Supreme Court partially allows appeal against first defendant, remands case for retrial by different judge.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appellant's request to annul the first-instance judgment regarding the first defendant while dismissing it against the second defendant. The appellant argued that the lower court erred in dismissing the lawsuit as inadmissible and failed to properly address the first defendant's liability. The court found the first defendant's representation of the company constituted a breach of duty, warranting annulment and remittal for retrial by a different judge, whereas the second defendant's absence justified dismissal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 576, 580 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may annul a judgment against a present defendant for lack of reasoning or procedural error, remanding the case for retrial by a different judge, while dismissing appeals against absent defendants.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1124 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1124/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο, Νικόλαο Πουλάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 8 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Κ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελευθερία Λεπτοκαρίδου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Α. Π. του Α., κατοίκου ... και 2) Δ. Π. του Π., κατοίκου .... Ο 1ος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χριστίνα Παναγουλέα, η οποία κατέθεσε προτάσεις και ο 2ος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/6/2014 αγωγή (με αρ. κατάθεσης 16340/2014) του ήδη αναιρεσείοντος και τις από 18/7/2014 προσεπίκλησεις - παρεμπίπτουσες αγωγές (με αρ. κατάθεσης 16339/2014 και 16340/2014) του ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15091/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 176/2019 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία διορθώθηκε - συμπληρώθηκε με την 797/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση των τελευταίων αποφάσεων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6/7/2020 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του παραστάντος αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθεμία δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.-Με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 εδάφια α και γ του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επίσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπ' αριθ. Γ997/19.10.2020 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Γ. Δ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 6.7.2020 και με αριθ. κατάθεσης 1587/171/6.7.2020 αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του ανωτέρω Β2 τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου την 23η Φεβρουαρίου 2021, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα με την επιμέλεια αυτού προς το δεύτερο αναιρεσίβλητο.
Κατά τη δικάσιμο αυτή (23.2.2021), η συζήτηση της υποθέσεως ματαιώθηκε, διαρκούσης της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων, λόγω των έκτακτων μέτρων προστασίας της δημόσιας υγείας από την πανδημία του κορονοϊού (ΚΥΑ 9147/2021 αναστολή από 11.2.2021 έως 1.3.2021, που τροποποιήθηκε με ΚΥΑ 9769/2021 για ίδιο χρόνο και εκδόθηκε νέα ΚΥΑ με αριθμό 10969/2021 για αναστολή από 22.2.2021 έως 1.3.2021) και ορίσθηκε αυτεπαγγέλτως να συζητηθεί για τη δικάσιμο της 14ης Σεπτεμβρίου 2021 με πράξη της Προέδρου του Β2 Πολιτικού Τμήματος του ΑΠ και τήρηση από τον γραμματέα των εκεί προβλεπομένων διατυπώσεων (άρθρο 83 παρ. 2 και 3 ν. 4790/2021).
Κατά την τελευταία δικάσιμο (14.9.2021), η συζήτηση της υποθέσεως αναβλήθηκε με αίτημα του πρώτου αναιρεσίβλητου, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (8.2.2022). Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στην τελευταία δικάσιμο, οπότε αυτή εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο, δεν εμφανίσθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ο δεύτερος αναιρεσίβλητος.
Συνεπώς, πρέπει, παρά την απουσία του, να προχωρήσει το δικαστήριο στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και ως προς αυτόν, καθόσον η με επιμέλεια της Γραμματέως του δικαστηρίου εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (άρθρο 226 παρ. 4 εδ. γ και δ ΚΠολΔ και 83 παρ. 2 εδ. β Ν. 4790/2021).
2.-Με την από 6.7.2020 και με αριθ. κατάθεσης 1587/171/6.7.2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθ. 176/22.1.2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, όπως διορθώθηκε με την υπ' αριθ. 717/2019 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου. Με την προσβαλλομένη απόφαση έγινε κατά ένα μέρος δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η από 12.12.2017 και με αριθ.
κατάθ. 22275/3497/12.12.2017 έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων και εξαφανίσθηκε η υπ' αριθ. 15091/26.9.2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που είχε δεχθεί ως ουσιαστικά βάσιμη την από 30.6.2014 και με αριθ. κατάθ. 15283/9.7.2014 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, με την οποία ο τελευταίος ζητούσε την εις ολόκληρο επιδίκαση σε αυτόν του συνολικού ποσού των 92.000 ευρώ από την εργασία του ως ποδοσφαιριστή στην Ποδοσφαιρική Ανώνυμη Εταιρία (ΠΑΕ) Ηρακλής για τις αγωνιστικές περιόδους των ετών 2007-2008, 2008-2009 και 2009 - 2010, σε βάρος όλων των εναγομένων και ήδη αναιρεσίβλητων, λόγω της ιδιότητας του πρώτου εξ αυτών ως Προέδρου και Διευθύνοντος συμβούλου της ΠΑΕ και του δεύτερου εξ αυτών ως εν τοις πράγμασι ασκούντος καθήκοντα διαχειριστή και διευθύνοντος Συμβούλου της ΠΑΕ, κατά τους στην αγωγή αναγραφόμενους χρόνους.
Στη συνέχεια απορρίφθηκε η αγωγή, ως απαράδεκτη ως προς το δεύτερο εναγόμενο - εκκαλούντα και ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο, λόγω ελλείψεως παθητικής νομιμοποίησης και ως κατ' ουσίαν αβάσιμη ως προς τον πρώτο εναγόμενο - εκκαλούντα και ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθότι κατά τα διαλαμβανόμενα στο αναιρετήριο που δεν αμφισβητούνται δεν έχει λάβει χώρα επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, η δε κατάθεση της αίτησης αναίρεσης στη γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου έλαβε χώρα εντός διετίας από τη δημοσίευση της τελευταίας (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ).
Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αυτήν λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
3.-Με τη διάταξη του άρθρου 20 του Ν. 3479/2006 "Ίδρυση, οργάνωση και λειτουργία αθλητικών επαγγελματικών ενώσεων και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 152) προστέθηκε διάταξη με αριθμό 118 Α στο Ν. 2725/1999 "Ερασιτεχνικός και επαγγελματικός αθλητισμός και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 121) υπό τον παράτιτλο "Ευθύνη διοικούντων αθλητικά νομικά πρόσωπα".
Με τις παρ. 1 - 3 αυτής ρυθμίσθηκαν τα της προσωπικής και αλληλέγγυας ευθύνης των διευθυντών, διαχειριστών, διευθυνόντων συμβούλων και εκκαθαριστών των αθλητικών ανωνύμων εταιρειών (Α.Α.Ε.) ή των τμημάτων αμειβομένων αθλητών (Τ.Α.Α.) για την πληρωμή φόρων που οφείλονται από τα άνω αθλητικά νομικά πρόσωπα, σε περίπτωση διάλυσης ή συγχώνευσης ή διαχωρισμού τους σε νέα νομικά πρόσωπα, ανεξαρτήτως του χρόνου βεβαίωσης των φόρων (παρ. 1), τα της εις ολόκληρο ευθύνης των νέων νομικών προσώπων για την πληρωμή των οφειλομένων φόρων του διαλυομένου ή διαχωριζόμενου νομικού προσώπου, ανεξαρτήτως του χρόνου βεβαίωσης αυτών (παρ. 2) και τα της προσωπικής και αλληλέγγυας ευθύνης των προσώπων της παρ. 1 για τους παρακρατούμενους και επιρριπτόμενους φόρους κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του εκπροσωπουμένου από αυτούς νομικού προσώπου.
Με τις διατάξεις των παρ. 4 και 5 του ανωτέρω άρθρου ορίσθηκαν περαιτέρω τ' ακόλουθα: "Οι Πρόεδροι των ΔΣ, διευθυντές, διαχειριστές, διευθύνοντες σύμβουλοι και εκκαθαριστές των Α.Α.Ε., Τ.Α.Α ή σωματείων που συμμετέχουν σε επαγγελματικά πρωταθλήματα, ευθύνονται αλληλεγγύως και εις ολόκληρο με το αντίστοιχο νομικό πρόσωπο για τα χρέη που αυτό δημιουργεί κατά τη διάρκεια της θητείας τους (παρ. 4).
Κατά των μελών των προσωρινών διοικήσεων των Α.Α.Ε, Τ.Α.Α. ή σωματείων που διορίζονται από το αρμόδιο δικαστήριο σύμφωνα με τις διατάξεις του ΑΚ, κατόπιν σχετικής αίτησης του οικείου αθλητικού σωματείου ή μέλους αυτού δεν μπορούν να ληφθούν τα δυσμενή μέτρα που προβλέπονται στις διατάξεις του άρθρου 14 του ν. 2523/1997 (ΦΕΚ 179 Α) όπως αυτές ισχύουν, όσον αφορά τις υποχρεώσεις που ορίζονται από τις διατάξεις του εν λόγω άρθρου των Α.Α.Ε.
που γεννήθηκαν από πράξεις προηγουμένων διοικήσεων, έστω και αν αυτά βεβαιώθηκαν ή κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά τη διάρκεια της θητείας της προσωρινής διοίκησης. Τυχόν δυσμενή μέτρα που έχουν ληφθεί σε βάρος των ως άνω προσώπων έως τη δημοσίευση του παρόντος αίρονται αυτοδικαίως. Πρόεδροι ΔΣ, διευθυντές, διαχειριστές, διευθύνοντες σύμβουλοι των προσωρινών διοικήσεων ευθύνονται με την ατομική τους περιουσία μόνο για τα χρέη και τις υποχρεώσεις του νομικού προσώπου που δημιουργήθηκαν κατά τη διάρκεια της θητείας τους".
Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση της ως άνω διάταξης "με το άρθρο αυτό επεκτείνονται και στα πρόσωπα που διευθύνουν ή διαχειρίζονται τις υποθέσεις των αθλητικών οργανώσεων η συνευθύνη των αντιστοίχων προσώπων των εμπορικών ανωνύμων εταιρειών και συνεταιρισμών για την πληρωμή των φόρων προς το Δημόσιο ή χρεών προς τρίτους.
Η παραπάνω ευθύνη δεν αφορά μέλη προσωρινών διοικήσεων που ορίσθηκαν με δικαστικές αποφάσεις, παρά μόνο για τα χρέη που οι ίδιοι δημιούργησαν". Με τις παραπάνω διατάξεις, οι οποίες δεν αντιβαίνουν προς τις διατάξεις των άρθρων 4, 5 παρ.1 και 3, 25 παρ. 1 και 106 του Συντάγματος, με τις οποίες κατοχυρώνεται το δικαίωμα της οικονομικής ελευθερίας, όπου περιλαμβάνεται το δικαίωμα ανάπτυξης επιχειρηματικής δραστηριότητας με την ίδρυση και λειτουργία εμπορικών εταιρειών, όπως είναι οι ανώνυμες αθλητικές εταιρείες, καθιερώνεται προσωπική ευθύνη των ως άνω προσώπων που φέρουν την ανωτέρω ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου ή του εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου αθλητικής ανώνυμης εταιρείας, όπως είναι υποχρεωτικά κατά το άρθρο 108 παρ. 2 και 4 του Ν. 2725/1999 η Ποδοσφαιρική Ανώνυμη Εταιρία (Π.Α.Ε.) που μετέχει σε επαγγελματικό πρωτάθλημα, για χρέη που δημιουργήθηκαν κατά τη διάρκεια της θητείας των, πέραν της ευθύνης του νομικού προσώπου, ώστε να δημιουργείται μεταξύ του νομικού προσώπου και των ως άνω μελών της διοίκησης αυτού παθητική εις ολόκληρο ενοχή (άρθρο 480 του ΑΚ).
Όπως δε προκύπτει από τη διατύπωση των παρ. 4 και 5 εδ. τελ. της άνω διάταξης, η ευθύνη αυτή δεν περιορίζεται σε φορολογικές υποχρεώσεις των εν λόγω νομικών προσώπων, αλλά εκτείνεται και σε άλλα χρέη έναντι τρίτων που το νομικό πρόσωπο δημιούργησε κατά τη διάρκεια της θητείας τους ή, προκειμένου ειδικότερα περί Πρόεδρων ΔΣ, διευθυντών, διαχειριστών και διευθυνόντων σύμβουλων, ως μελών διορισθείσας προσωρινής διοίκησης κατ' άρθ. 69 του ΑΚ, αυτή (ευθύνη) εκτείνεται και σε άλλα χρέη που οι ίδιοι, υπό την προαναφερθείσα ιδιότητά τους, δημιούργησαν στο νομικό πρόσωπο (ΑΠ 378/2019, σχετ.
ΑΠ 1378/2015). Η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 118 Α του Ν. 2527/1999 συνιστά περίπτωση νομοθετικής (ex lege) άρσης της αρχής της αυτοτέλειας των ως άνω νομικών προσώπων και ειδικότερα της αθλητικής ανώνυμης εταιρείας και της συνακόλουθης προς την αρχή αυτή διάκρισης της περιουσίας αυτών από την περιουσία των μελών τους ή των προσώπων που τα διοικούν, η οποία καθιερώνεται από τις διατάξεις των άρθρων 70 του ΑΚ και 1 παρ. 1 του κ.ν. 2190/1920, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 του Ν. 3604/2007, και κατά συνέπεια θεσπίζει εξαιρετικό δίκαιο.
Ως εκ τούτου η ανωτέρω διάταξη πρέπει να ερμηνεύεται στενά με συνέπεια να καταλαμβάνει στο ρυθμιστικό της πεδίο μόνο τα ρητώς διαλαμβανόμενα σε αυτή πρόσωπα και αφορά μόνο τα χρέη που δημιουργήθηκαν κατά τη διάρκεια της θητείας τους. Κατά συνέπεια δεν μπορεί να τύχει ανάλογης εφαρμογής και σε πρόσωπα που ασκούν εν τοις πράγμασι τα προαναφερθέντα καθήκοντα, χωρίς όμως να φέρουν κάποια εκ των ιδιοτήτων που απαιτούν οι πιο πάνω διατάξεις (με την επιφύλαξη της συνδρομής περίπτωσης ορισμού παρένθετου προσώπου - αχυράνθρωπου, έχοντος τυπικά μία εκ των άνω ιδιοτήτων), ούτε μπορεί να τύχει εφαρμογής επί χρεών που δεν δημιουργήθηκαν κατά τη διάρκεια της θητείας αυτών, ως μελών του διοικητικού συμβουλίου της ανώνυμης αθλητικής εταιρείας και συνακόλουθα μετά τη λήξη της νόμιμης θητείας τους.
Επομένως, προκειμένου περί μελών προσωρινής διοίκησης αθλητικής ανώνυμης εταιρείας, η προσωπική ευθύνη αυτών γεννάται, κατά την παρ. 5 εδ. τελ. του άρθρου 118 Α του Ν. 2527/1999, που προστέθηκε με το άρθρο 20 του Ν. 3479/2006, εφόσον συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις: α) να πρόκειται για μέλη προσωρινών διοικήσεων αθλητικής ανώνυμης εταιρείας, διορισθέντων με βάση το άρθρο 69 του ΑΚ, β) τα μέλη αυτά να έχουν την ιδιότητα του Προέδρου του Δ.Σ., διευθυντή, διαχειριστή και διευθύνοντα συμβούλου και γ) τα χρέη να δημιουργήθηκαν κατά τη διάρκεια της θητείας τους, γεγονός που προϋποθέτει την ύπαρξη νόμιμης θητείας των εν λόγω προσώπων.
Συνεπώς, από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι το έχον την προαναφερθείσα ιδιότητα μέλος της προσωρινής διοίκησης της Ποδοσφαιρικής Ανώνυμης Εταιρίας (ΠΑΕ), ευθύνεται για τις κατά τη διάρκεια της θητείας της προσωρινής διοίκησης (που ορίσθηκε αρχικά με προσωρινή διαταγή και στη συνέχεια με απόφαση ασφαλιστικών μέτρων κατ' άρθρο 69 ΑΚ), καταρτισθείσες συμβάσεις με ποδοσφαιριστή και τις εξ αυτών απορρέουσες υποχρεώσεις της ΠΑΕ έναντι του ποδοσφαιριστή, ανεξαρτήτως του χρόνου κατά τον οποίο οι ως άνω αξιώσεις του ποδοσφαιριστή από τη σύμβαση, κατέστησαν ληξιπρόθεσμες και απαιτητές.
Αντιθέτως, δεν γεννάται τοιαύτη ευθύνη του μέλους της προσωρινής διοίκησης της ΠΑΕ, εάν οι ως άνω συμβάσεις καταρτίσθηκαν μετά την πάροδο του ορισθέντος με τις πιο πάνω δικαστικές αποφάσεις χρόνου θητείας της προσωρινής διοίκησης, σε περίπτωση κατά την οποία η ως άνω προσωρινή διοίκηση συνέχισε, παρά τη λήξη της θητείας της, να ασκεί de facto τα καθήκοντα της διοίκησης (ΑΠ 378/2019).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 69 του ΑΚ σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρων 763 και 786 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι οι εξουσίες της προσωρινής διοίκησης, που ορίζεται με δικαστική απόφαση, βάσει της πρώτης από τις εν λόγω διατάξεις, είναι χρονικά περιορισμένες και κατά συνέπεια, εάν η προσωρινή διοίκηση διορίσθηκε με την απόφαση του δικαστηρίου για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, η παρέλευση του χρόνου διαρκείας της επιφέρει την αυτοδίκαιη λήξη της θητείας της, έστω και εάν δεν επιτελέσθηκε το έργο για το οποίο διορίσθηκε (σχετ.
ΟλΑΠ 5/2004, κατά την οποία μετά τη λήξη της θητείας μέλους Δ.Σ. ανώνυμης εταιρείας, η προς αυτό επίδοση δεν παράγει τα έννομα αυτής αποτελέσματα). 4.-Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013) και όχι με βάση τα διαλαμβανόμενους στο αναιρετήριο πραγματικούς ισχυρισμούς, έστω και εάν με βάση αυτούς θεμελιώνονται κατά νόμο οι αγωγικές αξιώσεις του αναιρεσείοντος.
Τέλος, λόγος αναίρεσης, ο οποίος στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, πράγμα που συμβαίνει όταν υποστηρίζεται με αυτόν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά γεγονότα, ενώ από την τελευταία προκύπτει το αντίθετο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος (ΑΠ 1611/2008), ενώ λόγος αναίρεσης, όπου η επικαλούμενη αναιρετική πλημμέλεια δεν επιδρά επί του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης απορρίπτεται ως αλυσιτελής (ΑΠ 485/2011) 5.-Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφασή του, διέλαβε προηγουμένως σκέψη ότι οι ρυθμίσεις του άρθρου 118Α παρ. 5 του Ν. 2527/1999 εισάγουν εξαιρετικό δίκαιο, κατ' απόκλιση του κανόνα της ευθύνης μόνο των νομικών προσώπων για τα χρέη τους προς τρίτους, και ως εκ τούτου πρέπει να ερμηνεύονται στενά, με συνέπεια το πεδίο εφαρμογής τους να καταλαμβάνει μόνο τα ρητά αναφερόμενα πρόσωπα και μόνο τα χρέη που δημιουργήθηκαν κατά τη διάρκεια της θητείας τους και όχι κατ' αναλογία και άλλα πρόσωπα που ασκούν εν τοις πράγμασι τα προαναφερθέντα καθήκοντα, δεν φέρουν όμως τις ιδιότητες που απαιτούν οι ως άνω διατάξεις.
Βάσει της μείζονος αυτής σκέψης, δέχθηκε περαιτέρω με την προσβαλλόμενη απόφαση, αναφορικά με το δεύτερο των εναγομένων - δεύτερο εκκαλούντα και ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο, ότι η ένδικη από 30.6.2014 αγωγή, με την οποία διώκονταν η σε βάρος (και) αυτού εις ολόκληρο επιδίκαση στον ενάγοντα του αιτουμένου ποσού από 92.000 ευρώ, καθότι, με βάση τα εκτιθέμενα στο οικείο αγωγικό δικόγραφο, ο δεύτερος εναγόμενος και ήδη δεύτερος αναιρεσίβλητος, (Δ.
Π.) κατά την περίοδο από 13.7.2007 έως 2.5.2010 (χρονικό διάστημα στο οποίο περιλαμβάνεται και οι ημερομηνίες υπογραφής των συμβάσεων εξηρτημένης εργασίας ποδοσφαιριστή μεταξύ του ενάγοντος και της ΠΑΕ Ηρακλής), "ασκούσε εν τοις πράγμασι και επί της ουσίας καθήκοντα διαχειριστή και διευθύνοντος συμβούλου της ΠΑΕ Ηρακλής κατά την περίοδο της προεδρίας του πρώτου των εις την παρούσα εναγομένων, Α.
Π., ήτοι την περίοδο από 13.7.2007 έως 2.5.2010 έχοντας δικαίωμα υπογραφής και άρα δεσμεύσεως της εταιρίας έναντι απάντων των αντισυμβαλλομένων της, ενεργώντας τόσο από κοινού με τον ως άνω, όσο και ατομικά και σε ότι έχει σχέση με τις οικονομικές δικαιοπραξίες της, ήτοι, ενδεικτικά αναφερομένων, την υπογραφή συμβάσεων, ιδιωτικών συμφωνητικών, ενταλμάτων πληρωμών και επιταγών με αποτέλεσμα να ευθύνεται και εκείνος αλληλεγγύως και εις ολόκληρο με το νομικό πρόσωπο κι επομένως και με τον πρώτο των εναγομένων για την πληρωμή των χρεών του", δεν στρεφόταν παραδεκτά κατά του άνω δευτέρου εναγομένου.
Ειδικότερα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι η έχουσα το προαναφερόμενο περιεχόμενο και αίτημα αγωγή "...δεν στρέφεται παραδεκτά κατά του δευτέρου εναγομένου, που κατά τα ιστορούμενα, η κατ' αυτού νομιμοποίηση στηρίζεται στην ιδιότητά του ως ασκούντος εν τοις πράγμασι καθήκοντα διαχειριστή και διευθύνοντος συμβούλου, κατά την προεδρία του πρώτου εναγομένου, έχοντος δικαίωμα υπογραφής και δέσμευσης τηςεταιρίας έναντι τρίτων, αφού μόνη η αναφερόμενη δυνατότητα του εν λόγω προσώπου να υπογράφει, είτε κατά πληρεξουσιότητα του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου είτε κατά σχετική ρήτρα του διορισμού του, δεσμεύοντας την ΠΑΕ, δεν συνιστά άσκηση τέτοιων καθηκόντων, δεδομένου ότι σύμφωνα με τις παραδοχές της προηγούμενης μείζονας σκέψης, η διάταξη του άρθρου 118Α παρ. 5 εισάγει εξαιρετικό δίκαιο, κατ' απόκλιση του κανόνα ευθύνης μόνο των νομικών προσώπων για τα χρέη τους προς τρίτους και γι' αυτό ερμηνεύεται στενά και καταλαμβάνει μόνο ρητά τα αναφερόμενα πρόσωπα, στα οποία δεν υπάγεται ο δεύτερος εναγόμενος.
Το πρωτοβάθμιο, επομένως, Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση, έκρινε ότι για την άσκηση της αγωγής νομιμοποιείται παθητικά και ο δεύτερος εναγόμενος έσφαλε, δεκτού γενομένου ως βασίμου κατ' ουσία του σχετικού λόγου έφεσης". Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού, κατά παραδοχή της από 12.12.2017 και με αριθ.
κατ. 22275/3497/2017 έφεσης των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε, ως προς το κεφάλαιο της κύριας αγωγής και ως προς όλους τους εναγομένους, τη με αριθ. 15091/26.9.2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που είχε κάνει δεκτή την από 30.6.2014 και με αριθ. κατάθ. 15283/2014 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος και υποχρέωσε τους εναγόμενους Α.
Π. του Α. και Δ. Π. του Π. να καταβάλουν στον ενάγοντα, εις ολόκληρο ο καθένας 92.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε κονδύλιο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, απέρριψε την αγωγή α) ως απαράδεκτη ως προς το δεύτερο εναγόμενο και ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο και β) ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς τον πρώτο εναγόμενο και ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο.
Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ως προς το δεύτερο εναγόμενο - δεύτερο αναιρεσίβλητο, δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη της παρ. 5 εδ. τελ. του άρθρου 118Α του Ν. 2527/1999, που προστέθηκε με το άρθρο 20 του Ν. 3479/2006, την οποία αντιθέτως ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και κατέληξε σε ορθό διατακτικό με το ν' απορρίψει την αγωγή ως προς το δεύτερο των αναιρεσιβλήτων, αν και με εσφαλμένη αιτιολογία (άρθρο 578 ΚΠολΔ), καθότι έπρεπε να απορρίψει την αγωγή χαρακτηρίζοντας αυτήν ως νομικά αβάσιμη και όχι ως απαράδεκτη.
Και τούτο διότι με βάση τα ιστορούμενα στην αγωγή, ο δεύτερος αναιρεσίβλητος δεν περιλαμβανόταν στα αναγραφόμενα στη διάταξη του άρθρου 108Α παρ. 5 του ν. 2527/1997 πρόσωπα, εφόσον, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα παραπάνω στη μείζονα σκέψη, η διάταξη του άρθρου 118Α παρ. 5 του ν. 2527/1999, ερμηνευόμενη στενά, καταλαμβάνει στο ρυθμιστικό της πεδίο μόνον τα ρητώς διαλαμβανόμενα σε αυτή πρόσωπα και αφορά μόνο τα χρέη που δημιουργήθηκαν κατά τη διάρκεια της θητείας τους.
Κατά συνέπεια δεν μπορεί να τύχει ανάλογης εφαρμογής και σε πρόσωπα που ασκούν εν τοις πράγμασι τα προαναφερθέντα καθήκοντα, χωρίς όμως να φέρουν κάποια εκ των ιδιοτήτων που απαιτούν οι πιο πάνω διατάξεις και συνεπώς ο δεύτερος αναιρεσίβλητος δεν ευθύνεται κατά νόμο για τα πιο πάνω χρέη. Επομένως ο περί του αντιθέτου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι ο δεύτερος εναγόμενος - δεύτερος αναιρεσίβλητος, ευθύνεται εις ολόκληρον με τον πρώτο εναγόμενο - πρώτο αναιρεσίβλητο, στην καταβολή του ανωτέρω ποσού των 92.000 ευρώ, αφενός μεν ως ασκών εν τοις πράγμασι καθήκοντα διαχειριστή και διευθύνοντος συμβούλου κατά την προεδρία του πρώτου εναγομένου, έχοντος δικαίωμα υπογραφής και δέσμευσης της εταιρίας έναντι τρίτων, κατά τη διάρκεια της θητείας της προσωρινής διοίκησης της ΠΑΕ, αφετέρου δε ως μέλος της προσωρινής διοίκησης της ΠΑΕ, μετά τη λήξη της θητείας της (12.2.2009), λόγω του ότι ουδέποτε διέκοψε τη δραστηριότητά του, αφού εξακολουθούσε να υπογράφει συμβάσεις και να ασκεί όλες τις πράξεις διοίκησης, που ασκούσε και μέχρι τη λήξη της θητείας του προσωρινού διοικητικού Συμβουλίου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. 6.-Περαιτέρω, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Η ποδοσφαιρική ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΠΑΕ Ηρακλής" με έδρα τη Θεσσαλονίκη, το έτος 2002 έως το 2011 αγωνιζόταν στο πρωτάθλημα της Α' Εθνικής κατηγορίας (superleague) ποδοσφαίρου.
Με τη με αριθμ. .../26.5.2008 αίτηση του προσωρινού διοικητικού συμβουλίου της ως άνω εταιρίας, που είχε ορισθεί με την υπ' αριθμ. 22.108/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ζητήθηκε ο διορισμός νέου προσωρινού διοικητικού συμβουλίου, η αίτηση δε εαυτή εκδικάσθηκε στις 27.6.2008 και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 27.457/2008 απόφαση του άνω Δικαστηρίου με την οποία διορίσθηκε νέο προσωρινό συμβούλιο αποτελούμενο από τους Α.
Π. του Α. (πρώτο εναγόμενο) , Ν. Χ. του Κ., Δ. Π. του Π. (δεύτερο εναγόμενο), Γ. Α. του Σ., Α. Α. του Γ., Β. Β. του Δ. και Α. Τ. του Α., προκειμένου, αφού με επιμέλειά τους συγκροτηθούν σε σώμα και ορίσουν τους ρόλους τους στο Δ.Σ., να προβούν στη σύγκλιση γενικής συνέλευσης των μετόχων της εταιρίας, μέσα σε προθεσμία έξι (6) μηνών από τη δημοσίευση της απόφασης, για την εκλογή νέου Διοικητικού Συμβουλίου και να επιμεληθούν, στο άνω χρονικό διάστημα μέχρι την εκλογή του Δ.Σ.
των υποθέσεων της εταιρίας. Με το από 12.8.2008 πρακτικό, της διορισθείσας προσωρινής Διοίκησης, τα ως άνω μέλη αυτής συγκροτήθηκαν σε σώμα και ο πρώτος εναγόμενος ορίσθηκε ως Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος και ο δεύτερος ως Αντιπρόεδρος. Ακόμη συμφωνήθηκε ότι η ως άνω ΠΑΕ θα εκπροσωπείται και θα δεσμεύεται με μόνη την υπογραφή του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου ή του Αντιπροέδρου του Δ.
Σ. που θα ενεργούν στο όνομα και για λογαριασμό της εταιρίας κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο πρακτικό του διοικητικού συμβουλίου (βλ. το προσκομιζόμενο με επίκληση αριθμ. 11231/1.10.2008 ΦΕΚ, τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ). Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι οι εξουσίες της προσωρινής διοίκησης, που ορίζονται κατά το άρθρο 69 ΑΚ, είναι χρονικά περιορισμένες και επομένως, εάν η προσωρινή διοίκηση διορίστηκε για ορισμένο χρονικό διάστημα, το λειτούργημά της και συνακόλουθα και η ιδιότητα των μελών της λήγουν αυτοδίκαια με την πάροδο του χρόνου αυτού, έστω και αν δεν έπαψε να υπάρχει ο λόγος που προκάλεσε το διορισμό της (. . .).
Πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση με την ως άνω απόφαση ο διορισμός των προαναφερομένων έγινε για χρονικό διάστημα έξι μηνών από τη δημοσίευση της απόφασης, δεδομένου ότι δεν προσκομίζεται από τους διαδίκους κάποιο άλλο στοιχείο από το οποίο να αποδεικνύεται νεότερος διορισμός και για μεταγενέστερο χρονικό διάστημα μετά την πάροδο του διαστήματος αυτού έληξε η θητεία της ως άνω προσωρινής διοίκησης και συνακόλουθα και η ιδιότητα των ως άνω προσώπων.
Η απόφαση δημοσιεύτηκε στις 11.8.2008 και επομένως η λήξη επήλθε στις 12.2.2009 και έκτοτε τα πρόσωπα αυτά απώλεσαν την ως άνω ιδιότητα και δεν μπορεί να γίνει λόγος για ύπαρξη νόμιμης θητείας. Στις 21.7.2007 η ως άνω εταιρία εκπροσωπούμενη από τον πρώτο εναγόμενο κατήρτισε με τον ενάγοντα, επαγγελματία ποδοσφαιριστή, σύμβαση παροχής υπηρεσιών επαγγελματία ποδοσφαιριστή (εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου), δυνάμει της οποίας ανέλαβε αυτός (ενάγων) την υποχρέωση να προσφέρει τις ποδοσφαιρικές του υπηρεσίες στην ανωτέρω ΠΑΕ από 21.7.2007 έως 30.6.2009.
Η ανωτέρω σύμβαση, η οποία τιτλοφορείται "Συμβόλαιο Επαγγελματία Ποδοσφαιριστή" τροποποιήθηκε με το από 23.5.2008 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ των ίδιων ως άνω μερών. Βάσει των ανωτέρω ιδιωτικών συμβάσεων ρητά συμφωνήθηκε ότι οι μηνιαίες τακτικές αποδοχές του ενάγοντος θα ανέρχονταν για το χρονικό διάστημα από 21.7.2007 έως 30.5.2008 στο ποσό των 996,35 ευρώ, το οποίο θα καταβαλλόταν σε αυτόν από την ΠΑΕ το αργότερο μέχρι το τέλος του κάθε μήνα, ενώ επιπλέον δικαιούνταν δώρο Χριστουγέννων (ποσό ίσο με τις μηνιαίες τακτικές αποδοχές του), δώρο Πάσχα (ποσό ίσο προς το μισό των μηνιαίων τακτικών αποδοχών του) και επίδομα αδείας (ποσό ίσο προς το μισό των μηνιαίων τακτικών αποδοχών του).
Συμφωνήθηκε επιπλέον η καταβολή στον ενάγοντα του ποσού των 100.000 ευρώ, καθαρά, που αφορούσαν τακτικές αποδοχές και αναφέρεται στη σύμβαση ως "δόσεις, καταβλητέου (του ως άνω ποσού) σε έξι δόσεις". Συγκεκριμένα συμφωνήθηκε ότι η καταβολή στον ενάγοντα θα γινόταν ως ακολούθως: η 1Π δόση 20.000 ευρώ στις 30.10.2007, η 2Π δόση 20.000 ευρώ στις 30.11.2007, η 3" δόση 10.000 ευρώ στις 30.1.2008, η 4η δόση 20.000 ευρώ στις 30.10.2008, η 5η δόση 20.000 ευρώ στις 30.11.2008 και η 6η δόση 10.000 ευρώ στις 30.1.2009.
Δυνάμει του προαναφερομένου από 23.5.2008 ιδιωτικού συμφωνητικού τροποποίησης των ανωτέρω όρων της εργασιακής του σύμβασης συμφωνήθηκε αναφορικά με τις αγωνιστικές περιόδους 2008-2009 και 2009-2010 ως αμοιβή το ποσό των 110.000 ευρώ καθαρά, καταβλητέο σε έξι δόσεις εκ των οποίων η 1Π δόση 20.000 ευρώ στις 30.9.2008, η 2η δόση 20.000 ευρώ στις 30.1.2009, η 3η δόση 15.000 ευρώ στις 30.3.2009, η 4η δόση 20.000 ευρώ στις 30.9.2009, η 5η δόση 20.000 ευρώ στις 30.1.2010 και η 6η δόση 15.000 ευρώ στις 30.5.2010, ενώ αναπροσαρμόσθηκαν οι μηνιαίες τακτικές αποδοχές του από το ποσό των 996,35 ευρώ στο ποσό των 1.000 ευρώ και παρατάθηκε η διάρκεια της σύμβασης εργασίας του για ένα ακόμη έτος, λήγουσας πλέον στις 30.10.2010.
Εκτός των ανωτέρω, μεταξύ των ίδιων ως άνω μερών καταρτίστηκε το από 1.7.2008 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο συμφωνήθηκε να καταβληθεί στον ενάγοντα ως επί πλέον αμοιβή το ποσό των 110.000 ευρώ καθαρά, καταβλητέο σε έξι δόσεις εκ των οποίων η 1η δόση ύψους 20.000 ευρώ στις 30.10.2008, η 2η δόση ύψους 20.000 ευρώ στις 30.12.2008, η 3η δόση ύψους 15.000 ευρώ στις 28.2.2009, η 4η δόση ύψους 20.000 ευρώ στις 30.11.2009, η 5η δόση ύψους 20.000 ευρώ στις 30.3.2008 και η 6η δόση ύψους 15.000 ευρώ στις 30.6.2010.
Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι ο ενάγων παρότι προσέφερε προσηκόντως τις υπηρεσίες του στην προαναφερόμενη "ΗΡΑΚΛΗΣ Π.Α.Ε.", η τελευταία δεν του έχει καταβάλλει α) για τακτικές αποδοχές από 23.7.2009 έως 23.4.2010 το συνολικό ποσό των 10.000 ευρώ (1.000 ευρώ το ποσό της μηνιαίας τακτικής καταβολής, όπως αυτό αναπροσαρμόστηκε με το από 23.5.2008 ιδιωτικό συμφωνητικό χ 10 μήνες), β) για επίδομα αδείας 2009 το ποσό των 500 ευρώ, ήτοι ποσό ίσο με το μισό μιας μηνιαίας τακτικής καταβολής γ) για δώρο Χριστουγέννων 2009 το ποσό των 1.000 ευρώ, ήτοι ποσό ίσο με μία μηνιαία τακτική καταβολή, δ) για επίδομα Πάσχα 2010 το ποσό των 500 ευρώ, ήτοι ποσό ίσο με το μισό μίας μηνιαίας τακτικής καταβολής, ε) για δύο δόσεις συμβολαίου απορρέουσα από την ανωτέρω από 21.7.2007 σύμβαση εργασίας, σε συνδυασμό με το από 23.5.2008 συμφωνητικό τροποποίησής της, το συνολικό ποσό των 40.000 ευρώ, που αντιστοιχεί στην προαναφερόμενη 4η δόση 20.000 ευρώ, καταβλητέα στις 30.9.2009 και στην 5η δόση 20.000 ευρώ, καταβλητέα στις 30.01.2010 και στ) για δύο δόσεις από το ανωτέρω από 1.7.2008 ιδιωτικό συμφωνητικό, το συνολικό ποσό των 40.000 ευρώ, που αντιστοιχεί στην προαναφερόμενη 4η δόση, 20.000 ευρώ, καταβλητέα στις 30.11.2009 και στην 5η δόση 20.000 ευρώ, καταβλητέα στις 30.3.2010 και συνολικά το ποσό των 92.000 ευρώ.
Εν τω μεταξύ, λόγω της λήξης της θητείας του ως άνω προσωρινού διοικητικού συμβουλίου, με την από 3.5.2010 προσωρινή διαταγή του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε με την κατάθεση της με αριθμ. κατάθ. 18.851/2010 αίτησης, διορίσθηκαν μέλη της προσωρινής Διοίκησης της ως άνω ΠΑΕ οι Δ.
Δ., Α. Κ., Θ. Π., Ε. Μ. και Ι. Τ., προκειμένου να χειρισθούν και διεκπεραιώσουν τα τρέχοντα και επείγοντα θέματα της ΠΑΕ ΗΡΑΚΛΗΣ, ενώ με το από 7.5.2010 πρακτικό, της διορισθείσης προσωρινής διοίκησης, τα μέλη της προσωρινής διοίκησης συγκροτήθηκαν σε σώμα (βλ. το με αριθμ. 3996/3.6.2010 ΦΕΚ, τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ). Η θητεία της ως άνω διοίκησης ορίσθηκε μέχρι την εκδίκαση της ως άνω αίτησης στις 22.6.2010, οπότε με την παρέλευση της άνω ημερομηνίας έληξε η διάρκεια της θητείας της ως άνω προσωρινής διοίκησης.
Συνακόλουθα αφού μετά την 12.2.2009 δεν υφίσταται στον πρώτο εναγόμενο η ιδιότητα που απαιτεί το άρθρο 118Α παρ.5 του ν. 2725/1999, ήτοι μέλους Προέδρου Δ.Σ., διευθυντή, διαχειριστή, διευθύνοντα συμβούλου διοικητικού συμβουλίου που ορίσθηκε με το άρθρο 69 ΑΚ, ούτε δε διάρκεια θητείας του ως άνω προσώπου σε κάποιο υφιστάμενο διοικητικό συμβούλιο, δεν νοείται και ατομική του ευθύνη με την περιουσία του για την ικανοποίηση των αξιώσεων του ενάγοντος μετά το παραπάνω διάστημα, ο οποίος πλέον μπορεί να ικανοποιηθεί μόνο από την οφειλέτρια "ΠΑΕ ΗΡΑΚΛΗΣ" από το προϊόν της διαδικασίας εκκαθάρισης.
Επομένως δεν υφίσταται καθόλου ευθύνη του πρώτου εναγομένου. Σημειώνεται ότι ευθύνη του παραπάνω δεν μπορεί να θεμελιωθεί με βάση την αρχή της άρσης της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου κατ' εφαρμογή της γενικής ρήτρας της καλής πίστης (ΑΚ 281, 288) δεδομένου ότι ο ενάγων δεν επικαλέστηκε με την αγωγή του, αλλά ούτε και απέδειξε πραγματικά περιστατικά που να καταδεικνύουν κατάχρηση της νομικής προσωπικότητας και δη πράξη της εταιρίας που να είναι στην πραγματικότητα πράξη του εναγομένου ως κυρίαρχος μέτοχος και διαχειριστής με σκοπό τη χρησιμοποίηση της νομικής προσωπικότητας για να καταστρατηγήσει το νόμο (π.χ.
να παρακάμψει απαγόρευση που τον δεσμεύει ως φυσικό πρόσωπο) ή για να προκαλέσει με δόλο ζημία στον ενάγοντα ή για να αποφύγει, με επίκληση τη νομική προσωπικότητα, την εκπλήρωση είτε εταιρικών είτε ατομικών υποχρεώσεών του και δη πχ σύγχυση της εταιρικής με την ατομική περιουσία του ως κυρίαρχος μέτοχος, συναλλαγές με παρένθετο πρόσωπο, ενώ αυτός στην ουσία συναλλάσσεται υπό την εταιρική επωνυμία για δικό του όφελος (βλ.
ΟλΑΠ 2/2013). Κατόπιν τούτου η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατ' ακολουθίαν όλων των προαναφερομένων πρέπει η από 12.12.2017 και με αύξ. αριθμ. κατ. 22275/3497/2017 έφεση των εναγομένων να γίνει εν μέρει δεκτή, ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση ως προς το κεφάλαιο της κύριας αγωγής.
Ακολούθως, αφού κρατηθεί και δικαστεί η υπόθεση από το δικαστήριο αυτό (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει η υπό κρίση αγωγή να απορριφθεί, ως αβάσιμη από ουσιαστική άποψη για τον πρώτο εναγόμενο και ως απαράδεκτη για το δεύτερο εναγόμενο". 7.-Με την κρίση του αυτή, αναφορικά με τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων που κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης είχε την ιδιότητα του Προέδρου του προσωρινού διοικητικού συμβουλίου της Ποδοσφαιρικής Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΠΑΕ Ηρακλής", το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 118 Α του Ν. 2725/1995, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 20 του ν. 3479/2006, υποπίπτοντας στην από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια.
Και τούτο διότι κρίσιμος χρόνος για τη γέννηση της ευθύνης των Προέδρων Διοικητικού Συμβουλίου, διευθυντών, διαχειριστών και διευθυνόντων συμβούλων προσωρινών διοικήσεων ανωνύμων αθλητικών εταιριών για χρέη και υποχρεώσεις των τελευταίων, στα οποία περιλαμβάνονται και οι οφειλές των Ποδοσφαιρικών Ανωνύμων Εταιριών (ΠΑΕ) προς επαγγελματίες ποδοσφαιριστές, είναι να έχουν αυτοί την ως άνω ιδιότητα κατά το χρόνο κατάρτισης των σχετικών συμβάσεων, οπότε γεννώνται και οι σχετικές υποχρεώσεις της ΠΑΕ έναντι των ποδοσφαιριστών της, είναι δε αδιάφορο, εάν κατά το χρόνο που οι αξιώσεις αυτές κατέστησαν ληξιπρόθεσμες και απαιτητές, είχε κατά νόμο λήξει η θητεία αυτών ως μελών της ορισθείσας με ασφαλιστικά μέτρα προσωρινής διοίκησης.
Αυτονόητη προϋπόθεση για τη γέννηση της κατά τα άνω ευθύνης των εχόντων την πιο πάνω ιδιότητα μελών της προσωρινής διοίκησης της ΠΑΕ είναι ο σχετικός διορισμός αυτών να έχει λάβει χώρα νομίμως με την έκδοση απόφασης ασφαλιστικών μέτρων για τον ορισμό προσωρινής διοίκησης κατά το άρθρο 69 του ΑΚ (ή πριν τη λήψη της πιο πάνω απόφασης, με την έκδοση προσωρινής διαταγής) και οι σχετικές συμβάσεις να έχουν καταρτισθεί κατά το χρόνο ισχύος της ως άνω απόφασης ασφαλιστικών μέτρων ή προσωρινής διαταγής, πριν δηλαδή τη με βάση αυτών λήξη της ορισθείσας θητείας των (αδιαφόρως της τυχόν de facto συνέχισης άσκησης των σχετικών καθηκόντων), περιστατικά που πρέπει να διαλαμβάνει στην απόφασή του το δικαστήριο της ουσίας, εφόσον συνάγονται από τις αποδείξεις.
Επομένως, ο περί τούτου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πρώτος λόγος αναίρεσης, καθ' ο μέρος αφορά τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων, είναι βάσιμος. 8.-Ως πράγματα, η μη λήψη υπόψη των οποίων από το δικαστήριο της ουσίας, ιδρύει τον από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ προβλεπόμενο αναιρετικό λόγο, νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (Ολ ΑΠ 14/2004, ΑΠ 421/2009, ΑΠ 834/2009), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης γεγονότων (ΟλΑΠ 469/1984).
Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη της τον πρωτοδίκως και κατ' έφεση προταθέντα ισχυρισμό αυτού, ότι απαραδέκτως και καταχρηστικώς γίνεται (εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων) επίκληση της ακυρότητας της εκλογής διοικητικού συμβουλίου από τη Γενική Συνέλευση, για το λόγο ότι δεν έλαβαν χώρα οι προβλεπόμενες από το νόμο δημοσιεύσεις, εφόσον καθόλο το χρονικό διάστημα από 13.7.2007 έως 2.5.2010 οι αναιρεσίβλητοι ήταν μέλη της μοναδικής διοίκησης της ΠΑΕ, η οποία χωρίς κώλυμα και χωρίς να διαφανεί υπόνοια περί μη νομίμου συνθέσεώς της ασκούσε όλες τις πράξεις διαχειριστικές και μη της ΠΑΕ.
Ο λόγος αυτός στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως και είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση, προκειμένου να καταλήξει στο συμπέρασμα περί μη ευθύνης των αναιρεσιβλήτων, δεν στηρίχθηκε στην έλλειψη ευθύνης αυτών, λόγω ακυρότητας του διορισμού αυτών, ως μελών της διοίκησης της ΠΑΕ, συνεπεία της παράλειψης τήρησης των κατά νόμο διατυπώσεων δημοσιότητας, αλλά κατέληξε (εσφαλμένως) στο συμπέρασμα περί έλλειψης ευθύνης αυτών λόγω λήξης της θητείας των στις 12.2.2009 σε συνδυασμό με το χρόνο που οι επίδικες απαιτήσεις του αναιρεσείοντος ποδοσφαιριστή από τις πιο πάνω συμβάσεις, κατέστησαν ληξιπρόθεσμες και απαιτητές.
9.-Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 έως 340 και 346 ΚΠολΔ. προκύπτει ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση περί της αληθείας ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Εξ άλλου, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11γ του ΚΠολΔ ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι. Για την ίδρυση του λόγου αυτού, για την οποία αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τέτοια αποδεικτικά μέσα, πρέπει το μέσο αυτό να είναι χρήσιμο προς άμεση ή έμμεση [δια τεκμηρίων] απόδειξη γεγονότων που συγκροτούν ισχυρισμό λυσιτελή (που επιδρά στο διατακτικό), παραδεκτό και νόμω βάσιμο, αφού μόνο ένα τέτοιο ουδιώδες γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ ΑΠ 42/2002, ΟλΑΠ 8/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν έλαβε υπόψη της την κατάθεση του μάρτυρά του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, από όπου προκύπτει ότι "οι δια της παρούσης αναιρεσίβλητοι ήταν η μία, μοναδική και πραγματική διοίκηση της "ΠΑΕ Ηρακλής", με αποτέλεσμα να αχθεί λανθασμένα στη μη διάγνωση της ευθύνης τόσο του πρώτου, όσο και του δεύτερου των αναιρεσιβλήτων, Δ.
Π., καθώς, όπως εδέχθη, μόνη η δυνατότητα υπογραφής και δέσμευσης της ΠΑΕ δε συνιστά άσκηση τέτοιων καθηκόντων". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, διότι είναι αδιάφορο εάν με βάση την κατάθεση του μάρτυρα οι αναιρεσιβλήτοι ασκούσαν ή όχι πραγματική διοίκηση και ότι στα πλαίσια αυτής ο δεύτερος αναιρεσίβλητος ασκούσε συγκεκριμένα εκτελεστικά και διοικητικά καθήκοντα, αφού προϋπόθεση της ευθύνης είναι η ιδιότητα αυτών ως Προέδρων Διοικητικού Συμβουλίου, διευθυντών, διαχειριστών και διευθυνόντων συμβούλων προσωρινών διοικήσεων ανωνύμων αθλητικών εταιριών για χρέη και υποχρεώσεις των τελευταίων, στα οποία περιλαμβάνονται και οι οφειλές Ποδοσφαιρικών Ανωνύμων Εταιριών (ΠΑΕ) προς επαγγελματίες ποδοσφαιριστές, κατά το χρόνο κατάρτισης των συμβάσεων και όχι η de facto άσκηση των ανωτέρω καθηκόντων.
10.-Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, ως εσφαλμένη εφαρμογή των ορισμών του νόμου για το βάρος της αποδείξεως, που θεμελιώνει λόγο αναιρέσεως, νοείται η παρά τους ορισμούς του άρθρου 338 ΚΠολΔ κατανομή του (υποκειμενικού) βάρους αποδείξεως, που προϋποθέτει την έκδοση παρεμπίπτουσας αποφάσεως περί αποδείξεως (ΑΠ 699/2012, ΑΠ 1436/2003).
Τέτοια όμως απόφαση δεν εκδίδεται κατά τη διαδικασία εκδικάσεως των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 έως 676 του ΚΠολΔ, όπως αυτά ίσχυαν πριν το ν. 4055/2012), κατά την οποία, σύμφωνα με το άρθρο 670 του ΚΠολΔ, οι διάδικοι έως το τέλος της συζητήσεως στο ακροατήριο προσάγουν όλα τα αποδεικτικά μέσα. Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της εσφαλμένης εφαρμογής των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος αποδείξεως, με επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, γιατί το Εφετείο δίκασε κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 663 έως 676 του ΚΠολΔ και δεν εξέδωσε παρεμπίπτουσα απόφαση περί αποδείξεως. 11.-Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος απαραίτητη προϋπόθεση είναι το δικαστήριο της ουσίας με τη προσβαλλομένη απόφασή του να έχει καταρτίσει ελάσσονα πρόταση εκτίμησης των αποδείξεων και διατύπωσης αποδεικτικού πορίσματος. Επομένως δεν ιδρύεται ο σχετικός λόγος, αν η εν λόγω πλημμέλεια αφορά τη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού βάσει της οποίας το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή, την ανακοπή ή την ένσταση ως μη νόμιμη ή για άλλο τυπικό λόγο (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1208/2008, AΠ 121/2009).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή η μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβιάσεως του νόμου, διότι περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες και ειδικότερα α) ενώ δέχεται ότι ". . .παραδεκτά στρέφεται κατά του πρώτου εναγομένου ως προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της ως άνω ποδοσφαιρικής ανώνυμης εταιρίας, ο οποίος είναι υπεύθυνος για τα χρέη του νομικού προσώπου έναντι των τρίτων σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 118Α του Ν. 2725/1999..." στη συνέχεια δέχεται αντιφατικά ότι ". . .
Συνακόλουθα αφού μετά την 12.2.2009 δεν υφίσταται στον πρώτο εναγόμενο η ιδιότητα που απαιτεί το άρθρο 118Α παρ. 5 του Ν. 2725/1999, ήτοι μέλους Προέδρου ΔΣ, διευθυντή διαχειριστή. . . ούτε δε διάρκεια θητείας του ως άνω προσώπου σε κάποιο υφιστάμενο διοικητικό συμβούλιο, δεν νοείται και ατομική του ευθύνη με την περιουσία του για την ικανοποίηση των αξιώσεων του ενάγοντος μετά το παραπάνω διάστημα...", β) ενώ δέχεται ότι ". . .Περαιτέρω, όμως, η αγωγή δεν στρέφεται παραδεκτά κατά του δεύτερου εναγομένου, που κατά τα ιστορούμενα η κατ' αυτού νομιμοποίηση στηρίζεται στην ιδιότητα του ασκούντος εν τοις πράγμασι καθήκοντα διαχειριστή και διευθύνοντος συμβούλου κατά την προεδρία του πρώτου εναγομένου έχοντος δικαίωμα υπογραφής και δέσμευσης της εταιρίας έναντι τρίτων, αφού μόνη η αναφερόμενη δυνατότητα να υπογράφει είτε κατά πληρεξουσιότητα του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου είτε κατά σχετική ρήτρα του διορισμού του, δεσμεύοντας την ΠΑΕ, δεν συνιστά άσκηση τέτοιων καθηκόντων. . .", στη συνέχεια αντιφατικά δέχεται ότι ". . .Ακόμη συμφωνήθηκε ότι η ως άνω ΠΑΕ θα εκπροσωπείται και θα δεσμεύεται με μόνη την υπογραφή του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου ή του Αντιπροέδρου του ΔΣ που θα ενεργούν στο όνομα και για λογαριασμό της εταιρίας. . ." και γ) ενώ δέχεται ότι ". . .έχοντας δικαίωμα υπογραφής και δέσμευσης της εταιρίας έναντι τρίτων, αφού μόνη η αναφερόμενη δυνατότητα του εν λόγω προσώπου να υπογράφει είτε κατά πληρεξουσιότητα του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου είτε κατά σχετική ρήτρα του διορισμού του δεσμεύοντας την ΠΑΕ δεν συνιστά άσκηση τέτοιων καθηκόντων. . .", στη συνέχεια εντελώς αναιτιολόγητα καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ". . .επρόκειτο μόνο για δυνατότητα και ουδόλως για άσκηση".
Ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθότι οι διαλαμβανόμενες στον οικείο αναιρετικό λόγο αιτιάσεις δεν συνιστούν αντιφατικές αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, εφ' όσον άλλο είναι το ζήτημα της εκπροσώπησης της ΠΑΕ έναντι τρίτων βάσει σχετικής απόφασης του προσωρινού διοικητικού συμβουλίου της ΠΑΕ που αναθέτει της ως άνω εκπροσώπηση σε κάποιο εκ των μελών του ΔΣ και άλλο το ζήτημα της έλλειψης ατομικής ευθύνης αυτού έναντι τρίτων, εξ αιτίας της μη συνδρομής στο πρόσωπό του κάποιας εκ των αναγραφομένων στο άρθρο 118Α Ν. 2725/1999 ιδιοτήτων ή (κατά την εσφαλμένη κρίση της προσβαλλομένης απόφασης) λόγω λήξης της θητείας αυτού.
Σημειώνεται, ότι η υπό στοιχείο γ) πλημμέλεια της έλλειψης αιτιολογίας, αφορά τη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού βάσει της οποίας το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή (εσφαλμένα) ως απαράδεκτη ως προς το δεύτερο εναγόμενο - δεύτερο αναιρεσίβλητο (ενώ έπρεπε να την απορρίψει ως μη νόμιμη κατά τα προαναφερόμενα) και συνεπώς δεν ιδρύεται ο σχετικός από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης. 12.-Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει κατά παραδοχή του πρώτου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο πρώτος αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 1 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Σημειώνεται, ότι δεν επιδικάζονται δικαστικά έξοδα υπέρ του δεύτερου αναιρεσίβλητου, ως προς τον οποίο απορρίπτεται η αίτηση αναίρεσης, διότι αυτός λόγω της ερημοδικίας του στην αναιρετική δίκη, δεν υποβλήθηκε σε δικαστικά έξοδα.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 6.7.2020 και με αριθ. κατάθεσης 1587/171/6.7.2020 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθμ. 176/22.1.2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως προς το δεύτερο αναιρεσίβλητο.- ΔΕΧΕΤΑΙ την από 6.7.2020 και με αριθ. κατάθεσης 1587/171/6.7.2020 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθμ. 176/22.1.2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο Α. Π..- ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμ. 176/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο.- ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως.- ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον πρώτο αναιρεσίβλητο Α. Π., στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2300) ευρώ.- ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Απριλίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ