Legislator Case Law & Legislation
1124/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to failure to raise specific legal grounds in the appeal petition.

Case Number 1124/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's judgment regarding her debt obligations. The appellant argued that the lower court violated substantive law by relying on insufficient evidence, but the Court found this ground was not properly raised in the appeal petition. Consequently, the Court ruled the appeal inadmissible because the specific legal argument regarding the violation of substantive law was not included in the formal appeal document.

Legislator headnote

AI generated

Articles 562 and 568 of the Code of Civil Procedure; An appeal petition must explicitly state all substantive legal grounds, and failure to include a specific argument regarding the violation of substantive law renders the appeal inadmissible.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal substantive law violation appeal petition requirements failure to raise ground civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Article 568 of the Code of Civil Procedure
Article 262 of the Code of Civil Procedure
Article 562 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 746 of the Code of Civil Procedure
Article 1 of Law 4335/2015
Article 8 of Law 3869/2010

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1124 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1124/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. Γ. του Ε., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φίλιππο Λέντζα.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία" και δ.τ. "Eurobank", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias ΑΕ" και 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" και δ.τ. "ALPHA BANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, για την ίδια και ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΝΤΑΪΝΕΡΣ ΚΛΑΜΠ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΠΙΣΤΩΣΕΩΝ", εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Σαρρή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ η 2η δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-7-2012 αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αμαρουσίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1242/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6783/2022 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24-2-2023 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αντιγόνη Τζελέπη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η αναιρεσείουσα και η 1η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 σε συνδυασμό με αρθρ. 568 του ΚΠολΔ αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν, όμως, την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με το τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Περαιτέρω, από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αίτησης αναίρεσης, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομόδικους, η συζήτηση της αίτησης κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εάν όμως κλητεύθηκε αυτός νόμιμα είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικό του και δεν εμφανιστεί στη συζήτηση, τότε θεωρείται σαν να είναι παρών και η συζήτηση χωρεί νόμιμα και ως προς τον απολιπόμενο αναγκαίο ομόδικο παρά την απουσία του.

Εξάλλου, στη δίκη περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντα - οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, κατ' άρθρο 76 παρ. 1 περ.

β` του ΚΠολΔ (ΑΠ 1510/2024, ΑΠ 1071/2024,ΑΠ 26/2023,ΑΠ173/2022). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, η ένδικη αίτηση αναίρεσης προσδιορίστηκε, σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 568 παρ. 2, 3 και 4 του ΚΠολΔ, να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (18-10-2024).

Όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης κατά την εκφώνηση της υπόθεσης κατά την ως άνω δικάσιμο από τη σειρά της στο πινάκιο η δεύτερη αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατατέθηκε γι' αυτήν έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης.

Παρέστη, όμως, νομίμως και προσηκόντως η αναιρεσείουσα και η πρώτη αναιρεσίβλητη Όπως, δε, προκύπτει από την υπ'αριθμ. ...-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών Γ. Γ., που προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, η οποία και επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από 24-2-2023 (αριθμ.εκθ.καταθ.22621/24-2-2023) αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (18-10-2024), επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στη δεύτερη αναιρεσίβλητη.

Επομένως, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ). Με την κρινόμενη από 24-2-2023 (αριθμ.εκθ.καταθ.22621/24-2-2023) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ`αριθμ.6783/28-6-2022 απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 του Ν. 3869/2010, σε συνδυασμό 739 επ.

ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 15 του Ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), ερήμην της δεύτερης εφεσίβλητης και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA Tράπεζα ΑΕ". Παρά, όμως, την ανωτέρω ερημοδικία, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη και η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης απευθύνεται παραδεκτά και εναντίον αυτής, διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής άσκησης των ένδικων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (ΑΠ 79/2025,ΑΠ 1034/2024, ΑΠ 815/2024).

Επομένως, η ένδικη αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), αφού ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1-2 του ΚΠολΔ), εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (Α 87), εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι αναιρεσείοντες επικαλούνται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Από την προσβαλλόμενη υπ'αριθμ.6783/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επισκοπούνται επιτρεπτά (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα αναφορικά με τη δικαστική πορεία της υπόθεσης: Η αιτούσα και ήδη αναιρεσείουσα με την ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου από 24-7-2012(αριθμ.

εκθ. καταθ. 346/1-8-2012) αίτησή της, απευθυνόμενη κατά της πρώτης και δεύτερης των ήδη αναιρεσίβλητων ανώνυμων τραπεζικών εταιρειών, και κατά της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΝΤΑΙΝΕΡΣ ΚΛΑΜΠ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΠΙΣΤΩΣΕΩΝ", ζήτησε για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, ρύθμιση των χρεών της με την υπαγωγή της στην διαδικασία του ν. 3869/2010 και την εξαίρεση από την εκποίηση τόσο της κύριας κατοικίας της, όσο και του δικαιώματος επικαρπίας, που διατηρεί επί των λοιπών αναφερόμενων ακινήτων, σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης που υπέβαλε, λαμβανομένης υπόψη της περιουσιακής και οικογενειακής κατάστασης που παρέθεσε.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ'αριθμ.1242/2015 απόφασή του, η οποία εκδόθηκε ερήμην της ανώνυμης εταιρείας "ΝΤΑΙΝΕΡΣ ΚΛΑΜΠ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΠΙΣΤΩΣΕΩΝ", και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, δέχθηκε αυτήν ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, ρύθμισε τα χρέη τα αιτούσας, κατά τα αναλυτικά αναφερόμενα στο διατακτικό της, εξαίρεσε από την εκποίηση την κύρια κατοικία της και διέταξε την ελεύθερη εκποίηση των δικαιωμάτων της επί των λοιπών ακινήτων.

Την απόφαση αυτή προσέβαλε η ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη στρεφόμενη κατά της αιτούσας- ήδη αναιρεσείουσας και κατά της ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης, η οποία νομιμοποιείτο τόσο για τις απαιτήσεις της ιδίας, όσο και για τις απαιτήσεις της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΝΤΑΙΝΕΡΣ ΚΛΑΜΠ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΠΙΣΤΩΣΕΩΝ", ως καθολική διάδοχος αυτής, με την από 25-11-2015 (αριθμ.

καταθ. 727/2015) έφεσή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο με την προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 6783/2022 απόφασή του, δίκασε ερήμην της δεύτερης εφεσίβλητης και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης, δέχτηκε την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε κατ'ουσίαν την αίτηση.

Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων...", όπως το άρθρο αυτό ίσχυε και εφαρμόζεται στην εξεταζόμενη περίπτωση λόγω του χρόνου κατάθεσης της αίτησης (1-8-2012), πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α' 94/14-8-2015) που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ.

Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι " φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής''. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να δικαιούται ο οφειλέτης να υπαχθεί στις διατάξεις του νόμου για τη ρύθμιση των οφειλών του και απαλλαγεί από το υπόλοιπο αυτών, πρέπει να βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, που πρέπει να την περιγράψει στην αίτησή του και, ακολούθως, να αποδείξει και που δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου), πάντως, η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή.

Έτσι, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών του. Ο νόμος 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 του ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νομίμων αντιπροσώπων του.

Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η παραπάνω διάταξη παρέχει γενικό ορισμό της έννοιας του πταίσματος, έχει δε εφαρμογή, τόσο στις συμβάσεις, όσο και στις αδικοπραξίες, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, όπου γίνεται λόγος για υπαιτιότητα. Η ίδια διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια.

Ενώ, όμως, δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του ΠΚ, που ορίζει ότι "Με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης.

Επίσης, όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει, δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως, ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει την πράξη του.

Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το "αποδέχεται" (ΟλΑΠ 4/2010, ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 1329/2024,ΑΠ 604/2023, ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 655/2022). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά τα πλαίσια της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή.

Δόλο, κατά συνέπεια, συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη, κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στον δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρέωσης ή γενικότερα αδικοπραξία κ.λπ.

Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρέωσής του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επέλευσης των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του.

Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στον βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στην περίπτωση του ν. 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και τη συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών.

Περαιτέρω, από τη διατύπωση της παρ. 1 εδ. α' του ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσο κατά το χρόνο ανάληψης της οφειλής, όσον και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας.

Ο δόλος αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.

Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε, κατά την ανάληψη των χρεών, ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.

Επομένως, η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.

Περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.

Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ` ουσία αποδοχή από τον δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας τη διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ιδίου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής σύμβασης, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι` αυτόν ωφέλεια από τη χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου.

Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος, όπως, επίσης, και η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου. (ΑΠ 263/2025, ΑΠ 1329/2024,ΑΠ 1325/2023,ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 1512/2022, ΑΠ 1513/2022).

Όπως, εξάλλου, προκύπτει από την πρόβλεψη του εδαφίου β' της παρ. 1 του ίδιου άρθρου 1 του ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν και να τον αποδείξει (ΑΠ 263/2025, ΑΠ 1329/2024,ΑΠ 1338/2023,548/2023, ΑΠ 1512/2022, ΑΠ 1497/2022, ΑΠ 59/2021). Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα περιστατικά, που έγιναν ανελέγκτως δεκτά απ' αυτό, υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου (ΑΠ 263/2025, ΑΠ 596/2024, ΑΠ 688/2024, ΑΠ 1508/2022), δηλαδή ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ (ή του άρθρου 560 αριθ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα) (ΑΠ 82/2025, ΑΠ 1339/2024, ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 1508/2022).

Εξάλλου, σύμφωνα, με τη διάταξη του άρθρου 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένο αίτημα και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας Ειδικά, η κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 ένσταση πιστώτριας Τράπεζας, ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων οφειλών προς αυτήν από ενδεχόμενο δόλο, πρέπει να αναφέρει ότι ο τελευταίος συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, παρότι προέβλεπε ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, δεν είναι δε ανάγκη, για την πληρότητα της ένστασης, να γίνεται αναλυτική αναφορά των οικονομικών στοιχείων και δυνατοτήτων του οφειλέτη και των δανειακών συμβάσεων, που ο τελευταίος έχει συνάψει με πιστωτικά ιδρύματα, (ΑΠ 82/2025, ΑΠ 1713/2024, ΑΠ 247/2024, ΑΠ 1228/2023, ΑΠ 1163/2023, ΑΠ 987/2023, ΑΠ 608/2023, ΑΠ 758/2020).

Ακολούθως, κατά τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και σε αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Έτσι, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1 εδ. α` του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 31/2009, ΑΠ 82/2025, ΑΠ 596/2024, ΑΠ 1783/2023, ΑΠ448/2022,ΑΠ 59/2021).

Με τον λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου), όπως γίνεται δεκτό και κατά την ερμηνεία και εφαρμογή της αντίστοιχης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη, ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998).

Εξάλλου, η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών, σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται και αυτή με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (προκειμένου δε, για απόφαση ειρηνοδικείου, ως παραβίαση από το άρθρο 560 αριθμός 1 ΚΠολΔ) ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος. Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής αοριστίας της αγωγής ή της ένστασης (ΟλΑΠ 16/2013, ΑΠ 1071/2024, ΑΠ 475/2023, ΑΠ 941/2022, ΑΠ 1239/2020).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση τον λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπο την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1071/2024, ΑΠ 596/2024, ΑΠ 1713/2024, ΑΠ 1061/2023 ,ΑΠ 1101/2023, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 550/2020).

Για το ορισμένο, δε, του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, στην περίπτωση της κατ` ουσίαν έρευνας της υπόθεσης από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και μάλιστα ενάριθμα και η διαγνωσθείσα βάση αυτής έννομη συνέπεια, β) οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού.

Μεμονωμένες και αποσπασματικές, παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, δεν αρκούν για το ορισμένο του αναιρετικού λόγου, αφού έτσι δεν είναι δυνατή η στοιχειοθέτησή του με βάση το περιεχόμενο του αναρρωτηρίου(ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1000/2024, ΑΠ 916/2024, ΑΠ 1887/2023, ΑΠ 1398/2023,ΑΠ 295/2022, ΑΠ 140/2022, 887/2019 και γ) το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, ήτοι η αποδιδομένη με τον λόγο αναίρεσης πλημμέλεια (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1905/2024,ΑΠ 1894/2024, ΑΠ 16/2023, ΑΠ 1096/2022,ΑΠ 678/2022).

Τέλος, κατά το άρθρο 562 παρ.2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α)για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα είχε προταθεί νόμιμα. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την πληττόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 916/2024, ΑΠ 69/2022, ΑΠ 96/2020, ΑΠ 403/2019, ΑΠ 209/2019, ΑΠ 1059/ 2017).

Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1/1987, ΑΠ1316/2024,ΑΠ 916/2024, ΑΠ 426/2021, ΑΠ 1352/2021, ΑΠ 209/2019, ΑΠ 279/2019).

Στην ερευνώμενη υπόθεση το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, με την πληττόμενη, υπ' αριθμ.6783/2022 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος: "....Η αιτούσα ηλικίας 46 ετών που είναι τεχνολόγος ακτινολόγος στο Ωνάσειο καρδιολογικό κέντρο από το 1993 με μηνιαίες αποδοχές ύψους 2.000,00 ευρώ περίπου, μητέρα 4 τέκνων ηλικιών 9, 13,17 και 19, ευρισκόμενη σε διάσταση με το σύζυγό της Α.

Π. από τον Αύγουστο του 2011, ο οποίος δε συμβάλλει ουδόλως στις οικογενειακές ανάγκες παρά την υπ'αριθμ. 13147/2013 εκδοθείσα απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που τον υποχρέωσε να καταβάλει ως διατροφή το ποσό των 1.200,00 ευρώ μηνιαίως για τα ανήλικα τέκνα τους, διαμένει μαζί με τα τέκνα της σε μία ισόγεια οικία αποτελούμενη από τρία δωμάτια και βοηθητικούς χώρους επιφάνειας 103,63 τ.μ.

επί οικοπέδου επιφάνειας 282,83 τ.μ. με ΚΑΕΚ 05014 2156008/0/0 στο Αμαρούσιο Αττικής, επί της οδού ..., αντικειμενικής αξίας του μεν οικοπέδου 69.151,07 ευρώ της δε κατοικίας 88.137,32 ευρώ...., τα οποία (ακίνητα) ανήκουν στην αιτούσα κατά ποσοστό 50% πλήρους κυριότητας εξ αδιαιρέτου με τον εν διαστάσει σύζυγό της. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η αιτούσα δε διαθέτει άλλη κινητή ή ακίνητη περιουσία πλην δικαιώματος επικαρπίας σε ποσοστό 100% της υπό στοιχεία II κάθετης ιδιοκτησίας, επιφάνειας 80,08 τμ που περιέχει ισόγεια πεπαλαιωμένη κατοικία εμβαδού 39,22 τ.μ.

με ποσοστό συνιδιοκτησίας 340/000 επί του οικοπέδου συνολικής επιφάνειας 235,11 τμ που βρίσκεται στη νήσο Νάξο, στο χωριό Γλυνάδο του Δήμου Νάξου εμπορικής αξίας εκτιμωμένης περί τα 19.610,00 ευρώ καθώς και δικαιώματος επικαρπίας σε ποσοστό 100% επί ενός αγρού επιφάνειας 4.078,15 τ.μ. άρτιου και οικοδομήσιμου που βρίσκεται στην Κέρκυρα σε αγροτική περιοχή στη θέση "Κηπερη" ή "Κύπερη" του δημοτικού διαμερίσματος Βαρυπατάδων του δήμου Αχίλλειων εμπορικής αξίας εκτιμωμένης περί τα 32.625,20 ευρώ.

Επιπλέον, η αιτούσα διαθέτει ένα αυτοκίνητο υπ'αριθμ. κυκλοφορίας ... μάρκας TOYOTA AYGO με ημερομηνία πρώτης κυκλοφορίας την 6-7-2006 .....εμπορικής αξίας 5.000,00 ευρώ. Ειδικότερα πιστωτές της αιτούσας είναι οι παρακάτω προς τους οποίους έχει τις εξής αντίστοιχες οφειλές: 1) η τράπεζα ALPHA BANK ΑΕ (ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη) από την επιμ. -2746250 σύμβαση δανείου για ποσό 614,36 ευρώ, από την υπ'αριθμ. ...

σύμβαση δανείου για ποσό 8.055,60 ευρώ, από την υπ'αριθμ. ... σύμβαση πιστωτικής κάρτας για ποσό 5.178,74 ευρώ και από την υπ'αριθμ. ... σύμβαση καταναλωτικού δανείου για ποσό 6.051,37 ευρώ, 2) η τράπεζα ΝΤΑΙΝΕΡΣ ΚΛΑΜΠ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΠΙΣΤΩΣΕΩΝ από την υπ'αριθμ. ... σύμβαση πιστωτικής κάρτας και 3) η τράπεζα EUROBANK ERGASIAS Α.Ε.(ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη) από την υπ'αριθμ. ...

σύμβαση πίστωσης για. ποσό 30.899,62 ευρώ, από την υπ'αριθμ. ... σύμβαση στεγαστικού δανείου για ποσό 109.289,24 ευρώ και από την υπ'αριθμ. ... σύμβαση πιστωτικής κάρτας για ποσό 16.731,64 ευρώ, απαιτήσεις για την εξασφάλιση της οποίας έχει εγγράφει προσημείωση υποθήκης επί της ανωτέρω κύριας κατοικίας της αιτούσας. Η τελευταία προέβη σε δανεισμό συνολικού ύψους 182.394,346 εν γνώσει της εισοδηματικής της κατάστασης.

Ο οφειλέτης ενεργεί δολίως όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την ματαίωση των πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά του αποδεχόμενος το αποτέλεσμα. Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο ο οποίος καρπούται οφέλη από υπερχρέωση του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως είτε γνωρίζει κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτηση τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών, όπως έπραξε η αιτούσα, σύμφωνα με την ανωτέρω μείζονα σκέψη.

Η αιτούσα προέβη σε ένα πολύ υψηλό δανεισμό από τα τραπεζικά ιδρύματα εν γνώσει της εισοδηματικής της κατάστασης, η οποία ουδέποτε ήταν επαρκής για να αποπληρώσει τα δάνεια της και παράλληλα να καλύπτει τα βιοτικά της έξοδα. Ειδικότερα, έχει συνάψει οκτώ δανειακές συμβάσεις με τρία πιστωτικά ιδρύματα, συνολικού ποσού 182.394,34 €, ως επί το πλείστον καταναλωτικής φύσης, καθώς και μία πολύ υψηλή σύμβαση στεγαστικού δανείου, ενώ θα μπορούσε να επιλέξει μία σαφώς οικονομικότερη λύση για να στεγάσει την ίδια, και την οικογένεια της χωρίς να αποδεικνύεται από πουθενά η δυνατότητα αποπληρωμής τους ούτε και ο τρόπος διάθεσης όλων αυτών των χρημάτων που έλαβε.

Όταν αναλήφθηκαν, όμως, οι δανειακές υποχρεώσεις, η οφειλέτης ήδη γνώριζε ότι ήταν πιθανό λόγω απρόβλεπτων γεγονότων που μπορεί να προκύψουν στη ζωή ενός ανθρώπου ή ακόμα και χωρίς τη συνδρομή τέτοιων έκτακτων συνθηκών να μη μπορέσει καλύπτοντας παράλληλα και τις βιοτικές της ανάγκες να αποπληρώσει τα δάνειά της βάσει αποκλειστικά των δικών της τότε εισοδημάτων.

Η αιτούσα υπερέβη το συνήθως αναλαμβανόμενο από το μέσο συνετό άνθρωπο κίνδυνο μελλοντικής εξυπηρέτησης των δανειακών του υποχρεώσεων, ενώ σε καμία περίπτωση η σημερινή δυσμενής θέση στην οποία η ίδια έχει περιέλθει δε δύναται να αποδοθεί απλώς και μόνο σε εσφαλμένους υπολογισμούς του σε συνδυασμό και με τις σημερινές κρατούσες δυσμενείς οικονομικές συγκυρίες.

Κατά συνέπεια, η εκκαλούμενη απόφαση όλως εσφαλμένως απέρριψε την ένσταση δόλιας υπερχρέωσης, και δεν εκτίμησε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά και εσφαλμένα ερμήνευσε το νόμο, όσον αφορά τη συνδρομή δόλου στο πρόσωπο της οφειλέτου σε σχέση με την περιέλουσα της σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών ...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το παραπάνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δέχθηκε ως και κατ' ουσίαν βάσιμη την έφεση της πρώτης αναιρεσίβλητης κατά της πρωτόδικης απόφασης του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η ένδικη αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας και μετά την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης, την διακράτηση της υπόθεσης και την εκδίκαση αυτής κατ' ουσίαν, απέρριψε την αίτηση ως ουσιαστικά αβάσιμη κατά παραδοχή της προβληθείσας ένστασης δόλου.

Με το πρώτο σκέλος του μοναδικού αναιρετικού λόγου η αναιρεσείουσα παραθέτοντας μεμονωμένες και αποσπασματικές παραδοχές της πληττόμενης απόφασης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 εδ.α του. 560 του ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο εσφαλμένα δέχθηκε ως ουσία βάσιμη την ένσταση δόλιας περιέλευσής της σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών διότι ι) όπως κατά λέξη αναφέρει "όχι μόνο δεν στάθμισε και αξιολόγησε ορθά τα έγγραφα και τους καθόλα αληθείς ισχυρισμούς της και τα εν γένει πραγματικά περιστατικά", αλλά σε κάθε περίπτωση εσφαλμένα εφάρμοσε και ερμήνευσε τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, 330 ΑΚ "όσον αφορά τις προϋποθέσεις θεμελίωσης και προβολής της σχετικής ένστασης και της δήθεν συνδρομής δόλου στο πρόσωπό της, η έλλειψη του οποίου προκύπτει ευχερώς τόσο από τα κατατεθειμένα σε πρώτο και δεύτερο βαθμό δικόγραφα όσο και από τα προσκομισθέντα μετ'επικλήσεως έγγραφα...".

Επίσης, διότι ιι) την ένσταση της δόλιας περιέλευσης σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών ευχερώς προβάλλουν οι πιστώτριες τράπεζες παρότι γνώριζαν την αδυναμία των οφειλετών τους να εξυπηρετήσουν τις δανειακές τους υποχρεώσεις και εν προκειμένω η πιστώτρια και νυν αναιρεσίβλητη Τράπεζα συνέχισε την δανειοδότηση και μόνο όταν έφτασε η στιγμή που (η αναιρεσείουσα) ζήτησε το υπόλοιπο των οφειλών της με το αίτημα της για υπαγωγή στο ν. 3869/2010 και την εν συνεχεία κατάθεση της αίτησης για εξωδικαστικό συμβιβασμό, επέλεξε να καταγγείλει τις συμβάσεις παρά το ότι γνώριζε με λεπτομέρεια εξ αρχής την προσωπική, οικογενειακή και οικονομική της κατάσταση την οποία δεν απέκρυψε η ίδια.

Ο ως άνω λόγος είναι, πρωτίστως, απαράδεκτος, αφενός εξ αιτίας της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο, όπως απαιτείται, σύμφωνα με όσα έχουν προεκτεθεί, όλες οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης για το εν λόγω ζήτημα, χωρίς να αρκεί η αποσπασματική πιο πάνω παράθεση και αφετέρου διότι, υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας εκ του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Δικαστή ουσίας (άρθρο 561 αρ. 1 ΚΠολΔ) ως προς την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού.

Σε κάθε περίπτωση, είναι αβάσιμος, διότι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο, προκειμένου να αχθεί στο πόρισμα περί ενδεχόμενου δόλου, δέχθηκε ότι η αιτούσα κατά το χρόνο ανάληψης των δανείων με βάση τις υφιστάμενες και τις ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές της δυνατότητες, αφενός μεν γνώριζε το αμφίβολο της εξυπηρέτησης των δανείων της ενόψει της εισοδηματικής της κατάστασης και των βιοτικών αναγκών της και αφετέρου προέβλεψε ότι ο υπερδανεισμός της θα την οδηγήσει σε αδυναμία αποπληρωμής των χρεών της και εντούτοις αποδέχτηκε το ως άνω αποτέλεσμα.

Συνεπώς, ορθά εφάρμοσε και ερμήνευσε τις προπαρατεθείσες διατάξεις και έκρινε ως και ουσιαστικά βάσιμη την ένσταση δόλου. Σε ό,τι αφορά την ορθά εκτιμούμενη ειδικότερη αιτίαση και δη ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε την ΑΚ 300, μη λαμβάνοντας υπόψη την υπαιτιότητα, άλλως συνυπαιτιότητα των πιστωτριών Τραπεζών, γιατί ενώ γνώριζαν την πιθανότητα της αδυναμίας πληρωμής των δανειακών οφειλών της, εντούτοις την δανειοδότησαν υπέρμετρα, είναι απαράδεκτη καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός αυτός προβλήθηκε από την αναιρεσείουσα στα δικαστήρια της ουσίας, ήτοι αφενός μεν ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, προς αντίκρουση της ένστασης δόλου , αφετέρου, δε, στο Εφετείο προς απόκρουση της έφεσης της πρώτης αναιρεσίβλητης.

Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός αναίρεσης, είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος, αφού, όπως προεκτέθηκε στη μείζονα σκέψη, για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, κατά την έννοια του άρθρου 1 § 1 εδ. τελ. ν. 3869/2010, πλην του υποκειμενικού στοιχείου δεν απαιτούνται πρόσθετα στοιχεία, όπως η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του, αφού, όπως προεκτέθηκε στη μείζονα σκέψη, για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, κατά την έννοια του άρθρου 1 § 1 εδ.

τελ. ν. 3869/2010, πλην του υποκειμενικού στοιχείου δεν απαιτούνται πρόσθετα στοιχεία, όπως η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη.

Περαιτέρω, με το δεύτερο σκέλος του μοναδικού λόγου αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 εδ.α του. 560 του ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, με το να δεχθεί ως ορισμένη την ένσταση δόλιας περιέλευσής της σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών της προς τις πιστώτριες, την οποία πρότεινε με τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επανέφερε με λόγο έφεσης η παριστάμενη πρώτη πιστώτρια (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη), παραβίασε ευθέως την ως άνω διάταξη ουσιαστικού κανόνα δικαίου όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 262 του ΚΠολΔ, καθώς αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί η ως άνω διάταξη.

Η αιτίαση αυτή είναι απορριπτέα, προεχόντως ως απαράδεκτη, αφού δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο, ότι ο σχετικός, θεμελιωτικός αυτής, ισχυρισμός περί αοριστίας της ένστασης προβλήθηκε με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο, ενώπιον του πρωτοβάθμιου και του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου στη δίκη, αν και μπορούσε να προβληθεί, ενώ επιπρόσθετα, η εν λόγω αιτίαση δεν εμπίπτει στις πιο πάνω εξαιρέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 562 του ΚΠολΔ.

Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος, καθώς από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτει, ότι η ένσταση του δόλου, που πρότεινε η τρίτη καθ' ης η αίτηση, ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη, είναι επαρκώς ορισμένη, καθόσον περιέχει όλα τα απαιτούμενα από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 Ν. 3869/2010 στοιχεία και ειδικότερα διαλαμβάνει, ότι η αιτούσα συμφώνησε με τρία πιστωτικά ιδρύματα την απόλαυση οκτώ τραπεζικών προϊόντων-δανειακών συμβάσεων, αν και προέβλεπε ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός της, συνολικού ύψους 182.394,34 ευρώ, ενόψει αφενός των οικονομικών της δυνατοτήτων και αφετέρου των βιοτικών αναγκών της οικογένειάς της και των μηνιαίων δόσεων των δανείων, θα την οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και ότι αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.

Μετά από αυτά, μη υπάρχοντος άλλου λόγου, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδαφ. ε' ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα), χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδαφ. β' του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 του ίδιου ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη ( ΑΠ 21/2023, ΑΠ 1943/2022, ΑΠ 503/2020, ΑΠ 156/2018,ΑΠ1208/2017).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24-2-2023 (αριθμ.εκθ.καταθ.22621/24-2-2023) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ`αριθμ. 6783/2022 απόφασης του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Μαΐου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ