Supreme Court dismisses appeal against final judgment regarding land title acquisition and usucaption issues.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the final judgment of the Single Court of Appeal in Crete. The appellant argued that the lower court violated substantive law by failing to clarify whether the disputed property was part of the shoreline or included in his title deeds. The court rejected these claims, finding the lower court's reasoning clear and consistent, and ruled that the appellant's arguments regarding the property's status were unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561 of the Code of Civil Procedure; The cassation appeal is inadmissible if the appellant challenges the substantive judgment on facts or law without demonstrating a violation of substantive law, and the appeal is rejected if the lower court's reasoning is clear and free from contradictions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1124 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1124/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 15 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Π. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Παπαδομανωλάκη, και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Σπυρίδωνα Κουλούρη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-2-1993 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 309/1994 μη οριστική, 105/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 198/2018 του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7-4-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 07.04.2021 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, υπ' αριθμ. 198/31.12.2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης, το οποίο απέρριψε την από 03.08.2016 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 105/03.06.2016 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, το οποίο είχε κάνει δεκτή την από 16.02.1993 αγωγή του αναιρεσιβλήτου.
Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553§1 στοιχ. β', 556§1, 558 εδάφ. α', 564§3, 566§1 του Κ.Πολ.Δ., 74§1 του ν. 4690/2020). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577§1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577§2 του Κ.Πολ.Δ.). Η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 591§2 του Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των διαδικαστικών της δίκης εγγράφων, υπήρξε κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής:
Το ήδη αναιρεσίβλητο (Ελληνικό Δημόσιο, νομίμως εκπροσωπούμενο) ήγειρε κατά του ήδη αναιρεσείοντος (Γ. Π. του Θ.) την από 16.02.1993 διεκδικητική αγωγή, την οποία απηύθηνε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων. Η αγωγή συζητήθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, εκδόθηκε δε η υπ' αριθμ. 309/10.08.1994 μη οριστική απόφασή του, με την οποία διατάχθηκε η συμπλήρωση των αποδείξεων προς τον σκοπό διενεργείας τεχνικής πραγματογνωμοσύνης.
Διενεργηθείσης της διαταχθείσης τεχνικής πραγματογνωμοσύνης, η αγωγή συζητήθηκε ενώπιον του αυτού Δικαστηρίου κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία εκδόθηκε δε η υπ' αριθμ. 105/03.06.2016 οριστική απόφασή του, με την οποία η άνω αγωγή έγινε δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη. Την ούτως κρίνασα απόφαση προσέβαλε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης ο ήδη αναιρεσείων με την από 03.08.2016 έφεσή του.
Η έφεση συζητήθηκε ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία εκδόθηκε δε η υπ' αριθμ. 198/31.12.2018 οριστική (τελεσίδικη) απόφαση, με την οποία η άνω έφεση απορρίφθηκε κατ' ουσίαν. Την απόφαση αυτή του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου προσέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ο ήδη αναιρεσείων, με την από 07.04.2021 αίτησή του, ζητώντας την αναίρεσή της για τους λόγους που περιέχονται στο αναιρετήριο.
Οι παραδοχές του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, επί των οποίων ερείδεται η εκφορά της κρίσεώς του, είναι, κατ' αντιγραφήν, οι ακόλουθες: ".... Ο εκκαλών - εναγόμενος διατηρεί επιχείρηση εστίασης - ταβέρνα, που βρίσκεται επί ενός ακινήτου, κείμενου στην παραλία του ... ... και συνορεύει βόρεια και ανατολικά με αιγιαλό και νότια και δυτικά με δημόσια οδό ...
Μέρος της παραπάνω έκτασης, εμβαδού 600 τ.μ., που συνορεύει βόρεια με αιγιαλό και πέραν αυτού με θάλασσα ..., νότια με δημόσια οδό ..., ανατολικά με αιγιαλό και πέραν αυτού με την ίδια ως άνω οδό (πρανές) και δυτικά με αιγιαλό, όπως αυτό αποτυπώνεται στο από μηνός Οκτωβρίου 2007 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου - τοπογράφου μηχανικού Δ.
Κ., που συνοδεύει την από 05.11.07 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, κατέλαβε, το έτος 1952, ο πατέρας του εκκαλούντος - εναγόμενου Θ. Π., ο οποίος ανήγειρε κτίσμα στο νότιο τμήμα του ακινήτου, πλησίον της δημόσιας οδού. Το κτίσμα αυτό αργότερα επεξέτεινε ο εκκαλών - εναγόμενος, προκειμένου να στεγάσει την ως άνω επιχείρησή του, έστρωσε δε στο ανατολικό τμήμα του ακινήτου πλάκες, επί των οποίων τοποθέτησε τραπεζοκαθίσματα, ενώ στη βόρεια πλευρά τοποθέτησε κιόσκι, το οποίο χρησιμοποιούσε ως μπαρ, έκτοτε δε νέμεται και κατέχει το ως άνω εδαφικό τμήμα των 600 τ.μ.
ως δικό του, ισχυριζόμενος ότι, η έκταση αυτή περιήλθε ήδη από το έτος 1850 στην κατοχή των απώτερων δικαιοπαρόχων του, οι οποίοι ασκούσαν επ' αυτής όλες τις προσιδιάζουσες πράξεις νομής και κατοχής και συγκεκριμένα φύτευαν σε αυτό λαχανικά και λουλούδια, χρησιμοποιούσαν την εντός αυτού υφιστάμενη ασβεστοκάμινο, ενώ τα τελευταία χρόνια λειτουργούν σε αυτό την ως άνω αναφερόμενη επιχείρηση εστίασης.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, δυνάμει της υπ' αριθμό ....1979 απόφασης του Νομάρχη Χανίων (ΦΕΚ ...), που επικύρωσε την από 28.04.1979 έκθεση της επιτροπής καθορισμού ορίων αιγιαλού και παραλίας της περιοχής ... ... και του συνημμένου σε αυτήν τοπογραφικού σχεδιαγράμματος του αρχιτέκτονα μηχανικού Ι. Π., το ως άνω τμήμα των 600 τ.μ., περιλαμβάνεται εντός της οριογραμμής του αιγιαλού.
Η ως άνω έκθεση που επικυρώθηκε με την απόφαση του Νομάρχη, επιβεβαιώνει την πραγματική κατάσταση του επιδίκου και της ιδιότητάς του ως αιγιαλού. Ειδικότερα, σύμφωνα με το υπ' αριθμό ....1994 έγγραφο της Υδρογραφικής Υπηρεσίας του Πολεμικού Ναυτικού και τις συνοδεύουσες αυτό αεροφωτογραφίες ετών 1945 και 1960, το επίδικο εντάχθηκε ήδη από τότε στη ζώνη του αιγιαλού, καθόσον ήταν αμιγώς αμμώδες, με χαμηλά υψόμετρα, χωρίς ίχνη βλάστησης, παρακείμενο της εκβολής του καλαθορέματος, ενώ τα κτίσματα που επικαλείται ο εκκαλών, εντοπίζονται μόνο στην αεροφωτογραφία του 1960.
Όλα τα παραπάνω ενισχύονται και από την κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης Α. Μ., υπαλλήλου της Κτηματικής Υπηρεσίας Χανίων, ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ο οποίος καταθέτει ότι, ακόμα και σήμερα η περιοχή βρέχεται από το βόρεια κύμα και ότι, αν είχε αλλάξει το πραγματικό αυτό γεγονός της μέγιστης, πλην συνήθους, ανάβασης των χειμέριων κυμάτων, το Γενικό Επιτελείο του Ναυτικού θα είχε ενεργοποιήσει τη διαδικασία επανακαθορισμού των ορίων του αιγιαλού.
Εξάλλου, από την από 24.04.1991 τεχνική έκθεση του Α. Π., τεχνολόγου τοπογράφου μηχανικού της Κτηματικής Υπηρεσίας Χανίων, που συνοδεύεται από το συνημμένο σε αυτήν τοπογραφικό σκαρίφημα του επιδίκου, προκύπτει ότι το έδαφος του επιδίκου είναι αμμώδες, καθόσον αυτό καλύπτεται από το χειμέριο κύμα, ενώ περιβάλλεται από άμμο και στη βορειοανατολική και ανατολική πλευρά του.
Η κατάσταση αυτή εξακολουθεί μέχρι και σήμερα, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμό πρωτοκόλλου ... τεχνική έκθεση του ίδιου ως άνω τοπογράφου, στην οποία αναφέρεται ότι, τα υψόμετρα γύρω από το επίδικο είναι χαμηλά και κυμαίνονται από 0,58 έως 0,91 μ., από την έκθεση δε αυτή αναιρείται ο ισχυρισμός του εκκαλούντος - εναγόμενου ότι το επίδικο βρίσκεται σε ύψωμα και έχει χώμα και όχι άμμο.
Ακόμα, το επίδικο περιβάλλεται από τις τρεις πλευρές του από αιγιαλό, έχει δε την ίδια μορφή με τις όμορες εκτάσεις του, όπως προκύπτει από απλή επισκόπηση των φωτογραφιών που προσκομίζει το εφεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, στις οποίες αποτυπώνεται σαφώς η υπάρχουσα σημερινή κατάσταση, ενώ δεν υπάρχει κάποιο φυσικό όριο (π.χ.
υψόμετρο, βράχος, δέντρα κλπ) που να εμποδίζει το χειμέριο κύμα να φτάσει μέχρι την καταληφθείσα έκταση, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο εκκαλών. Αντίθετα, η ύπαρξη της νησίδας που βρίσκεται μέσα στη θάλασσα και ο κόλπος που δημιουργείται στο σημείο εκείνο, πιθανό να επηρεάζει το χειμέριο κύμα, το οποίο πράγματι εισχωρεί σε απόσταση 50 - 80 μέτρων από την ακτογραμμή.
Αυτός είναι και ο λόγος που ο δημόσιος δρόμος ... δημιουργεί γωνία ακριβώς πίσω από την καταληφθείσα έκταση, αφού, και στο σημείο εκείνο, όπως σε και σε ολόκληρο τον κόλπο του ..., ο δρόμος αυτός ακολουθεί τη γραμμή του αιγιαλού. Η κρίση αυτή βεβαιώνεται από το ως άνω υπ' αριθμό ....1994 έγγραφο της Υδρογραφικής Υπηρεσίας, όπου αναφέρεται ότι, από τη γεωγραφική θέση της περιοχής, τον προσανατολισμό της και τα μετεωρολογικά στοιχεία, εκτιμάται ότι το ανάπτυγμα του πελάγους της περιοχής και η ένταση των πνεόντων ανέμων, ιδιαίτερα με βορειοδυτική κατεύθυνση, είναι δυνατό να έχουν δημιουργήσει και να συντηρούν αυτή τη μεγάλη, όπως έχει καθοριστεί, ζώνη αιγιαλού.
Το έγγραφο αυτό αντικρούει και την τεχνική έκθεση της πολιτικού μηχανικού Χ. Α., που προσκομίζεται από τον εκκαλούντα, η οποία γνωμοδοτεί ότι, με βάση τη γεωφυσική κατάσταση της περιοχής, το επίδικο δεν βρέχεται από τις αναβάσεις των κυμάτων, λόγω της υφιστάμενης ξερονησίδας, που βρίσκεται σε απόσταση 100 μέτρων, παράλληλα στην ακτογραμμή και η οποία λειτουργεί ως φυσικός κυματοθραύστης, που μειώνει την προσπίπτουσα ενέργεια των κυμάτων στο μέτωπο της ακτής.
Από όλα τα παραπάνω προκύπτει ότι πράγματι, η επίδικη έκταση των 600 τ.μ. αποτελεί μέρος του αιγιαλού της παραθαλάσσιας περιοχής ..., πέραν της οποίας εκτείνεται το ..., δηλαδή εντάσσεται στη χερσαία ζώνη που περιστοιχίζει τη θάλασσα και βρέχεται από τις μέγιστες, πλην συνήθεις, αναβάσεις των κυμάτων, οι οποίες φτάνουν σε απόσταση 50 - 80 μέτρων από την οριογραμμή της θάλασσας.
Το γεγονός ότι, τα χειμέρια κύματα δεν έχουν καταστρέψει τα καλλωπιστικά φυτά που έχει φυτέψει ο εκκαλών σε τμήματα του επιδίκου και δεν έχουν διαβρώσει την τοιχοποιία του κτίσματος, δεν αναιρεί το χαρακτήρα του επιδίκου ως αιγιαλού. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, βάσει της ως άνω αναφερόμενης από 26.04.1991 τεχνικής του Α.
Π., τεχνικού υπαλλήλου της Κτηματικής Υπηρεσίας Χανίων, που συντάχθηκε κατόπιν προφορικής διαταγής του προϊστάμενού του, εκδόθηκε το υπ' αριθμό ... πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής, δυνάμει του οποίου ο εκκαλών - εναγόμενος αποβλήθηκε από την ως άνω καταληφθείσα έκταση, εμβαδού 600 τ.μ.. Το πρωτόκολλο ακυρώθηκε τελεσίδικα με την υπ' αριθμό 577/1992 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων (Διαδικασία Ασφαλιστικών Μέτρων), καθόσον, κατά το σκεπτικό της απόφασης, πιθανολογήθηκε ότι, η επίδικη έκταση αποτελεί τμήμα μεγαλύτερης έκτασης, εμβαδού ενός στρέμματος, περίπου, που περιήλθε κατά κυριότητα στον εκκαλούντα - ανακόπτοντα από το δικαιοπάροχο πατέρα του Θ.
Π., ο οποίος το είχε αποκτήσει με άτυπη δωρεά το έτος 1949, όπως αναγνωρίστηκε με την υπ' αριθμό 441/1982 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων, ο τίτλος δε κτήσης του απώτερου δικαιοπαρόχου του ανάγεται στο έτος 1900. Επίσης, κατά την παραπάνω απόφαση, πιθανολογήθηκε ότι, το ως άνω ακίνητο βρίσκεται σε μία πλαγιά λόφου, η οποία κατηφορίζοντας προς τη δύση κατέληγε δυτικά του δρόμου, που διανοίχτηκε μέσω του ακινήτου του ανακόπτοντος και οδηγεί από τα Χανιά προς τα Χωραφάκια, καθώς και ότι, το επίδικο ακίνητο των 600 τ.μ., αποτελεί τμήμα της μερικότερης έκτασης του ενός στρέμματος, που κείται, πλέον, δυτικά του ως άνω διανοιχθέντος δρόμου.
Ότι το τμήμα αυτό ήταν ανέκαθεν καλλιεργήσιμο και φυτευόταν με λαχανικά, καθόσον αυτό δεν περιείχε άμμο, αλλά χώμα καθαρό. Όμως, οι αποφάσεις αυτές, παράγουν προσωρινό μόνο δεδικασμένο, το οποίο μπορεί να ανατραπεί, σε περίπτωση αμφισβήτησης ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου, που θα εκδικάσει την εμπράγματη διαφορά κατά την τακτική διαδικασία, όπως έκανε με την υπό κρίση αγωγή το εφεσίβλητο - ενάγον Ελληνικό Δημόσιο και άρα δε δεσμεύουν το παρόν Δικαστήριο, απορριπτομένου του περί του αντίθετου ισχυρισμού του εκκαλούντος.
Η παραπάνω κρίση δεν αναιρείται ούτε από την υπ' αριθμό 446/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χανίων, με την οποία ο εκκαλών - εναγόμενος αθωώθηκε για τα αδικήματα της παράνομης κατάληψης δημόσιου κτήματος και της μεταβολής αιγιαλού, αφού η απόφαση αυτή αφορά στην όμορη έκταση των 374 τ.μ. και όχι στην επίδικη έκταση των 600 τ.μ.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, στη συνέχεια, ο εκκαλών προέβη σε επιπλέον κατασκευές, καταπατώντας πρόσθετο χώρο του αιγιαλού, εμβαδού 374 τ.μ.. Ειδικότερα, κατασκεύασε μάντρα από πέτρες, που εξασφαλίζει υψομετρική διαφορά 0,70 μ. περίπου από το παρακείμενο ρέμα, τσιμεντένιους διαδρόμους, για την είσοδο των πελατών του στο κατάστημα, παρτέρια, βόθρο, κήπο, ξύλινη σκεπαστή πέργκολα, αποθήκες), όπως προκύπτει από το από 24.04.1991 τοπογραφικό σκαρίφημα του Α.
Π., που συμπληρώθηκε στις 2.3.00 από τον Α. Μ., αγρονόμο τοπογράφο μηχανικό της Κτηματικής Υπηρεσίας Χανίων και την από 03.03.2000 τεχνική έκθεση του ιδίου, οπότε εκδόθηκαν σε βάρος του η υπ' αριθμό ... απόφαση του Κεντρικού Λιμενάρχη Χανίων, με την οποία επιβλήθηκε σε βάρος του πρόστιμο 2.000.000 δρχ, καθώς και τα υπ' αριθμούς ....2000 πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής και ....2001 πρωτόκολλο καθορισμού αποζημίωσης.
Κατά της ως άνω απόφασης, ο εκκαλών άσκησε προσφυγή, η οποία απορρίφθηκε δυνάμει της υπ' αριθμό 210/2005 απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Χανίων. Ακολούθως, ο εκκαλών κατέλαβε και έτερο όμορο τμήμα του αιγιαλού, μέσα στην κοίτη του υπάρχοντος ρέματος, μπαζώνοντας έκταση 150 τ.μ., όπως προκύπτει από την από 01.11.2006 τεχνική έκθεση του Α.
Π., οπότε εκδόθηκαν σε βάρος του το υπ' αριθμό ....2007 πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής και το υπ' αριθμό ....2008 πρωτόκολλο καθορισμού αποζημίωσης, με το οποίο καθορίστηκε ως αποζημίωση υπέρ του Δημοσίου το ποσό των 1.256,50 €. Προς απόδειξη του ισχυρισμού του, ότι ήδη από το 1850 και εφεξής, αρχικά οι δικαιοπάροχοί του και εν συνεχεία ο ίδιος, νέμονται και κατέχουν το επίδικο, ο εκκαλών - εναγόμενος επικαλείται και προσκομίζει, μεταξύ άλλων, τα με αριθμούς ..., ...
και ... συμβόλαια αγοραπωλησίας και διανομής των τέως συμβολαιογράφων Χανίων Κ. Φ. και Χ. Π., τα οποία αφορούν σε ακίνητο έκτασης ενός στρέμματος περίπου, που βρίσκεται στη θέση "..." στα ..., το οποίο αρχικά αγόρασε ο δικαιοπάροχος του εκκαλούντος Ι. Π., ο οποίος μετά το θάνατό του κληρονομήθηκε από τη σύζυγο και τα τέκνα (θείους και παππού του εκκαλούντος) και οι οποίοι διένειμαν μεταξύ τους την κληρονομιαία περιουσία, και το οποίο συνορεύει ανατολικά με λοιπά μερίδια, βόρεια με ρύακα, νότια με Θ.
Π. (πατέρα του εκκαλούντος) και δυτικά με θάλασσα. Το ακίνητο αυτό, όμως, δεν προκύπτει ότι είναι το ίδιο με το επίδικο, καθόσον τα σύνορα αυτά δεν ανταποκρίνονται με το επίδικο, το οποίο ανατολικά συνορεύει με δρόμο και όχι με μερίδια, βόρεια με θάλασσα και όχι με ρύακα και δυτικά με ρέμα και όχι με θάλασσα.
Εξάλλου, δυνάμει της υπ' αριθμό 441/1982 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων, ο ίδιος ως άνω Θ. Π., αναγνωρίστηκε κύριος, μεταξύ άλλων, και ενός αγρού, που βρίσκεται στη θέση "...", εμβαδού ενός στρέμματος περίπου, που συνορεύει βόρεια με ακίνητα Ι. Π., ανατολικά με οδό ..., δυτικά με ποταμό και νότια με ποταμό και ακίνητα Α.
Τ. και το οποίο, κατά το σκεπτικό της απόφασης, απέκτησε ο εκκαλών δυνάμει έκτακτης χρησικτησίας, καθόσον νεμόταν και κατείχε αυτό με διάνοια κυρίου, χωρίς δικαστική ή άλλη αμφισβήτηση, για χρονικό διάστημα άνω των 20 ετών, ήτοι από το έτος 1949, οπότε του το παραχώρησε άτυπα με ιδιωτικό συμφωνητικό ο πατέρας του Ε.
Π., μέχρι την έκδοση της απόφασης. Η απόφαση αυτή, που εκδόθηκε μετά από αγωγή του δικαιοπαρόχου του εκκαλούντος κατά της μητέρας του Μ. χήρας Ε. Π. και των αδερφών του Η. Χ., Ε. Π. και Α. Τ., παράγει δεδικασμένο μόνο μεταξύ των εκεί διαδίκων και των διαδόχων τους, κατ' άρθρο 325 αριθμοί 1, 2 του Κ.Πολ.Δ. και προφανώς έλυσε κληρονομικές και άλλες διαφορές μεταξύ των ως άνω κληρονόμων του κοινού δικαιοπαρόχου Θ.
Π.
Εξάλλου, η παλιά ασβεστοκάμινος που, κατά τους ισχυρισμούς του εκκαλούντος, αποτελούσε το βόρειο σύνορο του ακινήτου, δεν αναφέρεται σε κανέναν από τους τίτλους κτήσης που επικαλείται ο ίδιος. Επίσης, ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι, το επίδικο αποτελούσε ανέκαθεν καλλιεργήσιμη έκταση και ότι οι δικαιοπάροχοί του φύτευαν σε αυτό λαχανικά, αναιρείται από τα ως άνω αναφερόμενα έγγραφα και κυρίως από το προαναφερόμενο έγγραφο της Υδρογραφικής Υπηρεσίας του Πολεμικού Ναυτικού, στο οποίο βεβαιώνεται ότι ολόκληρο το επίδικο αποτελούσε ανέκαθεν αμιγώς αμμώδη έκταση, χωρίς ίχνη βλάστησης. Το δε χώμα, που χρησιμοποιήθηκε για τη φύτευση καλλωπιστικών φυτών προς εξωραϊσμό του εξωτερικού χώρου της ταβέρνας, προστέθηκε από τον εκκαλούντα τα τελευταία χρόνια, για το σκοπό αυτό και μόνον. Τέλος, προς απόδειξη του ισχυρισμού του περί ιδιοκτησίας του επιδίκου, ο εκκαλών προσκομίζει μισθωτήρια συμβόλαια ετών 2013, 2014 και 2015, με τα οποία αρχικά ο Δήμος Χανίων και, ακολούθως, η Κτηματική Υπηρεσία Χανίων, προέβησαν σε απευθείας παραχώρηση του δικαιώματος απλής χρήσης τμήματος του αιγιαλού στην ίδια περιοχή, προκειμένου να τοποθετηθούν σε αυτό ομπρέλες και ξαπλώστρες για τουριστική εκμετάλλευση στην Ε. Π. του Γ., ως "όμορη" ιδιοκτήτρια επιχείρησης, κατ' άρθρο 13 ν. 2971/2001 και όχι ως όμορη ιδιοκτήτρια ακινήτου, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο εκκαλών. ....".
Από τις διατάξεις του άρθρου 312 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, η δικαστική απόφαση αποτελεί, έναντι πάντων, πλήρη απόδειξη για την κρίση που εξέφρασε σ' αυτήν το δικαστήριο αναφορικά με την ύπαρξη ή ανυπαρξία της έννομης σχέσεως που αποτέλεσε το αντικείμενο της δίκης όχι όμως και για τη γνώμη που έχει αυτό εκφέρει για έννομη σχέση που συνιστά αποδεικτέο γεγονός άλλης δίκης, ως προς το οποίο δεν αποτελεί πλήρη απόδειξη, αλλά η αποδεικτική της δύναμη είναι η ίδια με των λοιπών δικαστικών τεκμηρίων και των καταθέσεων των εξετασθέντων μαρτύρων (ΑΠ 650/2011).
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 12 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτό καθορίζει ο νόμος, όχι όμως και στην περίπτωση που, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από τον νόμο (άρθρο 340 του Κ.Πολ.Δ.), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, τα οποία κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με τα άλλα, μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα τελευταία, διότι η εκτίμηση αυτή, κατ' άρθρο 561§1 του Κ.Πολ.Δ., δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Συνακόλουθα τούτων ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετικός λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη, που δεσμευτικά ορίζει γι' αυτό ο νόμος και όχι αν έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα, κατά νόμο, αποδεικτικά μέσα.
Ως ισοδύναμα με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, λογίζονται και τα έγγραφα, ακόμη και τα δημόσια, για τα αποδεικτέα γεγονότα, για τα οποία δεν αποτελούν πλήρη απόδειξη κατά τους ορισμούς των άρθρων 438, 439 και 441 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1039/2023, Α.Π. 479/2010). Για να είναι δε ορισμένος ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, πρέπει στο αναιρετήριο να διαλαμβάνονται σωρευτικά α) το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, η κατά τον νόμο αποδεικτική δύναμή του και η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε σ' αυτό από το δικαστήριο, β) το σφάλμα της προσβαλλομένης αποφέσεως ως προς την αποδεικτική δύναμη του αποδεικτικού μέσου, γ) ο πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου προσκομίσθηκε το αποδεικτικό μέσο και η επίδραση που αυτός θα ασκούσε στην έκβαση της δίκης, ώστε να μπορεί να αξιολογηθεί αν είναι ουσιώδης και δ) η μνεία ότι ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και στο δικαστήριο της ουσίας το αποδεικτικό μέσο, για το οποίο υπάρχει παράβαση της αποδεικτικής δυνάμεώς του (Α.Π. 700/2009, Α.Π. 225/2009, Α.Π. 1592/2008).
Εάν στο αναιρετήριο δεν περιέχεται κάποιο από τα προαναφερόμενα στοιχεία, ο λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 262/2020, ΑΠ 41/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., της πλημμελείας συνισταμένης ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του τη διαπίστωση που περιελήφθη στην έκθεση αυτοψίας που διενήργησε στο επίδικο ακίνητο ο Δικαστής που εξέδωσε την υπ' αριθμ. 33/1992 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Χανίων, συμφώνως προς την οποία στο βόρειο όριο του επιδίκου ακινήτου υπήρχαν ίχνη ασβεστοκαμίνου, γεγονός που αποδεικνύει ότι ήταν αδύνατο να φθάνει ως το σημείο εκείνο το μέγιστο χειμέριο κύμα, εφόσον, σε μια τέτοια περίπτωση, θα ήταν αδύνατη η λειτουργία του ασβεστοκαμίνου. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως παραδεκτώς προβλήθηκε, αλλά είναι αβάσιμος. Συγκεκριμένα, η έκθεση αυτοψίας, για την οποία γίνεται λόγος ανωτέρω, κατέστη αποδεικτικό μέσο της υπ' αριθμ. 33/1992 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Χανίων και, επομένως, θα αξιολογηθεί η τελευταία αποδεικτικώς, συμφώνως προς όσα αναφέρθηκαν προηγουμένως, δηλαδή ελευθέρως, όπως και αξιολογήθηκε από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο.
Κατά το άρθρο 967 του Α.Κ., μεταξύ των κοινής χρήσεως πραγμάτων περιλαμβάνεται και ο αιγιαλός. Είναι δε αιγιαλός, κατά τον ορισμό που δίνει το άρθρο 1 του α.ν. 2344/1940, που εφαρμόζεται διαχρονικώς στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 53 του Εισαγωγικού Νόμου του Α.Κ. και 34§2 του ν. 2971/2001, "...
η περιστοιχούσα την θάλασσαν χερσαία ζώνη η βρεχομένη από τας μεγίστας πλην συνήθεις αναβάσεις των κυμάτων, ....". Από τον ορισμό αυτό προκύπτει ότι ο αιγιαλός είναι τμήμα της γης που περιβάλλει τη θάλασσα με όριο προς την ξηρά το σημείο εκείνο, μέχρι το οποίο φθάνουν τα συνήθως μεγαλύτερα κύματα. Ο αιγιαλός ανήκει, κατά νομική επιταγή στο Ελληνικό Δημόσιο, (άρθρα 968 του Α.Κ.
και 1 του α.ν. 2344/1940). Μόνος δε ο καθορισμός του ορίου αυτού από τη διοικητική επιτροπή, που προβλέπεται στα άρθρα 2 και 3 του α.ν. 2344/1940, με απόφασή της, με τη σύνταξη του εκεί αναγραφόμενου τοπογραφικού και υψομετρικού διαγράμματος, που συνοδεύεται από σχετική έκθεση, δεν είναι ικανός να προσδώσει την ιδιότητα του αιγιαλού σε τμήμα γης, το οποίο στερείται τα παραπάνω χαρακτηριστικά, δηλαδή σε έδαφος μη βρεχόμενο όπως πιο πάνω από τα θαλάσσια ύδατα.
Έτσι η ιδιότητα του αιγιαλού προκύπτει από φυσικά και μόνο φαινόμενα και δεν δημιουργείται με πράξη της Πολιτείας και σε κάθε τοπική περίπτωση ο καθορισμός της εκτάσεως ως αιγιαλού ή παλαιού αιγιαλού, όταν δημιουργείται νέος αιγιαλός δια προσχώσεως, ανήκει στην εκτίμηση του τακτικού δικαστή και όχι της διοικήσεως (Α.Π. 422/2021).
Ο αιγιαλός, ως κοινής χρήσεως πράγμα που ανήκει στο Δημόσιο (άρθρο 968 του Α.Κ.), είναι εκτός συναλλαγής και ανεπίδεκτος χρησικτησίας, εκτός αν, λόγω προσχώσεων στην ακτή ή υποχωρήσεως του αιγιαλού στη θάλασσα, απέβαλε την ιδιότητά του αυτή, γιατί έπαυσε ο για την κοινή χρήση προορισμός του, οπότε εξακολουθεί και μετά την πρόσχωση να ανήκει στο δημόσιο, περιερχόμενος όμως εφεξής στην ιδιωτική περιουσία αυτού (Ολ.Α.Π. 75/1987).
Εξάλλου, με την καθιέρωση του πράγματος ως κοινοχρήστου αποκτάται η εξουσία του κοινού να το χρησιμοποιεί. Με τη χρήση αυτή δεν αποκτάται η νομή και κατοχή του πράγματος, γιατί δεν προσπορίζεται άμεση εξουσία επί του κοινοχρήστου, αλλά ένα ιδιόρρυθμο δικαίωμα που απορρέει από την προσωπικότητα του χρήστη, το οποίο προσβάλλεται σε περίπτωση παρεμποδίσεως της εν λόγω χρήσεως, και είναι προστατευτέο από τη διάταξη του άρθρου 57 εδάφ. α' του Α.Κ., κατά το οποίο "Όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του, έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναλειφθεί στο μέλλον.".
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1α του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν εφήρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφήρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται, ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (Ολ.Α.Π. 7/2006, Α.Π. 422/2021, Α.Π. 1420/2013, Α.Π. 1584/2011).
Εξάλλου, κατά την έννοια του λόγου αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.Α.Π. 26/2004, Ολ.Α.Π. 1/1999, Α.Π. 2267/2013).
Δηλαδή ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσεως και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διάδικων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά τον νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται, ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και, γενικώς, στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.Α.Π. 15/2006).
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και, επομένως, αιτιολογία της αποφάσεως ικανή να ελεγχθεί αναιρετικώς με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσως, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π. 1266/2011).
Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας ή αντίφασης των αιτιολογιών, ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει ή πού εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κτλ) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και μάλιστα ενάριθμα.
Διαφορετικά, αν τα προαναφερόμενα δεν περιλαμβάνονται με σαφήνεια και πληρότητα στο αναιρετήριο, ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, η οποία δεν αίρεται με συμπλήρωση στις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (αγωγή ή έφεση) του αναιρεσείοντος (Α.Π. 1230/2014, Α.Π. 402/2014, Α.Π. 1586/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως και κατά συνοπτική, αλλά περιεκτική, απόδοση των συγκροτούντων αυτόν ισχυρισμών ο αναιρεσείων προσάπτει στην αναιρεσιβαλλομένη τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1α και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. των πλημμελειών αυτών συνισταμένων, αφενός μεν ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο αρκέσθηκε για την απόρριψη της εφέσεώς του στον διοικητικό προσδιορισμό του αιγιαλού στον τόπο όπου βρίσκεται το επίδικο και στην αμμώδη σύσταση του εδάφους, παραβλέψαν άλλα στοιχεία αφετέρου δε, λόγω των ανεπαρκών και ασαφών σχετικών αιτιολογιών του, δεν προκύπτει εάν απλώς υιοθέτησε την έκθεση της επιτροπής διοικητικού καθορισμού του αιγιαλού ή εξέφερε δικό του αποδεικτικό πόρισμα, μετά από αξιολόγηση όλων των αποδείξεων.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, κατά το σκέλος του που επιδιώκεται να στηριχθεί στον αριθμό 1α του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., συνιστάμενος στην εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των αναφερόμενων στην μείζονα σκέψη διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου, παραδεκτώς, προβάλλεται, αλλά είναι αβάσιμος. Συγκεκριμένα, από την παραδεκτή επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει, αβιάστως, ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις εν λόγω διατάξεις, και, τούτο, διότι για να καταλήξει στην εκφερθείσα κρίση του, αναφορικά με την έκταση του αιγιαλού στον τόπο όπου κείται το επίδικο ακίνητο, έλαβε υπόψη του όχι μόνο την έκθεση της επιτροπής καθορισμού ορίων αιγιαλού και παραλίας της περιοχής ... ...
και το συνημμένο σε αυτή τοπογραφικό διάγραμμα, αλλά, επιπλέον, το υπ' αριθμ. πρωτ. ....1994 έγγραφο της Υδροφραφικής Υπηρεσίας του Πολεμικού Ναυτικού και τις συνοδεύουσες αυτό αεροφωτογραφίες, την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Α. Μ., την από 24.04.1991 έκθεση του τεχνολόγου τοπογράφου μηχανικού Α. Π., με το συνοδεύον αυτή σκαρίφημα, την υπ' αριθμ.
πρωτ. ... έκθεση του αυτού τεχνικού υπαλλήλου παραλλήλως δε επισκόπησε φωτογραφικό υλικό απεικονίζον το επίδικο ακίνητο, προσκομισθέν από το αναιρεσίβλητο.
Περαιτέρω, ο αυτός λόγος αναιρέσεως, κατά το σκέλος του που επιδιώκεται να στηριχθεί στον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., παραδεκτώς προβάλλεται, αλλά είναι αβάσιμος. Συγκεκριμένα, από την παραδεκτή επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτουν με επάρκεια και σαφήνεια οι παραδοχές του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου που επιτρέπουν την ορθή εφαρμογή της προπαρατεθείσης διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου όπως και τον αναιρετικό έλεγχο αυτής, εφόσον δέχεται ότι και διοικητικός καθορισμός του αιγιαλού χώρησε και, επιπλέον, εκθέτει πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει το εύρος αυτού, το οποίο κυμαίνεται έως τα 80 μέτρα, καθώς επίσης και τους λόγους για τους οποίους ο αιγιαλός, στο προσδιοριζόμενο σημείο, έχει κυμαινόμενο εύρος. Η παραδοχή του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου σχετικά με το εύρος του αιγιαλού δεν είναι ασαφής, ως ενδοιαστική, όπως υπολαμβάνει ο αναιρεσείων, αλλά αποτυπώνει το μεταβαλλόμενο γεγονός της διακυμάνσεως του εύρους αυτού.
Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτώς επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νομίμως προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (Α.Π.374/2012, Α.Π. 222/2008, Α.Π. 70/2008, Α.Π. 774/1996) προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρισίμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών κατά την ανωτέρω έννοια, δηλαδή νομίμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π. 42/2002, Α.Π. 1874/2008, Α.Π. 105/2005) εφόσον βεβαίως προτάθηκαν παραδεκτώς στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο), κατά τις παραπάνω διακρίσεις.
Για την ίδρυση του ως άνω λόγου αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του (Α.Π. 374/2012, Α.Π. 1134/1993). Ωστόσο στην προσβαλλομένη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (Α.Π. 798/2010, Α.Π. 22/2005).
Για την πληρότητα όμως του ιδίου λόγου αναιρέσεως πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο, και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσκομιδή του στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρισίμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (Α.Π. 374/2012, Α.Π. 567/1996, Α.Π. 1535/1995).
Στην προκειμένη περίπτωση με τους τρίτο και τέταρτο λόγους αναιρέσεως προσάπτονται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση αναιρετικές πλημμέλειες από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., των πλημμελειών αυτής συνισταμένων ότι αφενός μεν δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έλαβε υπόψη του την νομίμως επικληθείσα και προσκομισθείσα εκ μέρους αυτού (αναιρεσείοντος) από μηνός Ιανουαρίου έτους 2017 τεχνική έκθεση του Β.
Κ., θαλασσίου γεωλόγου - ιζηματολόγου, και των επιστημονικών συνεργατών αυτού Φ.Κ. Γαδ, ακτομηχανικού, και Δ. Β., Γεωμορφολόγου, που υπογράφεται από τον Διευθυντή του "Ινστιτούτου Ωκεανογραφίας του Ελληνικού Κέντρου Θαλασσίων Ερευνών (ΕΛΚΕΘΕ)", με τον τίτλο "Εκτίμηση των "μεγαλύτερων και συνήθων αναβάσεων" των κυματισμών στην παραλία ...
Χανίων", αφετέρου δε το αυτό Δικαστήριο αναφέρει στην απόφασή του ότι έλαβε υπόψη του, ως αποδεικτικό μέσο, την από 05.11.2007 έγγραφη γνωμοδότηση του διορισθέντος πραγματογνώμονα Δ. Κ., αγρονόμου - τοπογράφου μηχανικού, ενώ επρόκειτο για έκθεση δικαστικής πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος με την υπ' αριθμ. 309/10.08.1994 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων πραγματογνώμονα.
Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως, παραδεκτώς, προβλήθηκαν, αλλ' είναι αβάσιμοι. Συγκεκριμένα, από την περιεχομένη στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση βεβαίωση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου ότι έλαβε υπόψη του όλα τα έγγραφα, τα οποία οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, προκύπτει ότι λήφθηκε υπόψη και το έγγραφο που ανω αναφέρεται, έστω και αν δεν γίνεται ρητή μνεία αυτού στην απόφαση.
Περαιτέρω, πράγματι στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση γίνεται αναφορά σε έγγραφη γνωμοδότηση του διορισθέντος πραγματογνώμονα Δ. Κ., αγρονόμου - τοπογράφου μηχανικού πλην όμως, κατά το ακριβές νοηματικό περιεχόμενο της αναφοράς, το Δικαστήριο αναφερόταν στην από 05.11.2007 τεχνική έκθεση πραγματογνωμοσύνης του τοπογράφου μηχανικού Ε.Μ.Π.
Δ. Κ., ορισθέντος ως πραγματογνώμονος με την υπ' αριθμ. 309/10.08.1994 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων.
Με το άρθρο 2§4 του ν. 147 της 30.01/01.02.1914, που εκδόθηκε σε εφαρμογή της με τον ν. ΔΣΙΓ' (4213) της 14/14.11.1913 κυρωθείσας Συνθήκης των Αθηνών της 01/14.11.1913 περί Ειρήνης, μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, ορίστηκε ότι: "Εν ταις χώραις ταις διατελούσαις τέως υπό την άμεσον κυριαρχίαν του Οθωμανικού Κράτους εισάγεται εν γένει η Ελληνική αστική νομοθεσία. Διατηρούνται όμως εν ισχύι αι περί γαιών διατάξεις, αι ρυθμίζουσαι τα επ' αυτών ιδιωτικής φύσεως δικαιώματα, των περί τούτων δικαιοπραξιών συντελουμένων εφεξής κατά τους Ελληνικούς νόμους. Κατά τα λοιπά παραμένουν οι εν ταις προσαρτώμενες χώρες προϋπάρχοντες αστικοί νόμοι.". Ο με τον νόμο αυτό περιορισμός της ισχύος του Οθωμανικού "Νόμου περί των γαιών" της 7ης Ραμαζάν 1274 (έτους εγίρας)/1856 "Kanunname-i arazi" (ΟθΝπΓαιών) μόνο στις ρυθμίζουσες τα επ' αυτών δικαιώματα ιδιωτικής φύσεως, έχει την έννοια του αποκλεισμού των διατάξεων περί των δικαιωμάτων του Οθωμανικού Κράτους επί των δημόσιων γαιών, οι οποίες περιήλθαν πλέον στο Ελληνικό Δημόσιο, μετά την προσάρτηση των νέων χωρών στην Ελληνική Επικράτεια και, συνακόλουθα, όσον αφορά την Κρήτη, μετά τις 11.05.1915, αφότου η νήσος ενώθηκε με την Ελλάδα.
Εξάλλου, όπως είναι ιστορικά γνωστό, το έτος 1897 η Κρήτη, που κατεχόταν από τις Δυνάμεις, αναγνωρίστηκε αυτόνομη, με την επικυριαρχία του σουλτάνου και σχηματίστηκε Εθνική Κυβέρνηση στην νήσο, κάτω από την υψηλή επιτροπεία του πρίγκηπα Γεωργίου της Ελλάδος (1898). Κατά την διάρκεια της ως άνω αυτονομίας της Κρήτης και, συγκεκριμένα στις 23.07.1904, τέθηκε σε ισχύ ο Κρητικός Αστικός Κώδικας (Κρητ.Α.Κ.), η ισχύς του οποίου διατηρήθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 2 του προαναφερθέντος ν. 147/1914 και μετά την ένωση της Κρήτης με την υπόλοιπη Ελλάδα (11.05.1915) έως την κατάργησή του, η οποία επήλθε, με βάση τα άρθρα 1, 5 αριθμός 3 του Εισ.Ν.Α.Κ.
και 1§1 του ν.δ. της 7/10.05.1946, στις 22.02.1946, δεδομένου ότι από τις 23.02.1946 τέθηκε σε ισχύ ο Αστικός Κώδικας. Περαιτέρω, από τα άρθρα 198, 199 και 202 του εφαρμοστέου στην προκείμενη περίπτωση, σύμφωνα με το άρθρο 51 του Εισ.Ν.Α.Κ., Κρητ.Α.Κ. προκύπτει ότι τα κτήματα της επικράτειας διακρίνονται σε δημόσια, τα οποία είναι αναπαλλοτρίωτα, και σε ανήκοντα στην περιουσία του κράτους, τα οποία υπόκεινται σε απαλλοτρίωση, περί των οποίων ρητώς ορίζεται, με το άρθρο 302 του ίδιου Κώδικα, ότι υπόκεινται στους περί χρησικτησίας ορισμούς.
Δημόσια κτήματα είναι μόνο εκείνα, που αναφέρονται στο άρθρο 199 του Κρητ.Α.Κ., και στα οποία δεν περιλαμβάνονται τα δάση ή οι δασικές εκτάσεις, ενώ, κατά το επόμενο άρθρο 200 του Κρητ.Α.Κ., όλα τα υπόλοιπα ανήκουν στην περιουσία του κράτους και, επομένως, υπάγονται στο περί αυτών νομικό καθεστώς. Εξάλλου, κατά το προϊσχύσαν του Κρητ.Α.Κ., Οθωμανικό δίκαιο ο θεσμός της χρησικτησίας, δεν αναγνωριζόταν ως τρόπος κτήσεως κυριότητας, τόσο για τα ακίνητα καθαρής ιδιοκτησίας (mulk), όσο και για τις δημόσιες γαίες (arazi-i emiriye).
Ειδικότερα, με το άρθρο 3 του νόμου περί γαιών της 7ης Ραμαζάν 1274/1856, ρητώς οριζόταν ότι οι δημόσιες γαίες, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονταν τα δάση και τα παραπλήσια, ανήκαν στο δημόσιο και παραχωρούνταν από την κυβέρνηση ["άρθρο 3. Δημόσιαι γαίαι εισί τα χωράφια, λειμώνες, χειμάδια, θέρετρα (θεριναί βοσκαί), δάση και παραπλήσια, των οποίων η ιδιοκτησία ανήκει εις το δημόσιον.
Παρεχωρούντο δε παρά της Κυβερνήσεως και εν περιπτώσει πωλήσεως ή διαθεσιμότητος ελαμβάνοντο άλλοτε υπό κατοχήν διά της αδείας και παραχωρήσεως των ιδιοκτητών των τιμαρίων και ζιαμετίων (fiefs militaries), θεωρουμένων ως κυρίων της γης, ή ενίοτε των εκμισθωτών και εισπρακτόρων αυτών. Αλλ' εσχάτως, καταργηθέντος του συστήματος τούτου, μεταβιβάζεται η κατοχή των τη αδεία και παραχωρήσει του ειδικού υπαλλήλου της Υψ.
Πύλης. Εφοδιάζονται δε οι κάτοχοι αυτών με ταπία, φέροντα άνωθι τον Τουγράν του Σουλτάνου. Ταπίον λέγεται το διδόμενον ποσόν απέναντι του δικαιώματος του κατέχειν, και το οποίον εισπράττεται παρά του ειδικού υπαλλήλου δια το δημόσιον." (πηγή: Οθωμανικοί Κώδηκες εκδοθέντες εν Κωνσταντινουπόλει το έτος 1869 υπό Δημητρίου Νικολαΐδου)].
Επομένως, ο χρόνος που διέδραμε στην διάρκεια ισχύος της Οθωμανικής νομοθεσίας δεν υπολογίζεται για την κτήση της κυριότητας με χρησικτησία. Όμως, ο Κρητ.Α.Κ. θέσπισε με τα άρθρα 1356 και 1357 αυτού, που συνιστούν διατάξεις διαχρονικού δικαίου, ειδική ρύθμιση, για τον υπολογισμό του χρόνου ο οποίος διέδραμε πριν από την ισχύ του.
Η πρώτη διάταξη ορίζει ότι ο χρόνος που ορίζεται από τον νόμο αυτό για την απόκτηση κυριότητας με χρησικτησία αρχίζει, αφότου υπήρξαν όλα τα προσόντα, τα οποία απαιτούνται από τον νόμο για την χρησικτησία και ότι, εάν, κατά την έναρξη ισχύος αυτού, είναι συμπληρωμένος ο χρόνος της χρησικτησίας ή υπολείπεται για την συμπλήρωσή του χρονικό διάστημα, που είναι μικρότερο της πενταετίας, η κυριότητα δεν αποκτάται πριν περάσουν πέντε έτη από την ισχύ του νόμου, ενώ η δεύτερη διάταξη ορίζει ότι η, κατά το άρθρο 295 εικοσαετής νομή, η οποία απαιτείται για την απόκτηση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, υπολογίζεται από την ημέρα κατά την οποία άρχισε, εάν εξακολουθεί κατά την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού (Α.Π. 1706/2018, Α.Π. 555/2016).
Ειδικότερα, κατά το άρθρο 293 του Κρητ.Α.Κ. "Ο καλή τη πίστει αποκτήσας ακίνητο δυνάμει τίτλου, κατά τους νομίμους τύπους συντεταγμένου και προσηκόντως μεταγεγραμμένου, γίνεται κύριος αυτού δια δεκαετούς συνεχούς νομής από της χρονολογίας της μεταγραφής." και κατά το άρθρο 294 αυτού "Καλή πίστει νομεύς είναι ο αγνοών, ότι απέκτησε το πράγμα παρά μη αληθούς κυρίου.
Επί χρησικτησίας αρκεί η εν αρχή της νομής καλή πίστις.". Περαιτέρω, από μεν τις διατάξεις των άρθρων 299 και 298 του αυτού Κώδικα προκύπτει, ότι επί έκτακτης χρησικτησίας ο καθολικός ή ειδικός διάδοχος προσμετρά προς συμπλήρωση του χρόνου της χρησικτησίας τον χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του και επί τακτικής χρησικτησίας ο ειδικός διάδοχος προσμετρά προς συμπλήρωση του χρόνου χρησικτησίας, τον χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, εφόσον έχει έγκυρο μεταγεγραμμένο τίτλο και καλή πίστη κατά την στιγμή της διαδοχής, από δε την διάταξη του άρθρου 302 του ιδίου Κώδικα προκύπτει ότι υπόκεινται σε χρησικτησία, μη εξαιρούμενα από αυτή, τα δημόσια κτήματα.
Το τελευταίο άρθρο καταργήθηκε σιωπηρώς από το άρθρο 21 του ν.δ. 22.04/16.05.1926 "Περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης, περί απαγορεύσεως λήψεως προσωρινών μέτρων κατά του Δημοσίου και της Αεροπορικής Αμύνης κλπ", με το οποίο εξαιρέθηκαν της χρησικτησίας τα δημόσια κτήματα για το μέλλον, εφόσον έως την ισχύ του δεν είχε συμπληρωθεί ο χρόνος χρησικτησίας.
Η συμπλήρωση όμως της χρησικτησίας εμποδιζόταν από της ισχύος του ν. ΔΞΗ' (4068)/1912 "Περί αναστολής παραγραφών, προθεσμιών και δικαστικών εν γένει πράξεων εν καιρώ επιστρατείας" των σε εφαρμογή αυτού (άρθρο 1) εκδοθέντων διαταγμάτων, με τα οποία ανεστάλη κάθε προθεσμία και κάθε παραγραφή επί αστικών διαφορών και τα οποία ίσχυσαν στην Κρήτη από τις 11.05.1915.
Από το σύνολο των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι, από τον χρόνο που τέθηκε σε ισχύ ο Κρητ.Α.Κ. (23.07.1904), επί γαιών που είχαν τον χαρακτήρα δάσους και αποτελούσαν κτήματα ανήκοντα στην απαλλοτριωτή περιουσία του Κράτους και όχι στην αναπαλλοτρίωτη, ήταν δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, εφόσον η χρησικτησία συμπληρωνόταν έως τις 11.05.1915, με συνυπολογισμό, προκειμένου περί έκτακτης χρησικτησίας, έως δεκαπέντε (15) ετών, το πολύ, νομής πριν από τον χρόνο ενάρξεως ισχύος του Κρητ.Α.Κ. (23.07.1904), προκειμένου δε περί τακτικής χρησικτησίας, με συνυπολογισμό έως πέντε (5) ετών, το πολύ, νομής με τα λοιπά αυτής προσόντα (τίτλος, μεταγραφή, καλή πίστη), πριν από τον χρόνο ενάρξεως ισχύος του Κρητ.Α.Κ. (Α.Π. 1706/2018, Α.Π. 572/2001).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. της αναιρετικής πλημμελείας συνισταμένης στο ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο στέρησε την άνω απόφασή του της νόμιμης βάσεώς της αφού παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που αναφέρονται στην αμέσως προηγηθείσα νομική σκέψη.
Ειδικότερα, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο διέλαβε ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες αναφορικά με ουσιώδες ζήτημα, καθότι δεν αναφέρεται ότι το επίδικο ακίνητο, τόσο υπό το καθεστώς του Κρητ.Α.Κ. όσο και υπό το καθεστώς του Α.Κ., αποτελούσε τμήμα του αιγιαλού, ήταν αναπαλλοτρίωτο και μη δεκτικό χρησικτησίας, επιπλέον δε με ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες δέχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο δεν περιλαμβάνεται στους τίτλους του, αν και το ακίνητό του πάντα, κατά τους τίτλους του, συνόρευε με θάλασσα.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, ως προς την πρώτη επιμέρους αιτίασή του, παραδεκτώς προβάλλεται, αλλ' είναι αβάσιμος και, τούτο, διότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με παραδοχές σαφείς και άνευ αντιφάσεων, δέχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο δεν ταυτίζεται με το ακίνητο που αναφέρεται στους τίτλους, που επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και, επομένως, δεν τίθεται ζήτημα κτήσεως αυτού με χρησικτησία, εφόσον αυτός (αναιρεσείων) αποκρούει την εκδοχή της καταλήψεως αυτού άνευ δικαιώματος.
Αναφορικά με την δεύτερη επιμέρους αιτίαση, ο αυτός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος (άρθρο 561§1 του Κ.Πολ.Δ.) και, τούτο, διότι, υπό το πρόσχημα του αναιρετικού ελέγχου, ο αναιρεσείων αιτιάται το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο για την ουσιαστική του κρίση αναφορικά με το εάν το επίδικο ακίνητο περιέχεται ή όχι στους τίτλους του.
Κατόπιν αυτών, και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495§3 εδάφ. ε' του Κ.Πολ.Δ.). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, το οποίο κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος αυτού, πρέπει να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 189, 191§2 του Κ.Πολ.Δ.), θα επιβληθούν, όμως, μειωμένα κατ' άρθρα 22§1 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμ. 18 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., 5§12 του ν. 1738/1987 και 2 της Κ.Υ.Α. 134423/08.12.1992 - Φ.Ε.Κ.
Β' 11/20.01.1993 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 07.04.2021 αίτηση του Γ. Π. του Θ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 198/31.12.2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε ο αναιρεσείων στο Δημόσιο Ταμείο.
Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων ευρώ (300,00€).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Φεβρουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιουλίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ