Legislator Case Law & Legislation
1124/2018 AI generated

1124/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1124/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου και Ιωάννη Φιοράκη-εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1124/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ειδικώς για την Κρήτη με το άρθρο 2 παρ. 3 του ανωτέρω νόμου διατηρήθηκε σε ισχύ ο Κρητικός Αστικός Κώδικας, ο οποίος ίσχυε μεν από την 23-9-1904 μέχρι το έτος 1946 που εισήχθη ο Αστικός Κώδικας, αλλά δεν διελάμβανε σχετική πρόβλεψη για την κτήση του κοινόχρηστου χαρακτήρα μιας έκτασης, όπως η προϊσχύσασα Οθωμανική Νομοθεσία.

Keywords

AI generated
access road roadside setback right of necessary way agricultural structures rural land rights footpath and trail law
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1124 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1124/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου και Ιωάννη Φιοράκη-εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 10η Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)Σ. Α. του Π., 2)Ζ. Π. του Γ., συζ. Σ. Α., κατοίκων Ν ..., 3)Π. Α. του Σ., κατοίκου ..., οι οποίοι παραστάθηκαν οι 1ος και 2η μετά και η 3η δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Κυριακής Κουφοπούλου.

Του αναιρεσίβλητου: Γ. Γ. του Δ. κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Ελένης Γ..

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-10-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 202/2015 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου, 71/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-4-2017 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369, 966, 967, 972, 1033 και 1192 αριθ. 1 ΑΚ, οι οποίες εφαρμόζονται σύμφωνα με το άρθρο 55 του ΕισΝΑΚ, προκειμένου να κριθεί, μετά την εισαγωγή του ΑΚ η ιδιότητα ενός πράγματος ως κοινοχρήστου, συνάγεται ότι μεταξύ των κοινοχρήστων πραγμάτων περιλαμβάνονται και οι οδοί, επομένως και οι αγροτικές, οι οποίες, εφόσον δεν ανήκουν στον Δήμο ή στην Κοινότητα ή ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, ανήκουν στο Δημόσιο.

Η αγροτική οδός, όπως και κάθε οδός, αποκτά την ιδιότητα του κοινοχρήστου πράγματος: α) από το νόμο, ήτοι με τον χαρακτηρισμό της ως οδού από το εγκεκριμένο ρυμοτομικό διάγραμμα του σχεδίου πόλεως, β) από τη βούληση των ιδιοκτητών, η οποία πρέπει να γίνει με νομότυπη δικαιοπραξία (διαθήκη ή δωρεά) ή και με παραίτηση από την κυριότητα, για την οποία όμως (παραίτηση) απαιτείται δήλωση του κυρίου περιβαλλόμενη τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και υποβαλλόμενη σε μεταγραφή, αφού περιέχει κατάργηση εμπραγμάτου δικαιώματος και γ) με την αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα, την οποία προέβλεπε το προϊσχύσαν βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο (ν.3 παρ. 2 Πανδ. 43.7, ν. 2 παρ. 8, Πανδ. 39. 3, ν. 28 Πανδ. 22. 3) και σύμφωνα με την οποία η χρήση του πράγματος από Κοινότητα ή Δήμο ή από τους δημότες αυτών, μπορούσε να προσδώσει σε ακίνητο την ιδιότητα του κοινόχρηστου, εφόσον η αρχαιότητα στην άνω χρήση υπήρξε συνεχής επί δύο γενεές, η καθεμία των οποίων εκτείνεται σε σαράντα έτη (νetustas) και είχε, συμπληρωθεί πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (23-2-1946), ενόψει του ότι ο Κώδικας αυτός δεν αναγνωρίζει το θεσμό της αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητας (ΑΠ 1823/2014).

Εξάλλου, πρέπει να σημειωθεί, σχετικά με το καθεστώς της κτήσης του κοινοχρήστου χαρακτήρα μιας έκτασης, ότι κατά την Οθωμανική Νομοθεσία μεταξύ των οθωμανικών γαιών περιλαμβανόταν και η κατηγορία των γαιών που έχουν αφεθεί ή εγκαταλειφθεί στην κοινή χρήση. Ο προσδιορισμός της έννοιας αυτών γίνεται με ευθεία παραπομπή στις σχετικές διατάξεις του περί γαιών νόμου της 7 Ραμαζάν 1274 (1856), ο οποίος διατηρήθηκε σε ισχύ στις Νέες Χώρες, που διετέλεσαν προηγουμένως υπό την άμεση κυριαρχία του Οθωμανικού Κράτους, και μετά την εισαγωγή σ' αυτές της ελληνικής αστικής νομοθεσίας κατ` άρθρο 2 παρ. 4 ν. 147/1914.

Ειδικώς για την Κρήτη με το άρθρο 2 παρ. 3 του ανωτέρω νόμου διατηρήθηκε σε ισχύ ο Κρητικός Αστικός Κώδικας, ο οποίος ίσχυε μεν από την 23-9-1904 μέχρι το έτος 1946 που εισήχθη ο Αστικός Κώδικας, αλλά δεν διελάμβανε σχετική πρόβλεψη για την κτήση του κοινόχρηστου χαρακτήρα μιας έκτασης, όπως η προϊσχύσασα Οθωμανική Νομοθεσία.

Από τις διατάξεις δε της τελευταίας και ειδικότερα από εκείνες των άρθρων 1 παρ. 4, 5 παρ. 2 και 91-102 του περί γαιών νόμου, προκύπτει, ότι οι γαίες που είχαν αφεθεί στην κοινή χρήση (εγκαταλειμμένες - μετρουκέ), μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι οδοί (άρθρα 5, 93 Οθωμανικής Νομοθεσίας περί γαιών), αποτελούσαν ιδιαίτερη κατηγορία γαιών, διαφορετική από εκείνη των δημοσίων γαιών (εραζί - εμιριγέ), διότι ανήκαν μεν, όπως και οι τελευταίες, στο Οθωμανικό Δημόσιο, αλλά ενώ στις δημόσιες ήταν δυνατή η παραχώρηση σε ιδιώτες, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, του δικαιώματος εξουσίασης (τεσσαρούφ), στις καθιερωμένες στην κοινή χρήση γαίες απαγορευόταν η με οποιοδήποτε τρόπο εξουσίασή τους από ιδιώτη και αυτές παραχωρούνταν, είτε επισήμως με την έκδοση αυτοκρατορικών διαταγμάτων (σουλτανικών φιρμανίων), είτε και απλώς κατ' ανοχή του τουρκικού κράτους, στην αποκλειστική κοινή χρήση της ολότητας των κατοίκων ενός ή περισσοτέρων χωρίων ή κωμοπόλεων, το δικαίωμα των οποίων μάλιστα είχε κατοχυρωθεί ως απαράγραπτο με το άρθρο 102 του περί γαιών νόμου (ΑΠ 1728/2011).

Εκ τρίτου, κατά το άρθρο 57 εδ. α' Α.Κ. όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του, έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μη επαναληφθεί στο μέλλον. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι προϋπόθεση της παρεχόμενης με αυτή προστασίας είναι η συνδρομή παράνομης πράξης, από την οποία επέρχεται μειωτική διαταραχή της προσωπικότητας σε κάποια έκφανσή της, τέτοια δε προσβολή δημιουργείται και όταν παρακωλυθεί η χρήση δημοτικής ή κοινοτικής οδού.

Ενόψει όμως του ότι η κατά το άρθρο 967 Α.Κ. κοινοχρησία δεν είναι άμεση εξουσία επί του πράγματος, αλλά αποτελεί απόρροια του δικαιώματος επί της προσωπικότητας, έπεται ότι ο τρόπος, με τον οποίο αυτή παρήχθη είναι αδιάφορος. Ως εκ τούτου για τη θεμελίωση του αιτήματος προς άρση της προσβολής αρκεί το γεγονός ότι το πράγμα που εμποδίζεται παράνομα να χρησιμοποιήσει ο ενάγων είναι οδός (ΑΠ 1989/2014).Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 εδ.

α ΚΠολΔ που είναι ταυτόσημη εκείνης του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήσαν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 1/2013).

Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δεν δημιουργείται όταν το δικαστήριο που εξέτασε την ουσία της υπόθεσης δεν εφαρμόζει κανόνα δικαίου, του οποίου, υπό τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής. Επίσης, κατά το εδ. β' των ίδιων, ως άνω, άρθρων, ως παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται η παράβαση των διδαγμάτων κοινής πείρας, μόνον εάν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών γεγονότων.

Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, μόνον όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία πρέπει να εξειδικεύονται, δηλαδή τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου (ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, δηλ.

για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών) ή για την υπαγωγή ή όχι σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλ. της ουσίας της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 757/2015).

Εξ ετέρου, οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στη σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως. Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δήλωσης βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας της δήλωσης ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους.

Αντιθέτως οι ανωτέρω ερμηνευτικοί κανόνες δεν παραβιάζονται όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει στην απόφασή του ότι η δήλωση βουλήσεως είναι σαφής και χωρίς κενά (ΟλΑΠ 26/2004, ΑΠ 396/2017). Τέλος, κατά τη διάταξη του αριθμού 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ που είναι ταυτόσημη με εκείνη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την ως άνω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Tο κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 757/2015). Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών με τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι για να είναι ορισμένος ο προβλεπόμενος στο άρθρο 560 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 εδ.

β' (για εσφαλμένη χρησιμοποίηση ή παράλειψη χρησιμοποίησης των διδαγμάτων της κοινής πείρας με την παραπάνω έννοια), πρέπει στο έγγραφο της αναίρεσης να αναφέρεται, εκτός των άλλων, ποια συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάσθηκαν. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Ο Γ.

Γ. του Δ., ενάγων και ήδη εφεσίβλητος [αναιρεσείων] είναι αποκλειστικός κύριος, νομέας και κάτοχος ενός ακινήτου, που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρειας του χωριού ... στη θέση "...", έκτασης 2,5 στρεμμάτων περίπου...., το οποίο συνορεύει βόρεια με ποταμό, νότια εν μέρει με ιδιοκτησία Ι. Φ. και εν μέρει με ιδιοκτησίας Κ., ανατολικά με πρώην ιδιοκτησία Ι.

Γ., ακολούθως της δεύτερης εκκαλούσας και νυν ιδιοκτησία της τρίτης εκκαλούσας, εν μέρει με αγροτικό δρόμο και εν μέρει με ποταμό και δυτικά με ιδιοκτησία κληρονόμων Χ. Μ.. Ο προαναφερθείς αγροτικός δρόμος έχει συνολικό μήκος 160 μέτρων περίπου και κυμαινόμενο πλάτος από 2,5 μέτρα έως 3,5 μέτρα. Η αφετηρία του βρίσκεται στο χωριό ..., 1,5 μέτρo μετά τη γέφυρα της ..., με κατεύθυνση βορειοδυτική και συνορεύει κατά τα πρώτα 20 μέτρα (με πλάτος 3,5 μέτρων) δυτικά και ανατολικά με ιδιοκτησία κληρονόμων Δ.

Γ. του Ι., συνεχίζει, με το ίδιο πλάτος, εφαπτόμενος καθ' όλο το μήκος της ανατολικής πλευράς του κτιρίου του βενζινάδικου και συνορεύει ανατολικά με υπόλοιπη ιδιοκτησία κληρονόμων ..., συνεχίζει και μετά τη βορειοανατολική άκρη του κρασπέδου του προηγούμενου ακινήτου κάνει μια ελαφριά στροφή προς τα δυτικά και με κατεύθυνση βορειοδυτική σε ευθεία γραμμή, συνεχίζει, με πλάτος 3,5 μέτρων, για περίπου 40 μέτρα, και συνορεύει καθ' όλο αυτό το μήκος, νότια με ακίνητο Ι.

Γ. του Γ. και βόρεια με ακίνητο ιδιοκτησίας Ν. Γ. του Δ., κατόπιν κάνοντας στροφή προς βορρά (με πλάτος στη στροφή 3,5 μέτρων), συνεχίζει, με πλάτος 2,5 μέτρων, για περίπου 52 μέτρα με κατεύθυνση από νότο προς βορρά και συνορεύει σε αυτό το μήκος του ανατολικά με ακίνητα ιδιοκτησίας Ν. Γ., κληρονόμων ..., ενώ δυτικά με ακίνητο πρώην ιδιοκτησίας του πρώτου εκκαλούντος - εναγομένου και νυν ιδιοκτησίας της τρίτης εκκαλούσας - εναγομένης, στη συνέχεια ο εν λόγω δρόμος κάνει στροφή προς τα δυτικά, έχοντας στη στροφή πλάτος 3,5 μέτρων και με κατεύθυνση από ανατολικά προς τα δυτικά, συνεχίζει σε μήκος 50 μέτρων και πλάτος 2,5 μέτρων και καταλήγει στην είσοδο του ακινήτου του ενάγοντος, συνορεύει δε κατά το μήκος αυτό, βόρεια και νότια με υπόλοιπο ακίνητο πρώην ιδιοκτησίας του πρώτου των εναγομένων και ήδη πρώτου των εκκαλούντων και με ακίνητο πρώην ιδιοκτησίας της δεύτερης των εναγομένων (αμφοτέρων νυν ιδιοκτησίας της τρίτης εκκαλούσας) και πέραν αυτών με όχθες ποταμού και ποταμό.

Επιπρόσθετα, λίγα μέτρα δυτικά του βενζινάδικου, σε επαφή με την παραπάνω εθνική οδό και μεταξύ του πρώην κοινοτικού καταστήματος και του ακινήτου του Σ. Α., έχει την αφετηρία του ένα μονοπάτι, συνολικού μήκους 20,00 μέτρων περίπου και πλάτους 0,50 έως 1,00 μέτρο περίπου, το οποίο εφάπτεται με τον ανωτέρω περιγραφόμενο αγροτικό δρόμο.

Το μονοπάτι αυτό έχει υψομετρική διαφορά 1,00 μέτρο έως 2,00 μέτρα από την ευρισκόμενη δυτικά αυτού πρώην ιδιοκτησία του Σ. Α. και νυν ιδιοκτησία της τρίτης των εκκαλούντων - εναγομένων και είναι κατάλληλο για χρήση μόνο από πεζούς, έμφορτα ζώα και γεωργικούς ελκυστήρες. Το εν λόγω αγροτικό μονοπάτι ξεκινά από την Παλαιά Εθνική οδό ..., έχει κατεύθυνση από νότο προς βορρά και συνορεύει δυτικά με το ακίνητο πρώην ιδιοκτησίας του πρώτου των εναγομένων και ήδη πρώτου των εκκαλούντων και νυν ιδιοκτησίας της τρίτης των εναγομένων - εκκαλούντων, ανατολικά και με κατεύθυνση από νότο προς βορρά με κοινοτικό κατάστημα, εν συνεχεία με ιδιοκτησία κληρονόμων Δ.

Γ. του Ι. (πρώην ιδιοκτησία Ι. Γ. του Γ.) και στη συνέχεια ενσωματώνεται με τον ανωτέρω περιγραφόμενο αγροτικό δρόμο πάνω ακριβώς στην προς βορρά στροφή, που εκείνος κάνει, μετά την οποία ο ως άνω αγροτικός δρόμος εφάπτεται ανατολικά με ακίνητο πρώην ιδιοκτησίας Σ. και νυν Ν. Γ. και δυτικά με ακίνητο πρώην ιδιοκτησίας του πρώτου των εναγομένων και ήδη πρώτου των εκκαλούντων και νυν τρίτης εναγομένης και ήδη τρίτης εκκαλούσας.

Έτερος αγροτικός δρόμος, που να διέρχεται μέσα από τον ποταμό και από απαλλοτριωμένα κτήματα του Δημοσίου και να ενώνει το ακίνητο του Γ. Γ. με τη δημοτική οδό που βρίσκεται βορείως αυτού δεν υφίσταται. Εξάλλου, οι όχθες του ποταμού έχουν ύψος 4,00 μέτρων τουλάχιστον και καλύπτονται από καλάμια, με συνέπεια να μην είναι δυνατή η πρόσβαση από το συγκεκριμένο σημείο με τα πόδια ή με μηχανοκίνητο όχημα.

Ενώ πρόσβαση στο ακίνητο του Γ. Γ. δεν υπάρχει ούτε μέσω του ακινήτου του Ι. Φ., τα οποία, άλλωστε οριοθετούνται μεταξύ τους με περίφραξη από συρματόπλεγμα.

Συνεπώς, ο επίδικος δρόμος και το μονοπάτι αποτελούν το μοναδικό τρόπο πρόσβασης του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος, Γ. Γ. και των παρακείμενων ιδιοκτητών στα ακίνητά τους. Πιο συγκεκριμένα, ο επίδικος αγροτικός δρόμος και το μονοπάτι υπό την ισχύ του οθωμανικού δικαίου στην Κρήτη, από αμνημονεύτου χρόνου, είχαν αφεθεί στην αποκλειστική χρήση της ολότητας των κατοίκων του χωριού ..., με έννοια παραπλήσια εκείνης της αμνημονεύτου αρχαιότητας του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, με τρόπο ώστε η κοινή χρήση να αποτελεί τη μόνη γνωστή μορφή συλλογικής εξουσίασης αυτών, διαμορφωμένη δε κατά την κυριαρχία του οθωμανικού κράτους.

Άλλως ειπείν, είχαν προσλάβει την ιδιότητα των καθιερωμένων στην κοινή χρήση γαιών ("έκπαλαι" ή "ανέκαθεν"), καθώς τα ως άνω δικαιοπαραγωγικά γεγονότα του κοινόχρηστου δρόμου είχαν συντελεσθεί στην περιοχή του οθωμανικού κράτους και υπό την κυριαρχία αυτού. Ειδικότερα, ο εν λόγω αγροτικός δρόμος και το μονοπάτι, που υπάρχουν εδώ και 150 χρόνια, χρησιμοποιούνταν από τους ιδιοκτήτες των παρακείμενων ακινήτων, για να μεταβαίνουν σε αυτά, αλλά και από το σύνολο των κατοίκων του χωριού ...

προκειμένου να έχουν πρόσβαση στον ποταμό για το πλύσιμο των ρούχων, την προμήθεια νερού από μικρή πηγή και τη συλλογή καλαμιών που βρίσκονταν στις όχθες τους ποταμού. Προς επίρρωση αυτών αναφέρεται η ύπαρξη σκαλοπατιών για την πρόσβαση στον ποταμό. Τα ανωτέρω προκύπτουν από: 1) την αεροφωτογραφία της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού του έτους 1960 και την επ' αυτής, από Μάρτιο 2008, τεχνικής έκθεσης φωτοερμηνείας του τοπογράφου μηχανικού Ι.

Σ., 2) την περιεχόμενη στα ταυτάριθμα με την υπ' αριθ. 29/2010 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Ειρηνοδικείου Κισσάμου ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Μ. Γ. του Κ., ο οποίος καταθέτει με βεβαιότητα περί της ύπαρξης της "περασιάς" για πάνω από 150 χρόνια και της πρόσβασης μέσω αυτής των κατοίκων του χωριού στον ποταμό, όπως γνωρίζει από διηγήσεις γηραιών κατοίκων του χωριού, 3) την υπ' αριθ. 20/2008 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κισσάμου στην οποία διαλαμβάνονται και τα διαπιστωθέντα κατά την αυτοψία που διενήργησε ο Ειρηνοδίκης, καθώς και από την περιεχόμενη στα ταυτάριθμα με την προαναφερθείσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Ειρηνοδικείου Κισσάμου ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Σ.

Π. του Μ., ο οποίος καταθέτει περί της χρήσης του δρόμου και από έτερους, πλην του Γ., κατοίκους του χωριού και από τις γυναίκες, που, ήδη όταν ήταν παιδί (γεννηθείς το έτος 1934), θυμάται να διέρχονταν από αυτόν για να πλύνουν στο ποτάμι, 4) τις υπ' αριθ. 7355, 7356 και 73557/26.01.2009 ένορκες βεβαιώσεις του δικαιοπαρόχου των εναγομένων - εκκαλούντων Ι.

Γ., Ν. Γ. και Ά. Μ. - Γ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Χανίων Ι. Μ. - Ν., 5) το σκεπτικό της υπ' αριθ. 1197/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Κρήτης, σύμφωνα με το οποίο υπήρχε ανέκαθεν κοινόχρηστος δρόμος, πλάτους 2,50 - 3,50 μέτρων, που ένωνε τον κεντρικό δρόμο με τα αγροκτήματα της περιοχής και μέσω αυτού εξυπηρετείτο και ο Γ.

Γ.ς, 6) το σκεπτικό της υπ' αριθ. 1620/2013 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χανίων, που κάνει δεκτά τα αμέσως προηγούμενα, 7) το σκεπτικό της υπ' αριθ. 1289/20.05.2011 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χανίων, 8) την ανωμοτί εξέταση της δεύτερης των εναγομένων - εκκαλούντων ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία καταθέτει ότι το ακίνητο που αγόρασε (ιδιοκτησίας Ι.

Γ.) δεν είχε δρόμο και ότι δεν γνωρίζει από που περνούσαν οι ιδιοκτήτες των άλλων χωραφιών, 9) σε συνδυασμό με το αδιαμφισβήτητο ιστορικό γεγονός της τουρκοκρατίας στο χωριό ..., το όνομα του οποίου προέρχεται από τον ομώνυμο γενίτσαρο της περιοχής. Περαιτέρω, δυνάμει των υπ' αριθ. 31262 και 31263/21.12.2007 συμβολαιογραφικών πράξεων της συμβολαιογράφου Χανίων Γ.

Μ., ο Ι. Γ.ς μεταβίβασε, λόγω πώλησης, στον Σ. Α. και Ζ. συζ. Σ. Α., το γένος Π., αντίστοιχα, τα ακίνητα που βρίσκονται στην ανατολική πλευρά του ακινήτου ιδιοκτησίας του ενάγοντος - εφεσιβλήτου. Περαιτέρω, δυνάμει των υπ' αριθ. 717 και 718/8-7-2011 συμβολαιογραφικών πράξεων της συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Μ., οι προαναφερθέντες μεταβίβασαν αμφότερα τα ακίνητα, λόγω γονικής παροχής, στην τρίτη των εναγομένων - εκκαλούντων, Π.

Α.. Ειδικότερα, πρόκειται για δύο αυτοτελή ακίνητα: α) έκτασης 500 τ.μ. περίπου, που αποτελεί μια στενόμακρη λωρίδα, που συνορεύει βόρεια με ποταμό, νότια με Π.Ε.Ο. ..., ανατολικά εν μέρει με ιδιοκτησία Δ., εν μέρει με ιδιοκτησίας Π., εν μέρει με ιδιοκτησία Ν. Γ. (πρώην Σ.) και εν μέρει με κοινοτικό κατάστημα και δυτικά εν μέρει με το δεύτερο αυτοτελές ακίνητο της τρίτης των εναγομένων -εκκαλούντων και εν μέρει με ιδιοκτησία Ι.

Π. και β) έκτασης 2 στρεμμάτων περίπου, που συνορεύει βόρεια με ποταμό, νότια εν μέρει με ιδιοκτησία Φ., εν μέρει με ιδιοκτησία Κ. και εν μέρει με ιδιοκτησία Ι. Π., ανατολικά με το υπό α) ακίνητο και δυτικά με το ακίνητο του ενάγοντος - εφεσιβλήτου. Προκειμένου το υπό α) ακίνητο να καταστεί άρτιο και οικοδομήσιμο, οι Σ.

Α. και η σύζυγός του, Ζ. Π. έπεισαν τον Ι. Γ. να προβεί στην υπ' αριθ. 31.261/21.12.2007 πράξη διόρθωσης συμβολαίου γονικής παροχής (τίτλου ιδιοκτησίας του), ώστε ο επίδικος δρόμος να εμφανίζεται ως τμήμα του προαναφερθέντος ακινήτου. Ακολούθησαν δε οι υπ' αριθ. 31.262 και 31.263/21.12.2007 συμβολαιογραφικές πράξεις πώλησης και μεταβίβασης των ανωτέρω δύο ακινήτων στους πρώτο (το υπό στοιχείο β) ακίνητο) και δεύτερη των εναγομένων - εκκαλούντων (το υπό στοιχείο α) ακίνητο), αντίστοιχα.

Εν συνεχεία, ο Σ. Α. κατέθεσε στη Διεύθυνση Πολεοδομίας Ν.Α. Χανίων την υπ' αριθ. 4130/26.03.2008 αίτηση έκδοσης οικοδομικής άδειας για την ανέγερση ισόγειας οικίας (προκάτ). Για την ως άνω συμπεριφορά τους κρίθηκαν ένοχοι, για το έγκλημα της απάτης ο Ι. Γ.ς και ηθικής αυτουργίας σε αυτή οι Σ. Α. και η Ζ. συζ. Σ. Α., το γένος Π., δυνάμει της υπ' αριθ. 6097/20.12.2011 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Χανίων.

Περαιτέρω, το μήνα Ιανουάριο 2008 οι Σ. Α. και Ζ. συζ. Σ. Α. τοποθέτησαν στον κοινόχρηστο δρόμο στύλους με χιαστή ούγια, επί της ανατολικής πλευράς του δρόμου που εφάπτεται σε μήκος 52 μέτρα με το ακίνητο και επί της ίδιας ανατολικής πλευράς του δρόμου στα πρώτα 5-6 μέτρα αυτού, με κατεύθυνση από νότο προς βορρά και συρματόπλεγμα, αποκλείοντας την πρόσβαση του Γ.

Γ. σε αυτόν. Το συρματόπλεγμα, στη συνέχεια, αφαιρέθηκε. Επιπρόσθετα, το μήνα Μάιο 2008 τοποθέτησαν λάστιχο ποτίσματος πάνω στους σιδερένιους στύλου, με διακλαδώσεις δε περνούσαν τμήματα του λάστιχου επί του επίδικου δρόμου. Στα ως άνω προστέθηκε η τοποθέτηση μηχανισμού αυτόματου ποτίσματος, αφού όργωσαν ένα τμήμα πίσω από το βενζινάδικο.

Όλα τα ως άνω αναφερόμενα αντικείμενα, η Π. Α., που κατέστη κυρία του όμορου ακινήτου κατά τα ανωτέρω, παρέλειψε να αφαιρέσει, ενώ επιπρόσθετα η απρόσκοπτη διέλευση του Γ. Γ. από τον κοινόχρηστο δρόμο παρεμποδίζεται από τα κλαδιά των καρυδιών που υπάρχουν εντός του ακινήτου ιδιοκτησίας της, των οποίων το κλάδεμα παραλείπει να επιμεληθεί.

Με όλες τις προαναφερθείσες πράξεις, ενέργειες και παραλείψεις, στις οποίες προέβησαν οι εναγόμενοι - εκκαλούντες, οι οποίοι για το λόγο αυτό νομιμοποιούνται παθητικά στην άσκηση της αγωγής, παρεμποδίζεται ως σήμερα η ακώλυτη διέλευση του Γ. Γ. από τον κοινόχρηστο αγροτικό δρόμο, συνακόλουθα δε και του μονοπατιού, το οποίο διευκολύνει την πρόσβαση σε αυτόν και συνεπώς επέρχεται παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του, κατά την έκφανση της ελεύθερης χρήση των κοινόχρηστων πραγμάτων, σύμφωνα με τα αναφερθέντα στη νομική σκέψη που προηγήθηκε.

Επομένως, θεμελιώνεται, στο πρόσωπο του ενάγοντος, αξίωση προς άρση της προσβολής και μη επανάληψή της στο μέλλον. Σημειώνεται δε ότι η άρνηση της ιστορικής βάσης της αγωγής εκ μέρους των εναγομένων ως προς την ύπαρξη του επίδικου αγροτικού δρόμου, σε άλλο σημείο των δικογράφων τους συνίσταται στο ότι αυτός δεν υπάρχει, σε έτερο σημείο αυτών στο ότι δεν έχει προσλάβει την ιδιότητα του κοινόχρηστου, ενώ στην προσθήκη - αντίκρουση που κατατέθηκε στις προτάσεις τους, ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, συνομολογούν την ύπαρξη οδού, αλλά από το έτος 1990 και εντεύθεν, με αποτέλεσμα οι σχετικοί ισχυρισμοί να διαγράφονται ως αντιφατικοί και επομένως, αντικείμενοι στο καθήκον αλήθειας και καλής πίστης κατά τη διεξαγωγή της δίκη.

Για το λόγο αυτό, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθώς επέβαλε σε αυτούς, κατά τα άρθρα 205, 116 ΚΠολΔ, αυτεπαγγέλτως, εις ολόκληρον χρηματική ποινή ύψους εξακοσίων ευρώ (600,00 €), υπέρ του Τομέα Ασφάλισης Νομικών του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολούμενων.... Με βάση τα ανωτέρω, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση δέχθηκε ότι συντρέχει περίπτωση παράνομης προσβολής του δικαιώματος προσωπικότητας του Γ.

Γ. λόγω της παρεμπόδισης της ακώλυτης χρήσης των αγροτικού δρόμου και μονοπατιού, που είχαν καταστεί κοινόχρηστα και έκανε δεκτή την αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, υποχρεώνοντας του εναγομένους να άρουν την προσβολή, απομακρύνοντας το μηχανισμό αυτόματου ποντίσματος, πασσάλους, λάστιχα ποτίσματος, προεξέχοντα κλαδιά από τις ευρισκόμενες εντός της ιδιοκτησίας καρυδιές και σε περίπτωση μη συμμόρφωσης επέτρεπε στο ενάγοντα να προβεί στις εν λόγω ενέργειες με έξοδα των εναγομένων και ακολούθως διέταξε την παράλειψη οποιαδήποτε μελλοντικής προσβολής του δικαιώματος του ενάγοντος για ελεύθερη και ακώλυτη χρήση του μονοπατιού, απειλώντας σε βάρος των εναγομένων χρηματική ποινή....

και προσωπική κράτηση.... σε περίπτωση παράβασης της ως άνω διάταξης....., ορθώς έκρινε και καλώς εκτίμησε τις αποδείξεις, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο, γι' αυτό και είναι απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι οι σχετικοί λόγος έφεσης και ο πρόσθετος λόγος αυτής". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το δικάσαν ως εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο, απορρίπτοντας την έφεση της αναιρεσείουσας και επικυρώνοντας την πρωτόδικη ειρηνοδικειακή απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή η αρνητική αγωγή του αναιρεσιβλήτου, αφενός ορθώς εφάρμοσε τις διαλαμβανόμενες στη μείζονα σκέψη ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ειδικότερα εκείνες των άρθρων 967 ΑΚ και 1 παρ. 4, 5 παρ. 2 και 91-102 του Οθωμανικού νόμου περί γαιών και αφετέρου δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς την ύπαρξη και τις διαστάσεις του αναφερομένου στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης κοινόχρηστου αγροτικού δρόμου, την παρεμπόδιση της ακώλυτης διέλευσης του αναιρεσιβλήτου από αυτόν και την εξ αυτής της αιτίας παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς του, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των προαναφερομένων διατάξεων.

Συνεπώς οι τ' αντίθετα υποστηρίζοντες από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ δέκατος κατά το σχετικό σκέλος του και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ δεύτερος, τρίτος και όγδοος κατά τα σχετικά σκέλη τους λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι. Οι ίδιοι λόγοι, κατά το μέρος που με αυτούς οι αναιρεσείοντες προβάλλουν αιτιάσεις για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, για τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων, καθώς και για την επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, είναι απαράδεκτοι, διότι πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και περί την αποδοχή πραγματικών περιστατικών, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Περαιτέρω, οι πέμπτος και όγδοος κατά σχετικό σκέλος του από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ αναιρετικοί λόγοι, με τους οποίους προσάπτεται η αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παραβίασε κανόνες ουσιαστικού δικαίου, χωρίς περαιτέρω οποιασδήποτε εξειδίκευσής τους είναι αόριστοι και εντεύθεν απαράδεκτοι.

Εξάλλου, ο δέκατος κατά το σχετικό σκέλος του από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες παραπονούνται διότι το Εφετείο δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ για την ερμηνεία των δικαιοπραξιών που περιέχονται στα μνημονευόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση συμβολαιογραφικά έγγραφα είναι αβάσιμος διότι, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπησή της, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν διαπίστωσε, ευθέως ή εμμέσως, κενό ή ασάφεια, ως προς τις δηλώσεις βουλήσεως των αντισυμβαλλομένων μερών, ώστε να υποχρεωθεί να προσφύγει σ' αυτούς για να διαπιστώσει την αληθινή έννοιά τους.

Ο ίδιος (δέκατος) κατά το σχετικό σκέλος του από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος, με τον οποίο προσάπτεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, σύμφωνα με τα οποία "καμία κοινόχρηστη οδός δεν θα μπορούσε να ξεκινά εντός ενός βενζινάδικου... καθόσον κάτι τέτοιο αφενός απαγορεύεται νομοθετικά αλλά και πρακτικά καθώς θα ετίθεντο σοβαρά ζητήματα ασφάλειας για τα εντός του βενζινάδικου διερχόμενα άτομα", "κανένας κοινόχρηστος αγροτικός δρόμος δεν μπορεί να οδηγεί-καταλήγει μόνο στην είσοδο μιας συγκεκριμένης ιδιοκτησίας", "δεν είναι δυνατόν ένας ιδιοκτήτης να επιθυμεί τη μεταφορά εντός της ιδιοκτησίας του ενός κοινόχρηστου δρόμου", "δεν γίνεται ένας φερόμενος ως κοινόχρηστος αγροτικός δρόμος που εξυπηρετεί δήθεν απεριόριστο αριθμό ανθρώπων που αρχικά ξεκινούσε αμέσως μετά τη γέφυρα της παλαιάς εθνικής οδού Χανίων-Καστελίου, να μεταφέρεται ακολούθως εντός μιας ιδιωτικής περιουσίας" και "αν όντως ο επίδικος δρόμος ήταν κοινόχρηστος, θα τον είχε διεκδικήσει ο Δήμος ή το Ελληνικό Δημόσιο ή τουλάχιστον θα είχε προηγουμένως ασφαλτοστρωθεί από εκείνους", είναι προεχόντως απαράδεκτος διότι, όπως αυτά διατυπώνονται, αποτελούν επιχειρήματα που αφορούν την μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο εκτίμηση των αποδείξεων και των αποδειχθέντων πραγματικών γεγονότων, δηλαδή της ουσίας της ένδικης υπόθεσης και όχι διδάγματα της κοινής πείρας, πέραν του ότι, σύμφωνα με τις παραδοχές του, δεν υπήρχε ανάγκη το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο να χρησιμοποιήσει οποιοδήποτε δίδαγμα της κοινής πείρας για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της ένδικης διαφοράς.

Κατά τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα υπό την έννοια της διάταξης αυτής είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που, υπό την προϋπόθεση νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, καθώς και ο λόγος έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός ισχυρισμός του εφεσίβλητου.

Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 309/2018). Ως εκ τούτου ο ένατος αναιρετικός λόγος με τον οποίο προσάπτεται η πλημμέλεια ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τις, μη αποτελούσες "πράγματα", προσθήκες-αντικρούσεις των προτάσεων επί της έφεσης των αναιρεσειόντων είναι απαράδεκτος.

Περαιτέρω, με τον ενδέκατο από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες παραπονούνται διότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τους νομοτύπως προβληθέντες ισχυρισμούς τους ότι α) σε κανένα εκ των προσκομιζομένων με επίκληση συμβολαιογραφικών εγγράφων δεν γίνεται αναφορά για την ύπαρξη κοινοχρήστου κοινοτικού δρόμου, β) ο ανωτέρω δρόμος δεν εμφανίζεται στην υπ' αριθ. 16/14-1-1969 οικοδομική άδεια της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών της Νομαρχίας Χανίων του αναφερομένου στην προσβαλλόμενη απόφαση βενζινάδικου, ούτε στα συνοδεύοντα αυτήν τοπογραφικά διαγράμματα και σκαριφήματα, γ) η Διεύθυνση Πολεοδομίας Χανίων για να καθορίσει τα όρια του οικισμού ...

του Δήμου Κισσάμου με την υπ' αριθ. 1965/31-3-1988 απόφαση του Νομάρχη Χανίων, δεν αποτύπωσε στο αντίστοιχο σχεδιάγραμμά της τον φερόμενο ως κοινόχρηστο αγροτικό δρόμο, δ) η ανυπαρξία του δρόμου αυτού υποστηρίχθηκε από πληθώρα μαρτύρων, ε) πολύ μεγάλο μέρος των αποδεικτικών στοιχείων του αναιρεσιβλήτου στηρίχθηκε και προέκυψε από ανακλήσεις στοιχείων ή καταθέσεων και στ) δεν είναι δυνατόν ένας φερόμενος ως κοινόχρηστος αγροτικός δρόμος που ξεκινούσε αρχικά, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσιβλήτου, αμέσως μετά τη γέφυρα της παλαιάς εθνικής οδού Χανίων-Καστελίου, να μεταφέρεται ακολούθως εντός μιας ιδιωτικής περιουσίας.

Όλοι οι ανωτέρω προβαλλόμενοι ισχυρισμοί δεν αποτελούν πράγματα υπό την προαναφερθείσα έννοια, αλλά επιχειρήματα προς υποστήριξη της άρνησης της σχετικής αγωγής από τους αναιρεσείοντες, τα οποία το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ερεύνησε και συνεπώς ο σχετικός αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος.

Σύμφωνα με τις διατάξεις των αριθμών 11 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση και αν το δικαστήριο αφενός έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν και αφετέρου παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.

Αντίστοιχοι αναιρετικοί λόγοι δεν προβλέπονται από τις περιοριστικές διατάξεις του άρθρου 560 του ίδιου Κώδικα που αφορούν τις αναιρέσεις κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων. Με τους πρώτο, δεύτερο κατά το σχετικό σκέλος του, τρίτο κατά το σχετικό σκέλος του, τέταρτο, έκτο και όγδοο κατά το σχετικό σκέλος του λόγους αναίρεσης προσάπτεται η αιτίαση ότι το δικάσαν ως εφετείο και εκδόσαν την προσβαλλόμενη απόφαση Μονομελές Πρωτοδικείο α) εσφαλμένα έλαβε υπόψη αποδεικτικά στοιχεία (έγγραφα, ένορκες καταθέσεις) που δεν έπρεπε να λάβει, β) "δεν επανεκτίμησε, ως όφειλε, την κατάθεση της Δ.

Δ.", γ) εσφαλμένα έλαβε υπόψη την υπ' αριθ. 1620/2013 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χανίων και την υπ' αριθ. 6097/2011 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Χανίων, ενώ δεν έλαβε υπόψη την προσκομισθείσα με επίκληση υπ' αριθ. 197/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης, δ) δεν έλαβε υπόψη τη νομοτύπως προσκομισθείσα από 21-7-2009 τεχνική έκθεση φωτοερμηνείας αεροφωτογραφιών του δασολόγου Ε.

Κ. και ε) δεν αναφέρει ποια από τα αποδεικτικά στοιχεία που έλαβε υπόψη για να καταλήξει στη δικανική του πεποίθηση προσκομίσθηκαν για πρώτη φορά ενώπιόν του, χωρίς να έχουν προσκομισθεί πρωτοδίκως, ενώ με τον έβδομο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση της παραμόρφωσης του περιεχομένου εγγράφου και δη των ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατατεθεισών προτάσεων των αναιρεσειόντων.

Όλοι οι προαναφερόμενοι αναιρετικοί λόγοι ελέγχονται απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι δεν προβλέπονται, κατά τα προεκτεθέντα, στο άρθρο 560 ΚΠολΔ, πέραν του ότι ειδικώς ως προς τον έβδομο λόγο αναίρεσης, έγγραφα, κατά την προαναφερθείσα διάταξη, θεωρούνται τα αναφερόμενα στα άρθρα 339 και 432 επ. Κ.Πολ.Δ.

ως αποδεικτικά μέσα και μόνο, ενώ δεν αποτελούν έγγραφα τα δικόγραφα της αγωγής και της έφεσης και οι προτάσεις των διαδίκων (ΑΠ 2013/2013).

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η νομοτύπως ασκηθείσα (άρθρα 495 παρ. 3 ΚΠολΔ και 61 παρ. 4 του ν. 4194/2013) αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 4 ΚΠολΔ και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, κατά το νόμιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-4-2017 αίτηση των Σ. Α. του Π., Ζ. Π. του Γ. και Π. Α. του Σ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 71/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Μαΐου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 18 Ιουνίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ