφυλλο Εμμανουηλίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Επαγγελματικού σωματείου με την επωνυμία "ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΙΔΙΟΚΤΗΤΩΝ ΤΑΞΙ ΒΟΛΟΥ ΚΑΙ ΝΕΑΣ ΙΩΝΙΑΣ "ΑΓΙΟΣ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ", που εδρεύει στο Βόλο και εκπροσωπείται νόμιμα και 2. Γ. Σ. του Δ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριος Παπαποστόλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 30-7-2003 και 15-1-2004 αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 74/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 660/2008 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29-6-2009 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος ανέγνωσε την από 17-1-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του έβδομου λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με την εκτίμηση περί του εφαρμοστέου κανόνος ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο, για την κρίση του, ως προς τη νομική βασιμότητα της αγωγής, είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί, είτε αρκέσθηκε σε λιγότερα.
Αντίθετα, η ποσοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει, όταν δεν συγκεκριμενοποιούνται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμον για τη θεμελίωση του αγωγικού αιτήματος, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ή 14 ΚΠολΔ (ΑΠ 1912/2009). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 του ν. 146/1914 περί αθεμίτου ανταγωνισμού "απαγορεύεται κατά τας εμπορικάς, βιομηχανικάς ή γεωργικάς συναλλαγάς πάσα προς τον σκοπόν ανταγωνισμού γενομένη πράξις αντικείμενη εις τα χρηστά ήθη.
Ο παραβάτης δύναται να εναχθεί προς παράλειψιν και προς ανόρθωσιν της προσγενομενης ζημίας". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για την εφαρμογή της απαιτείται η πράξη αφενός να έγινε προς το σκοπό ανταγωνισμού και αφετέρου να αντίκειται στα χρηστά ήθη, ως κριτήριο των οποίων χρησιμεύουν οι ιδέες του μέσου κοινωνικού ανθρώπου που κατά τη γενική αντίληψη σκέπτεται με χρηστότητα και φρόνηση.
Από δε τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, στην οποία ορίζεται ότι "όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει" προκύπτει ότι κύριο γνώρισμα της προβλεπόμενης από αυτήν αδικοπραξίας, η οποία μπορεί να συνιστά και αδικοπραξία του άρθρου 914 ΑΚ, είναι η προσβολή των χρηστών ηθών από την πράξη του υπαιτίου, που επιχειρείται από πρόθεση ή και από την παράλειψη αυτού.
Η αντίθεση προς τα χρηστά ήθη, η έννοια των οποίων είναι νομική ως προς το επιτρεπτό του επιδιωχθέντος σκοπού και των χρησιμοποιηθέντων μεσών, εξετάζεται αντικειμενικά και σύμφωνα με την αντίληψη του υγιούς κατά το δίκαιο σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι "δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον", συνάγεται ότι ένδικη προστασία παρέχεται υπέρ ή κατ' εκείνων μόνον των προσώπων, τα οποία κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος αποτελούν τα υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης ή μετέχουν κατά το ουσιαστικό δίκαιο στη διαχείριση αυτής της σχέσης και αν το δικόγραφο της αγωγής είναι ελλιπές ως προς τα στοιχεία της ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης και δεν συμπληρωθούν παραδεκτώς οι ελλείψεις (βλ.
άρθρα 224, 227 ΚΠολΔ), τότε απορρίπτεται η αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας του δικογράφου της. Η νομιμοποίηση του διαδίκου όπως και το έννομο συμφέρον αποτελούν ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας και η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων αυτών ελέγχεται αναιρετικά με το λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 339/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι εδώ αναιρεσίβλητοι (μαζί με άλλα πρόσωπα, που δεν είναι πλέον διάδικοι) άσκησαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου την από 30.7.2003 αγωγή τους, η οποία, κατά το νομικώς ουσιώδες μέρος της, είχε, κατά λέξιν, ως εξής: "Η πρώτη των εναγομένων διατηρούσα πρακτορείο χερσαίων μεταφορών στο Βόλο, πραγματοποιεί καθημερινά εδώ και μερικούς μήνες, σε συνεργασία και από κοινού με τους υπόλοιπους των αντιδίκων, οι οποίοι τυγχάνουν ιδιοκτήτες ταξί και αγοραίων, που κατά κανόνα έχουν έδρα εκτός των διοικητικών ορίων των δήμων Βόλου και Ν.
Ιωνίας, παράνομη μεταφορά επιβατών από Βόλο στην Αθήνα και αντίστροφα, με ταξί ή αγοραία με τον ακόλουθο τρόπο: Οι ενδιαφερόμενοι για την μεταφορά τους στην Αθήνα και ευρισκόμενοι στους Δήμους Βόλου και Νέας Ιωνίας επικοινωνούν τηλεφωνικά με την πρώτη των αντιδίκων και της γνωστοποιούν την ακριβή τους διεύθυνση.
Στη συνέχεια η πρώτη των εναγομένων, αφού συμπληρωθούν τέσσερις ενδιαφερόμενοι - επιβάτες για Αθήνα, ειδοποιεί το ταξί ή το αγοραίο με το οποίο συνεργάζεται (το οποίο ανήκει σε έναν από τους υπόλοιπους των αντιδίκων) και γνωστοποιεί στον οδηγό και ιδιοκτήτη του τις διευθύνσεις των επιβατών. Ο τελευταίος, στη συνέχεια, παραλαμβάνει τους ενδιαφερόμενους να μεταβούν, στην Αθήνα, οι οποίοι σε κάθε ταξίδι προς την Αθήνα είναι τέσσερις, όσους δηλαδή χωράει κάθε ταξί ή αγοραίο και τους κάνει διανομή στα σημεία των Αθηνών που ο καθένας επιβάτης προορίζεται.
Η ίδια διαδικασία ακολουθείται και κατά την επιστροφή των ταξί ή των αγοραίων από την Αθήνα στο Βόλο. Για κάθε μεταφερόμενο στην Αθήνα άτομο εισπράττεται ως εισιτήριο το ποσό των 26,41 ευρώ, δηλαδή για κάθε ταξίδι στην Αθήνα εισπράττεται συνολικά το ποσό των 105,64 ευρώ. Από το ποσό αυτό η πρώτη των αντιδίκων εισπράττει προμήθεια 10% για κάθε ταξίδι.
Το αυτό εισιτήριο πληρώνει και ο καθένας που έρχεται από την Αθήνα στο Βόλο με τον ίδιο τρόπο. Κάθε μέρα φεύγουν για Αθήνα από το Βόλο και επιστρέφουν το λιγότερο επτά ταξί ή αγοραία. Τα δρομολόγια προς την Αθήνα αρχίζουν τις πρωινές ώρες κάθε μέρας και καλύπτουν ολόκληρο το εικοσιτετράωρο. Συνολικά οι εισπράξεις μιας ημέρας, με βάση τη διακίνηση τουλάχιστον επτά ταξί την ημέρα προς και από την Αθήνα που πραγματοποιεί ή πρώτη των αντιδίκων, ανέρχονται σε 1.479 ευρώ (105,64 ευρώ η κάθε διαδρομή του ταξί προς Αθήνα επί 2 για την επιστροφή με ίδιο αριθμό επιβατών στο Βόλο ίσον 211, 28 ευρώ επί επτά (7) ταξί αγοραία ίσον 1.478 ευρώ).
Από το ποσό αυτό η πρώτη των καθ' ων εισπράττει προμήθεια 1 0% δηλαδή 148 ευρώ. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι το κανονικό κόμιστρο με ταξί ή αγοραίο ενός επιβάτη για την μετάβαση του από Βόλο στην Αθήνα, κυμαίνεται, ανάλογα με την περίπτωση, μεταξύ 145 με 150 ευρώ. Η πρώτη των εναγομένων χρησιμοποιεί για το πιο πάνω παράνομο μεταφορικό έργο που εκτελεί από Βόλο προς Αθήνα και αντίστροφα, κατά κανόνα αγοραία Ε.Δ.Χ.
αυτοκίνητα ΜΕΡΣΕΝΤΕΣ, των οποίων η έδρα βρίσκεται σε διοικητική μονάδα εκτός των ορίων των Δήμων Βόλου και Νέας Ιωνίας και ορισμένα ταξί που έχουν έδρα το Βόλο. Συγκεκριμένα η πρώτη των αντιδίκων χρησιμοποιεί τέσσερα αγοραία Ε.Δ.Χ. τα οποία έχουν έδρα: ένα το Δήμο Ιωλκού (ιδιοκτήτης Κ. Β. - 2ος των αντιδίκων), ένα το Δήμο Νέας Αγχιάλου (ιδιοκτήτης Π.
Κ. - 3ος των καθ' ων) και δύο το Δήμο Αλμυρού (Ιδιοκτήτες Α. Ν. - 4ος των αντιδίκων και Ι. Ε. - 5ος των αντιδίκων), καθώς και δύο ταξί του Βόλου (ιδιοκτήτες Θ. Α. - 6ος των αντιδίκων και Δ. Α. - 7ος των αντιδίκων). Από τα προαναφερθέντα γεγονότα είναι φανερό ότι οι εναγόμενοι εκτελούν απαγορευμένο μεταφορικό έργο σύμφωνα με τη κειμένη νομοθεσία και συγκεκριμένα:
α) παρέχουν εξυπηρέτηση με πολλαπλή μίσθωση, β) παρέχουν εξυπηρέτηση με είσπραξη κομίστρου (εισιτηρίου) για κάθε μεταφερόμενο επιβάτη, γ) κάνουν επιλογή επιβατών και προορισμών, δ) πραγματοποιούν μισθώσεις αγοραίων ή ταξί για την παραλαβή επιβατών εκτός των διοικητικών ορίων της έδρας των ΕΔΧ αυτοκινήτων που χρησιμοποιούν και ε) αναλαμβάνουν μισθώσεις σε σημείο έξω από τα διοικητικά όρια της έδρας των αγοραίων και των ταξί, χωρίς το τέλος της διαδρομής να βρίσκεται εντός των ορίων της έδρας των Ε.Δ.Χ.
αυτοκινήτων τους, με συνέπεια να αφαιρούν παράνομα από τα μέλη του πρώτου από μας και από τους υπόλοιπους ατομικά, μεταφορικό έργο που νόμιμα μας έχει ανατεθεί, με αποτέλεσμα να υφιστάμεθα ως επαγγελματικός κλάδος και ως άτομα τεράστια οικονομική ζημιά. Επειδή οι εναγόμενοι συνεχίζουν μέχρι σήμερα την παράνομη υποκλοπή με τον τρόπο που προαναφέραμε μεταφορικού έργου που ανήκει σύμφωνα με τον Νόμο σε μας, η εν γένει δε συμπεριφορά τους μέχρι σήμερα καθιστά απολύτως βεβαία την συνέχιση εκ μέρους τους στο μέλλον με τον ίδιο τρόπο της παράνομης αυτής υποκλοπής μεταφορικού έργου που ανήκει σε μας.
Επειδή έχουμε έννομο συμφέρον να υποβάλουμε την παρούσα αγωγή με σκοπό να διαταχθεί η παράλειψη και η παύση από τους αντιδίκους της παράνομης εκτέλεσης μεταφοράς επιβατών από Βόλο προς την Αθήνα και αντίστροφα, που αναφέρουμε παραπάνω και της υποκλοπής μ' αυτόν τον τρόπο μεταφορικού έργου που ανήκει σύμφωνα με τον Νόμο σε μας.
Να απειληθεί δε χρηματική ποινή και προσωπική κράτηση στον καθένα από τους αντιδίκους για κάθε παράβαση της αποφάσεως που θα εκδοθεί. Επειδή η παρούσα είναι νόμιμη και βάσιμη, αρμόδια εισάγεται καθ' ύλη και κατά τόπο στο Δικαστήριό σας και προς απόδειξή της επικαλούμαστε μάρτυρες και έγγραφα". Ζητούσαν δε στη συνέχεια οι ενάγοντες να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, με δικαστική απόφαση, να παύσουν να εκτελούν τις ως άνω μεταφορές προσώπων και να παραλείψουν αυτές στο μέλλον με απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησής τους.
Η αγωγή απερρίφθη πρωτοβαθμίως, ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, έγινε, όμως, δεκτή από το Εφετείο, το οποίο διέλαβε στην απόφασή του τα ακόλουθα: "Η αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, καθόσον περιέχονται σ' αυτή όλα εκείνα τα στοιχεία που απαιτεί ο νόμος για το ορισμένο και την πληρότητα αυτής. Ειδικότερα, αναφέρονται σ' αυτή με επάρκεια ο τρόπος, με τον οποίο εκτελούν οι εναγόμενοι παράνομα δρομολόγια ...
ο αριθμός των πραγματοποιούμενων καθημερινά δρομολογίων, ο αριθμός των επιβατών ανά δρομολόγιο, το ποσό που καταβάλει ο κάθε επιβάτης για τη μεταφορά αυτή, καθώς και το ύψος του νόμιμου κομίστρου. Περαιτέρω, αναφέρεται το στοιχείο του οικονομικού προβαδίσματος που έχουν αποκτήσει οι εναγόμενοι έναντι αυτών (εναγόντων), πραγματοποιώντας δρομολόγια που δεν τους ανήκουν κατά το νόμο, καθώς επίσης και ότι η προαναφερόμενη παράνομη συμπεριφορά των εναγομένων αποκτά και αθέμιτο χαρακτήρα διότι τους στερεί σημαντικότατο μεταφορικό έργο και τους πλήττει καίρια οικονομικά, δεν αποτελούν δε αναγκαία για το ορισμένο και την πληρότητα του δικογράφου της αγωγής στοιχεία, το ακριβές χρονικό διάστημα των παράνομων μεταφορών, ο χρόνος εκτέλεσης της κάθε μεταφοράς και ο ακριβής αριθμός των πραγματοποιούμενων δρομολογίων.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε με την εκκαλούμενη απόφαση αόριστη την αγωγή, έσφαλε στην εφαρμογή του νόμου. Γι' αυτό πρέπει σύμφωνα με το άρθρο 535 ΚΠολΔ να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, να κρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο αυτό και να δικαστεί η αγωγή, η οποία αφενός εισήχθη αρμοδίως προς συζήτηση ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου (άρθρα 22, 18 παρ. 1 και 47 του ΚΠολΔ και 10, 19 του ν. 146/1914), αφετέρου ασκήθηκε νομοτύπως (και) από το νομιμοποιούμενο ενεργητικώς σωματείο (πρώτο των εκκαλούντων), το οποίο αποτελεί τον επίσημο συνδικαλιστικό φορέα των ιδιοκτητών ταξί Βόλου και Ν.
Ιωνίας, των οποίων τα επαγγελματικά συμφέροντα περιφρουρεί με κάθε νόμιμο τρόπο, απορριπτόμενων ως αβασίμων των ισχυρισμών των εφεσίβλητων περί καθ' ύλην αναρμοδιότητας του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως του ως άνω σωματείου. Η αγωγή αυτή είναι νόμιμη, στηριζόμενη επί των προαναφερομένων διατάξεων, και πρέπει να κριθεί εάν είναι βάσιμη και από ουσιαστική άποψη.
Στην προκειμένη περίπτωση, από όλα τα μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενα αποδεικτικά στοιχεία και, συγκεκριμένα, από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και όλα τα έγγραφα, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Ο πρώτος εκκαλών σύνδεσμος αποτελεί σωματείο που έχει ως σκοπό την προάσπιση των συμφερόντων του κλάδου των αυτοκινητιστών που είναι ιδιοκτήτες ταξί στους Δήμους Βόλου και Νέας Ιωνίας του Ν. Μαγνησίας, ενώ ο δεύτερος των εκκαλούντων είναι αυτοκινητιστής-ιδιοκτήτης ταξί Βόλου. Από τους εναγομένους-εφεσιβλήτους η πρώτη διατηρεί πρακτορείο χερσαίων μεταφορών στην πόλη του Βόλου, ενώ οι λοιποί εναγόμενοι-εφεσίβλητοι είναι ιδιοκτήτες αγοραίων Ε.Δ.Χ.
αυτοκινήτων με έδρα στο Δήμο Ιωλκού (ο 2ος Κ. Β.), στο Δήμο Νέας Αγχιάλου (ο 3ος Π. Κ.), στο Δήμο Αλμυρού (ο 5ος Ι. Ε.) και στο Δήμο Βόλου (ο 6ος Δ. Α.). Η πρώτη των εφεσίβλητων μετά από τηλεφωνική επικοινωνία που έχει με επιβάτες οι οποίοι ενδιαφέρονται να μεταβούν από τον Δήμο Βόλου ή Ν. Ιωνίας στην Αθήνα, αφού συμπληρωθούν οι τέσσερις θέσεις που χωράει κάθε αυτοκίνητο, ειδοποιεί κάποιον από τους λοιπούς εναγομένους-εφεσιβλήτους με τους οποίους συνεργάζεται, γνωστοποιώντας του τις διευθύνσεις των επιβατών, τους οποίους αυτός στη συνέχεια παραλαμβάνει και μεταφέρει στην Αθήνα, όπου τους διανέμει στις διευθύνσεις που εκείνοι επιθυμούν.
Η ίδια διαδικασία ακολουθείται και κατά την επιστροφή των ταξί ή των αγοραίων από την Αθήνα στο Βόλο. Το συμφωνημένο κόμιστρο που καταβάλει κάθε επιβάτης ξεχωριστά για κάθε διαδρομή ανέρχεται σε 26 ευρώ περίπου, από το οποίο η πρώτη εναγομένη-εφεσίβλητη εισπράττει σχετική προμήθεια. Το κανονικό ποσό που πρέπει να καταβάλει ένας επιβάτης για τη μετάβαση του από το Βόλο στην Αθήνα με ταξί ή αγοραίο ανέρχεται σε 150 ευρώ περίπου.
Τα δρομολόγια προς την Αθήνα αρχίζουν συνήθως τις πρωινές ώρες κάθε ημέρας και καλύπτουν σχεδόν ολόκληρη την ημέρα. Από όλα τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι οι εφεσίβλητοι εκτελούν απαγορευμένο μεταφορικό έργο και συγκεκριμένα παρέχουν εξυπηρέτηση με πολλαπλή μίσθωση, καθώς και μίσθωση από σημεία που βρίσκονται εκτός των διοικητικών ορίων της έδρας αυτών.
Με τη συστηματική και με επίγνωση παραβίαση των προμνησθεισών διατάξεων επιδιώκεται και επιτυγχάνεται το οικονομικό προβάδισμα των εναγομένων-εφεσιβλήτων ιδιοκτητών αγοραίων και ταξί με τη συνδρομή της πρώτης εξ αυτών, καθόσον με την ως άνω απαγορευμένη από το νόμο επαγγελματική δραστηριότητα προσβάλλονται τα νόμιμα επαγγελματικά συμφέροντα των μελών του πρώτου ενάγοντος-εκκαλούντος σωματείου και του δευτέρου ατομικώς, διότι με παράνομο τρόπο αφαιρούνται υποψήφιοι προς μεταφορά πελάτες και ελαττώνονται τα κέρδη τους λόγω μειώσεως του κύκλου εργασιών τους, με αντίστοιχη αύξηση του κύκλου εργασιών και των κερδών του εφεσίβλητων - ιδιοκτητών αγοραίων και ταξί".
Υπό τα δεδομένα αυτά: (1) Είναι αβάσιμοι οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος και όγδοος λόγοι αναιρέσεως (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1, 8, 14 και 1 ΚΠολΔ, αντιστοίχως) σύμφωνα με τους οποίους (α) η αγωγή είναι νομικώς αόριστη, επειδή "δεν περιέχει και το στοιχείο ότι έγινε απόσπαση πελατείας με πράξεις, μεθόδους και μέσα αντίθετα στα χρηστά ήθη και την ομαλή ηθικότητα των συναλλαγών", (β) το Εφετείο "έκρινε ορισμένη την αγωγή, αφού έλαβε υπόψη γεγονότα που δεν διαλαμβάνονται σ' αυτή ...
με το να κρίνει ότι η αγωγή ανέφερε και ότι η συμπεριφορά των αναιρεσειόντων απέκτησε και αθέμιτο χαρακτήρα, διότι στερούσαν τους αναιρεσιβλήτους σημαντικότατο μεταφορικό έργο και τους πλήττει καίρια οικονομικά, ενώ η αγωγή δεν περιέχει τέτοιο στοιχείο", (γ) η αγωγή είναι ποσοτικώς αόριστη "γιατί δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά το νόμο για τη θεμελίωσή του αιτήματός της" και (δ) "το δικάσαν Εφετείο από νομικό σφάλμα δέχθηκε ότι οι αναιρεσείοντες έχουν υποχρέωση προς παράλειψη πράξεως (μεταφοράς επιβατών) διότι απλώς και μόνο, κατά τις παραδοχές του, εκτελούσαν παράνομο μεταφορικό έργο χωρίς και να βεβαιώνει επιπροσθέτως και τα άλλα στοιχεία του πραγματικού του κανόνος δικαίου του άρθρου 914 ΑΚ (υπαίτια πράξη, παράνομη ζημία αναιρεσιβλήτων και αιτιώδης σύνδεσμος ...)".
Τούτο δε, διότι τα φερόμενα ως ελλείποντα περιστατικά στην πραγματικότητα εμπεριέχονται σαφώς στο προπαρατεθέν αγωγικό δικόγραφο, ανεξάρτητα από την ορολογία και την φρασεολογία που σ' αυτό χρησιμοποιείται.
(2) Είναι αβάσιμοι οι τέταρτος και πέμπτος λόγοι (προβαλλόμενοι με επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 14 και 5 ΚΠολΔ, αντιστοίχως), σύμφωνα με τους οποίους εσφαλμένα δέχθηκε το Εφετείο ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο είχε υλική αρμοδιότητα για εκδίκαση της ένδικης υπόθεσης, διότι το αντικείμενο της διαφοράς, αποτιμώμενο σε χρήμα, δεν υπερβαίνει το ποσό των 1.500 ευρώ για κάθε εναγόμενο. Τούτο δε, διότι η ένδικη αγωγή, όπως προανεφέρθη, έχει ως αντικείμενο, αίτημα για παράλειψη πράξεως στο (αόριστο) μέλλον, το οποίο - μη υπαγόμενο στην αρμοδιότητα είτε του ειρηνοδικείου, είτε του μονομελούς πρωτοδικείου - ανήκει στη γενική αρμοδιότητα του πολυμελούς πρωτοδικείου, σύμφωνα με το άρθρο 18 παρ. 1 ΚΠολΔ.
(3) Προβάλλεται αορίστως ο έκτος αναιρετικός λόγος, σύμφωνα με τον οποίο το Εφετείο "υπέπεσε σε νομικό σφάλμα, που ιδρύει το λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, λόγω παραβιάσεως της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 947 παρ. 1 ΚΠολΔ, διότι οι αναιρεσείοντες δεν έχουν την ιδιότητα "οφειλέτη", υποχρέου σε παράλειψη πράξεως ...". Τούτο δε, διότι, παρά την επίκληση των ρηθεισών διατάξεων, δεν είναι σαφής η αναιρετική αιτίαση που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση.
(4) Είναι αβάσιμος ο ένατος λόγος του αναιρετηρίου (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ) σύμφωνα με τον οποίο το Εφετείο παρά τον νόμο δέχθηκε ότι η άσκηση του επαγγέλματος των αναιρεσειόντων "εμπίπτει στις διατάξεις του αθεμίτου ανταγωνισμού, αφού αυτοί αποζούν, κατά κύριο λόγο από την εργασία τους ("αποχειροβίωτοι") και δεν είναι έμποροι, ούτε επιχειρηματίες ...". Τούτο δε, διότι στην απαγόρευση του αθέμιτου ανταγωνισμού εμπίπτει κάθε επιχείρηση, περιλαμβανομένης και εκείνης του μεταφορέως επιβατών έναντι κομίστρου (όπως είναι αυτή των αναιρεσειόντων) (πρβλ. σχετικώς: Μιχ.-Θεοδ. Μαρίνο, εις Ελλ.Δικ. 2009 σελ. 1443).
(5) Είναι αβάσιμος ο δέκατος (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ) λόγος, με τον οποίον προβάλλεται κατά της αποφάσεως η αιτίαση της έλλειψης νομίμου βάσεως. Τούτο δε, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση, έχοντας το ανωτέρω περιεχόμενο διαλαμβάνει σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με όλα τα στοιχεία του πραγματικού των εφαρμοσθεισών διατάξεων (πλην εκείνου που αφορά την ενεργητική νομιμοποίηση του ενάγοντος - και αναιρεσιβλήτου - σωματείου, ως προς το οποίο εκτιμάται ότι η σχετική αιτίαση ερείδεται στο άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ και ταυτίζεται με τον έβδομο αναιρετικό λόγο).
(6) Είναι βάσιμος ο έβδομος λόγος αναιρέσεως, ο οποίος, κατά την εκτίμηση του νοηματικού του περιεχομένου, ερείδεται μόνον στο άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ και με τον οποίο υποστηρίζεται, ότι το αναιρεσίβλητο επαγγελματικό σωματείο δεν νομιμοποιείται να ασκήσει την ένδικη αγωγή και ως εκ τούτου ως προς αυτό έπρεπε να απορριφθεί η αγωγή ως απαράδεκτη. Τούτο δε, διότι, υπό τα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο, το ενάγον σωματείο δεν βλάπτεται καθ' εαυτό από την αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων και, ως εκ τούτου δεν έχει άμεσο έννομο συμφέρον (υπό την προεκτεθείσα έννοια) από την μελλοντική παράλειψή της.
Τέλος, προτείνεται αλυσιτελώς ο ενδέκατος αναιρετικός λόγος (εκ του άρθρου 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ), σύμφωνα με τον οποίο το Εφετείο δεν έλαβε υπόψιν τον προβληθέντα σ' αυτό ισχυρισμό των αναιρεσειόντων περί καταχρηστικής ασκήσεως εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων του ενδίκου δικαιώματος. Τούτο δε, διότι τα περιστατικά επί των οποίων επιχειρήθηκε να θεμελιωθεί η ρηθείσα ένσταση και κατά τα οποία "η άσκηση του δικαιώματος των εναγόντων ... οδηγεί στην οικονομική καταστροφή των εναγομένων ... αφού αν γίνει δεκτή η αγωγή δεν θα έχουν αξιόλογο αντικείμενο εργασίας και θα χάσουν την πελατεία τους", δεν επαρκούν κατά νόμον για να καταστήσουν όντως καταχρηστική την άσκηση του ενδίκου δικαιώματος. Κατόπιν τούτων, πρέπει να γίνει δεκτός ο έβδομος αναιρετικός λόγος και να αναιρεθεί η απόφαση μερικώς, και δη κατά το μέρος της που αφορά το πρώτο εκ των αναιρεσιβλήτων (νομικό πρόσωπο), να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το μέρος αυτό, στο ίδιο Εφετείο, αφού η συγκρότησή του από άλλους δικαστές είναι εφικτή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 660/2008 απόφαση του Εφετείου Λαρίσης κατά το μέρος της που αφορά το αναιρεσίβλητο σωματείο με την επωνυμία "Σύνδεσμος Ιδιοκτητών Ταξί Βόλου και Νέας Ιωνίας - Άγιος Χριστόφορος".
Παραπέμπει αντιστοίχως την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Επιβάλλει στο αναιρεσίβλητο σωματείο μέρος της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσειόντων εκ χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.
Απορρίπτει την αίτηση κατά το μέρος της που αφορά τον αναιρεσίβλητο Γ. Σ..
Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες την δικαστική δαπάνη του δευτέρου αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Μαΐου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουνίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ