1124/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Ιωάννη Φιοράκη-εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1124/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων να απορριφθεί, καθένας δε καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1124 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1124/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Ιωάννη Φιοράκη-εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Δ. χήρας Α. Γ., το γένος Ι. Ν., κατοίκου ..., 2.Χ. Γ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Μιχαήλ Βεκρή.
Των αναιρεσίβλητων: 1.Μ. Γ. του Α., κατοίκου ..., 2.Μ. Δ. Μ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Κωνσταντίνο Παπαδάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 29-7-2012 και από 17-9-2012 αγωγές των ήδη αναιρεσειόντων και την από 17-4-2013 πρόσθετη παρέμβαση της 1ης αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6354/2013 του ιδίου Δικαστηρίου, 4437/2015 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24-5-2016 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων να απορριφθεί, καθένας δε καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 974, 1045 και 1051 ΑΚ προκύπτει ότι εκείνος που έχει στη νομή του κινητό ή ακίνητο πράγμα, δηλονότι εκείνος που απέκτησε και ασκεί πάνω σ’ αυτό φυσική εξουσία (κατοχή), για μια εικοσαετία γίνεται κύριος αυτού (έκτακτη χρησικτησία), ενώ αν απέκτησε τη νομή του με καθολική ή ειδική διαδοχή μπορεί να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας σ’ εκείνον του δικαιοπαρόχου του.
Επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1041 και 1042 του ίδιου Κώδικα συνάγεται ότι εκείνος που έχει στη νομή του με καλή πίστη, δηλαδή που χωρίς βαριά αμέλεια έχει την πεποίθηση ότι απέκτησε την κυριότητα, και με νόμιμο τίτλο πράγμα κινητό επί μια τριετία και ακίνητο επί μια δεκαετία, αποκτά την κυριότητα του πράγματος (τακτική χρησικτησία).
Περαιτέρω, α) σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ν.δ. 690/1948, η οποία είχε καταργηθεί με το άρθρο 3 παρ. 1 του α.ν. 625/1968, αλλά επαναφέρθηκε σε ισχύ με το άρθρο 6 του ν. 651/1977 (άρθρο 417 παρ.1 του π.δ. της 14/27-7-1999 "Κώδικας βασικής πολεοδομικής νομοθεσίας"), απαγορεύεται η μεταβίβαση της κυριότητας οικοπέδων που συνεπάγεται τη δημιουργία μη άρτιων οικοπέδων είτε κατά το ελάχιστο εμβαδόν, είτε κατά το ελάχιστο πρόσωπο είτε κατά το βάθος, ενώ σύμφωνα με την παρ. 3 του ίδιου άρθρου (παράγραφος 4 άρθρου 417 του π.δ.
της 14/27-7-1999) κάθε δικαιοπραξία εν ζωή ή αιτία θανάτου που έχει αντικείμενο μεταβίβαση κυριότητας που απαγορεύεται από την προηγούμενη παράγραφο είναι αυτοδικαίως και εξυπαρχής απολύτως άκυρη και β) κατά μεν το άρθρο 10 παρ. 1 του ν. 3212/2003 "Η περίπτωση α’ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του από 24/31.5.1985 π.δ/τος αντικαθίσταται ως εξής: "α) Ελάχιστο εμβαδόν γηπέδου 4.000 τετραγωνικά μέτρα και πρόσωπο σε κοινόχρηστο δρόμο είκοσι πέντε (25) μέτρα.
Η ρύθμιση του προηγούμενου εδαφίου που αφορά στο ελάχιστο πρόσωπο δεν ισχύει για την ανέγερση κτιρίων των άρθρων 2 και 3, εφόσον εξυπηρετούνται από αγροτικούς ή δασικούς δρόμους, καθώς και ορειβατικών καταφυγίων, η ανέγερση των οποίων επιτρέπεται και σε γήπεδα που εξυπηρετούνται αποκλειστικά από μονοπάτια", κατά δε το άρθρο 23 παρ. 3 του ίδιου νόμου " Η περίπτωση α’ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του από 24/31.5.1985 προεδρικού διατάγματος, όπως αντικαθίσταται με την παρ. 1 του άρθρου 10 του νόμου αυτού, δεν ισχύει για γήπεδα που υφίστανται κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού".
Κατά την αληθινή έννοια των διατάξεων αυτών, απαγορεύεται και είναι απολύτως άκυρη η δικαιοπραξία με την οποία γίνεται μεταβίβαση της κυριότητας οικοπέδου, εξαιτίας της οποία δημιουργούνται μη άρτια οικόπεδα.
Συνεπώς δεν απαγορεύεται και δεν είναι άκυρη η δικαιοπραξία, με την οποία μεταβιβάζεται οικόπεδο, το οποίο είναι ήδη μη άρτιο, ούτε αποκλείεται η απόκτηση κυριότητας σε τμήμα οικοπέδου με έκτακτη χρησικτησία, έστω και αν αυτή συνεπάγεται τη δημιουργία οικοπέδου μη αρτίου (ΑΠ 981/2007). Εξάλλου, κατά τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου.
Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήσαν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ ΑΠ 1/2013).
Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δεν δημιουργείται όταν το δικαστήριο που εξέτασε την ουσία της υπόθεσης δεν εφαρμόζει κανόνα δικαίου, του οποίου, υπό τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής. Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ ΑΠ 24/1992).
Οι παραπάνω από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι είναι δυνατόν να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι λόγοι αναίρεσης θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ διότι πλήττουν την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Δυνάμει του .../1960 προικοσυμφώνου του συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Μ., νομίμως μεταγραμμένου...., ο Ι. Ν., πατέρας της πρώτης ενάγουσας-καθ’ ης η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση [πρώτης αναιρεσείουσας] συνέστησε προίκα υπέρ αυτής και του συζύγου της Α.
Γ., κατά τις ισχύουσες, τότε, περί προικός, διατάξεις, μεταβιβάζοντας στον τελευταίο, μεταξύ άλλων, έναν αγρό, συνολικής έκτασης 5.700 τ.μ., κείμενο στη θέση "...", ο οποίος, μετά τον επισυμβάντα θάνατό του το έτος 1963, αποδόθηκε αυτοδικαίως στην πρώτη ενάγουσα που κατέστη αποκλειστική κυρία. Ο ανωτέρω αγρός αποτελούνταν από δύο αγροτεμάχια και συγκεκριμένα :
α) έναν αγρό μετ’ αμπέλου, τεσσάρων (4) περίπου στρεμμάτων, συνορευόμενο ανατολικά με την οδό ..., δυτικά με άλλο αγρό που στο ίδιο συμβόλαιο περιγράφεται με τον αριθμό δύο (2), βόρεια με ακίνητο Π. Ν. και νότια με ιδιοκτησία Π. Κ. και β) έναν αγρό κείμενο στην ίδια ως άνω θέση, έκτασης 1.700 τ.μ., ο οποίος συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία Π.
Ν., δυτικά με έκταση Δημοσίου, νότια με αγρό ίδιου προικοδότη και ανατολικά με τον ανωτέρω περιγραφόμενο αγρό. Ήδη, μετά από απαλλοτρίωση τμήματος του παραπάνω αγρού σε συνδυασμό με διεκδικήσεις του Δημοσίου στην περιοχή, στον ανωτέρω αγρό απέμεινε συνολική έκταση 4.601,02 τ.μ., κείμενη κατά τα ανωτέρω στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του ήδη ..., εκτός σχεδίου πόλης, όπως ο αγρός αυτός εμφαίνεται στο από Ιουλίου 2011 τοπογραφικό διάγραμμα της πολιτικού μηχανικού Β.
Π. με τα περιμετρικά στοιχεία ... και ορίζεται βορειοανατολικά, επί πλευράς πρόσοψης 1- 3, μέτρων 35,60, με τη λεωφόρο ..., νοτιοδυτικά, σε πλευρά 11-8, μέτρων 35,73, με άλλη ιδιοκτησία της πρώτης ενάγουσας, βορειοδυτικά, επί πλευρών 18-Ζ, μέτρων 20,46, Ζ-Α, μέτρων 104,92, και Α-1, μέτρων 2,71, με ιδιοκτησίες που φέρουν ΚΑΕΚ... και Νοτιοανατολικά, σε πλευρές 3-Β, μέτρων 2,95, Β-Γ, μέτρων 107,74 και Γ-11, μέτρων 20,51 με ιδιοκτησίες που φέρουν ΚΑΕΚ....
Στο εν λόγω ακίνητο, που είναι εκτός σχεδίου, συνολικού εμβαδού 4.601,02 τ.μ., υφίστανται δύο αυθαίρετες οικίες και, συγκεκριμένα, μία ισόγεια οικία, επιφάνειας 96,80 τ.μ. που είναι κτισμένη πριν το έτος 1955 και μια ισόγεια οικία με υπόγειο, εμβαδού 147,25 τ.μ., του οποίου η ανέγερση ξεκίνησε το έτος 1965 και μέχρι το 1971 παρέμενε ημιτελής (στα μπετά).
Επίσης, στο εν λόγω ακίνητο και συγκεκριμένα στο τμήμα με πρόσοψη στη Λ. ... υφίσταται ένα ισόγειο κατάστημα και αποθήκη, που είχαν κατασκευαστεί από το μισθωτή Δ. Μ. (για τη μίσθωση αυτή γίνεται λόγος κατωτέρω) για τις ανάγκες της επιχείρησής του, δεδομένου ότι το μπροστινό τμήμα με πρόσοψη στη Λ. ... μισθωνόταν ως επαγγελματική στέγη, όπως εκτίθεται αναλυτικά κατωτέρω.
Το έτος 1971, μετά την τέλεση του γάμου της εναγόμενης- αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας (κόρης του αποβιώσαντος συζύγου της πρώτης ενάγουσας και ετεροθαλούς αδελφής του δεύτερου ενάγοντος) [πρώτης αναιρεσίβλητης] με το Δ. Χ., η πρώτη ενάγουσα και αποκλειστική κυρία τότε του επίδικου προς διανομή ακινήτου, Δ.
Γ. [πρώτη αναιρεσείουσα], παραχώρησε εκουσίως στην προγονή της, ως προίκα λόγω του γάμου της, τη νομή της ημιτελούς οικίας και το μισό αγρό των 5.700 περίπου τ.μ., που, στη συνέχεια, το τμήμα του οποίου η νομή παραδόθηκε στην εναγομένη-προσθέτως παρεμβαίνουσα (μετά από την απαλλοτρίωση και τις διεκδικήσεις του Δημοσίου) διαμορφώθηκε σε 1.899,95 τ.μ..
Το τμήμα αυτό, εμβαδού 1.899,95 τ.μ., συνορεύει ανατολικά με τη Λ. ..., επί πλευράς, μήκους 17,50 μέτρων, δυτικά με τμήμα του μείζονος ακινήτου διεκδικούμενο ως δασική έκταση από το Ελληνικό Δημόσιο, βόρεια με τμήμα του μείζονος ακινήτου, επί πλευράς, μήκους 99,30 μέτρων και νότια με ιδιοκτησία κληρονόμων Ν.. Την άλλη οικία και το υπόλοιπο τμήμα του επιδίκου, εμβαδού 2.701,02 τ.μ.
διατήρησε στη νομή και κατοχή της η ενάγουσα, η οποία μίσθωνε την οικία αυτή για κάποια έτη, στη συνέχεια διέμενε σε αυτή από το έτος 1985 έως το έτος 1993 ο άλλος γιος της ενάγουσας (ετεροθαλής αδελφός της εναγομένης -προσθέτως παρεμβαίνουσας και αμφιθαλής αδελφός του ενάγοντος) Θ. Γ. με την οικογένειά του, ο οποίος απεβίωσε το έτος 2010.
Μετά την αναχώρηση αυτού από την εν λόγω οικία, μισθώθηκε αυτή από το έτος 1993 έως το έτος 2000 σε συγγενείς της συζύγου του Θ. Γ.. Η εναγόμενη Μ. Γ. [πρώτη αναιρεσίβλητη] εγκαταστάθηκε στη δεύτερη ως άνω οικία την οποία χρησιμοποιούσε ως κατοικία της με τον αύλειο χώρο και μίσθωνε το εμπρόσθιο μέρος του τμήματος του, προς διανομή, ακινήτου που της παραχωρήθηκε η νομή.
Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι ο, τότε, σύζυγος της εναγομένης Δ. Χ. ανέλαβε με δαπάνες του την αποπεράτωση της εν λόγω οικίας, στην οποία εγκαταστάθηκε το ζευγάρι από το 1971. Όταν δε το έτος 1986 λύθηκε ο γάμος της εναγομένης με το Δ. Χ., συμφώνησαν με το ...-1-1986 ιδιωτικό συμφωνητικό να του επιστρέψει η εναγόμενη (όπως και έγινε) τα χρήματα που αυτός είχε καταβάλει για την αποπεράτωση της ανωτέρω οικίας.
Περαιτέρω, η εναγομένη-αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα το έτος 1978 προέβη στη διαδικασία νομιμοποίησης της κατοικίας της που ήταν αυθαίρετη (όπως και όλες οι υπάρχουσες κατασκευές σε αυτό) με την από 5-12-1978 δήλωση βεβαίωσή της προς την Πολεοδομία Δ-Α Αττικής, κατέβαλε τα πρόστιμα και έλαβε τον .../7.2.1983 τίτλο οριστικής μη κατεδάφισης αυθαιρέτου.
Το έτος 2000 η οικία της εναγομένης- αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας υπέστη σοβαρές ζημιές από εκρήξεις που έγιναν για τη διάνοιξη του περιφερειακού Υμηττού, οπότε με την ευκαιρία αυτή προέβη σε πλήρη ανακαίνιση και ουσιαστικά ανακατασκευή της οικίας της, δαπανώντας μεγάλα χρηματικά ποσά, έτσι, η οικία της από μία συνήθη κατασκευή του 1970, έγινε πολυτελούς κατασκευής.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε, όπως προαναφέρθηκε, ότι το, προς διανομή, ακίνητο, έχει πρόσοψη στη Λ. ... και το εμπρόσθιο τμήμα επί της Λ. ... μισθωνόταν ως επαγγελματική στέγη. Ειδικότερα, από το έτος 1970 έως το έτος 1995 η ενάγουσα μίσθωνε το εμπρόσθιο τμήμα του οικοπέδου (που ήταν συνεχόμενο με το τμήμα στο οποίο βρισκόταν η ισόγεια παλαιά οικία που αυτή εκμεταλλευόταν των 96,80 τ.μ.) στον Κ.
Τ., που είχε επιχείρηση προκατασκευασμένων κατοικιών. Από το έτος 1980 μισθώθηκε τμήμα 750 τ.μ. του οικοπέδου με πρόσοψη επί της Λ. ... (που ήταν συνεχόμενο με το τμήμα του οικοπέδου στο οποίο βρισκόταν η οικία της εναγομένης-προσθέτως παρεμβαίνουσας) στο Δ. Μ. που είχε επιχείρηση με καυσόξυλα, ο οποίος είναι πατέρας του εναγομένου στη δεύτερη αγωγή [δευτέρου αναιρεσιβλήτου] και νυν σύζυγος της εναγόμενης-αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας, με την οποία παντρεύτηκαν το έτος 1991.
Το μισθωμένο αυτό ακίνητο (που αποτελεί τμήμα του ακινήτου, εμβαδού 1.899,95 τ.μ., του οποίου παραχωρήθηκε, κατά τα άνω, η νομή στην εναγομένη) ορίζεται βορειοανατολικά σε πλευρά 15 μέτρων, με τη Λ. ..., νοτιοδυτικά, σε πλευρά 15 μέτρων, με την υπόλοιπη μείζονα ιδιοκτησία, βορειοδυτικά, σε πλευρά 50 μέτρων, με την υπόλοιπη μείζονα ιδιοκτησία και νοτιοανατολικά, σε πλευρά 50 μέτρων, με ιδιοκτησία που φέρει ΚΑΕΚ....
Στη μίσθωση αυτή, καθώς και στις παρατάσεις της μέχρι το έτος 2011 που συνταξιοδοτήθηκε ο μισθωτής Δ. Μ., συμβαλλόταν η εναγομένη - αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα ως εκμισθώτρια, λάμβανε τα μισθώματα, τα οποία δήλωνε στην εφορία και στη διάρκεια αυτών των ετών στο χώρο που μίσθωνε έγιναν διάφορες πρόχειρες κατασκευές για την εξυπηρέτηση της επιχείρησης του μισθωτή.
Ακολούθως, όταν το έτος 2011 συνταξιοδοτήθηκε ο μισθωτής Δ. Μ., ανέλαβε την επιχείρηση ο γιός του Μ. Μ. (εναγόμενος στη δεύτερη αγωγή-υπέρ ου η πρόσθετη παρέμβαση) [δεύτερος αναιρεσίβλητος], ο οποίος υπέγραψε με την εναγομένη Μ. Γ. το από 1-7-2011 ιδιωτικό συμφωνητικό επαγγελματικής μίσθωσης για το ίδιο κατάστημα με τον προαύλιο αυτού χώρο, έναντι μισθώματος 500 ευρώ για χρονικό διάστημα πέντε (5) ετών, ήτοι έως 30-6-2016.
Τα δύο τμήματα του, προς διανομή, ακινήτου με τα σπίτια και τους αύλειους χώρους τους, ήδη από το 1971, διαχωρίστηκαν μεταξύ τους με ένα κάθετο, κατά μήκος, μαντρότοιχο που ξεκινούσε από το κτίσμα που, εν τω μεταξύ, διαμορφώθηκε σε οικία της εναγομένης-αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας Μ. Γ., στον οποίο αργότερα τοποθετήθηκε συρματόπλεγμα, καθ’ όλο το μήκος του ακινήτου και, ακολούθως, κτίστηκε μαντρότοιχος ως διαχωριστικό αυτών όριο, όπως αυτός εμφαίνεται επενδυμένος με πέτρα στις προσκομιζόμενες φωτογραφίες.
Έτσι όλα αυτά τα έτη ήταν διακριτά τα δύο τμήματα του οικοπέδου (αυτοτελή μεταξύ τους), διακριτή η νομή που ασκείτο σε αυτά και η εναγομένη-προσθέτως παρεμβαίνουσα έθεσε το τμήμα αυτό, των 1.899,95 τ.μ., υπό την ενιαία, διαρκή, απεριόριστη και αποκλειστική εξουσίασή της, ασκώντας όλες τις διακατοχικές πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση του και τον προορισμό του ως οικοπέδου, ιδίως με τη χρησιμοποίησή του ως τόπο της κύριας κατοικίας της, την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών με δικές της δαπάνες για τη βελτίωση και αξιοποίηση του κτίσματος και του προαύλιου χώρου και την εκμίσθωση τμήματος αυτού.
Όλες οι ανωτέρω εμφανείς υλικές πράξεις έγιναν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, με βούληση κτήσης και άσκησης νομής εκ μέρους της εναγομένης για λογαριασμό της, δηλαδή με τη θέληση εξουσιάσεως του διαιρετού αυτού τμήματος του ακινήτου με διάνοια αποκλειστικής κυρίας. Η πρόθεσή της για ενιαία, διαρκή, απεριόριστη και αποκλειστική εξουσίαση του εν λόγω τμήματος, όμοια με εκείνη που απορρέει από το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας που αναγνωρίζεται στο δικαιούχο αυτής, εκδηλώθηκε με τις εμφανείς αυτές υλικές πράξεις και τη μεταχείριση του διαιρετού αυτού τμήματος του ακινήτου με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να μεταχειριστεί αυτό ο ιδιοκτήτης.
Η παραπάνω αποκλειστική νομή του εν λόγω τμήματος με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας διήρκεσε από το έτος 1971 μέχρι και το έτος 2011, χωρίς καμία διαμαρτυρία και εναντίωση της ενάγουσας και υπό τα όμματα αυτής. Άλλωστε, η ενάγουσα πάντα αναγνώριζε το δικαίωμα της εναγομένης για αποκλειστική νομή του διαιρετού αυτού τμήματος, την οποία αυτή εκούσια είχε παραδώσει στην εναγομένη, με την υπόσχεση ότι, όταν το, προς διανομή, ακίνητο ενταχθεί στο σχέδιο πόλης, θα το μεταβιβάσει στην τελευταία ως διαιρετό τμήμα του όλου ακινήτου.
Παρά, όμως, την αρχική προσδοκία ότι το εν λόγω ακίνητο θα εντασσόταν στο σχέδιο πόλης, αυτό παρέμεινε εκτός σχεδίου, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η κατάτμησή του και η μεταβίβαση διαιρετών τμημάτων και οι διάδικοι συνέχισαν να νέμονται τα, ως άνω, διακριτά τμήματα, χωρίς ποτέ να αμφισβητηθεί από κανένα η παραπάνω διαμορφωθείσα πραγματική και νομική κατάσταση.
Μάλιστα, ο μαντρότοιχος που χώριζε σε δύο τμήματα το προς διανομή ακίνητο, το έτος 2008, επενδύθηκε με πέτρα και από τις δύο πλευρές, η μεν πλευρά της ισογείου οικίας των 96,80 τ.μ. με έξοδα των εναγόντων, η δε πλευρά της οικίας της εναγομένης- αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας με έξοδα της τελευταίας, έτσι ώστε να συνεχίσουν και στο μέλλον οι διάδικοι να νέμονται διακριτά τμήματα.
Το έτος 2010, η ενάγουσα, μετά το θάνατο του γιού της Θ., θέλησε να τακτοποιήσει το περιουσιακό της αυτό στοιχείο και την εκκρεμότητα σε σχέση με την εναγομένη-προσθέτως παρεμβαίνουσα, ώστε να αποκτήσει αυτή τίτλο για την ιδιοκτησία της. Επειδή, όμως, το εν λόγω ακίνητο, όπως προαναφέρθηκε, παρέμεινε εκτός σχεδίου και δεν ήταν δυνατή η κατάτμησή του και η μεταβίβαση διαιρετών τμημάτων, κατόπιν σχεδιασμού των εναγόντων [αναιρεσειόντων] στον οποίο προσχώρησε η εναγομένη, χωρίς να έχει απευθυνθεί σε δικό της νομικό συμπαραστάτη και να έχει νομικές γνώσεις, λόγω και της σχέσης εμπιστοσύνης που τη συνέδεε με τους ενάγοντες, αποφασίστηκε από όλους τους διαδίκους η εκκρεμότητα αυτή να αρθεί με τη μεταβίβαση στον ενάγοντα και στην εναγομένη-προσθέτως παρεμβαίνουσα εξ ημισείας ποσοστών εξ αδιαιρέτου, με κοινή συμφωνία όλων ότι αυτοί (οι διάδικοι) θα συνεχίσουν να νέμονται διακριτά τμήματα και η διαμορφωθείσα κατάσταση θα διευθετείτο νομικά με τη σύσταση κάθετης ιδιοκτησίας επί του προς διανομή επίδικου ακινήτου.
Στο πλαίσιο αυτό, η πρώτη ενάγουσα δυνάμει του .../2010 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Κρωπίας Φ. Κ.-Α., νομίμως μεταγραμμένου, όπως αυτό νομίμως επαναλήφθηκε με την ...2011 πράξη επανάληψης της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, μεταβίβασε στο δεύτερο ενάγοντα [δεύτερο αναιρεσείοντα] και ετεροθαλή αδερφό της εναγόμενης Μ.
Γ. το 1/2 εξ αδιαιρέτου της ψιλής κυριότητας επί όλου του ακινήτου, παρακρατώντας εφόρου ζωής της το δικαίωμα επικαρπίας επ’ αυτού. Περαιτέρω, δυνάμει του .../2011 πωλητήριου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Κρωπίας Φ. Κ.-Α., νομίμως μεταγραμμένου, μεταβίβασε κατά πλήρη κυριότητα στην εναγομένη-προσθέτως παρεμβαίνουσα ποσοστό 21,734% εξ αδιαιρέτου, επίσης, επί όλου του ακινήτου.
Το υπόλοιπο ποσοστό, 28,266% εξ αδιαιρέτου, το οποίο έπρεπε, κατά τα συμφωνηθέντα, να περιέλθει στην εναγομένη-προσθέτως παρεμβαίνουσα, ώστε να αποκτήσει αυτή το 50% εξ αδιαιρέτου, συμφωνήθηκε, για λόγους φορολογικούς, να το μεταβιβάσει στο γιό της (δεύτερο ενάγοντα) με γονική παροχή και αυτός, στη συνέχεια, να το μεταβιβάσει λόγω δωρεάς στην αδελφή του και, στη συνέχεια, αυτοί να συστήσουν κάθετη ιδιοκτησία.
Έτσι, καταρτίστηκε το .../2011 συμβόλαιο γονικής παροχής της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου Κρωπίας, νομίμως μεταγραμμένο, με το οποίο η ενάγουσα μεταβίβασε στο δεύτερο ενάγοντα, κατ’ αποκλειστική κυριότητα, ποσοστό 28,266% εξ αδιαιρέτου επί του όλου προς διανομή ακινήτου και συντάχθηκε η ....7.2011 δήλωση φόρου δωρεάς για τη μεταβίβαση του ποσοστού αυτού από τον ενάγοντα στην εναγομένη-προσθέτως παρεμβαίνουσα, που φέρει τις υπογραφές τους, καθώς και το σχέδιο συμβολαίου για την εν λόγω μεταβίβαση.
Περαιτέρω η εναγόμενη - προσθέτως παρεμβαίνουσα, κατέβαλε το φόρο δωρεάς στην εφορία και τα έξοδα της συμβολαιογράφου για το συμβόλαιο αυτό, όπως και τα έξοδα της συμβολαιογράφου για το .../2011 συμβόλαιο. Για λόγους που, όμως, δεν διευκρινίστηκαν, η παραπάνω συμφωνία δεν ολοκληρώθηκε και, στη συνέχεια, ακολούθησε αντιδικία των διαδίκων με την άσκηση των υπό κρίση αγωγών, ενώ είχε προηγηθεί η, από 21-8-2012, εξώδικη δήλωση των εναγόντων προς την εναγομένη και τον εναγόμενο μισθωτή με την οποία, αυτοί διαμαρτυρήθηκαν, μόλις έλαβαν γνώση για την κατάρτιση μεταξύ των τελευταίων της, από 1-7-2011, σύμβασης επαγγελματικής μίσθωσης, προβάλλοντες, για πρώτη φορά, δικαιώματα συγκυριότητας στο τμήμα που νεμόταν η εναγομένη.
Η ενάγουσα, όμως, που συμβλήθηκε στα παραπάνω συμβόλαια ως κύρια του όλου ακινήτου δεν είχε την κυριότητα σε όλο, ώστε να μπορεί να μεταβιβάσει ποσοστά εξ αδιαιρέτου σε αυτό, καθόσον η εναγομένη-αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα έγινε κυρία του τμήματος των 1.899,95 τ.μ. με έκτακτη χρησικτησία, αφού είχε στη φυσική της εξουσίαση με διάνοια κυρίας το εν λόγω τμήμα συνέχεια επί χρόνο μεγαλύτερο της εικοσαετίας, με αποτέλεσμα το όποιο δικαίωμα κυριότητας είχε η ενάγουσα σε αυτό, κατά τα έτη 2010 και 2011 που καταρτίστηκαν τα ως άνω συμβόλαια, είχε ήδη καταλυθεί, κατά παραδοχή του οικείου ισχυρισμού της εναγομένης-αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας, ο οποίος αποτελεί ένσταση ιδίας κυριότητας ως προς την πρώτη ενάγουσα και αιτιολογημένη άρνηση ως προς το δεύτερο ενάγοντα, γιατί τα παραπάνω περιστατικά είναι μεταγενέστερα εκείνων που διαλαμβάνονται στην αγωγή για την πρώτη ενάγουσα και προγενέστερα εκείνων που αφορούν το δεύτερο ενάγοντα.
Σημειώνεται ότι ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι η παραχώρηση του τμήματος αυτού, εμβαδού 1.899,95 τ.μ., από την ενάγουσα προς την προγονή της ήταν παραχώρηση μόνο της χρήσης και δεν παραδόθηκε ποτέ η νομή σε αυτή είναι ουσιαστικά αβάσιμος. Αντίθετα, αποδείχθηκε, όπως προαναφέρθηκε, ότι παραδόθηκε η νομή του τμήματος αυτού του ακινήτου στην εναγομένη-προσθέτως παρεμβαίνουσα.
Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου δεν αναιρείται από το γεγονός ότι η ενάγουσα το έτος 1995 ως ιδιοκτήτρια του όλου ακινήτου επιμελήθηκε με δικές της ενέργειες τη σύνδεση αυτού με το δημοτικό δίκτυο ύδρευσης, η οποία και εγκρίθηκε στο όνομά της, ούτε ότι αυτή υπέβαλε δήλωση ιδιοκτησίας στο Εθνικό Κτηματολόγιο ως αποκλειστική κυρία του επίδικου ακινήτου, εμβαδού 4.601 τ.μ., προσκομίζοντας το .../1960 ως άνω προικοσύμφωνο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ε.
Μ., διότι οι πράξεις αυτές έγιναν στο όνομά της, λόγω του ότι αυτή φερόταν, σύμφωνα με τους τίτλους ιδιοκτησίας, ως αποκλειστική κυρία όλου του ακινήτου. Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι υπήρχε στις ενέργειες αυτές αμφισβήτηση των δικαιωμάτων της εναγομένης, τα οποία αυτή, αλλά και ο πρώτος ενάγων πάντα αναγνώριζαν, οι σχέσεις δε των διαδίκων, μέχρι την έναρξη της αντιδικίας, ήταν πολύ καλές.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω η υπό κρίση αγωγή διανομής έπρεπε να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη, αφού, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων και η εναγομένη είναι συγκύριοι του ακινήτου αυτού κατά τα αναφερόμενα αδιαίρετα ποσοστά και η πρώτη ενάγουσα επικαρπώτρια κατά το 50% εξ αδιαιρέτου".
Στη συνέχεια το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε γίνει δεκτή η προβληθείσα ένσταση της καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος των εναγόντων, απέρριψε τις από 29-7-2012 και 17-9-2012 αγωγές των αναιρεσειόντων η πρώτη των οποίων, στρεφόμενη κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης αφορούσε τη δικαστική διανομή του επιδίκου ακινήτου, λόγω μη συναίνεσης της εναγομένης στην εξώδικη τοιαύτη, ενώ η δεύτερη αποτελούσε διεκδικητική κυριότητας αγωγή τμήματος του επιδίκου ακινήτου κατά του κατέχοντος τούτο δευτέρου αναιρεσιβλήτου, επικαλούμενου μισθωτική σχέση με την πρώτη αναιρεσίβλητη, η οποία, ως προσθέτως παρεμβάσα, προέβαλε τον ισχυρισμό της επ’ αυτού αποκλειστικής κυριότητάς της.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, σύμφωνα με όσα αναπτύσσονται στη μείζονα σκέψη, δεν παραβίασε ευθέως τις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη διατάξεις ουσιαστικού δικαίου α) των άρθρων 974, 1045 και 1051 ΑΚ, τις οποίες ορθώς εφάρμοσε, εφόσον, για την εφαρμογή τους ούτε απαίτησε περισσότερα στοιχεία, ούτε αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, αλλ’ ούτε και προσέδωσε σ’ αυτές έννοια διαφορετική από την αληθινή, β) των άρθρων 1041 και 1042 ΑΚ, τις οποίες δεν εφάρμοσε εφόσον αφορούν την κτήση κυριότητας με τακτική χρησικτησία, για την οποία δεν υπήρξε σχετική παραδοχή στην προσβαλλόμενη απόφαση, γ) των άρθρων 2 παρ. 1 ν.δ. 690/1948, 1 παρ. 1 περ.
α του από 24/31-5-1985 π.δ/τος, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του ν. 3212/2003 και 23 παρ. 3 του ν. 3212/2003, εφόσον στην ένδικη περίπτωση η κτήση της κυριότητας του επιδίκου μη αρτίου τμήματος του μείζονος ακινήτου θεμελιώνεται σε έκτακτη χρησικτησία, δηλαδή σε πρωτότυπο τρόπο, ο οποίος δεν αποκλείεται, έστω και αν αυτός συνεπάγεται τη δημιουργία μη άρτιου οικοπέδου, οι δε τ’ αντίθετα υποστηρίζοντες από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος κατά το σχετικό σκέλος του και πέμπτος αναιρετικοί λόγοι είναι αβάσιμοι.
Περαιτέρω, το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της αρχικής κτήσης της κυριότητας του μείζονος (προς διανομή) ακινήτου παραγώγως από την πρώτη αναιρεσείουσα και την με τις προϋποθέσεις της έκτακτης χρησικτησίας και τη βούληση της τελευταίας (αναιρεσείουσας) κτήση της κυριότητας του τμήματος τούτου που αποτελεί αντικείμενο της διεκδικητικής αγωγής από την πρώτη αναιρεσίβλητη, ο δε τ’ αντίθετα υποστηρίζων κατά το σχετικό σκέλος του από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος, ενώ κατά τις λοιπές αιτιάσεις του ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, αφού οι αποδιδόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση ανεπάρκειες αναφέρονται στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων και στην αιτιολόγηση του σαφώς διατυπούμενου αποδεικτικού πορίσματος.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ’ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Περαιτέρω, η μη λήψη υπόψη νομοτύπως προταθέντων αποδεικτικών μέσων πρέπει να ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή να αφορά σε ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό που να επιδρά στο διατακτικό της απόφασης (Ολ ΑΠ 911/2002).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο κατά το σχετικό σκέλος του λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το υπ’ αριθ. .../2011 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Κρωπίας Φ. Κ.-Α., που νομοτύπως με επίκληση προσκομίσθηκε εκ μέρους των αναιρεσειόντων.
Όπως όμως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη το ανωτέρω αποδεικτικό μέσο, το οποίο μάλιστα ρητώς μνημονεύει στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
Συνεπώς, ο σχετικός αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος. Κατά τα άρθρα 339 και 352 ΚΠολΔ, απόδειξη δεν αποτελεί κάθε ομολογία, αλλά μόνο η γενόμενη με σκοπό αποδοχής τού αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος, πρέπει δε να είναι σαφής και συγκεκριμένη (ΑΠ 115/2007). Και στη μεν δικαστική ομολογία, η οποία υπάρχει όταν το ενώπιον του δικαστηρίου αναγνωριζόμενο από τον διάδικο με μονομερή δήλωση επιζήμιο γι’ αυτόν γεγονός αναφέρεται αμέσως στο αντικείμενο της δίκης, θεωρείται ενυπάρχων ο σκοπός αυτός, ενώ αντίθετα στην εξώδικη ομολογία, δηλαδή σ’ εκείνη που γίνεται σε άλλο δικαστήριο ή περιέχεται σε άλλα έγγραφα εκδιδόμενα από τον διάδικο, η ύπαρξη τέτοιου σκοπού εναπόκειται στην ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου ουσίας.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός αναίρεσης στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς που τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τους ισχυρισμούς αυτούς ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, στην απόφασή του από ποιά αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη για τη βασιμότητά τους.
Ειδικότερα δεν απαιτείται να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποιά από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποιά για έμμεση απόδειξη. Επίσης, μετά την κατάργηση με τους ν. 2207/1994 και 2479/1997 της προδικαστικής απόφασης και την εισαγωγή της διαδικασίας του άρθρου 270 ΚΠολΔ, σε όλες τις υποθέσεις της τακτικής διαδικασίας δεν τίθεται θέμα υποκειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια του προσδιορισμού του διαδίκου, στον οποίο πρέπει να επιβάλει με απόφασή του το δικαστήριο την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού.
Αντίθετα το αντικειμενικό βάρος απόδειξης, με την έννοια προσδιορισμού του διαδίκου, ο οποίος φέρει τον κίνδυνο της δημιουργούμενης στο δικαστήριο αμφιβολίας για την απόδειξη των θεμελιωτικών της αγωγής ή της ένστασης πραγματικών περιστατικών, εξακολουθεί να λειτουργεί, στο οποίο εντοπίζεται και περιορίζεται ο αναιρετικός έλεγχος από το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, κατά το οποίο ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης (ΑΠ 309/2015).
Περαιτέρω, κατά τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα υπό την έννοια της διάταξης αυτής είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που, υπό την προϋπόθεση νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, καθώς και ο λόγος έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε αυτοτελής (και όχι αρνητικός της αγωγής) ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός αυτοτελής ισχυρισμός του εφεσίβλητου.
Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ ΑΠ 25/2003, ΑΠ 41/2016). Τέλος, ο αναιρετικός λόγος της διάταξης του αριθμού 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων.
Στον ΚΠολΔ, κατά κανόνα ισχύει το σύστημα της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων (άρθρο 340) και εξαιρετικά μόνο προσδίδεται σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αυξημένη αποδεικτική δύναμη, όπως η δικαστική ομολογία (άρθρο 352) και τα έγγραφα, που παράγουν πλήρη απόδειξη (άρθρα 438 επ., 441, 445). Για τα αποδεικτικά μέσα, που κατά το νόμο είναι ισοδύναμα, εναπόκειται στο δικαστήριο να κρίνει την αποδεικτική βαρύτητα του καθενός, αφού αυτά, κατ` άρθρο 340, εκτιμηθούν "ελεύθερα".
Ο παραπάνω λόγος ιδρύεται μόνο αν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικά ορίζει γι’ αυτό ο νόμος και όχι αν απέδωσε μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε ένα από τα ισοδύναμα αυτά αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 228/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση:
A) με τον τρίτο λόγο αναίρεσης η από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια διότι το Εφετείο δέχθηκε την ένσταση ιδίας κυριότητας της πρώτης αναιρεσίβλητης επί του επιδίκου εδαφικού τμήματος της προς διανομή μείζονος εδαφικής έκτασης, χωρίς απόδειξη δοθέντος ότι δέχθηκε ότι οι υπ’ αριθ. ... και ...9-2013 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Κρωπίας των Δ.
Χ., Σ. Τ., Δ. Χ. και Ε. Χ. δεν έπρεπε να ληφθούν υπόψη επειδή η πρώτη αναιρεσίβλητη άλλες μεν δεν τις επικαλέσθηκε με τις προτάσεις της και άλλες δεν τις προσεκόμισε. Όπως όμως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα " από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων..., τις ...
και ...9-2013 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Κρωπίας που δόθηκαν με επιμέλεια των εναγόντων ...... την ...-9-2013 ένορκη βεβαίωση του Ε. Χ. ενώπιον της Ειρηνοδίκη Κρωπίας που δόθηκε με επιμέλεια της εναγομένης [πρώτης αναιρεσίβλητης].... και από όλα τα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, όπως μερικά από τα έγγραφα αναφέρονται ιδιαιτέρως παρακάτω, χωρίς να παραλειφθεί κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς..." και συνεπώς ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, B) με τον δεύτερο κατά τα σχετικά σκέλη του αναιρετικό λόγο οι από τους αριθμούς 8, 12, 13 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτιάσεις ως προς το ότι το Εφετείο "δεν έλαβε υπόψη την ομολογία της πρώτης αναιρεσίβλητης που εμπεριέχεται στο υπ’ αριθ. .../2011 πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Κρωπίας Φ.
Κ.- Α. σύμφωνα με την οποία μοναδική κυρία του όλου ακινήτου ήταν η πρώτη αναιρεσείουσα" (...), ενώ επίσης, "αν ήθελε θεωρηθεί ότι η ένσταση ιδίας κυριότητας της πρώτης αναιρεσίβλητης αποτελεί δήλωση ανάκλησης της ομολογίας, σύμφωνα με το άρθρο 354 ΚΠολΔ, τότε εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με το βάρος απόδειξης, αφού σε αυτή την περίπτωση ο ομολογών φέρει το βάρος ν’ αποδείξει ότι η ομολογία δεν ανταποκρίνεται για οποιονδήποτε λόγο στην αλήθεια" (...), προσέτι δε, κατ’ ορθήν εκτίμηση του αναιρετηρίου δικογράφου, δεν προσέδωσε στην προαναφερόμενη ομολογία την δικονομικώς προσήκουσα ιδιαίτερη βαρύτητα (αριθμός 12).
Ο αναιρετικός αυτός λόγος, α) ως προς τον αριθμό 8 είναι απαράδεκτος διότι η προβαλλόμενη εξώδικη ομολογία δεν αποτελεί, κατά τα προεκτεθέντα "πράγμα", β) ως προς τους αριθμούς ..., στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, εφόσον το Εφετείο κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, δεχόμενο ότι η αναφορά της πρώτης αναιρεσείουσας στο συμβόλαιο αυτό ως έχουσας την πλήρη κυριότητα του μείζονος προς διανομή ακινήτου έγινε μετά από κοινή συμφωνία εκείνης με την πρώτη αναιρεσίβλητη λόγω της νομικής αδυναμίας κατάτμησης τούτου, δεν εκτίμησε αυτήν (αναφορά) ως εξώδικη ομολογία της τελευταίας, ώστε να τίθεται ζήτημα ανάκλησής της και γ) ως προς τον ...
είναι παντελώς αόριστος διότι δεν αναφέρεται στην αίτηση αναίρεσης ποια ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε το Εφετείο, όπως απαιτείται για τη θεμελίωση του αναιρετικού αυτού λόγου.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 περ. β` Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν. Ο όρος "επιδίκασε" στην παραπάνω περίπτωση σημαίνει, ότι το δικαστήριο αποφάσισε σε αίτημα έστω και με αναγνωριστική διάταξη. Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον τέταρτο από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης μέμφονται το Εφετείο διότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του επιδίκασε στην πρώτη αναιρεσίβλητη περισσότερα από όσα ζητήθηκαν καθόσον ενώ, κατά παραδοχή της προβληθείσας από εκείνη ένστασης ιδίας κυριότητας "σε τμήμα του όλου ακινήτου των 4.601 τ.μ.
δέχθηκε ότι έγινε κυρία του τμήματος των 1.899,95 τ.μ. με έκτακτη χρησικτησία", δέχεται επίσης ότι "δυνάμει του .../2011 πωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Κρωπίας Φ. Κ.-Α., νομίμως μεταγεγραμμένου, μεταβίβασε [η πρώτη αναιρεσείουσα] κατά πλήρη κυριότητα στην εναγομένη-προσθέτως παρεμβαίνουσα [πρώτη αναιρεσίβλητη] ποσοστό 21,734% εξ αδιαιρέτου, επίσης επί όλου του ακινήτου...".
Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε μεν την, ως άνω, προβληθείσα ένσταση της αναιρεσίβλητης, παραθέτει όμως διηγηματικά και μόνο την κατάρτιση του προαναφερθέντος συμβολαίου στο πλαίσιο της εκτιθέμενης στο σκεπτικό του σχετικής συμφωνίας των αντιδίκων μερών για τη διευθέτηση της νομικής κατάστασης του μείζονος ακινήτου, χωρίς να επιδικάζει περισσότερα των αιτηθέντων.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν’ απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρου 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-5-2016 αίτηση των Δ. χήρας Α. Γ. και Χ. Γ. του Α. για αναίρεση της υπ’ αριθ. 4437/2015 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Μαρτίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Ιουνίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ