Supreme Court quashes lower court decision for insufficient reasoning regarding consumer contract terms and remands case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece quashed the First Instance Court's decision due to insufficient and contradictory reasoning concerning consumer contract terms. The appellants argued that the court failed to properly evaluate whether specific clauses were abusive under consumer protection laws. Consequently, the case was remanded for retrial by a different judge to allow for a proper examination of the legal arguments.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560 no. 6 and 580 no. 3 of the Code of Civil Procedure; A court decision must provide sufficient and non-contradictory reasoning to enable effective appellate review, particularly when assessing the applicability of consumer protection laws to contract terms.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1124 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1124/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα - Εισηγήτρια και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Απριλίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. Χ. του Α., 2) Ε. συζύγου Κ. Χ., κατοίκων … Σερρών, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Σαφαρή με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.» ως καθολικής διαδόχου της αρχικά εναγομένης Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία «ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρίνα – Χαριτίνη Μηλιώνη με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13.03.2011 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Σερρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 153/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 42/2015 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7/3/2016 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[I] Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ’ αριθμ. 42/2015 τελεσίδικη απόφαση του δικάσαντος ως Εφετείου Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών, το οποίο, δεχόμενο την από 14.12.2012 έφεση της δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας κατά της 154/2012 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Σερρών, που είχε δεχτεί την από 10.03.2011 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων εναντίον της, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και κρατώντας την υπόθεση, δίκασε επί της ανωτέρω αγωγής, και απέρριψε αυτήν ως ουσιαστικά αβάσιμη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
[II] Κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ν. 2251/1994 «περί προστασίας των καταναλωτών», όπως ο νόμος αυτός ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το ν. 3587/2007 και έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, αφού η καταχρηστικότητα ενός Γ.Ο.Σ. κρίνεται σύμφωνα με το δίκαιο που ισχύει κατά το χρόνο που γίνεται η χρήση του (ΟλΑΠ 15/2007), οι όροι που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για μελλοντικές συμβάσεις (γενικοί όροι των συναλλαγών), δεν δεσμεύουν τον καταναλωτή, εάν κατά την κατάρτιση της συμβάσεως, τους αγνοούσε ανυπαιτίως, όπως, ιδίως, όταν ο προμηθευτής δεν του υπέδειξε την ύπαρξή τους ή του στέρησε τη δυνατότητα να λάβει πραγματική γνώση του περιεχομένου τους. Επίσης, κατά την παράγραφο 6 του άρθρου 2 του ιδίου νόμου, γενικοί όροι συναλλαγών, που έχουν ως αποτέλεσμα τη σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών σε βάρος του καταναλωτή, απαγορεύονται και είναι άκυροι. Ο καταχρηστικός χαρακτήρας τέτοιου γενικού όρου κρίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση, ο σκοπός της, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψή της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της συμβάσεως ή άλλης συμβάσεως, από την οποία αυτή εξαρτάται.
Ο περιέχων τη διάταξη αυτή νόμος 2251/1994 αποτελεί ενσωμάτωση στο εθνικό δίκαιο της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 05.04.1993 «σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες συμβάσεων που συνάπτονται με τους καταναλωτές». Στο άρθρο 3 παρ. 1 της εν λόγω οδηγίας ορίζεται, ότι «ρήτρα σύμβασης, που δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, θεωρείται καταχρηστική, όταν, παρά την απαίτηση της καλής πίστης, δημιουργείται εις βάρος του καταναλωτή ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των μερών, τα απορρέοντα από τη σύμβαση». Η ρύθμιση της παρ. 6 του άρθρου 2 του ν. 2251/1994 αποτελεί εξειδίκευση της γενικής αρχής του άρθρου 281 του ΑΚ, κατά την οποία απαγορεύεται η καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος ή η κατάχρηση ενός θεσμού, όπως είναι η συμβατική ελευθερία. Περαιτέρω, εκτός από την ανωτέρω γενική ρήτρα για την καταχρηστικότητα των Γ.Ο.Σ., που συνεπάγονται διατάραξη της συμβατικής ισορροπίας, στην παράγραφο 7 του άρθρου 2 του ν. 2251/1994 απαριθμούνται ενδεικτικώς και τριάντα δύο περιπτώσεις γενικών όρων που θεωρούνται άνευ ετέρου (per se) καταχρηστικοί, χωρίς ως προς αυτούς να ερευνάται η συνδρομή των προϋποθέσεων της γενικής ρήτρας, αφού αυτοί θεωρούνται κατ' αμάχητο τεκμήριο ότι έχουν καταχρηστικό χαρακτήρα. Ειδικότερα, στην παράγραφο 7 του εν λόγω άρθρου του ν. 2251/1994, όπως ήδη ισχύει, ορίζεται ότι:
«Σε κάθε περίπτωση καταχρηστικοί είναι ιδίως οι όροι που:
α) παρέχουν στον προμηθευτή, χωρίς εύλογη αιτία, υπερβολικά μεγάλη προθεσμία αποδοχής της πρότασης του καταναλωτή για σύναψη σύμβασης,
β) περιορίζουν τις ανειλημμένες συμβατικές υποχρεώσεις και ευθύνες των προμηθευτών,
γ) προβλέπουν προθεσμία καταγγελίας της σύμβασης υπερβολικά σύντομη για τον καταναλωτή ή υπερβολικά μακρά για τον προμηθευτή,
δ) συνεπάγονται την παράταση ή ανανέωση της σύμβασης για χρονικό διάστημα υπερβολικά μακρό, αν ο καταναλωτής δεν την καταγγείλει σε ορισμένο χρόνο,
ε) επιφυλάσσουν στον προμηθευτή το δικαίωμα μονομερούς τροποποίησης ή λύσης της σύμβασης χωρίς ορισμένο, ειδικό και σπουδαίο λόγο, ο οποίος να αναφέρεται στη σύμβαση,
στ) επιτρέπουν στον προμηθευτή να καταγγείλει σύμβαση αόριστης διάρκειας χωρίς εύλογη προθεσμία,
ζ) επιφυλάσσουν στον προμηθευτή το δικαίωμα να κρίνει μονομερώς αν η παροχή του είναι σύμφωνη με τη σύμβαση,
η) επιφυλάσσουν στον προμηθευτή το απεριόριστο δικαίωμα να ορίζει μονομερώς το χρόνο εκπλήρωσης της παροχής του,
θ) ορίζουν ότι η παροχή δεν είναι υποχρεωτικό να ανταποκρίνεται στις ουσιώδεις, για τον καταναλωτή, προδιαγραφές, στο δείγμα, στις ανάγκες της ειδικής χρήσης, για την οποία την προορίζει ο καταναλωτής και την οποία αποδέχεται ο προμηθευτής ή στο συνηθισμένο προορισμό της,
ι) επιτρέπουν στον προμηθευτή να μην εκτελέσει τις υποχρεώσεις του χωρίς σπουδαίο λόγο,
ια) χωρίς σπουδαίο λόγο αφήνουν το τίμημα αόριστο και δεν επιτρέπουν τον προσδιορισμό του με κριτήρια ειδικά καθορισμένα στη σύμβαση και εύλογα για τον καταναλωτή,
ιβ) περιορίζουν την ευθύνη του προμηθευτή για κρυμμένα ελαττώματα του πράγματος,
ιγ) αποκλείουν ή περιορίζουν υπέρμετρα την ευθύνη του προμηθευτή,
ιδ) προβλέπουν τη μετακύληση της ευθύνης του πωλητή, ή του εισαγωγέα αποκλειστικά στον παραγωγό του αγαθού ή σε άλλον,
ιε) περιορίζουν την υποχρέωση του προμηθευτή να τηρεί τις υποχρεώσεις που έχουν αναλάβει οι εντολοδόχοι του ή εξαρτούν την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του από την τήρηση ειδικής τυπικής διαδικασίας,
ιστ) επιτρέπουν στον προμηθευτή να καταγγέλλει τη σύμβαση κατά την κρίση του, αν η ίδια ευχέρεια δεν αναγνωρίζεται στον καταναλωτή, ή να παρακρατεί τα ποσά που έχουν καταβληθεί για παροχές που δεν έχουν ακόμη εκτελεσθεί από αυτόν, όταν τη σύμβαση καταγγέλλει ο ίδιος,
ιζ) συνεπάγονται παραίτηση του καταναλωτή από τα δικαιώματά του σε περίπτωση μη εκπλήρωσης ή πλημμελούς εκπλήρωσης της παροχής του προμηθευτή, ακόμη και αν τον προμηθευτή βαρύνει πταίσμα,
ιη) εμποδίζουν τον καταναλωτή να υπαναχωρήσει (από τη σύμβαση), όταν η αύξηση του τιμήματος σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης είναι υπερβολική για αυτόν,
ιθ) αποκλείουν ή περιορίζουν τη νόμιμη ευχέρεια του καταναλωτή να μην εκτελέσει τη σύμβαση,
κ) απαγορεύουν στον καταναλωτή να επισχέσει εν όλω ή εν μέρει την καταβολή του τιμήματος, όταν ο προμηθευτής δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του,
κα) επιβάλλουν στον καταναλωτή που πιστώθηκε με το τίμημα των αγαθών ή υπηρεσιών να εκδώσει μεταχρονολογημένη επιταγή,
κβ) συνεπάγονται παραίτηση του καταναλωτή από τις ενστάσεις του κατά τρίτου που διαδέχεται τον προμηθευτή στη σχέση με τον καταναλωτή,
κγ) απαγορεύουν στον καταναλωτή να προτείνει σε συμψηφισμό προς υποχρεώσεις του από τη σύμβαση ομοειδείς απαιτήσεις του κατά του προμηθευτή,
κδ) βεβαιώνουν ότι ο καταναλωτής γνωρίζει ορισμένους όρους της σύμβασης ή την κατάσταση των προμηθευόμενων πραγμάτων ή την ποιότητα των υπηρεσιών, ενώ πραγματικά τα αγνοεί,
κε) υποχρεώνουν τον καταναλωτή να προκαταβάλει υπερβολικά μεγάλο μέρος του τιμήματος πριν αρχίσει η εκτέλεση της σύμβασης από τον προμηθευτή, μολονότι ο προμηθευτής δεν ανέλαβε την υποχρέωση να εκτελέσει παραγγελία του καταναλωτή με βάση συγκεκριμένες προδιαγραφές ή χαρακτηριστικά ούτε η παροχή του προμηθευτή συνιστάται σε υπηρεσίες με κράτηση,
κστ) επιτρέπουν στον προμηθευτή να απαιτήσει από τον καταναλωτή υπέρμετρες εγγυήσεις,
κζ) αναστρέφουν το βάρος της απόδειξης σε βάρος του καταναλωτή ή περιορίζουν υπέρμετρα τα αποδεικτικά του μέσα,
κη) περιορίζουν υπέρμετρα την προθεσμία, μέσα στην οποία ο καταναλωτής οφείλει να υποβάλει στον προμηθευτή τα παράπονα ή να εγείρει τις αξιώσεις του κατά του προμηθευτή,
κθ) αναθέτουν στον προμηθευτή χωρίς σπουδαίο λόγο την αποκλειστικότητα της συντήρησης και των επισκευών του πράγματος και της προμήθειας των ανταλλακτικών,
λ) επιβάλλουν στον καταναλωτή, σε περίπτωση μη εκπλήρωσης της παροχής του, υπέρμετρη οικονομική επιβάρυνση ή
λα) αποκλείουν την υπαγωγή των διαφορών από σύμβαση στο φυσικό τους δικαστή με την πρόβλεψη αποκλειστικής αλλοδαπής δικαιοδοσίας ή διαιτησίας,
λβ) προβλέπουν την καταβολή αποζημίωσης στον προμηθευτή, χωρίς αυτός να υποχρεούται να επικαλεστεί και να αποδείξει τη ζημία που υπέστη».
Η σωρευτική, εφαρμογή από το δικαστήριο των παραγράφων 6 και 7 του άρθρου 2 του ν. 2251/1994, επιβάλλεται δεν αποκλείεται, καθώς η επίκληση του γενικού αξιολογικού κριτηρίου «της διατάραξης της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή» είναι δυνατό να έχει αξία και χρησιμότητα για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και αόριστων αξιολογικών κριτηρίων που χρησιμοποιεί ο νόμος στις επί μέρους περιπτώσεις του ενδεικτικού καταλόγου. Άλλωστε και οι περιγραφόμενες από το νόμο ειδικές περιπτώσεις, κατ’ αμάχητο τεκμήριο, καταχρηστικότητας, αποτελούν ενδείκτες που καθοδηγούν στην ερμηνεία της γενικής ρήτρας και συγκεκριμένα της έννοιας της διατάραξης της συμβατικής ισορροπίας. Μεταξύ των καθοδηγητικών αρχών που συνάγονται από τις ειδικές αυτές περιπτώσεις είναι και η αρχή της διαφάνειας, η αρχή της απαγόρευσης της χωρίς λόγο ανάθεσης του προσδιορισμού της παροχής ή των επί μέρους στοιχείων της στην απόλυτη κρίση του προμηθευτή, καθώς και η αρχή της απαγόρευσης της εκ των προτέρων, χωρίς σπουδαίο λόγο, δέσμευσης του καταναλωτή, να μην ασκήσει, κατά την λειτουργία και εξέλιξη της σύμβασης, νόμιμα δικαιώματά του έναντι του προμηθευτή.
Ειδικότερα, σύμφωνα με την αρχή της διαφάνειας, η οποία ρητά διατυπώνεται και στο άρθρο 5 της Οδηγίας, οι Γ.Ο.Σ. πρέπει να είναι διατυπωμένοι με τρόπο σαφή και κατανοητό, ώστε ο καταναλωτής να είναι σε θέση να διαγνώσει εκ των προτέρων κρίσιμα στοιχεία ή μεγέθη της σύμβασης, όπως τη διάρκειά της και τα μεγέθη που περικλείονται στη βασική σχέση παροχής και αντιπαροχής.
Η σχέση αυτή παροχής και αντιπαροχής, ενώ καταρχήν δε λαμβάνεται υπόψη για την εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα κάποιου Γ.Ο.Σ., εντούτοις, σύμφωνα και με το άρθρο 4 παρ. 2 της Οδηγίας, ελέγχεται, εάν ο σχετικός όρος δεν είναι διατυπωμένος κατά τρόπο σαφή και κατανοητό, εάν δηλαδή έχει παραβιασθεί η αρχή της διαφάνειας.
Με τους ΓΟΣ δεν απαγορεύεται η απόκλιση από οποιαδήποτε διάταξη ενδοτικού δικαίου, αλλά μόνο από εκείνες, που φέρουν «καθοδηγητικό» χαρακτήρα ή σε περίπτωση άτυπων συναλλακτικών μορφών, από τα ουσιώδη, για την επίτευξη του σκοπού και τη διατήρηση της φύσης της σύμβασης, δικαιώματα και υποχρεώσεις των μερών, που απηχούν πράγματι δικαιολογημένες προσδοκίες του πελάτη για το συγκεκριμένο είδος συναλλαγής.
Καταχρηστικός και συνεπώς άκυρος είναι κάθε ΓΟΣ, ο οποίος, χωρίς επαρκή και εύλογη αιτία, αποκλίνει από ουσιώδεις και βασικές αξιολογήσεις του ενδοτικού δικαίου, δηλαδή από τις τυπικές και συναλλακτικά δικαιολογημένες προσδοκίες του πελάτη. Η καθοδηγητική λειτουργία του ενδοτικού δικαίου διαταράσσεται, όταν με το περιεχόμενο του ΓΟΣ αλλάζει η εικόνα που έχει διαμορφωθεί με βάση τους κανόνες του ενδοτικού δικαίου για τη συγκεκριμένη συμβατική μορφή.
Ωσαύτως, ελέγχεται για καταχρηστικότητα ρύθμιση ενός ΓΟΣ, με τον οποίο επέρχεται περιορισμός θεμελιωδών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που προκύπτουν από τη φύση της σύμβασης, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να απειλείται ματαίωση του σκοπού της. Έτσι, κατά τη διαδικασία προς διαπίστωση της καταχρηστικότητας ΓΟΣ, πρέπει πρώτα να ερευνάται αν υπάρχει τυπική διατάραξη ως απόκλιση από τη συνηθισμένη ρύθμιση και στη συνέχεια, να ερευνάται ο βαθμός έντασης της απόκλισης αυτής, δηλαδή αν η απόκλιση αυτή στη συγκεκριμένη περίπτωση, αφορά αξιολογικές εκτιμήσεις καθοδηγητικού χαρακτήρα.
Εντέλει, κατά τον έλεγχο του κύρους του περιεχομένου ενός ΓΟΣ, εξετάζεται σε πρώτη φάση αν αντίκειται σε απαγορευτική ρήτρα, που συγκαταλέγεται στην ενδεικτική απαρίθμηση του καταλόγου του άρθρου 2 παρ.7 του Ν. 2251/1994, ο οποίος περιέχει «per se» καταχρηστικές ρήτρες. Σε περίπτωση αρνητικού αποτελέσματος, ελέγχεται κατά πόσο ο συγκεκριμένος ΓΟΣ περιέχει απόκλιση από ουσιώδεις αξιολογήσεις καθοδηγητικού χαρακτήρα του ενδοτικού δικαίου, όπως προεκτέθηκε.
Συγκεκριμένα, σε περίπτωση αποδοχής, με σύμβαση ενυπόθηκου δανείου με σταθερό επιτόκιο από τράπεζα σε πελάτη, της δυνατότητας προεξόφλησης από το δανειολήπτη του δανείου, υπό τον όρο καταβολής πρόσθετης παροχής (αποζημίωσης) στο δανειστή, το ύψος της παροχής αυτής θα κριθεί με βάση την αρχή της εύλογης αποζημιώσεως, η οποία δεν μπορεί, σύμφωνα με τα άρθρα 281, 288 και 178 ΑΚ, να υπερβεί το ύψος της πραγματικής ζημίας, θετικής ή αποθετικής, που υφίσταται ο δανειστής από την πρόωρη εξόφληση.
Το επιτρεπτό δε και νόμιμο της πρόσθετης αυτής παροχής του δανειολήπτη, σε περίπτωση πρόωρης εξόφλησης του ποσού του δανείου, υπολογίζεται με βάση το κόστος του δανεισμού που έχει ο δανειστής (Τράπεζα) για το συγκεκριμένο κεφάλαιο και το αναμενόμενο κέρδος που έχει από τη χορήγηση του δανείου στο συγκεκριμένο καταναλωτή.
Οι ενδεχόμενες ζημίες και τα διαφυγόντα κέρδη του δανειστή θα οφείλονται στη μείωση των επιτοκίων χορηγήσεων κατά την πρόωρη εξόφληση, αν με τις συνθήκες που επικρατούν κατ' αυτήν το κεφάλαιο δεν θα μπορεί να χορηγηθεί με επιτόκιο στο ίδιο ύψος με αυτό του πρόωρα ληγμένου δανείου. Κατά συνέπεια, κριτήρια υπολογισμού της απώλειας του δανειστή, αν αυτός είναι Τράπεζα, από την εξόφληση μέχρι την κανονική λήξη του δανείου, είναι ο χρόνος που απομένει από την προεξόφληση μέχρι την κανονική λήξη του δανείου, το ύψος των επιτοκίων κατά τη σύναψη και τη λήξη του δανείου και το λειτουργικό κόστος και το κόστος του πιστωτικού κινδύνου, από τα οποία απαλλάσσεται η Τράπεζα με την προεξόφληση του δανείου (ΟλΑΠ 15/2007, ΑΠ 652/2010).
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το τρίτο άρθρο του άρθρου 1 του ν.4335/2015, «κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο:
(1) [...].
(6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης».
Κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, που είναι αντίστοιχος με εκείνον του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ίδιου κώδικα, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 2267/2013).
[III] Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών, ερευνώντας την ουσιαστική βασιμότητα της από 14.12.2012 έφεσης της εναγομένης δικαιοπαρόχου της ήδη αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας κατά της πρωτόδικης απόφασης του Ειρηνοδικείου Σερρών, δέχτηκε τα ακόλουθα:
«| Δυνάμει της με αριθμό .../20.8.2008 σύμβασης δανείου, που συνήφθη στις Σέρρες μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων του εδρεύοντος στις Σέρρες υποκαταστήματος της αρχικώς εναγομένης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.» και των εναγόντων, χορηγήθηκε στους τελευταίους δάνειο ποσού 42.000,00 ευρώ για την κάλυψη των στεγαστικών τους αναγκών, τη τήρηση δε των όρων και την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απέρρεαν από την προαναφερόμενη σύμβαση εγγυήθηκε ο Α. Χ. του Κ.. Σύμφωνα με τους όρους της ως άνω σύμβασης προβλέφθηκαν ειδικότερα, μεταξύ άλλων, τα εξής:
α) το δάνειο θα είχε διάρκεια 30 χρόνια με συμφωνημένη περίοδο χάριτος τριών μηνών (όρος 5 α' και β'),
β) το επιτόκιο θα ήταν σταθερό για 15 έτη σε ποσοστό που θα ίσχυε κατά την εφάπαξ εκταμίευση του δανείου, πλέον των εισφορών του Ν. 128/1975, ενώ κατά τη λήξη της διάρκειας του σταθερού επιτοκίου ο οφειλέτης είχε τη δυνατότητα να επιλέξει μεταξύ (i) κυμαινόμενου επιτοκίου για την υπολειπόμενη διάρκεια του δανείου, με τους ειδικότερους όρους που αναγράφονταν στη σύμβαση και (ii) σταθερού επιτοκίου με τους, επίσης, ειδικότερους όρους που αναγράφονταν στη σύμβαση, (όρος 6 α'),
γ) η αποπληρωμή του δανείου από τον οφειλέτη θα γίνονταν με τοκοχρεωλυτικές δόσεις (όρος 7),
δ) η διάρκεια της σύμβαση είχε συμφωνηθεί για ορισμένο χρόνο και η εξόφληση του δανείου είχε σαφώς καθορισθεί, ώστε η Τράπεζα, εφόσον ο οφειλέτης εκπληρώνει με συνέπεια όλες τις συμβατικές του υποχρεώσεις, δεν δικαιούται να διακόψει πρόωρα τη σύμβαση, ούτε να μεταβάλλει τον τρόπο εξόφλησης του δανείου, ενώ παρέχονταν στον οφειλέτη η δυνατότητα να τροποποιήσει μονομερώς τον τρόπο εξόφλησης, αποπληρώνοντας πρόωρα μερικά ή ολικά την εκάστοτε υπολειπόμενη οφειλή (άρθρο 11 α') και
ε) σε περίπτωση πρόωρης αποπληρωμής του δανείου ο οφειλέτης, τροποποιώντας μονομερώς τη δανειακή σύμβαση, ανέλαβε αυτοδίκαια την υποχρέωση να καταβάλλει στην Τράπεζα:
(i) εφόσον πρόκειται για δάνειο, στο οποίο εφαρμόζεται κατά την ημερομηνία προπληρωμής σταθερό επιτόκιο, εύλογη αποζημίωση, σε αποκατάσταση της ζημίας της Τράπεζας από το επωμιζόμενο από την ίδια κόστος επανατοποθέτησης του ποσού που προεξοφλείται, η οποία οφείλεται και καταβάλλεται στην Τράπεζα μόνο στην περίπτωση που υπάρχει θετική διαφορά μεταξύ του επιτοκίου της διατραπεζικής αγοράς, που ίσχυε κατά την έναρξη της συνομολογηθείσας περιόδου σταθερού επιτοκίου και του επιτοκίου της διατραπεζικής αγοράς της ημέρας της πρόωρης εξόφλησης σε σχέση με την υπολειπόμενη περίοδο σταθερού επιτοκίου. Προς εξεύρεση της ως άνω θετικής διαφοράς των επιτοκίων, λαμβάνονται υπόψη τα επιτόκια διατραπεζικής αγοράς, τα οποία δημοσιοποιούνται από τη Διεθνή Ένωση Ανταλλαγών και Παραγώγων στη σελίδα ISDA FIX2 του πρακτορείου Reuters την 12.00 ώρα της Ελλάδος ή άλλο επιτόκιο διατραπεζικής αγοράς το οποίο δημοσιοποιείται επισήμως. Το παραπάνω κόστος επανατοποθέτησης του πρόωρα εξοφλούμενου κεφαλαίου του δανείου υπολογίζεται για κάθε περίοδο εκτοκισμού (χρονικό διάστημα μεταξύ των ημερομηνιών καταβολής δύο συνεχόμενων δόσεων) του δανείου, κατά την οποία εφαρμόζεται το σταθερό επιτόκιο, βάσει του ανεξόφλητου κεφαλαίου του δανείου, όπως αυτό προβλέπεται να διαμορφώνεται μετά από κάθε καταβλητέα δόση και προκύπτει από τον ακόλουθο τύπο:
Ανεξόφλητο κεφάλαιο μετά από κάθε δόση Χ Διαφορά επιτοκίων (δεκαδική μορφή) Χ αριθμό ημερών περιόδου εκτοκισμού ÷ (δια) 360.
Η οφειλόμενη ως άνω αποζημίωση είναι ίση με το άθροισμα του ως άνω υπολογιζόμενου κόστους επανατοποθέτησης της τράπεζας για όλες τις περιόδους εκτοκισμού του δανείου, κατά της οποίες εφαρμόζεται σταθερό επιτόκιο (όρος 12 α').
(ii) Σύμφωνα επομένως με τον 11° όρο της ανωτέρω δανειστικής σύμβασης, επιτρέπονταν στους ενάγοντες – δανειολήπτες ν’ αποδώσουν (επιστρέψουν) όλο ή μέρος του τοκοχρεωλυτικού δανείου, που έλαβαν από τη δανείστρια τράπεζα και πριν από την ταγμένη προθεσμία απόδοσης κάθε τοκοχρεωλυτικής δόσης, υπό την προϋπόθεση, κατά τον 12° όρο οι δανειολήπτες – ενάγοντες να καταβάλλουν στη δανείστρια τράπεζα για την πρόωρη εξόφληση του δανείου, μόνο στην περίπτωση που υπήρχε θετική διαφορά μεταξύ του διατραπεζικού επιτοκίου την ημέρα λήψης του δανείσματος και του διατραπεζικού επιτοκίου την ημέρα της πρόωρης εξόφλησης, εύλογη αποζημίωση, σε αποκατάσταση της ζημίας της από το επωμιζόμενο κόστος επανατοποθέτησης του ποσού που προεξοφλείται (άρθρα 361 και 807 ΑΚ).
Πρέπει δε να λεχθεί ότι ο όρος διατραπεζικό επιτόκιο συνιστά το επιτόκιο που ισχύει στα βραχυπρόθεσμα δάνεια που συνάπτονται μεταξύ των τραπεζών, καθώς οι τράπεζες, προκειμένου να διαχειρίζονται τα επίπεδα ρευστότητας και να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της αγοράς, δανείζουν και δανείζονται μέσω της διατραπεζικής αγοράς.
Εφόσον δε το κόστος δανεισμού (διατραπεζικό επιτόκιο) της τράπεζας από άλλη τράπεζα είναι μεγαλύτερο κατά την ημέρα λήψης του δανείου σε σχέση με την ημέρα πρόωρης αποπληρωμής αυτού, υφίσταται θετική διαφορά, ενώ σε περίπτωση που το κόστος δανεισμού είναι μικρότερο, τότε υφίσταται αρνητική διαφορά. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι περί τις αρχές Μαρτίου του έτους 2010, χρονικό διάστημα δεκαεννέα περίπου μηνών μετά τη σύναψη της δανειακής σύμβασης, για το οποίο ίσχυε σταθερό επιτόκιο, οι ενάγοντες προσήλθαν στο υποκατάστημα της εναγομένης, που είχε χορηγήσει και εξυπηρέτησε μέχρι τότε το ληφθέν από αυτούς (ενάγοντες) στεγαστικό δάνειο, και ασκώντας το δικαίωμα που τους παρείχε ο 110ς όρος της δανειακής σύμβασης για πρόωρη εξόφληση του δανείου, κατέβαλαν το ποσό του δανείου που υπολείπονταν προς εξόφληση, καθώς και το ποσό των 5.581,80 ευρώ, που αξίωσε η εναγομένη ως εύλογη αποζημίωσή της, κατά τα ανωτέρω μεταξύ των συμφωνηθέντα, εκδοθέντος του σχετικού από 12.3.2010 γραμματίου είσπραξης.
Κατ’ αυτόν τον τρόπο αποδεσμεύτηκαν οι ενάγοντες από τη συμβατική τους σχέση (σύμβαση δανείου) με την εναγομένη. Ο ανωτέρω όρος, σε εφαρμογή του οποίου καταβλήθηκε το ποσό των 5.581,80 ευρώ ως πρόσθετη επιβάρυνση υπό τη μορφή αποζημίωσης για τη ζημία της εναγομένης Τράπεζας από την πρόωρη εξόφληση του δανείου, δεν τυγχάνει καταχρηστικός με την έννοια του άρθρου 2 του ν. 2251/1994, διότι οι ενάγοντες, ως καταναλωτές, κατά την κατάρτιση της σύμβασης δανείου είχαν αντιληφθεί με πλήρη σαφήνεια την υποχρέωση που αναλαμβάνουν ως προς την επιβάρυνση της πρόωρης εξόφλησης, καθότι τελούσαν σε γνώση ότι η πρόωρη εξόφληση αποτελεί μεν δικαίωμα αυτών ως δανειοληπτών, πλην όμως αυτή (πρόωρη εξόφληση) προκαλεί ζημία στη δανείστρια Τράπεζα, την οποία υποχρεούνται αυτοί να εξισορροπήσουν δια καταβολής της συμφωνηθείσας αποζημίωσης, ώστε να μην υφίσταται διατάραξη της συμβατικής ισορροπίας των συμβαλλόμενων μερών.
Είναι δε αυταπόδεικτη η ζημία που υπέστη η εναγομένη από την πρόωρη εξόφληση του δανείου, διότι στην περίπτωση χορήγησης δανείου τριακονταετούς διάρκειας, εκ της οποίας (διάρκειας) δεκαπέντε έτη με σταθερό επιτόκιο η Τράπεζα ευλόγως προσδοκά μια συγκεκριμένη απόδοση του διατεθέντος κεφαλαίου της στη διάρκεια της περιόδου εκτοκισμού, την προσδοκία της όμως αυτή στην προκείμενη περίπτωση ανέτρεψαν οι ενάγοντες, όταν, πριν από τον συμφωνημένο χρόνο, προχώρησαν μονομερώς στην εξόφληση του δανεισθέντος ποσού.
Έτσι η εναγομένη, που δέσμευσε τα χρήματα της στη συγκεκριμένη επένδυση, προσδοκώντας απ’ αυτήν τη νόμιμη κερδοφορία από την είσπραξη των τόκων που, με βάση το συμφωνηθέν επιτόκιο, θα απέδιδε το δανεισθέν κεφάλαιο της, νόμιμα αξίωσε από τους ενάγοντες την καταβολή αποζημίωσης για τη ζημία που υπέστη, ώστε να καλυφθεί με αυτήν το κόστος επανατοποθέτησης των προώρως εισπραχθέντων χρημάτων του δανείου (δηλαδή το κόστος εύρεσης νέου πελάτη για σύναψη σύμβασης δανείου, σύναψης της νέας σύμβασης, ελέγχου των τίτλων, εγγραφής προσημείωσης κλπ.), καθώς και η ζημία της από την τυχόν διαφορά επιτοκίων.
Άλλωστε ως προς το τελευταίο, οι ενάγοντες όχι μόνο δεν αποδεικνύουν ότι η εναγομένη προέβη στην επανατοποθέτηση των εισπραχθέντων χρημάτων με υψηλότερο επιτόκιο εκείνου της επίδικης δανειακής σύμβασης, αλλά ούτε καν επικαλούνται τυχόν ύπαρξη τέτοιας περίπτωσης, προς στοιχειοθέτηση του περί καταχρηστικότητας προβαλλομένου λόγου τους.
Εξάλλου, κατά το χρόνο της πρόωρης αποπληρωμής του δανείσματος υφίστατο και θετική διαφορά μεταξύ των επιτοκίων της διατραπεζικής αγοράς του χρόνου λήψης και του χρόνου αποπληρωμής. Ειδικότερα κατά το χρόνο εκταμίευσης του δανείου, που αποτελούσε το χρόνο έναρξης της συνομολογηθείσας περιόδου σταθερού επιτοκίου, το επιτόκιο της διατραπεζικής αγοράς ανέρχονταν σε ποσοστό 5,34%, ενώ το Μάρτιο του έτους 2010, που αποτελούσε το χρόνο πρόωρης αποπληρωμής του δανείου, το επιτόκιο διατραπεζικής αγοράς ανέρχονταν σε ποσοστό 3,21%.
Η διαφορά δε ήταν θετική, καθώς την ημέρα λήψης του δανείου η εναγομένη Τράπεζα δανείζονταν, για να αποκτήσει ρευστότητα, προκειμένου να χορηγήσει σε πελάτες της τραπεζικά προϊόντα, με διατραπεζικό επιτόκιο 5,34%, ενώ την ημέρα πρόωρης αποπληρωμής το αντίστοιχο διατραπεζικό επιτόκιο ήταν 3,21%, με αποτέλεσμα η διαφορά 2,13% (=5,34-3,21) να επιβαρύνει την Τράπεζα ως ζημία-κόστος επανατοποθέτησης των χρημάτων, καθώς η τελευταία θα εξοφλούσε το δανειστή της/τραπεζικό οργανισμό με το υψηλότερο επιτόκιο των 5,34%, ενώ τοποθετώντας το προώρως αποπληρωθέν ποσό/δανείου εκ νέου στην αγορά θα εισέπραττε το χαμηλότερο επιτόκιο των 3,21%.
Περαιτέρω, ο ανωτέρω όρος της πρόωρης εξόφλησης του χορηγηθέντος δανείου και των προϋποθέσεων υπό τις οποίες ήταν αυτή δυνατόν να γίνει, περιέχεται στο έντυπο της καταρτισθείσης μεταξύ των διαδίκων ιδιωτικής σύμβασης τοκοχρεολυτικού δανείου και είναι προδιατυπωμένος από την εναγομένη και μαζί με τους ΓΟΣ της επίδικης σύμβασης συνιστούσε τους όρους με βάση τους οποίους η εναγομένη χορηγούσε τα δάνεια προς τους ενδιαφερομένους να συμβληθούν μαζί της για το συγκεκριμένο είδος δανείου (στεγαστικού με περίοδο σταθερού επιτοκίου), πλην όμως αυτός (όρος), τυγχάνει εμφανής στην καταρτισθείσα μεταξύ των διαδίκων έγγραφη σύμβαση δανείου και είναι ευανάγνωστος, ώστε οι ενάγοντες μπορούσαν να λάβουν γνώση αυτού και να πληροφορηθούν επαρκώς για τη σημασία του, πριν προβούν στην κατάρτιση της σύμβασης.
Άλλωστε η διατύπωση του είναι ευκρινέστατη, δοθέντος ότι η, σε περίπτωση άσκησης του δικαιώματος του δανειολήπτη για πρόωρη εξόφληση του ληφθέντος δανείου, καθορισθείσα καταβλητέα εύλογη αποζημίωση στη δανείστρια, για την εξισορρόπηση της προκαλούμενης στην τελευταία ζημίας, ήταν ορισμένη εξαρχής, αφού δεν αφήνει το ύψος αυτής και συγκεκριμένα το ποσό της αποζημίωσης που πρέπει να καταβληθεί από τους ενάγοντες στην εναγομένη στην περίπτωση που αυτοί καταβάλλουν, σε μείωση ή ολοσχερή απόσβεση του κεφαλαίου, μέρος ή το όλο του οφειλόμενου κατά το χρόνο της καταβολής κεφαλαίου, αόριστο χωρίς λόγο, αλλά επιτρέπει τον προσδιορισμό του με κριτήρια ειδικά καθορισμένα στη σύμβαση και εύλογα για τους ενάγοντες, αφού συμφωνήθηκαν τόσο οι όροι/συντελεστές που θα λαμβάνονταν υπόψη, όσο και ο τύπος που θα εφαρμόζονταν για την εξεύρεσή της και μπορεί να υπολογισθεί με τις αριθμητικές αυτές πράξεις, που αναφέρονται στη σύμβαση και είναι εύκολη για τους ενάγοντες.
Επομένως, λόγω της σαφήνειας και του κατανοητού του συγκεκριμένου όρου, δεν πρόκειται εν προκειμένω για ΓΟΣ που επιβλήθηκε από τον προμηθευτή (εναγομένη) σε βάρος του καταναλωτή (εναγόντων) χωρίς να τηρηθεί η αρχή της διαφάνειας που επιτάσσει ο ν. 2251/1994 αφού το περιεχόμενο του όρου αυτού είναι διατυπωμένο με τόση σαφήνεια, ώστε ο απρόσεκτος μεν ως προς την ενημέρωσή του, αλλά διαθέτοντας τη μέση αντίληψη κατά το σχηματισμό της δικαιοπρακτικής του βούλησης και απόφασης, καταναλωτής, να γνωρίζει από τη χρονική στιγμή της κατάρτισης της σύμβασης στην πραγματική τους έκταση, τα δικαιώματά του και τις συμβατικές δεσμεύσεις που αναλαμβάνει, ιδιαίτερα όσον αφορά τη σχέση της συμφωνούμενης παροχής και αντιπαροχής και το ύψος της επιβάρυνσής του σε περίπτωση πρόωρης εξόφλησης του δανείου.
Εξάλλου η κατά τα άνω καταβληθείσα αποζημίωση ποσού 5.581,80 ευρώ, εξαιτίας της πρόωρης λύσης της σύμβασης είναι εύλογη και εντός των ορίων του νόμου, γεγονός που δεν αμφισβητούν οι εναγόντες οι οποίοι πλήττουν μόνον το κύρος του συμφωνηθέντος αυτού όρου και συγκεκριμένα το δικαίωμα να ζητήσει η Τράπεζα, με την πρόωρη απόδοση εκ μέρους αυτών του κεφαλαίου, (πράγμα που αποδέχθηκε) και εύλογη αποζημίωση, διότι το δάνειο ήταν έντοκο και αποδοτέο σε τοκοχρεωλυτικές δόσεις εντός τριάντα ετών.
Με βάση τα ανωτέρω ο υπολογισμός του ποσού των 5.581,80 ευρώ που ζητήθηκε από την εκκαλούσα Τράπεζα ως πρόσθετη παροχή των εναγόντων για την πρόωρη εξόφληση του δανείου, έγινε αντικειμενικά, δίκαια και με μαθηματικές αρχές, και σύμφωνα με την προαναφερόμενη πιστωτική μεταβολή των συνθηκών στην αγορά χρήματος.
Δηλαδή τη μείωση των διατραπεζικών επιτοκίων, ένεκα της οποίας η εναγομένη Τράπεζα περιήλθε σε δυσμενέστερη θέση με την πρόωρη εξόφληση του δανείου και την επιστροφή πρόωρα του υπολειπόμενου μέρους του κεφαλαίου, το οποίο μπορεί να διαθέσει, για το υπόλοιπο, μέχρι τη συμφωνηθείσα λήξη του δανείου χρονικό διάστημα με χαμηλότερο επιτόκιο χορηγήσεων από αυτό που είχε εξασφαλίσει με την αρχική σύμβαση δανείου.
Όσα δε αντίθετα υποστηρίζουν οι ενάγοντες με την αγωγή τους είναι ουσιαστικώς αβάσιμα και απορριπτέα.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκανε δεκτή την ως άνω αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλλει στους ενάγοντες το ποσό των 5.581,80 ευρώ, εσφαλμένα το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και οι σχετικοί λόγοι της κρινόμενης έφεσης πρέπει να γίνουν δεκτοί ως ουσιαστικώς βάσιμοι. Μετά τα παραπάνω, πρέπει η από 14.12.2012 (44/2012) έφεση να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση και, στη συνέχεια, αφού το Δικαστήριο κρατήσει την υπόθεση και την εκδίκαση στην ουσία της (άρθρ 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει ν’ απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία της η από 10.03.2011 (αριθ.κατ.204/2011) αγωγή|».
Με αυτά που δέχτηκε και έτσι που έκρινε το Δικαστήριο της ουσίας, στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον διέλαβε σε αυτήν ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, σχετικά με τα κρίσιμα για την έκβαση της δίκης ζητήματα, (α) της ύπαρξης θετικής διαφοράς μεταξύ του επιτοκίου της διατραπεζικής αγοράς που ίσχυε κατά την έναρξη της συνομολογηθείσας περιόδου σταθερού επιτοκίου και του επιτοκίου της διατραπεζικής αγοράς της ημέρας της πρόωρης εξόφλησης του δανείου, σε σχέση με την υπολειπόμενη περίοδο σταθερού επιτοκίου, αφού για την εξεύρεση της ως άνω θετικής διαφοράς των επιτοκίων αυτών δεν διευκρινίζεται εάν έχουν ληφθεί υπόψη τα επιτόκια της διατραπεζικής αγοράς, τα οποία δημοσιοποιούνται από τη Διεθνή Ένωση Ανταλλαγών και Παραγώγων στη σελίδα ISDA FIX 2 του πρακτορείου Reuters την 12.00 ώρα Ελλάδος ή άλλο επιτόκιο διατραπεζικής αγοράς, το οποίο δημοσιοποιείται επισήμως, όπως, είχε συμφωνηθεί με το 12α' όρο της υφιστάμενης μεταξύ των διαδίκων σύμβασης του επίδικου στεγαστικού δανείου και (β) του υπολογισμού και εξεύρεσης του κόστους επανατοποθέτησης του πρόωρα εξοφλούμενου κεφαλαίου του δανείου, κατά τον αναφερόμενο στον ίδιο ως άνω 12α'όρο της επίδικης σύμβασης τρόπο, και τύπο, με βάση τους οποίους είχε συμφωνηθεί να προκύπτει η οφειλόμενη στην εναγομένη Τράπεζα εύλογη αποζημίωση, αφού, σύμφωνα με τις ως άνω παραδοχές του, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο συνέδεσε αυτή αορίστως και αντιφατικώς μόνο με τη μείωση των διατραπεζικών επιτοκίων, «ένεκα της οποίας η εναγομένη Τράπεζα περιήλθε σε δυσμενέστερη θέση με την πρόωρη εξόφληση του δανείου και την επιστροφή πρόωρα του υπολειπόμενου μέρους του κεφαλαίου, το οποίο μπορεί να διαθέσει, για το υπόλοιπο, μέχρι τη συμφωνηθείσα λήξη του δανείου χρονικό διάστημα με χαμηλότερο επιτόκιο χορηγήσεων από αυτό που είχε εξασφαλίσει με την αρχική σύμβαση δανείου».
Επομένως είναι βάσιμος ο τέταρτος από το άρθρο 560 αρ. 6, (αντί του ταυτόσημου 559 αρ. 19), ΚΠολΔ λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά τον οποίο οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται, ότι απορρίπτοντας το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο την ένδικη αγωγή τους με τις προαναφερόμενες παραδοχές του, διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες στην προσβαλλόμενη απόφασή του, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου. Η αναιρετική δε εμβέλεια του λόγου αυτού στο σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών διατυπούμενων με την ένδικη αίτηση λόγων αναίρεσης.
[IV] Συνακόλουθα τούτων, πρέπει, κατά παραδοχή του ανωτέρω λόγου αναίρεσης, να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου συγκροτούμενου από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο περί τούτου αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό και να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στους αναιρεσείοντες, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ήδη ισχύει.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 42/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή. Διατάσσει την απόδοση του κατατεθέντος παραβόλου στους αναιρεσείοντες.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Υπογράφει
η Πρόεδρος του Αρείου Πάγου
ως Προϊσταμένη του καθόσον
ο διευθύνων τη συζήτηση και
όλα τα μέλη του Δικαστηρίου
που αναφέρονται στην αρχή
της παρούσης έπαψαν να
είναι τοποθετημένα στο
Δικαστήριο τούτο λόγω
συνταξιοδότησης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Σεπτεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ