Legislator Case Law & Legislation
1124/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on tort damages where civil liability does not violate criminal innocence presumption.

Case Number 1124/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the Athens Court of Appeal's judgment awarding damages for fraud. The appellants argued that the civil court's finding of joint criminal liability violated their presumption of innocence, citing prior acquittals and statute of limitations. The court rejected this, ruling that civil liability for torts is distinct from criminal guilt and does not infringe upon the presumption of innocence established in criminal proceedings.

Legislator headnote

AI generated

Articles 914, 297, 298, 330 of the Civil Code; Article 386 of the Penal Code; Article 6(2) of the ECHR; The presumption of innocence in criminal proceedings does not preclude a civil court from finding liability for a tort based on facts identical to a crime, provided the civil judgment does not contradict the criminal verdict.

Keywords

AI generated
presumption of innocence civil liability criminal acquittal tort damages joint liability statute of limitations appeal dismissal

Cited Legislation

AI generated
Article 914 of the Civil Code
Articles 297, 298, 330 of the Civil Code
Article 386 of the Penal Code
Article 6(2) of the ECHR
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1124 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1124/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Εμμανουήλ Κλαδογένη Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Μαΐου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Γ. Α. Σ. και 2. Α. Γ. Σ. κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Σπανουδάκη.

Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Σ. του Ε., κατοίκου ... ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μπαλέρμπα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-11-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5017/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 2975/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25-4-2014 αίτησή τους και τους από 1-9-2014 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας, ανέγνωσε την από 27-11-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης και των πρόσθετων λόγων αυτής. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα κα υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 Α.Κ., προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση, είναι: 1) Ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, 3) υπαιτιότητα, 4) ζημία και 5) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας).

Από την ίδια διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 386 ΠΚ, προκύπτει ότι γενεσιουργό λόγο της υποχρέωσης σε αποζημίωση αποτελεί και η απάτη σε βάρος του ζημιωθέντος. Απάτη υπάρχει όταν κάποιος από δόλο προκαλεί, ενισχύει ή διατηρεί με κάθε μέσο ή τέχνασμα σε άλλον την σφαλερή αντίληψη πραγματικών γεγονότων, ένεκα της οποίας αυτός πείθεται να προβεί σε δήλωση βούλησης ή επιχείρηση πράξης ή παράλειψη ή ανοχή, από την οποία υφίσταται ζημία, εφόσον το χρησιμοποιηθέν απατηλό μέσο υπήρξε αποφασιστικό για τη γενόμενη δήλωση βούλησης ή την επιχειρηθείσα πράξη ή την παράλειψη ή την ανοχή.

Δεν αποκλείεται δε η τυχόν χρησιμοποιηθείσα για την απάτη ψευδής παράσταση να αναφέρεται σε μελλοντικό γεγονός ή να συνδέεται με απόκρυψη κρίσιμων γεγονότων αναγομένων στο παρόν, την ύπαρξη των οποίων αγνοούσε ο ζημιωθείς και γνώριζε αυτός που τον εξαπάτησε, χωρίς να είναι αναγκαίο η προκληθείσα από την απατηλή συμπεριφορά ζημία, να συνδέεται αποκλειστικά με ωφέλεια αντίστοιχη εκείνης που επήλθε στο πρόσωπο του εξαπατήσαντος, αφού αυτή μπορεί να αφορά και τρίτο.

Περαιτέρω, με το άρθρο 926 ΑΚ καθορίζονται, στα πλαίσια της αδικοπρακτικής ευθύνης, οι κατηγορίες των περιπτώσεων στις οποίες αναγνωρίζεται από το νόμο ευθύνη περισσότερων προσώπων. Η πρώτη κατηγορία αφορά την περίπτωση της επέλευσης της ζημίας από κοινή πράξη περισσότερων προσώπων. Ως κοινή πράξη, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε μορφή συμμετοχής στην τέλεση της πράξης ή την επαγωγή της ζημίας, ανεξαρτήτως του αν οι ενέργειες (πράξεις ή παραλείψεις) των περισσότερων προσώπων έγιναν ταυτόχρονα, παράλληλα ή διαδοχικά.

Αρκεί κάθε ενέργεια να συνδέεται αιτιωδώς με το αποτέλεσμα, δηλαδή την επαγωγή της ζημίας. Ο βαθμός δε της αιτιώδους συμβολής ή του πταίσματος καθενός από τους περισσότερους δράστες, το αν δηλαδή ο ένας ενήργησε με δόλο και ο άλλος από αμέλεια, δεν ενδιαφέρει για την θεμελίωση της εις ολόκληρον ευθύνης, αλλά μόνο για την αναγωγή μεταξύ των συνοφειλετών κατ’ άρθρο 927 ΑΚ.

Θεμελιώνεται δε η συμμετοχική αδικοπρακτική συμπεριφορά κάποιου εξ αυτών στην απάτη, ως αστικό αδίκημα, ακόμη και αν η υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά τους, εκδηλωθεί μετά την μετά την ολοκλήρωση της απατηλής συμπεριφοράς του αυτουργού και την ζημιογόνο ενέργεια του παραπλανηθέντος προσώπου, εφόσον αποσκοπεί και συμβάλλει είτε στο να διατηρηθεί στον παραπλανηθέντα η εσφαλμένη αντίληψη των πραγματικών γεγονότων, είτε στο να επέλθει ή να οριστικοποιηθεί η ζημία του παθόντος, είτε στο να διατηρηθεί το εκ του αδικήματος όφελος των δραστών ή τρίτων.

Εξάλλου, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Συνεπώς, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικώς με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Ο ενάγων (και ήδη αναιρεσίβλητος), το Δεκέμβριο του 1999, υπηρετούσε ως προϊστάμενος στο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Δημοσίων Υπαλλήλων, που εδρεύει στην…, στην περιοχή του Συντάγματος. Στην ίδια υπηρεσία εργαζόταν και η Κ.

Ζ.. Στις αρχές Δεκεμβρίου 1999 ο ενάγων ζήτησε από την ως άνω συνάδελφο του Κ. Ζ., να αγοράσει για λογαριασμό του τρία κρατικά λαχεία κοινωνικής αντίληψης, κλήρωσης 31-12-1999. Η Ζ. πήγε στο πρακτορείο της Ι. Μ., επί της οδού ... αριθ. ….- Σύνταγμα...και αγόρασε από εκεί δύο κρατικά λαχεία, τα οποία έφεραν στο πίσω μέρος τους τη σφραγίδα του πρακτορείου αυτού, και στη συνέχεια, η Ζ.

αγόρασε από πλανόδιο λαχειοπώλη δύο ακόμα λαχεία, τα οποία δεν έφεραν καμία σφραγίδα. Από τα πιο πάνω τέσσερα λαχεία, η Ζ. κράτησε το ένα από τα δύο που είχε αγοράσει από τον πλανόδιο λαχειοπώλη (χωρίς σφραγίδα) και παρέδωσε στον ενάγοντα τα υπόλοιπα τρία λαχεία... Ο ενάγων, που ήταν τακτικός παίκτης λαχείων, τα λαχεία που του παρέδωσε η Ζ., όπως και άλλα λαχεία της ίδιας κλήρωσης που ο ίδιος είχε αγοράσει, τα κατέγραψε, πριν από την κλήρωση, σε ιδιόχειρη κατάσταση (με αριθμό και σειρά), όπως γενικώς συνήθιζε να κάνει με τα λαχεία που αγόραζε.

Ειδικότερα, σε φύλλο χάρτου με γραμμές και υπό τον τίτλο "ΚΡΑΤΙΚΑ ΛΑΧΕΙΑ 1999" αυτός ανέγραψε τους αριθμούς και τις αντίστοιχες σειρές δώδεκα (12) συνολικώς κρατικών λαχείων κληρώσεως την 31-12-1999 που είχε αγοράσει και δη ανέγραψε... (και) τα υπ’ αριθ. ... σειρά ..., ... σειρά ... σειρά ... που είχε αγοράσει η ως άνω Κ. Ζ.

για λογαριασμό του... Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι τα δύο πρώτα λαχεία, που είχε αγοράσει η Ζ. από το πρακτορείο της Μ., τα οποία στην οπίσθια όψη τους και αριστερά φέρουν πλαγίως τη σφραγίδα με τον εξής λογότυπο εκτεινόμενο σε τέσσερις γραμμές: "ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΟ ΠΡΟ-ΠΟ - ΛΑΧΕΙΑ/Ι. Γ. Μ./ ... - ΑΘΗΝΑ/ΤΗΛ. ..." και τα οποία ο ενάγων είχε σημειώσει ιδιογράφως στον κατάλογο του, προσκομίσθηκαν απ’ αυτόν, κατ’ εντολή του Ανακριτή Ηρακλείου, και αποτέλεσαν μέρος της σχηματισθείσας ποινικής δικογραφίας, για την οποία θα γίνει λόγος παρακάτω.

Στο τρίτο λαχείο, που είχε αγορασθεί από τον πλανόδιο λαχειοπώλη, ο ενάγων είχε σημειώσει το κεφαλαίο γράμμα ‘ Π’ στην εμπρόσθια όψη του λαχείου, πάνω και στην αριστερή άκρη του λαχείου και πριν τον τίτλο "ΚΡΑΤΙΚΟ ΛΑΧΕΙΟ". Στη συνέχεια, στην κλήρωση της 31-12-1999, ο αριθμός ... κέρδισε 40.000.000-δραχμές στην ... σειρά και 200.000 δραχμές σε όλες τις άλλες σειρές.

Ο αριθμός αυτός (...) κυκλοφόρησε συνολικά σε ... σειρές. Στις 4-1-2000, ημέρα Τρίτη, ο ενάγων βρισκόταν στο ... Κρήτης (όπου και η ιδιαίτερη πατρίδα του) και έχοντας μαζί του τα σώματα των λαχείων του, πήγε, μαζί με τον εξάδελφο του Ε. Σ. του Γ., στο πρακτορείο του πρώτου εναγόμενου (Ε. Π.), προκειμένου να πληροφορηθεί αν τα λαχεία του είχαν κερδίσει στην κλήρωση της 31-12-1999.

Εκεί, ο πρώτος εναγόμενος, παρότι είδε ότι το λαχείο του ενάγοντος (αριθμός ... της ...ς σειράς) είχε κερδίσει 40.000.000 δραχμές, απέκρυψε τούτο από τον ενάγοντα και του είπε ότι ο αριθμός αυτός (...) είχε κερδίσει σε όλες ανεξαιρέτως τις σειρές 200.000 δραχμές (και μετά την αφαίρεση του φόρου ... δραχμές), στη συνέχεια δε, ο πρώτος εναγόμενος παρέδωσε το λαχείο στο γιο του (δεύτερο εναγόμενο Γ.

Π.), ο οποίος, παρότι επίσης είδε ότι το λαχείο του ενάγοντος κέρδιζε 40.000.000 δραχμές, απέκρυψε το γεγονός αυτό από τον ενάγοντα και κατέβαλε στον τελευταίο το ποσό των ... δραχμών...Ο ενάγων επέστρεψε από την Κρήτη στην Αθήνα το βράδυ της 9-1-2000 και την επόμενη ημέρα, 10-1-2000, είδε την ιδιόχειρη κατάσταση που είχε συντάξει για τα κρατικά λαχεία που είχε αγοράσει - την οποία κρατούσε στο σπίτι του στην Αθήνα και δεν είχε πάρει μαζί του στην Κρήτη - σε συνδυασμό δε με τον επίσημο κατάλογο των λαχείων που είχαν κερδίσει στην κλήρωση της 31-12-1999, αυτός διαπίστωσε ότι το λαχείο που είχε προσκομίσει προς εξαργύρωση στο πρακτορείο του πρώτου εναγόμενου κέρδιζε 40.000.000 δραχμές και όχι 200.000 δραχμές.

Αμέσως, ο ενάγων ειδοποίησε τον εξάδελφο του Ε. Σ. του Γ. να πάει στο πρακτορείο του πρώτου εναγόμενου και να ζητήσει την επιστροφή του λαχείου... Την πρώτη ημέρα της ως άνω επισκέψεως του εξαδέλφου του ενάγοντος ο πρώτος εναγόμενος παραδέχθηκε ότι ο κατάλογος κερδισμένων λαχείων που διέθετε ήταν ανεπίσημος ενώ την επομένη (11-1-2000) το αρνήθηκε.

Ο πρώτος εναγόμενος...δήλωσε... στον εξάδελφο του ενάγοντος, ο οποίος συνοδευόταν και από τον αδελφό του ενάγοντος στη δεύτερη επίσκεψη τους, στις 11-1-2000, ότι το λαχείο το έστειλε στο πρακτορείο ...’ του Ν. στην Αθήνα, μέσω του πρακτορείου του πέμπτου εναγόμενου (Ε. Π.). Ο ενάγων, στις 12-1-2000, επισκέφθηκε αμέσως το πρακτορείο ...’ του Ν.

επί της οδού ... στην Αθήνα, συνομίλησε με τον ίδιο τον Ν., ο οποίος μετά από έλεγχο, μέσω και των υπαλλήλων του, του δήλωσε ότι δεν έχει σταλεί προς αυτόν κανένα από τα επίμαχα λαχεία και δη ούτε αυτό που κέρδιζε 40.000.000 δραχμές αλλά ούτε και άλλο, διαφορετικής σειράς, που κέρδιζε 200.000 δραχμές. Αμέσως ο ενάγων τηλεφώνησε στον πρώτο εναγόμενο και του είπε ότι δεν έχει στείλει αυτός κανένα λαχείο στον Ν.

πλην όμως αυτός επέμενε ότι το είχε στείλει. Στις 13-1-2000, ο ενάγων, συνοδευόμενος από έναν συνάδελφο του, επισκέφθηκαν τη Διεύθυνση Κρατικών Λαχείων, όπου συνάντησαν τον Διευθυντή Ι. Π., του εξέθεσαν τα περιστατικά και του ζήτησαν να δεσμευτεί το λαχείο πλην όμως ο τελευταίος τους είπε ότι απαιτείται Εισαγγελική παραγγελία.

Ο ενάγων στη συνέχεια, συνοδευόμενος από τον φίλο του Χ. Κ. επισκέφθηκε τον Δικηγόρο του Δ. Γ., στον οποίο εξέθεσε την κατάσταση και του δήλωσε ότι στο συγκεκριμένο λαχείο που του εξαργύρωσε ο Π., δεν θυμάται αν είχε σφραγίδα του πρακτορείου ‘ Μ.’ , πιθανόν να είχε ξεκινήσει να γράφει και στα τρία λαχεία που του αγόρασε η συνάδελφος του Π.

Ζ., το κεφαλαίο γράμμα ‘ Π’ (προκειμένου να ξεχωρίζει τα λαχεία που αυτή αγόρασε έτσι ώστε σε περίπτωση κερδών να της προσφέρει κάποιο ποσό ως δώρο, όπως συνηθίζεται), οπότε όμως στη συνέχεια είδε ότι τα άλλα δύο λαχεία (... σειρά ... και ... σειρά 11η) είχαν σφραγίδα και ήδη είχε βάλει στο ένα το γράμμα ‘ Π’ ή το εν λόγω λαχείο δεν είχε σφραγίδα και έβαλε το γράμμα ‘ Π’ για να ξέρει ότι τα λαχεία αυτά είχαν αγοραστεί από την ως άνω συνάδελφο του.

Στο σημείο αυτό πρέπει επίσης να αναφερθεί ότι, όπως κατέθεσε ενόρκως, εξεταζόμενη ως μάρτυρας ενώπιον του Ανακριτή Ηρακλείου την 27-9-2002 αλλά και ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Κρήτης (βλ.υπ’ αριθ. 274/2007 απόφαση και πρακτικά), η Κ. Ζ., ο ενάγων στην αρχή νόμιζε ότι αυτή είχε αγοράσει και τα τέσσερα λαχεία (τρία του ενάγοντος και ένα δικό της) από το Πρακτορείο της Μ..

Όταν όμως αυτοί συναντήθηκαν μετά από επτά (7) μήνες, (αφού αυτή είχε αποχωρήσει από την Υπηρεσία της στις 31-12-1999), και ο ενάγων της εξιστόρησε την περιπέτεια του, αυτή του διευκρίνισε ότι μόνο τα δύο λαχεία (του ενάγοντος) είχε αγοράσει από την ‘ Μ.’ καθόσον ήσαν τα τελευταία, και τα άλλα δύο από πλανόδιο λαχειοπώλη στην οδό ....

Στη συνέχεια, ο ως άνω Δικηγόρος του ενάγοντος του υπαγόρευσε ένα κείμενο, το οποίο θα έστελνε με τηλεγράφημα στον πρώτο εναγόμενο Π. με το οποίο εξιστορούσε τα γεγονότα, και ζητούσε απ’ αυτόν να του εμφανίσει-επιδείξει το επίμαχο λαχείο που του εξαργύρωσε και με το οποίο έγγραφο έλεγε ότι το λαχείο έφερε σφραγίδα (της Μ.), πλην όμως σε αντίρρηση του ενάγοντος αναφορικά με τη βεβαιότητα αυτή, ο Δικηγόρος τον συμβούλευσε να αναφέρει: "...κατά πάσα πιθανότητα φέρει σφραγίδα..", το οποίο και εστάλη πράγματι τηλεγραφικώς προς τον πρώτο εναγόμενο ώρα 00.40 της 14-1-2000.

Παράλληλα, ο Δικηγόρος συνέταξε και μία εξώδικη δήλωση- πρόσκληση με το ίδιο περιεχόμενο, στην οποία όμως ανέφερε (χωρίς την επιφύλαξη του τηλεγραφήματος) ότι το λαχείο έφερε στο οπίσθιο μέρος του τη σφραγίδα του πρακτορείου Μ. στην Αθήνα, στις αντιρρήσεις δε και διαμαρτυρίες του ενάγοντος, ο Δικηγόρος του είπε να μην ανησυχεί και, σε τελευταία ανάλυση, η ως άνω αποστροφή (περί υπάρξεως σφραγίδας) θα λειτουργούσε ως παραπλάνηση.

Πράγματι δε η ως άνω εξώδικη δήλωση επιδόθηκε στον Διευθυντή της Δ/νσης Κρατικών Λαχείων Ι. Π., την 07.35’ ώρα της 14-1-2000...,με την οποία δήλωση ο ενάγων αφού εξέθετε το ιστορικό του λαχείου και των συμβάντων, καλούσε την Δ/νση Κρατικών Λαχείων να μην εξαργυρώσει το επίμαχο λαχείο σε οποιονδήποτε το εμφανίσει προς πληρωμή, αυτός δε προτίθετο να προβεί σε όλες τις απαραίτητες νόμιμες ενέργειες.

Στη συνέχεια ο ενάγων επισκέφθηκε εκ νέου, στις 14 και στις 15-1-2000 το πρακτορείο ...’ του Ν. στην Αθήνα, μήπως και είχε φθάσει, έστω εκ των υστέρων, το επίμαχο λαχείο σ’ αυτόν από τον Π.. Το βράδυ της ιδίας ημέρας (15-1-2000) ο ενάγων μετέβη ξανά στο ... Κρήτης και επισκέφθηκε το πρακτορείο του Π., μαζί με τον αδελφό του Μ.

Σ., και τους φίλους του Μ. Σ., Κ. Σ. και Β. Λ.. Στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα ήτοι από 10-1-2000, όταν ο ενάγων ειδοποίησε τον Π. για πρώτη φορά και ζήτησε το λαχείο, μέχρι 14-1-2000 και μετά τον αρχικό αιφνιδιασμό του, ο πρώτος εναγόμενος, αλλά και ο γιος του (δεύτερος εναγόμενος) άρχισαν πλέον να σκέφτονται πώς θα καλύψουν την εξαπάτηση του ενάγοντος.

Για να επιτύχουν κάτι τέτοιο σκέφθηκαν ότι έπρεπε να βρουν άμεσα ένα λαχείο με αριθμό ..., το οποίο να ανήκει σε οποιαδήποτε άλλη σειρά (εκ των λοιπών 124) πλην της ...ς και το οποίο να προσκόμιζε πράκτορας στη Διεύθυνση Κρατικών Λαχείων σε ημερομηνία κοντινή προς την 10-1-2000, ώστε να εμφανίσουν ότι αυτό, δήθεν, ήταν εκείνο που είχε παραδώσει προς εξαργύρωση ο ενάγων στο πρακτορείο τους.

Προς τούτο, ο πρώτος εναγόμενος εκμυστηρεύεται το όλο θέμα στον τέταρτο εναγόμενο, Ν. Χ., υπάλληλο τότε του τμήματος πρακτόρων της Διεύθυνσης Κρατικών Λαχείων..., τον οποίο γνωρίζει από πολλά χρόνια και ζητεί τη συνδρομή του...Εν τω μεταξύ, στις 11-1-2000, ο έκτος εναγόμενος (Λ. Ν.), που διατηρεί πρακτορείο ΠΡΟ-ΠΟ και λαχείων στον ... (οδός ...

αριθ. ...) και κατά τους ισχυρισμούς του ιδίου συνεργάζεται με περίπου τριακόσιους (300) υποπράκτορες σε ολόκληρο τον Ελλαδικό χώρο, προσκομίζει στη Διεύθυνση Κρατικών Λαχείων τα σώματα διαφόρων λαχείων που είχαν κερδίσει και εξαργυρωθεί από εκείνον, συνοδευόμενα με κατάσταση στην οποία είχε καταγράψει τους αριθμούς και σειρές των λαχείων, καθώς και τα στοιχεία των κατόχων τους που είχαν εισπράξει τα σχετικά ποσά.

Μεταξύ των λαχείων αυτών ήταν και το κρατικό λαχείο κοινωνικής αντίληψης με αριθμό ... της ... σειράς, το οποίο, στην κλήρωση της 31-12-1999, είχε κερδίσει (μετά την αφαίρεση του φόρου) ... δραχμές. Το γεγονός της προσκόμισης του προαναφερόμενου λαχείου περιέρχεται αμέσως σε γνώση του τέταρτου των εναγόμενων (Χ.), ο οποίος και ανακοινώνει τούτο στους δύο πρώτους εναγόμενους.

Είχαν όμως (οι πρώτος, δεύτερος και τέταρτος των εναγόμενων) να αντιμετωπίσουν, σε σχέση με το πιο πάνω λαχείο, δύο ζητήματα: Το πρώτο ήταν να δικαιολογήσουν πώς το λαχείο αυτό (... της ... σειράς), ενώ θα εμφανιζόταν ότι εξαργυρώθηκε από το πρακτορείο του πρώτου εναγόμενου (Π.), παρά ταύτα προσκομίστηκε στη Διεύθυνση Κρατικών Λαχείων όχι από εκείνον αλλά από τον έκτο εναγόμενο (Ν.) και μάλιστα ενόσω ο πρώτος εναγόμενος στις 10-1-2000 είχε δηλώσει στον εξάδελφο του ενάγοντος ότι το λαχείο το έστειλε μέσω του πέμπτου εναγομένου στο πρακτορείο του Ν.

στην Αθήνα και όχι στο πρακτορείο του έκτου εναγομένου ...Το δεύτερο ζήτημα ήταν ότι στο πίσω μέρος του λαχείου (... της ... σειράς), περί το μέσον αυτού, ο Ν. είχε γράψει τις λέξεις "... Ι. Λ." - κάθε λέξη κάτω από την άλλη - και το ίδιο πρόσωπο, δηλαδή ο Λ. Ι. είχε δηλωθεί από τον έκτο εναγόμενο ως ο δικαιούχος του κέρδους του λαχείου, στην σχετική κατάσταση την οποία υπέβαλε ο Ν.

στη Διεύθυνση Κρατικών Λαχείων. Για να ξεπεράσουν τα παραπάνω ζητήματα, οι εναγόμενοι ζήτησαν τη συνδρομή των πέμπτου και έκτου των εναγόμενων (Π. και Ν.), οι οποίοι και δέχθηκαν να την παράσχουν. Πράγματι, οι πέμπτος και έκτος των εναγόμενων ισχυρίστηκαν ψευδώς και εξακολουθούν να ισχυρίζονται ότι το λαχείο με αριθμό ...

της ... σειράς ξεκίνησε από το πρακτορείο του πρώτου εναγόμενου και πέρασε από τα χέρια τους προκειμένου να καταλήξει στη Διεύθυνση Κρατικών Λαχείων. Περαιτέρω, ο έκτος εναγόμενος Ν. ισχυρίστηκε επιπλέον ψευδώς ότι δεν γνώριζε ιδιαιτέρως τον Ι. ούτε είχε κάποια συγγένεια με αυτόν και από λάθος του είχε γράψει στο πίσω μέρος του λαχείου ότι "..." ήταν ο Λ.

Ι.... Περαιτέρω, όπως ήδη αναφέρθηκε, ο ενάγων έσφαλε στο ζήτημα της σφραγίδας, αφού το προαναφερόμενο λαχείο (... της ... σειράς) δεν έφερε καμία σφραγίδα στο πίσω μέρος του.... Ο ενάγων πίστευε, τον Ιανουάριο του 2000, ότι η Ζ. είχε αγοράσει και αυτό το λαχείο, όπως και τα άλλα δύο που είχε αγοράσει για λογαριασμό του και του είχε παραδώσει στις αρχές Δεκεμβρίου 1999, από το πρακτορείο της Μ., μόνο δε αργότερα πληροφορήθηκε από τη Ζ.

την πραγματική προέλευση του λαχείου. Περαιτέρω, τη σφραγίδα του πρακτορείου της Μ. δεν την έφερε βεβαίως ούτε το λαχείο (με αριθμό ...) της ... σειράς, αφού και αυτό δεν είχε καμία απολύτως σχέση με το εν λόγω πρακτορείο. Οι πρώτος και δεύτερος των εναγομένων..., από τα χέρια των οποίων πέρασε το λαχείο (με αριθμό ...) της ...

σειράς, γνωρίζουν το σώμα του λαχείου αυτού και ότι δεν φέρει στο πίσω μέρος του τη σφραγίδα του πρακτορείου της ‘ Μ. και το ίδιο γνωρίζουν, μέσω εκείνων και ο τέταρτος των εναγομένων Χ.. Η εγγράφως όμως δηλωμένη (και εσφαλμένη) πεποίθηση του ενάγοντος, ως προς την ύπαρξη σφραγίδας του πρακτορείου της ‘ Μ.’ στο πίσω μέρος του λαχείου που είχε παραδώσει προς εξαργύρωση στον πρώτο εναγόμενο, αποτελεί σημαντικό όπλο για την ενίσχυση του σχεδίου των εναγομένων.

Έτσι, αυθημερόν, στις 14-1-2000, μετά από συνεννόηση των πρώτου, δευτέρου και τετάρτου των εναγομένων, στην κατοχή των οποίων βρίσκεται το λαχείο (με αριθμό ...) της ... σειράς, θέτουν (μαζί με άγνωστους συνεργούς τους) στο πίσω μέρος του λαχείου σφραγίδα με τα στοιχεία του πρακτορείου της Ι. Μ.. Την ίδια ημέρα και ώρα 15:05’ , ο τέταρτος των εναγομένων (Χ.ς), εκμεταλλευόμενος την ιδιότητα και τη θέση του που του έδιδε πρόσβαση στα κερδισμένα λαχεία που είχαν φτάσει στη Δ/νση Κρατικών Λαχείων, αποστέλλει φωτοαντίγραφο του λαχείου (και τις δύο όψεις του) στον πρώτο εναγόμενο Π..

Ο Χ. υποστηρίζει ότι έστειλε αντίγραφο με FAX από την Υπηρεσία του, πλην όμως στην φωτοτυπία που υπάρχει στη δικογραφία αλλά και στην ποινική και πειθαρχική τοιαύτη δεν φαίνονται αποτυπωμένα στοιχεία του FAX αποστολής, στοιχείο που συνηγορεί ότι η φωτοτυπία μπορεί και να δόθηκε ιδιοχείρως ή κατ’ άλλο τρόπο.

Έτσι, όταν στις 15-1-2000 ο ενάγων πηγαίνει εκ νέου στην Κρήτη και στο πρακτορείο του πρώτου εναγόμενου, μαζί με τον αδελφό του και τους φίλους του, ο τελευταίος του δείχνει πλέον το φωτοαντίγραφο του λαχείου της ... σειράς (με τη σφραγίδα μάλιστα του πρακτορείου Μ. στο πίσω μέρος του) και ισχυρίζεται στον ενάγοντα ότι αυτό ήταν το λαχείο που ο τελευταίος εξαργύρωσε στο πρακτορείο του, σε ερώτηση δε του ενάγοντος που βρήκε την φωτοτυπία, ενώ την προηγούμενη εβδομάδα δεν την είχε, ο τελευταίος του απάντησε ότι του την έστειλε ο φίλος του Χ.

Ν. από τη Δ/νση πρακτόρων και στη συνέχεια του είπε (του ενάγοντος) ότι από λάθος είχε αναφέρει ότι το λαχείο αυτό το είχε στείλει, μέσω του Π., στο πρακτορείο του Ν. στην Αθήνα, ενώ το λαχείο είχε σταλεί στο πρακτορείο του έκτου εναγόμενου (Ν.) στον .... Ο πρώτος εναγόμενος υποστηρίζει ότι το λάθος του να κατονομάσει τον Ν.

ως αποδέκτη του λαχείου οφείλεται στο γεγονός ότι πράγματι εκεί πίστευε ότι ο Π. έστελνε τα λαχεία του. Στις 17-1-2000 ο ενάγων προσέφυγε στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ηρακλείου, όπου και κατήγγειλε τα περιστατικά και τότε δόθηκε, από τον Εισαγγελέα παραγγελία προς τον Διοικητή του Α/Τ Ηρακλείου Κ. Π. και όταν κλήθηκε ο πρώτος εναγόμενος Π., στις 18-1-2000, όπως προσκομίσει την κατάσταση των κερδισμένων λαχείων που εστάλησαν από το πρακτορείο του Π.

σε πρακτορεία της Αθήνας κατά το χρονικό διάστημα από 4-1-2000 έως 18-1-2000, τότε ο πρώτος εναγόμενος Π. φανερά ταραγμένος δήλωσε στον Διοικητή του Α/Τ ότι δεν είχε στείλει το λαχείο, που εξαργύρωσε στον ενάγοντα, με κατάσταση και συνακόλουθα δεν μπορούσε να αποδείξει τον σχετικό ισχυρισμό του. Με εντολή του Διοικητή ο Ελ.

Π. παρέμεινε στο Α/Τ και εστάλη αστυνομικός στο πρακτορείο προκειμένου να προσκομισθεί η οικεία κατάσταση, χωρίς ενδεχόμενη εκ των υστέρων παρέμβαση, στην οποία όμως δεν περιλαμβανόταν κανένα λαχείο με αριθμό ... και δη ούτε της ... σειράς ούτε της ...ς, αντίθετα αυτός διέθετε φωτοτυπίες όλων των λαχείων που είχε στείλει με κατάσταση εκτός απ’ αυτό που αφορούσε τον ενάγοντα.

Το επίμαχο λαχείο ... της ...ς σειράς που κέρδιζε 40.000.000 δραχμές, εμφανίστηκε στις 31-1-2000 στη Διεύθυνση Κρατικών Λαχείων από τον Α. Σ., υπάλληλο της Εμπορικής Τράπεζας, η οποία (Τράπεζα) ενεργούσε ως πληρεξούσια των έβδομου και όγδοου των εναγόμενων (και ήδη πρώτου και δευτέρου των αναιρεσειόντων, αντίστοιχα) και εισέπραξε για λογαριασμό τους το κέρδος του λαχείου, όπως θα γίνει λόγος παρακάτω.

Συνακόλουθα, πριν από την ημερομηνία αυτή (31-1-2000), ο Διευθυντής της Δ/νσης Κρατικών Λαχείων Ι. Π., και Διευθυντής του Χ., λογικά δεν μπορούσε να γνωρίζει αν το (κερδοφόρο) λαχείο της ... σειράς έφερε ή όχι τη σφραγίδα κάποιου πρακτορείου και συγκεκριμένα της Ι. Μ.. Παρά ταύτα, αυτός σε προγενέστερο έγγραφο του προς τον ενάγοντα, με ημερομηνία 19-1-2000 (και αριθ.

πρωτ. ...), απαντώντας στο εξώδικο του ενάγοντος, που επιδόθηκε στη Διεύθυνση Κρατικών Λαχείων στις 14-1-2000, αναφέρει τα εξής: "Σε απάντηση της εξωδίκου πρόσκλησης δήλωσης σας, σας πληροφορούμε ότι όπως διαπιστώθηκε ο λαχνός ... της ... κλήρωσης του Κρατικού Λαχείου του 1999, που φέρει στην πίσω όψη του τη σφραγίδα της κας Μ.

Ι., ανήκει στην ... σειρά που κερδίζει το ποσό των 200.000 δρχ. και όχι στην ... σειρά. Ως εκ τούτου η Υπηρεσία μας δεν δεσμεύεται ως προς την εξαργύρωση του λαχνού ... της ...ς σειράς". Δηλαδή, ο υπάλληλος αυτός, πριν την εξαργύρωση του λαχείου της ...ς σειράς (που έγινε στις 31-1-2000), γνωρίζει, πριν την προσκόμιση του σώματος του λαχείου στην Υπηρεσία του ότι το σώμα του λαχείου αυτού δεν φέρει σφραγίδα του πρακτορείου της Ι.

Μ...., ή αποκλείει την περίπτωση να έχουν πωληθεί και οι δύο τυχεροί αριθμοί (και αυτός της ... και αυτός της ...) από το πρακτορείο της Μ., στοιχεία που ενισχύουν την άποψη της συμμετοχής και υπαλλήλων της Διεύθυνσης Κρατικών Λαχείων στην εξαπάτηση του ενάγοντος, όπως περιγράφεται παραπάνω. Αναφορικά με την διακίνηση και πορεία του λαχείου ο πρώτος εναγόμενος (Ελ.

Π.), στην από 25-11-2002 απολογία του στον Ανακριτή Ηρακλείου, υποστηρίζει ότι το λαχείο το έστειλε στον Π., μαζί με άλλα λαχεία, συνολικής αξίας 5.619.000 δραχμών, και μια επιταγή του 3.000.000 δραχμών σε διαταγή Π., επειδή όφειλε σε εκείνον 8.800. 000 δραχμές (ενώπιον του Εφετείου ανέφερε 10.000.000 δρχ) και ότι τον Ν. δεν τον γνώριζε καν εκείνη την εποχή (Ιανουάριο του 2000) και ότι τον γνώρισε μόλις ένα μήνα πριν από την απολογία του, γεγονότα που επαναλαμβάνει και στην απολογία του στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Κρήτης.

Στη συνέχεια, στην ίδια ως άνω απολογία του ο ίδιος αναφέρει ότι ο Ν. (τον οποίο δεν γνώριζε) είχε καταθέσει στο λογαριασμό του (του Π.), μία ημέρα μετά από την όχληση του από τον ενάγοντα αναφορικά με το επίμαχο λαχείο, 5.600.000 δραχμές, γεγονός όμως που ο ίδιος δεν γνώριζε και υποθέτει ότι αυτό έγινε για λογιστικούς λόγους και ότι έκτοτε δεν είχε άλλη συναλλαγή με τον Ν..

Ο δεύτερος εναγόμενος (Γ. Π.), στην από 6-12-2002 απολογία του στον Ανακριτή Ηρακλείου δηλώνει ότι δεν γνωρίζει τι είδους συναλλαγές είχε ο πρώτος εναγόμενος (πατέρας του) με τον έκτο εναγόμενο (Ν.), επειδή ο πατέρας του "διαχειρίζεται τα του πρακτορείου". Γνωρίζει όμως ο δεύτερος εναγόμενος, παρότι, όπως δηλώνει, δεν διαχειρίζεται το πρακτορείο, ότι αυτό έχει δοσοληψίες με τον Π..

Ο πέμπτος εναγόμενος (Π.), στις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αλλά και στην από 25-11-2002 απολογία του στον Ανακριτή Ηρακλείου, δηλώνει ότι το λαχείο, μαζί με άλλα λαχεία, του τα έδωσε ο πρώτος εναγόμενος για να τα διαβιβάσει εκείνος (Π.) στον έκτο εναγόμενο (Ν.), στον οποίο ο πρώτος εναγόμενος χρωστούσε χρήματα.

Ταυτόχρονα, ο πέμπτος εναγόμενος Π., στις ίδιες προτάσεις του και στην ίδια απολογία του, αναφέρει, τελείως αντιφατικά με όσα προηγουμένως έχει πει, ότι ο πρώτος εναγόμενος δεν γνώριζε τότε τον Ν., ούτε γνώριζε ότι υπήρχε συνεργασία μεταξύ αυτού (πέμπτου εναγόμενου) και του Ν.. Στην απολογία του δε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης αυτός ανέφερε ότι πήρε ένα πακέτο με λαχεία από τον Π., όπως τα πήρε τα έβαλε μαζί με δικά του και τα έστειλε στον Ν.

και ότι ο Π. ήθελε να ρευστοποιήσει 8.800.000 δραχμές και ότι του έκοψε μια επιταγή την οποία ο ίδιος στη συνέχεια έδωσε στον Ν.. Ο έκτος εναγόμενος (Ν.) στην από 25-11-2002 απολογία του στον Ανακριτή Ηρακλείου, δηλώνει ότι με τον πρώτο εναγόμενο (Ε. Π.) είχε γνωριστεί τηλεφωνικά το έτος 1999 μέσω του πέμπτου εναγόμενου (Π.) και ότι, κατόπιν συνεννόησης του με τον πρώτο εναγόμενο (Π.), αφενός είχε αποστείλει σε εκείνον, μέσω του πέμπτου εναγόμενου ένα δέμα με λαχεία αξίας 10.000.000 δραχμών και αφετέρου ο πρώτος εναγόμενος, για την αγορά των λαχείων, είχε εκδώσει μία επιταγή ύψους 8.800.000 δραχμών, την οποία του απέστειλε.

Επίσης ότι ο πρώτος εναγόμενος του έστειλε σε λαχεία 5.600.000 δραχμές, τα οποία και εισέπραξε. Στις προτάσεις του, όμως, ο έκτος εναγόμενος, δεν επαναλαμβάνει τίποτα για προηγούμενη γνωριμία του, έστω και τηλεφωνική, με τον εναγόμενο, ούτε ότι συνεννοήθηκε απευθείας μαζί του γα οποιαδήποτε αγορά λαχείων ή έκδοση επιταγής και υποστηρίζει ότι για την αγορά των λαχείων, στην οποία προέβη ο πρώτος εναγόμενος "μεσολάβησε" ο πέμπτος εναγόμενος, τον οποίο και μόνο γνώριζε.

Συνοψίζοντας τα παραπάνω, είναι σαφές ότι οι ισχυρισμοί του πρώτου εναγόμενου συγκρούονται με αυτούς του έκτου εναγόμενου, όσον αφορά το ποιος όφειλε σε ποιον τα 8.800.000 δραχμές και επομένως για την αιτία της υποτιθέμενης διακίνησης των λαχείων (μεταξύ των οποίων ήταν, δήθεν, το λαχείο που ο ενάγων εξαργύρωσε στο πρακτορείο του πρώτου εναγόμενου), ο δε πέμπτος εναγόμενος, υιοθετεί, κατά τρόπο αντιφατικό και ακατανόητο, τις απόψεις αμφοτέρων.

Αξιοσημείωτο είναι επίσης το γεγονός ότι οι δύο πρώτοι εναγόμενοι, στις προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου εκθέτουν μόνο τη διαδρομή που ισχυρίζονται, ότι ακολούθησε το λαχείο (Ε. Π.-Π.- Ν.) και σκόπιμα αποφεύγουν, φοβούμενοι νέες αντιφάσεις, να αναφερθούν στις συναλλαγές μεταξύ αυτών και των Π. - Ν., οι οποίες, φέρονται ότι ήταν η αιτία της δήθεν διακίνησης του λαχείου, μαζί με τα υπόλοιπα λαχεία, συνολικής αξίας 5.600.000 δραχμών.

Πέραν των παραπάνω αντιφάσεων, οι πιο πάνω εναγόμενοι δεν προσκομίζουν απολύτως κανένα έγγραφο από το οποίο να αποδεικνύεται διακίνηση του λαχείου της ... σειράς, μαζί με τα άλλα λαχεία, συνολικής αξίας 5.600.000 δραχμών, από τον πρώτο εναγόμενο στον πέμπτο και από τον πέμπτο εναγόμενο στον έκτο (Π. - Π. - Ν.). Τέλος, όπως ήδη αναφέρθηκε, ο πρώτος εναγόμενος (Π.) είχε συντάξει, σε ανύποπτο χρόνο, κατάσταση των λαχείων που κέρδισαν στην κλήρωση της 31-12-1999 και εξαργυρώθηκαν στο πρακτορείο του και σε αυτή δεν είχε συμπεριλάβει το λαχείο με αριθμό ...

της ... σειράς. Αν πράγματι είχε εξαργυρώσει τέτοιο λαχείο, προφανώς θα το είχε συμπεριλάβει στην κατάσταση αυτή. Η εξήγηση ότι το λαχείο της ... σειράς δεν περιελήφθη στην κατάσταση εξαργυρωμένων λαχείων επειδή εστάλη στον Π. και όχι στη Διεύθυνση Κρατικών Λαχείων - όπως κατέθεσε στο ακροατήριο η μάρτυρας Α.

Π., υπάλληλος στο πρακτορείο του πρώτου εναγόμενου - δεν είναι πειστική. Κανένας σοβαρός λόγος δεν προτείνεται ή αποδεικνύεται, που θα καθιστούσε λογικό ότι ο πρώτος εναγόμενος προέβαινε στη διάκριση αυτή, δηλαδή να μην καταγράφει τα κερδισμένα λαχεία που στέλνει στον Π. και να καταγράφει αυτά που στέλνει στη Διεύθυνση Κρατικών Λαχείων.

Αναφορικά με τον έκτο εναγόμενο Λ. Ν., αυτός ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου αλλά και της κυρίας ανακρίσεως ενώπιον του Ανακριτή Ηρακλείου ισχυριζόταν σθεναρώς, προκειμένου να θεμελιώσει τον ψευδή ισχυρισμό του, ότι από λάθος έγραψε πίσω από το λαχείο της ... της ... σειράς ως "τυχερό" τον Λ. Ι., και ότι το "λάθος" οφείλεται στο ότι το λαχείο μπλέχτηκε με άλλα λαχεία του Λ.

Ι. που είχαν κερδίσει, καθώς επίσης και στο μεγάλο φόρτο εργασίας που υπήρχε στο πρακτορείο αυτού (έκτου εναγόμενου) τις ημέρες των εορτών των Χριστουγέννων. Ας σημειωθεί ότι ο εναγόμενος αυτός (Ν.) εξέδωσε αντίστοιχες βεβαιώσεις επ’ ονόματι του ως άνω Λ. Ι., κατόπιν σχετικών αιτήσεων του τελευταίου αυτού, με τις οποίες βεβαιωνόταν ότι ο Λ.

Ι., Δικηγόρος, κάτοικος ... (οδός ...) ήταν κάτοχος δέκα (10) τυχερών λαχείων διαφορετικών μεταξύ τους σειρών, από τα οποία τα εννέα (9) εξ αυτών, στην ίδια κλήρωση (της 31-12-1999) κέρδιζαν από 200.000 δραχμές το καθένα, ενώ αυτός στην ίδια πάντα κλήρωση φέρεται να είχε κερδίσει και άλλα δέκα οκτώ (18) λαχεία. Ο ως άνω Δικηγόρος Ι., κατέθεσε ως μάρτυρας του Ν.

σε όλα τα στάδια όλων των διαδικασιών, τόσον στην ανάκριση, όσον και ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ότι αυτός δεν γνώριζε τον Ν. παρά μόνο ως πράκτορα λαχείων, ότι δεν έχει καμία συγγενική σχέση μαζί του, ότι είχε αγοράσει πολλά λαχεία, τα οποία σωρηδόν κατέθεσε ενώπιον του παραπάνω πράκτορα ο οποίος τα ήλεγξε και διαπίστωσε ότι και τα δέκα λαχεία κερδίζουν, μετά από τρεις ημέρες του έδωσε τις αντίστοιχες βεβαιώσεις και το συνολικό ποσό των 1.735.000 δραχμών και δεν θυμάται τίποτα παραπάνω.

Ενώπιον δε του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ο ως άνω μάρτυς με σθένος και κατηγορηματικά ισχυρίσθηκε ότι τα λαχεία που προσκόμισε προς είσπραξη στο πρακτορείο του Ν. δεν είχαν κανένα απολύτως χαρακτηριστικό, σε σχετική δε ερώτηση αναφορικά με την αναγραφή του αριθμού ... αυτός ανέφερε: "...στα δικά μου λαχεία δεν υπήρχε καμία ένδειξη τέτοιου αριθμού..." και παρακάτω: "...Το λαχείο ήταν λευκό κύριε το επαναλαμβάνω...

Όταν τα λαχεία τα δικά μου πήγανε στον κύριο Ν. ούτε μπρος ούτε πίσω δεν είχε κανένα σημείωμα...". Ο ίδιος δε ο εναγόμενος Ν.ς, με τον επικαλούμενο έκτο (6°) λόγο της κρινομένης εφέσεως του επικαλείται την κατάθεση του παραπάνω μάρτυρα Λ. Ι. ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, και επιστηρίζει τον ισχυρισμό του ότι το προσκομισθέν, από τον Ι., σ’ αυτόν λαχείο ...

της ... σειράς ουδέποτε ανεγράφη οποιοσδήποτε αριθμός (λόγος είχε γίνει για την αναγραφή του αριθμού ...) και δεν έφερε κανένα διακριτικό γνώρισμα, όπως τη σφραγίδα του πρακτορείου Μ. στο οπίσθιο μέρος τους. Για τον λόγο δε αυτόν παραπονείται και βάλλει κατά της εκκαλουμένης αποφάσεως με την οποία κρίθηκε ότι η πεποίθηση αυτού για την εσφαλμένη αναφορά του ονόματος του Ι., στο εν λόγω λαχείο, που παρέλαβε από τον Π.

είναι αδικαιολόγητη δεδομένου του φόρτου εργασίας εκείνων των ημερών. Όμως ο εναγόμενος Ν. στις από 12-2-2013 προτάσεις του, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (που αναφέρονται στο από 10-1-2013 και υπ’ αριθ. κα-ταθ.24/10-1-2013, δικόγραφο προσθέτου λόγου εφέσεως), ισχυρίζεται ότι διευκρινίζει τον ως άνω έκτο (6° ) λόγο της εφέσεως του και αναφέρει τα εξής: "...Στα πλαίσια της φιλικής μου σχέσης με τον Ι. - είναι σύζυγος της πρώτης μου ξαδέρφης και υπήρξε δικηγόρος της επιχείρησης μου το επίμαχο χρονικό διάστημα - και προκειμένου να τον εξυπηρετήσω, για λόγους σχετικούς με το πόθεν έσχες, δέχθηκα να αναγράψω το όνομα του ως δικαιούχου στις καταστάσεις εξαργυρώσεων που απέστειλα στη Διεύθυνση Κρατικών Λαχείων, αναφορικά με την κλήρωση της 31ης Δεκεμβρίου 1999.

Ειδικότερα, ανέγραψα το όνομα του σε είκοσι οκτώ λαχεία, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβανόταν και το υπό κρίση λαχείο με αρ. ... της ... σειράς, καθώς επίσης και στις αντίστοιχες καταστάσεις που συνέταξα για την εξαργύρωση των λαχείων αυτών. Τα ανωτέρω προκύπτουν από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες καταστάσεις εξαργυρώσεων Λαϊκού-Κρατικού Λαχείου με αριθμούς πρωτοκόλλου ...

και ..., που αφορούν στην εν λόγω κλήρωση και από την με αρ. πρωτ. .../3-2-2000 αίτηση του ιδίου του Ι. στη Διεύθυνση Κρατικών Λαχείων. Από τα εν λόγω έγγραφα προκύπτει ότι ο Λ. Ι. φέρεται να κέρδισε είκοσι οκτώ (28) λαχεία διαφορετικών σειρών, δεκαεννέα (19) εκ των οποίων κέρδιζαν το ποσό διακοσίων χιλιάδων (200.000) δραχμών έκαστο, ένα το ποσό εκατόν χιλιάδων (100.000) δραχμών και οκτώ το συνολικό καθαρό ποσό του ενός εκατομμυρίου εξακοσίων σαράντα χιλιάδων (1.640.000) δραχ.

Κατά τον ανωτέρω τρόπο χορηγήθηκαν στον Ι. από τη Διεύθυνση Κρατικών Λαχείων βεβαιώσεις για φορολογική χρήση που αφορούν σε καθαρό κέρδος ύψους πέντε εκατομμυρίων διακοσίων χιλιάδων δραχμών (5.200.000), μετά την αφαίρεση των κρατήσεων. Οι εν λόγω καταστάσεις, στις οποίες περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων τα 20 λαχεία που κέρδισε ο κος Ι., μεταξύ των οποίων και το υπ’ αρ. ...

της ... σειράς που κερδίζει ... δρχ. κατατέθηκαν από εμένα μαζί με τα αναγραφόμενα σε αυτές λαχεία προς το Τμήμα εξαργυρώσεων της Διεύθυνσης Κρατικών Λαχείων με αριθμό πρωτοκόλλου .../11-1-2000 και .../ 10-11-2000. Με τους αντίστοιχους ανά κατάσταση αριθμούς πρωτοκόλλου και ημερομηνίες σφραγίστηκαν και τα παραδοθέντα λαχεία, όπως τούτο αναντίλεκτα αποδεικνύεται από το προσαγόμενο μετ’ επικλήσεως λαχείο ...

της ... σειράς. Τα υπόλοιπα οκτώ (8) λαχεία προσκομίστηκαν στη Διεύθυνση Κρατικών Λαχείων από τον ίδιο τον Ι. και δια το λόγο αυτό δεν συνέταξα αντίστοιχη κατάσταση. Παράλληλα ο Ι. προέβη σε κατάθεση των ποσών που εξαργύρωσε ο ίδιος από τη Διεύθυνση Κρατικών Λαχείων στην καρτέλα που εγώ διατηρώ στην εν λόγω Διεύθυνση, καθώς τα ανωτέρω ποσά ως προεκτέθη δεν του ανήκαν...

Είναι χαρακτηριστικό και αποδεικνύει τα από μένα ισχυριζόμενα ότι εξυπηρετούσα τον Ι. με αυτό τον τρόπο, παρουσιάζοντας τον ως τυχερό για φορολογικούς λόγους, ότι ο Ι. έχει εμφανιστεί κερδίζων σε διαφορετικές ημερομηνίες, όπως προκύπτει και από τους ανωτέρω αριθμούς πρωτοκόλλου των καταστάσεων τις οποίες υπέβαλα στη ΔΚ Λαχείων.

Ο λόγος είναι προφανής: Κάθε φορά που έφταναν στο πρακτορείο μου λαχεία, όπως πχ από τον Π., συνέτασσα κατάσταση και τα απέστελλα στη ΔΚ Λαχείων. Σε κάθε αποστολή σε μένα λαχείων και αντίστοιχη κατάσταση που συνέτασσα, υπήρχαν κάποια λαχεία όπου μπορούσα να εμφανίσω ως τυχερό τον Ι.. Έτσι, ο Ι. εμφανιζόταν ως ...

σε καταστάσεις διαφορετικών ημερών, πράγμα που δε θα συνέβαινε αν είχε όντως κερδίσει τα λαχεία, οπότε και θα τα εμφάνιζε μονομιάς προς είσπραξη. Φαίνεται λοιπόν πέραν πάσης αμφιβολίας ότι ο Ι. δεν ήταν ο ... αλλά ο εμφανιζόμενος από μένα ως τέτοιος προς φορολογική εξυπηρέτηση του.... Ο λόγος για τον οποίο δεν προχώρησα εξ αρχής στην παραδοχή των ανωτέρω σχετίζεται με τις σοβαρές επιπτώσεις που θα είχε για εμένα και τον κ.

Ι. η εν λόγω αποκάλυψη. Η αναγνώριση και παραδοχή των ανωτέρω δεδομένων θα συνεπαγόταν για εμένα ανάκληση της αδείας Λειτουργίας του πρακτορείου μου, έκπτωση των εγγυητικών επιστολών μου και ως εκ τούτου πλήρη οικονομική καταστροφή. Αντίστοιχες συνέπειες θα υπήρχαν και για τον Ι. τον οποίο δέχθηκα να εξυπηρετήσω λόγω της συγγενικής μας σχέσης και της ιδιότητας του ως νομικού συμβούλου της επιχείρησης μου τότε, δεδομένης της διαπραχθείσας φορολογικής παράβασης και της ιδιότητας του ως δικηγόρου.".

Τα ανωτέρω ομολογημένα από τον εναγόμενο Ν., ο οποίος διατηρούσε ένα από τα μεγαλύτερα πρακτορεία επί 25ετία, καταδεικνύουν εναργώς ότι οι εναγόμενοι ευρίσκονταν σε απόλυτη έκνομη συνεργασία προκειμένου να τελούν το έγκλημα της νομιμοποίησης εσόδων και να εμφανίζουν έτσι άτομα που είχαν άδηλους πόρους (αγνώστου προελεύσεως) ως κατόχους κερδισμένων λαχείων.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο εξηγείται η όλως αντιφατική και ήκιστα πειστική εκφορά των ισχυρισμών τους, όπως αυτή αναλυτικώς προεκτέθηκε, αναφορικά με τις μεταξύ τους σχέσεις και τις δήθεν μεταξύ τους οφειλές, όπως και τη διακίνηση των λαχείων κατά τρόπο μη νόμιμο και συμβατό. Στα πλαίσια αυτά, εξαπάτησαν τον ενάγοντα αφού αυτοί διακινούσαν τα λαχεία κατά τρόπο που απλώς διευκόλυνε αποκλειστικά τις έκνομες δραστηριότητες τους, με προφανές όφελος το υψηλό παράνομο κέρδος.

Είναι δε ενδεικτικό ότι ο Ν. προβαίνει στην ομολογία αυτή, στις 12-2-2013, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου μετά την ολοκλήρωση της σε βάρος όλων των εναγόμενων ποινικής διαδικασίας ήτοι μετά την έκδοση της υπ’ αριθ. 274/2007 οριστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Κρήτης και της υπ’ αριθ. 186/-2012 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης, για τις οποίες θα γίνει λόγος παρακάτω καθώς και μετά την παρέλευση δέκα τριών (13) ετών από τον χρόνο τελέσεως των αδικημάτων.

Στα πλαίσια αυτά, αποδείχθηκε περαιτέρω ότι μεταξύ 4-1-2000 και 10-1-2000, ο πρώτος εναγόμενος (Π.) απέστειλε το λαχείο (... της ... σειράς) στην ..., όπου εκεί, οι έβδομος και όγδοος των εναγόμενων (Γ. Σ. και Α. Σ.), σε συνεργασία μαζί του, εμφανίστηκαν δήθεν ως νόμιμοι κάτοχοι του λαχείου (κατά ποσοστό 3/4 και 1/4 αντίστοιχα) και στις 10-1-2000 υπέγραψαν το με ίδια ημερομηνία και αριθμό ...

πληρεξούσιο της Συμβολαιογράφου ...ς Χριστίνας Πλατανίτου -Σγούρδου, με το οποίο εξουσιοδότησαν την "Εμπορική Τράπεζα Α.Ε." να εισπράξει για λογαριασμό τους, από τη Διεύθυνση Κρατικών Λαχείων, το κέρδος του επίδικου λαχείου (και άλλων 12 λαχείων των οποίων ήταν κάτοχος ο έβδομος εναγόμενος). Την ίδια ημέρα (10-1-2000), οι έβδομος και όγδοος των εναγομένων κατέθεσαν στο υποκατάστημα της Εμπορικής Τράπεζας ...ς το πιο πάνω πληρεξούσιο και το επίδικο λαχείο (μαζί με τα άλλα λαχεία του έβδομου εναγόμενου).

Στις 31-1-2000 το λαχείο ... της ...ς σειράς εμφανίστηκε στη Διεύθυνση Κρατικών Λαχείων από τον Α. Σ., υπάλληλο της Εμπορικής Τράπεζας, η οποία (Τράπεζα) ενεργούσε ως πληρεξούσια των έβδομου και όγδοου των εναγομένων και εισέπραξε για λογαριασμό τους το κέρδος του λαχείου. Ας σημειωθεί ότι, όπως αναφέρεται στο πρακτικό της 26-7-2005 του Β’ Υπηρεσιακού Συμβουλίου του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, που αφορούσε την πειθαρχική υπόθεση της υπαλλήλου Α.

Β. Προϊσταμένης του Τμήματος Εξαργυρώσεων της Δ/νσης Κρατικών Λαχείων, για την επίδικη υπόθεση, αναφέρεται ότι: "... για το ενδεχόμενο ξέπλυμα χρήματος κατά την εξαργύρωση των τυχερών λαχνών διαπιστώθηκε ότι και ο ίδιος ο Διευθυντής της Διεύθυνσης των Κρατικών Λαχείων Ι. Π. και η Α. Β. γνώριζαν και αποδέχονταν το γεγονός εκδόσεως φορολογικής βεβαίωσης κερδών σε όνομα άλλο από εκείνο του πραγματικού τυχερού.

Όπως και οι ίδιοι αναφέρουν, ήταν σύνηθες το φαινόμενο οι πράκτορες να αναγράφουν το όνομα κάποιου τυχερού πάνω στο λαχείο, με σκοπό την έκδοση αντίστοιχης βεβαίωσης κέρδους.... με αποτέλεσμα να εκδίδονται ψευδείς βεβαιώσεις.... Δέον να σημειωθεί ότι η χρήση των βεβαιώσεων αυτών αποσκοπεί στην καταστρατήγηση του "πόθεν έσχες" και στη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομη δραστηριότητα και πάντως πρόκειται για οικονομικό ή κοινωνικό έγκλημα...".

Αναφορικά δε με την κρινομένη υπόθεση και τα δύο επίμαχα λαχεία το Υπηρεσιακό Συμβούλιο αναφέρει: "...Στο σημείο αυτό επισημαίνεται ότι οι δηλωθέντες τυχεροί των επίδικων λαχείων Λ. Ι. και Γ. και Α. Σ. παρουσιάζονται να έχουν μια, εκτός πάσης λογικής και πιθανοτήτων, επαναλαμβανόμενη εύνοια της τύχης..". Ειδικότερα, οι έβδομος και όγδοος των εναγομένων εμφανίζονται να είναι κάτοχοι δέκα τριών (13) τυχερών λαχείων, διαφορετικών σειρών, που κέρδισαν στην ίδια κλήρωση της 31-12-1999, ενώ αυτοί περαιτέρω ισχυρίζονται ότι το επίμαχο λαχείο (...

της ...ς σειράς) αγόρασε ο έβδομος εναγόμενος (Γ. Σ.) από πρακτορείο λαχείων στην ... και δη αυτό του Κ. Μ.. Ισχυρίζεται μάλιστα ότι αυτός είναι πολύ εύπορος, έχει βιομηχανία τούβλων στην ... με τζίρο 3-3,5 δισεκατομμύρια δραχμών ετησίως...και ότι χάρισε το 25% των κερδών του επίμαχου λαχείου στον όγδοο εναγόμενο - γιο του.

Κατά την απολογία του ογδόου εναγομένου Α. Σ., στις 25-11-2002, ενώπιον του Ανακριτή Ηρακλείου αυτός ισχυρίσθηκε ότι μετά την είσπραξη του ποσού των 40.000.000 δραχμών, που κερδήθηκαν από το λαχείο, το ποσό αυτό κατατέθηκε σε λογαριασμό της Εμπορικής Τράπεζας, ο οποίος είναι προσωπικός, δηλαδή δικός του και του πατέρα του (εβδόμου εναγομένου) και όχι της εταιρείας τους με την επωνυμία "Σ.

Γ. Α.Ε", ότι έμειναν για κάποιο χρονικό διάστημα (το οποίο δεν θυμόταν) στο λογαριασμό αυτόν και στη συνέχεια εκταμιεύθηκαν και συνεμείχθησαν με την υπόλοιπη περιουσία τη δική του και του πατέρα του. Όπως όμως προκύπτει από την από 14-1-2005 επιστολή της Εμπορικής Τράπεζας, προς τον Γ. Σ., την 1-2-2000 (ήτοι την επομένη της εξαργυρώσεως του λαχείου), ο υπ’ αριθ. ...

προνομιακός λογαριασμός επιχειρήσεων, που λειτουργεί από το έτος 1990 επ’ ονόματι της εταιρείας "Σ. Γ. Α.Ε", πιστώθηκε με ποσό 39.092. 500 δραχμών από προϊόν είσπραξης λαχείων, ο δε λογαριασμός αυτός έγινε κοινός με τον γιο του (έβδομο εναγόμενο) στις 14-1-2000. Επιπλέον, καθόλου πειστική δεν είναι και η κατάθεση του Κ.

Μ., μάρτυρος του έβδομου και όγδοου των εναγόμενων. Ο εν λόγω μάρτυρας, πράκτορας λαχείων στην ..., καταθέτει ότι είχε πουλήσει στους πιο πάνω εναγόμενους το λαχείο ... της ... σειράς και ότι γνωρίζει το γεγονός αυτό διότι καταγράφει τους αριθμούς των λαχείων που αγοράζει. Τούτο λέγει ότι το κάνει για να γνωρίζει αν οι αριθμοί που κερδίζουν έχουν πουληθεί από το πρακτορείο του.

Στην προκειμένη περίπτωση υποστηρίζει ότι είχε αγοράσει 60.000 κρατικά λαχεία κοινωνικής αντίληψης. Ο ίδιος κατέθεσε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Κρήτης ότι δεν αγόρασε τα παραπάνω λαχεία από τη Διεύθυνση Κρατικών Λαχείων, η οποία τους δίνει προμήθεια 10% μόνο αλλά έχει στην Αθήνα δύο αντιπροσώπους οι οποίοι δίνουν προμήθεια 11% αν ο πράκτορας αγοράσει 50.000 λαχεία και 13% προμήθεια αν ο πράκτορας αγοράσει 80.000 λαχεία, ότι δεν υπάρχει έγγραφο που να αποτυπώνει πόσα λαχεία και ποια αυτός αγόρασε απ’ αυτούς και πόσα πληρώνει, η συνεργασία τους είναι απλώς καλής πίστεως.

Στη συζήτηση της υποθέσεως, οι παραπάνω εναγόμενοι προσκόμισαν δύο ιδιόγραφες βεβαιώσεις, μία (από 22-10-2003) του πρακτορείου Κ. (στην οδό ... και ... ... - Αθήνα) όπου βεβαιώνεται ότι αυτός (Μ.) αγόρασε λαχεία αξίας 26.400.000 δραχμών την 2-11-1999 (χωρίς να αναφέρεται ο αριθμός των λαχείων) και μία (από 21-10-2003) από το πρακτορείο ‘ Το ...’ (Ι.

Κ.) όπου βεβαιώνεται ότι αυτός, κατά το διάστημα Νοεμβρίου-Δεκεμβρίου 1999, αγόρασε 30.500 λαχεία αξίας 26.840.000 δραχμών ήτοι ο εν λόγω πράκτορας (Μ.) μάλλον δεν επέτυχε την αυξημένη προμήθεια των 11% ή 13%, αφού η ποσότητα των λαχείων που αγόρασε από τον Κ. ήταν μικρότερη αυτής των 50.000 λαχείων. Ο ίδιος αυτός πράκτορας ισχυρίζεται περαιτέρω ότι έχει οκτώ (8) πλανόδιους λαχειοπώλες που δουλεύουν για λογαριασμό του, ότι αγόρασε λαχεία από όλες τις σειρές και ότι αυτός καταγράφει σε πρόχειρες καταστάσεις, τους αριθμούς των λαχείων που αγοράζει και δη τον πρώτο και τον τελευταίο αριθμό κάθε λαχείου, και ότι αυτός κατέγραψε, μάλλον τον Νοέμβριο του 1999, τα αγορασθέντα απ’ αυτόν 60.000 λαχεία σε 600 εκατοντάδες.

Δεν αποδείχθηκε όμως ότι αυτός είχε καταγράψει τους αριθμούς των λαχείων που είχε αγοράσει και ότι μεταξύ αυτών ήταν το ... της ... σειράς. Κατ’ αρχάς, αν πράγματι αυτός είχε καταγράψει τα λαχεία, τότε προφανώς θα είχε και θα προσκόμιζε για την απόδειξη του γεγονότος αυτού και την σχετική κατάσταση αλλά ακόμη και αν είχε καταστρέψει τις καταστάσεις που αφορούσαν το επίμαχο λαχείο, παρότι κατέθεσε ότι ο ενάγων του τηλεφώνησε διαμαρτυρόμενος και μάλιστα τον απείλησε, λόγος που θα οδηγούσε στη διατήρηση των καταστάσεων, ώστε να ανταποδειχθούν οι ισχυρισμοί του, αυτός (Μ.) θα προσκόμιζε άλλες τέτοιες καταστάσεις, ώστε να φανεί ότι αυτή είναι η συνηθισμένη τακτική του πρακτορείου του.

Εξάλλου, ο ίδιος δεν διευκρίνισε αν καταγράφει μόνο τα λαχεία που αυτός πουλά από το πρακτορείο του ή και αυτά που διακινούν οι πλανόδιοι λαχειοπώλες. Περαιτέρω, ο ίδιος μάρτυρας, παρότι ασκεί σαράντα χρόνια το επάγγελμα του πράκτορα λαχείων, δεν μπόρεσε να κατονομάσει ούτε έναν άλλο συνάδελφο του ο οποίος να ακολουθεί την ίδια τακτική και να καταγράφει τα λαχεία που αγοράζει.

Άλλωστε, φαίνεται απίθανο ότι ο μάρτυρας ή άλλα άτομα του περιβάλλοντος του να δαπανούν, αναπόφευκτα, μεγάλο αριθμό ωρών ώστε να καταγράφουν τους αριθμούς των λαχείων που αγοράζει το πρακτορείο, προκειμένου να διαπιστωθεί αν κάποια από τα λαχεία αυτά κέρδισαν, αφού το γεγονός αυτό, έστω και με μικρή καθυστέρηση, ο κάθε πράκτορας συνήθως το μαθαίνει από τους εκάστοτε τυχερούς.

Περαιτέρω, μέχρι οι τυχεροί να απευθυνθούν στον πράκτορα, δεν μπορεί αυτός, έτσι και αλλιώς, έστω και αν ξέρει ότι κέρδισε κάποιο λαχείο από αυτά που πούλησε, να έχει φωτοαντίγραφο του λαχείου ώστε να το αναρτήσει στη βιτρίνα του. Τέλος το γεγονός ότι ο μάρτυρας έβαλε φωτοαντίγραφο του λαχείου στη βιτρίνα του καταστήματος του, ακόμα και αν υποτεθεί αληθινό, δεν αποδεικνύει τίποτα, αφού το σώμα του λαχείου, μετά τις 4-1-2000, είχε πλέον φύγει από τα χέρια του ενάγοντος και έκτοτε ήταν δυνατόν να φθάσει (από τον πρώτο εναγόμενο αλλά και τους λοιπούς τούτων που από κοινού συνεργούσαν στην απάτη) στην κατοχή των έβδομου και όγδοου των εναγόμενων.

Εξάλλου, ο ίδιος αυτός μάρτυρας κατέθεσε ότι ο έβδομος εναγόμενος αγοράζει κάθε χρόνο περίπου 2.000 λαχεία (αξίας 2.000.000 δραχμών) απ’ αυτόν και είχε κερδίσει μόνον μία ή δύο φορές μικρότερα ποσά. Στην συγκεκριμένη κλήρωση (31-1-1999) αυτός φέρεται να κέρδισε, εκτός από το επίμαχο λαχείο των 40.000.000 δραχμών, και άλλα δώδεκα (12) λαχεία του ιδίου Κρατικού λαχείου, χωρίς όμως να αναφέρονται τα επί μέρους ποσά των λαχείων αυτών στο υπ’ αριθ. .../10-1-2000 πληρεξούσιο της Συμβολαιογράφου Τριπόλεως Χριστίνας Πλατανίτου.

Περαιτέρω, στα πλαίσια της διεξαχθείσας κυρίας ανακρίσεως, δυνάμει της υπ’ αριθ. 122/2003 διατάξεως του Ανακριτή Β’ Τμήματος Ηρακλείου, διατάχθηκε γραφολογική πραγματογνωμοσύνη και ως πραγματογνώμονας διορίστηκε ο Ι. Δ., προκειμένου να διερευνήσει: α) τις χειρόγραφες ενδείξεις στο υπ’ αριθ. ... λαχείο της ...

σειράς και τη σύγκριση της με δειγματική γραφή του δευτέρου εναγομένου Γ. Π. και β) την εξέταση του εντυπώματος σφραγίδας που έχει τεθεί στην πίσω όψη του εν λόγω λαχείου και τη σύγκριση της με δειγματικά εντυπώματα του πρακτορείου ΠΡΟ-ΠΟ της Ι. Μ.. Λαμβάνοντας υπόψη και την από 15-5-2003 έκθεση του ως άνω πραγματογνώμονας προκύπτουν τα εξής:

Το γεγονός ότι η σφραγίδα του πρακτορείου της Ι. Μ. δεν υπήρχε στο λαχείο ... της ... σειράς, αλλά κατασκευάστηκε και τέθηκε στο λαχείο εκ των υστέρων, δεν αντικρούεται από την πραγματογνωμοσύνη. Ο πραγματογνώμονας δηλώνει ότι δεν μπορεί να εξαχθεί ασφαλές προς τούτο συμπέρασμα. Γεγονός που δείχνει ότι η σφραγίδα τέθηκε εκ των υστέρων αποτελεί και το ότι έχει τεθεί κάθετα στο λαχείο, με αποτέλεσμα, μάλιστα, να μην έχει αποτυπωθεί ολόκληρη κατά το μήκος αυτής.

Η θέση κάθετα της σφραγίδας δεν ήταν τυχαία, αλλά ήταν μία αναγκαία επιλογή, δεδομένου ότι, αν είχε τεθεί οριζόντια, τότε, αναγκαστικά, λόγω του μήκους της, θα "έπεφτε επάνω" στις λέξεις "... Λ. Ι.", οι οποίες ήδη είχαν τεθεί στο μέσον του λαχείου από τον Ν. μετά την εξαργύρωση του λαχείου στον εισπράξαντα το κέρδος του λαχείου Λ.

Ι.. Έτσι, όμως, θα ήταν αυταπόδεικτο ότι η σφραγίδα τέθηκε στο λαχείο μετά την εξαργύρωση του. Τούτο, βεβαίως, θα κατέρριπτε αυτόματα τον ισχυρισμό των εναγόμενων, ότι το λαχείο της ... σειράς είχε πουληθεί από το πρακτορείο της Μ. στον ενάγοντα. Περαιτέρω, το λαχείο ... της ... σειράς φέρει στην μπροστινή του πλευρά κάθετα τον αριθμό "...".

Ο δεύτερος εναγόμενος υποστηρίζει ότι έγραψε ο ίδιος τον αριθμό αυτό και μάλιστα ισχυρίζεται ότι τούτο έγινε στις 4-1-2000, όταν ο ενάγων προσκόμισε το προαναφερόμενο λαχείο στο πρακτορείο του πρώτου εναγόμενου και ο δεύτερος εναγόμενος το εξαργύρωσε καταβάλλοντας στον ενάγοντα το κέρδος του που ανερχόταν σε ...

δραχμές. Στη σχετική έκθεση, ο πραγματογνώμονας δεν αποφαίνεται με βεβαιότητα για την προέλευση της γραφής του αριθμού αυτού από το δεύτερο εναγόμενο [βλ. έκθεση πραγματογνωμοσύνης σελ. 12: "... Ύστερα από τις παραπάνω παρατηρήσεις και εκτιμήσεις που έγιναν με βάση τα στοιχεία που τέθηκαν υπόψη μου, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η χειρόγραφη γραφή που αφορά την αναγραφή του αριθμού ...

επί του Λαχείου που εξετάζεται και η δειγματική γραφή του Γ. Π. παρουσιάζουν ομοιότητες αλλά και κάποιες διαφοροποιήσεις. Από την αξιολόγηση των ευρημάτων της γραφολογικής έρευνας και λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες της συγκεκριμένης γραφολογικής εξέτασης, οδηγούμαι προς την κατεύθυνση ότι οι υπό έλεγχο ενδείξεις κατά πάσα πιθανότητα έχουν χαραχθεί από τον Π.

Γ.. Οι διαφοροποιήσεις που παρατηρήθηκαν στην διάταξη των αριθμών και στο μέγεθος αυτών, πρέπει να οφείλονται στην ασυνήθη επιφάνεια χάραξης και στο χρησιμοποιηθέν γραφικό μέσο"]. Ακόμα όμως και αν υποτεθεί ότι ο αριθμός αυτός έχει γραφεί στο σώμα του λαχείου ... της ... σειράς πράγματι από τον δεύτερο εναγόμενο, τούτο έγινε μετά τις 11-1-2000, όταν ο δεύτερος εναγόμενος, μέσω του τέταρτου των εναγομένων (Ν.

Χ.), απέκτησε πρόσβαση στο σώμα του λαχείου αυτού που κατατέθηκε τότε στη Διεύθυνση Κρατικών Λαχείων από τον έκτο εναγόμενο (Ν.), σκοπούσε δε, η γραφή αυτή, στην ενίσχυση του ψευδούς ισχυρισμού ότι το λαχείο της ... σειράς (και όχι της ...ς σειράς) ήταν αυτό που προσκόμισε και εξαργύρωσε ο ενάγων στις 4-1-2000 στο πρακτορείο του πρώτου εναγόμενου.

Πρέπει επίσης να αναφερθεί ότι, σύμφωνα και με το υπ’ αριθ. πρωτ. 7005/8-10-2003 έγγραφο του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών - Δ/νσης Κρατικών Λαχείων -Τμήμα Εξαργύρωσης Λαχείων, απευθυνόμενο προς τον Ανακριτή Ηρακλείου, ο τρόπος ακύρωσης των κερδισάντων κρατικών λαχείων, που είχαν κυκλοφορήσει μέχρι 31-12-2000, γινόταν δια του τρυπήματος κάθε λαχείου και δη δια τρυπήματος με μηχάνημα -διακορευτή με μία ή δύο τρύπες.

Στην κρινομένη περίπτωση όμως, και παρά το γεγονός ότι α) ο ενάγων είχε παραστεί αυτοπροσώπως επανειλημμένος στον Δ/ντη της παραπάνω Υπηρεσίας Ι. Π. και είχε εκφέρει την άποψη του για την σε βάρος του απάτη, β) είχε κοινοποιηθεί στην Υπηρεσία, από 14-1-2000, το εξώδικο του ενάγοντος με τις σχετικές καταγγελίες, γ) ο Δ/ντής της Υπηρεσίας είχε απαντήσει με το υπ’ αριθ. .../19-11-2000 έγγραφο του προς τον ενάγοντα, δ) ο εναγόμενος Ν.

Χ., υπάλληλος της παραπάνω Δ/νσης, ενεργώντας όχι υπηρεσιακά αλλά με άτυπες διαδικασίες, λόγω προσωπικών σχέσεων και γνωριμιών με τον πράκτορα Π., αποστέλλει στον τελευταίο αυτόν φωτοτυπία του λαχείου της ... σειράς, ως ότι πρόκειται για το λαχείο που ο ενάγων εξαργύρωσε, και μάλιστα χωρίς να φαίνεται στην αποσταλείσα φωτοτυπία κανένας αριθμός FAX αποστολής και δη της Υπηρεσίας του, ε) έχει επιδοθεί, στις 8- 2-2000, η από 3-2-2000 αγωγή του ενάγοντος με την οποία αυτός ζητούσε να του αποδοθεί το επίμαχο τυχερό λαχείο και επίσης ζητούσε τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων, στ) όπως κατέθεσε η μάρτυς Φ.

Ζ., όταν προσκομίστηκε το λαχείο της ...ς σειράς προς εξαργύρωση, στις 31-1-2000, υπήρχε στην Υπηρεσία σημείωση σχετικά με την ύπαρξη του εξωδίκου του ενάγοντος, του οποίου και έλαβαν γνώση, παρά ταύτα η ως άνω Δ/νση δεν επιφυλάσσεται ούτε ερευνά με επιμέλεια το θέμα αλλά αντίθετα, μετά την είσπραξη του ποσού του λαχνού, στις 31-1-2000, ο επίμαχος ...

λαχνός της ...ς σειράς ακυρώνεται, μετά την 8-2-2000 (βλ. σχετ. σελ. 11 του υπ’ αριθ. πρωτ. 163/12-1-2005 εγγράφου της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικής Επιθεώρησης του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών), με το σχετικό μηχάνημα -διακορευτή, όχι με μία - δύο τρύπες, όπως συνήθως γίνεται, κατά το περιεχόμενο του προαναφερθέντος εγγράφου, αλλά με πέντε (5) τρύπες, και μάλιστα οι δύο (2) τούτων κοντά η μία στην άλλη σε σημείο που παρολίγον να δημιουργήσουν μια ενιαία μεγάλη τρύπα, στην πάνω αριστερή πλευρά του λαχείου, πριν από το σημείο που αναγράφεται "ΚΡΑΤΙΚΟ ΛΑΧΕΙΟ", ήτοι στο σημείο που ο ενάγων ισχυριζόταν ότι είχε αναγράψει το κεφαλαίο γράμμα ‘ Π’ , ισχυρισμό που ήδη είχε εκφέρει προφορικώς, στις 24-1-2000, στον ως άνω Δ/ντη Ι.

Π. και εγγράφως με την από 3-2-2000 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, τη γνώση του δε, τουλάχιστον από 8-2-2000, αναφορικά με τον ως άνω ισχυρισμό του ενάγοντος (για το γράμμα ‘ Π’ ) συνομολογεί ο Ι. Π. και στην από 25-11-2002 απολογία του ενώπιον του Ανακριτή Ηρακλείου. Αξιοσημείωτο είναι και το υπ’ αριθ. πρωτ. .../8-2-2000 έγγραφο της Δ/νσης Κρατικών Λαχείων, υπογραφόμενο από τον Δ/ντή Ι.

Π. και απευθυνόμενο προς το Γραφείο Νομικού Συμβούλου του Υπουργείου, όπου αναφέρεται ότι τους έχει κοινοποιηθεί η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων του ενάγοντος και αναφορικά με το λαχείο ... της ... σειράς, που κερδίζει 200.000 δραχμές, ότι αυτό στάλθηκε στην Υπηρεσία τους από τον πράκτορα τους στον ... Λ. Ν., ο οποίος παρέλαβε το συγκεκριμένο λαχείο από τον πράκτορα στο ...

Κρήτης Ε. Π. και ο οποίος στο πίσω μέρος έγραψε το όνομα του Ι. Λ. για τυχερό με σκοπό την έκδοση βεβαίωσης κέρδους στο όνομα του, αφού δεν είχε δηλωθεί άλλος ως .... Από την τελευταία δηλονότι αποστροφή του κειμένου του ως άνω εγγράφου φέρεται η παραπάνω Υπηρεσία να αναγνωρίζει ως μόνο τυχερό του παραπάνω λαχείου τον Ι.

Λ... Τέλος, πρέπει να αναφερθεί ότι δυνάμει της υπ’ αριθ. 274/2007 οριστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης κηρύχθηκαν ένοχοι απάτης σε βαθμό κακουργήματος, τελεσθείσας από κοινού, από την οποία το παράνομο περιουσιακό όφελος που αυτοί αποκόμισαν με ισόποση ζημία του ήδη ενάγοντος ήταν ύψους 39.800.000 δραχμών (116.801 ευρώ), πράξη που φέρεται να τέλεσαν κατά την 4-1-2000 και κατά το χρονικό διάστημα από 4-1-2000 έως 31-1-2000, οι εναγόμενοι:

πρώτος (Ε. Π.), δεύτερος (Γ. Π.) έκτος (Λ. Ν.) και ένοχος άμεσης συνέργειας στην παραπάνω πράξη της απάτης ο έβδομος εναγόμενος (Γ. Σ.)... Οι λοιποί εναγόμενοι (. Π., Ν. Χ. και Γ. Σ.) κηρύχθηκαν αθώοι της παραπάνω πράξεως, ενώ όλοι οι ήδη εναγόμενοι κηρύχθηκαν αθώοι της πράξεως της πλαστογραφίας κατά συναυτουργία και κατ’ εξακολούθηση που η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ).

Όσον αφορά τον τρίτο εναγόμενο Ι. Π. έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη λόγω του θανάτου του. Περαιτέρω, δυνάμει της υπ’ αριθ. 186/2012 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης, έπαυσε οριστικά η σε βάρος των παραπάνω εναγομένων -καταδικασθέντων ποινική δίωξη λόγω παραγραφής... Συνακόλουθα όλων των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών, αποδείχθηκε ότι για την επέλευση της ζημίας, ύψους 116.801,17 ευρώ (39.800.000 δραχμές όσο είναι το υπόλοιπο του ποσού των 40.000.000 που κέρδιζε το λαχείο του ενάγοντος της ...ς σειράς, αφαιρουμένου του ποσού των ...

δραχμών που ο ενάγων ήδη εισέπραξε) συνέβαλε η προπεριγραφείσα παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά όλων των εναγομένων, οι οποίοι ήταν συμμέτοχοι στην ίδια αδικοπραξία, με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις τους, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον ο καθένας, ανεξάρτητα από το βαθμό της αιτιώδους συμβολής ή του πταίσματος καθενός από αυτούς.

Κατά τα διδάγματα δε της κοινής πείρας, οι ως άνω ζημιογόνες πράξεις των εναγομένων κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων αλλά και τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης ήσαν επαρκείς, ήτοι ικανές και πρόσφορες να επιφέρουν το ως άνω επιζήμιο αποτέλεσμα στον ενάγοντα και πράγματι το επέφεραν στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Με τα δεδομένα αυτά, πρέπει οι πρώτος, δεύτερος, τέταρτος, πέμπτος, έκτος, έβδομος και όγδοος των εναγομένων της από 25-11-2001 ένδικης αγωγής, να υποχρεωθούν, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον ο καθένας να καταβάλουν στον ενάγοντα ως αποζημίωση το ποσό των 116.801,17 ευρώ". Από τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία ως προς το ουσιώδες ζήτημα (και) της εκ μέρους των αναιρεσειόντων (έβδομου και όγδοου των εναγομένων) τέλεσης της αδικοπραξίας (άμεσης συνέργειας σε απάτη) σε βάρος του αναιρεσιβλήτου, διότι καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, το πραγματικό των ως άνω εφαρμοστέων διατάξεων (των άρθρων 914, 922 ΑΚ και 386 ΠΚ), τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.

Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της όλα τα αναγκαία περιστατικά που στηρίζουν με επάρκεια το σαφές ως άνω αποδεικτικό της πόρισμα και δη προσδιορίζει με σαφήνεια και πληρότητα τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η συγκεκριμένη (και αναλυτικώς πιο πάνω αναφερομένη) συμπεριφορά των αναιρεσειόντων, η οποία συνιστά την υπαίτια και παράνομη πράξη της άμεσης συνέργειας στην προαναφερθείσα πράξη της απάτης σε βάρος του αναιρεσιβλήτου, ήταν δε η αδικοπρακτική αυτή συμπεριφορά των αναιρεσειόντων σε συνδυασμό με εκείνη των άλλων συνεναγομένων τους, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και πρόσφορη να προκαλέσει το ζημιογόνο αποτέλεσμα, το οποίο και πράγματι προκάλεσε στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Επομένως, οι δεύτερος, κατ’ ορθή αρίθμηση, τρίτος και πέμπτος λόγοι του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Οι ίδιοι ως άνω λόγοι, κατά το μέρος που με αυτούς οι αναιρεσείοντες προβάλλουν αιτιάσεις για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και για τη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων με βάση τα οποία αυτό στήριξε το ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα είναι, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην προεκτεθείσα σχετική νομική σκέψη, απαράδεκτοι.

Ο λόγος αναίρεσης του αριθ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση, ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 3/1997).

Πράγματα, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης αποτελούν και οι λόγοι έφεσης που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης και αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς (Ολ.ΑΠ 11/1996). Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, επικαλούμενοι την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφονται το Εφετείο, διότι, χωρίς να προταθεί εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου σχετική ένσταση πλαστότητας, αφενός δέχθηκε ότι το εντύπωμα της σφραγίδας του πρακτορείου πωλήσεως λαχείων της Ι.

Μ., που τέθηκε στο σώμα του προαναφερθέντος λαχείου (... της ... Σειράς), είναι πλαστό, και αφετέρου δεν έλαβε υπόψη τον πρώτο πρόσθετο λόγο της έφεσής τους με τον οποίο προέβαλαν (κατά της εκκαλούμενης απόφασης) την αιτίαση της εσφαλμένης παραδοχής ισχυρισμού πλαστότητας του εγγράφου αυτού. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν πρόκειται για ένσταση πλαστότητας και, επομένως, για αυτοτελή ισχυρισμό, δηλαδή "πράγμα" κατά την προεκτεθείσα έννοια, αλλά η ως άνω πλαστότητα αποτελεί συμπέρασμα του Εφετείου κατά την ουσιαστική έρευνα της τέλεσης της αδικοπραξίας, η οποία αποτελούσε την ιστορική βάση της αγωγής, στο οποίο (συμπέρασμα) κατέληξε (το Εφετείο) από τις αποδείξεις.

Κατά το άρθρο 338 παρ. 1 ΚΠολΔ κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του. Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται στους διαδίκους το δικανικό βάρος απόδειξης των πραγματικών γεγονότων, τα οποία ο εφαρμοστέος κανόνας δικαίου προϋποθέτει γενικά και αφηρημένα για να ισχύει η έννομη συνέπεια, της οποίας διώκεται η δικαστική διάγνωση.

Το βάρος απόδειξης διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει το διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο πρέπει να επιβάλλει με απόφασή του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό της πλήρους δικανικής πεποίθησης των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων.

Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους απόδειξης έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής απόφασης (άρθρο 14 Ι του ν. 2915/2001) και την εφαρμογή της διαδικασίας του άρθρου 270 ΚΠολΔ σε όλες τις υποθέσεις. Αντίθετα αντικειμενικό βάρος απόδειξης είναι ο κίνδυνος που διατρέχει ο διάδικος στην περίπτωση αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γένεσης της επίδικης έννομης συνέπειας.

Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού, του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γένεσης της επίδικης έννομης συνέπειας διαδίκου, ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης.

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθ.13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτουν στο Εφετείο την αιτίαση της εσφαλμένης κατανομής του αντικειμενικού βάρους της απόδειξης με το να δεχθεί ότι "η σφραγίδα του πρακτορείου της Ι.

Μ. που τέθηκε στο λαχείο της ... σειράς είναι πλαστή", αφού ο ενάγων που έφερε το αντικειμενικό βάρος απόδειξης του σχετικού ισχυρισμού δεν απέδειξε κάτι τέτοιο. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι, υπό το πρόσχημα της αναιρετικής πλημμέλειας του αριθ.13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου κατά την αξιολόγηση των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την τελεσθείσα αδικοπραξία εκ μέρους (και) των εναγομένων- αναιρεσειόντων σε βάρος του ενάγοντος- αναιρεσιβλήτου.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ’ ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά το ν.2915/2001.

Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλ’ αρκεί η γενική μνεία των κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι έχει ληφθεί υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος.

Εξάλλου, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ. 11 περ.

γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφονται το Εφετείο, διότι δεν έλαβε υπόψη κατά την έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας της ένδικης αγωγής, τα παρακάτω αποδεικτικά μέσα, που αυτοί είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει με τις προτάσεις τους κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Ειδικότερα, ισχυρίζονται:

α) Με τον πρώτο λόγο του κυρίου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, όπως αυτός συμπληρώνεται με τον τρίτο λόγο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, ότι δεν έλαβε υπόψη τις ... και .../2007 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον συμβολαιογράφου, που είχαν ληφθεί νομότυπα με επιμέλειά τους. β) Με το δεύτερο λόγο του κυρίου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, όπως αυτός συμπληρώνεται με τον τέταρτο λόγο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, ότι δεν έλαβε υπόψη τις επικαλούμενες από αυτούς, εξώδικες και δικαστικές ομολογίες του ενάγοντος, (τις σχετικές με την αγορά εκ μέρους του και του επίδικου λαχείου από το πρακτορείο της Ι.

Μ., τη σφραγίδα του οποίου έφερε επί του σώματός του), οι οποίες περιέχονται:1) Στην από 13 Ιανουαρίου 2000 εξώδικη δήλωσή του προς την Δ/νση Κρατικών λαχείων, 2) στο από 14-1-00 τηλεγράφημά του προς το πρακτορείο Π., 3) στην από 28-1-00 αίτησή του προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, 4) στην από 14-9-00 πρώτη αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στρεφόμενη κατά της Δ/νσης Κρατικών Λαχείων και του Ελ.

Π., 5) στην από 28-10-2001 μήνυσή του ενώπιον του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών, 6) στην ένδικη αγωγή του, 7) στην από 6-3-02 κατάθεσή του ενώπιον του Ανακριτή Ηρακλείου και 8) στα υπ’ αρ. 274/07 πρακτικά του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Γ) Με τον τρίτο λόγο του κυρίου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, ότι δεν έλαβε υπόψη την 5279/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία είχε αναβληθεί η εκδίκαση της έφεσής τους μέχρι αμετάκλητης περάτωσης της σχετικής ποινικής δίκης, την 186/2012 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης και την 247/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης και Δ) με τον τέταρτο λόγο του κυρίου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, ότι δεν έλαβε υπόψη, α) τις περιεχόμενες στα πρακτικά- απόφαση 274/2007 του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης, ένορκη κατάθεση του Α.

Ν. και απολογητική κατάθεση του Λ. Ν. και β) τις από 3-2-2000, 8-3-2000 και 20-8-2000 αιτήσεις του Λ. Ι. προς τη Διεύθυνση Κρατικών Λαχείων. Από την επισκόπηση, όμως, της προσβαλλόμενης απόφασης και, ειδικότερα, από την περιεχόμενη σε αυτήν γενική μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα κατ’ είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα και μάλιστα και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, έστω και μη ειδικώς μνημονευόμενα, τα οποία οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται για να χρησιμεύσουν είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων (εγγράφων) περιλαμβάνονται και τα έγγραφα της σχηματισθείσας ποινικής δικογραφίας και οι υπ’ αριθ. ...

και .../31-5-2007 ένορκες βεβαιώσεις, που δόθηκαν με επιμέλεια των εναγόμενων Γ. και Α. Σ., ενώπιον του Συμβολαιογράφου Τριπόλεως Κωνσταντίνου Μητρόπουλου, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο αυτής, δεν γεννάται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο, για τη συναγωγή του προαναφερθέντος αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και εκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, μεταξύ των οποίων και οι περιεχόμενες στα προαναφερθέντα έγγραφα επικαλούμενες "ομολογίες" του αναιρεσιβλήτου.

Επομένως, οι ανωτέρω λόγοι είναι αβάσιμοι. Οι ίδιοι λόγοι, όσον αφορά την προβαλλόμενη αιτίαση, ότι από τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το Εφετείο είναι απαράδεκτοι, αφού αναφέρονται στην εκτίμηση της αποδεικτικής βαρύτητας των αποδεικτικών αυτών μέσων. Οι αναιρεσείοντες με τον ως άνω τρίτο λόγο του κυρίου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, επικαλούμενοι, κατ’ εκτίμηση, και την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυρίζονται ότι το Εφετείο, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδεδειγμένα, κατέληξε στην κρίση ότι είναι άμεσοι συνεργοί στην αξιόποινη πράξη της απάτης, ενώ ήδη για τη πράξη αυτή, που φερόταν ότι τελέσθηκε με τα ίδια πραγματικά περιστατικά με εκείνα που δέχθηκε το Εφετείο, ο δεύτερος έχει αθωωθεί με την ανωτέρω 274/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης και για τον πρώτο έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής με την προαναφερθείσα 186/2012 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης και ότι η αντίθετη αυτή παραδοχή του Εφετείου, παραβιάζει το τεκμήριο αθωότητάς τους που προβλέπεται από το άρθρο 6 παρ. 2 του της ΕΣΔΑ.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Τούτο διότι το τεκμήριο αθωότητας, που πράγματι προ βλέπεται από την ανωτέρω διάταξη, αφορά την εξέλιξη και πορεία της υπόθεσης στην ποινική δίκη και μέχρι πέρατος αυτής και, συνεπώς, η κρίση του πολιτικού δικαστηρίου, ότι έχει τελεσθεί αδικοπραξία κατά το αστικό δίκαιο (άρθρο 914 ΑΚ), ήτοι ότι υπήρξε παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά, (τα περιστατικά της οποίας ταυτίζονται ολικώς ή μερικώς με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος της άμεσης συνέργειας στην αξιόποινη πράξη της απάτης), δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι παραβιάζει το τεκμήριο της αθωότητας του κατηγορουμένου και συνακόλουθα δεν ιδρύεται η παραπάνω αναιρετική πλημμέλεια (ΑΠ 1804/2014).

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν και να διαταχθεί κατά την παρ.4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ.2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Εξάλλου, οι αναιρεσείοντες πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, (ΚΠολΔ 176, 183, 191 παρ.2), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 25 Απριλίου 2014 αίτηση των Γ. Σ. και Α. Σ. για αναίρεση της 2975/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και το από 1 Σεπτεμβρίου 2014 δικόγραφο των πρόσθετων λόγων αναίρεσης.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 15 Ιουνίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 25 Αυγούστου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ