1124/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1124/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, στις 10-7-1999 δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, στο άρθρο 2 της οποίας ορίζεται ότι στα Κράτη μέλη παρέχεται προθεσμία συμμορφώσεως προς το περιεχόμενο της άνω Οδηγίας έως τις 10-7-2001, με δυνατότητα παρατάσεως της προθεσμίας αυτής έως τις 10-7-2002.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1124 / 2013 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1124/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Τεχνολογικό Εκπαιδευτικό Ίδρυμα (ΤΕΙ) Κρήτης", που εδρεύει στο Ηράκλειο Κρήτης και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρίνα Μιχελάκη.
Της αναιρεσίβλητης: Ε. Γ. του Ε., κατοίκου ... η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-10-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 217/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 381/2008 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 14-4-2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 20-11-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως και να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την υπ' αριθμ…/5-7-2012 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ηρακλείου …που επικαλείται και προσκομίζει το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ., το οποίο επισπεύδει τη συζήτηση της υπό κρίση από 14-4-2011 αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθμ. 381/2008 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως αυτής, στο τέλος της οποίας είναι συνημμένη η πράξη, με την οποία δικάσιμος για τη συζήτησή της ορίστηκε η 4-12-2012, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη, με κλήση προς αυτήν για να παραστεί κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως, κατά την ορισθείσα παραπάνω αρχική δικάσιμο.
Κατ' αυτήν, η αναιρεσίβλητη ζήτησε την αναβολή της συζητήσεως της αναιρέσεως και η συζήτησή της αναβλήθηκε, με σχετική επισημείωση στο οικείο πινάκιο, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας αποφάσεως (19-3-2013). Όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, κατά τη νέα αυτή μετ' αναβολή δικάσιμο και κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου της κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Όμως, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του άρθρου 226 παρ. 4 εδάφ. β' και γ' του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται και στην αναιρετική διαδικασία (άρθρο 575 ΚΠολΔ), αφού η απολειπόμενη αναιρεσίβλητη είχε νομίμως κλητευθεί για να παραστεί κατά την παραπάνω αρχική δικάσιμο, δεν χρειαζόταν νέα κλήση της για τη μετ' αναβολή δικάσιμο (19-3-2013), δοθέντος ότι η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο επέχει θέση κλητεύσεώς της και, επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αναιρέσεως, παρά την απουσία της αναιρεσίβλητης (άρθρο 576 παρ. 2 εδάφ.
α' και γ' ΚΠολΔ). Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 40 και 41 του Ν.Δ. 496/1974 "περί Λογιστικού των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου" και του άρθρου μόνου της υπ' αριθμ. 2054839/452/0026/3-7-1992 Απόφασης του Υπουργού Οικονομικών (Φ.Ε.Κ. Β' 447), κάθε σύμβαση για λογαριασμό του ν.π.δ.δ., έχουσα αντικείμενο άνω των 150.000 δραχμών (ήδη 440,20 ευρώ), ή δημιουργούσα υποχρεώσεις διαρκείας υποβάλλεται στον τύπο του ιδιωτικού εγγράφου, ο οποίος είναι συστατικός και όχι αποδεικτικός.
Αν δεν τηρηθεί ο τύπος αυτός, η σύμβαση είναι άκυρη. Η διάταξη του τελευταίου εδαφίου του άρθρου 41 του άνω Ν.Δ., κατά το οποίο "Η εκ της μη τηρήσεως του τύπου της εγγράφου αποδοχής ακυρότης, αίρεται εν περιπτώσει εκπληρώσεως της συμβάσεως", εφαρμόζεται μόνο όταν εκπληρώθηκε σύμβαση, για την οποία προηγήθηκε χωριστή έγγραφη πρόταση, χωρίς να επακολουθήσει και έγγραφη αποδοχή, όχι δε και όταν δεν τηρήθηκε ο έγγραφος τύπος για την πρόταση και την αποδοχή (Ολ.ΑΠ 862/1984, ΑΠ 1694/2009).
Περαιτέρω, στις 10-7-1999 δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, στο άρθρο 2 της οποίας ορίζεται ότι στα Κράτη μέλη παρέχεται προθεσμία συμμορφώσεως προς το περιεχόμενο της άνω Οδηγίας έως τις 10-7-2001, με δυνατότητα παρατάσεως της προθεσμίας αυτής έως τις 10-7-2002.
Με την ρήτρα 2 του Παραρτήματος της εν λόγω Οδηγίας ορίζεται ότι αυτή εφαρμόζεται σε όλους τους εργαζόμενους, με σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, όπως καθορίζεται από τη νομοθεσία, τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας ή την πρακτική του κάθε Κράτους μέλους, ενώ με την ρήτρα 5 του Παραρτήματος της αυτής Οδηγίας ορίζεται ότι, για να αποτραπεί η κατάχρηση που μπορεί να προκύψει από την χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, τα Κράτη μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή και οι κοινωνικοί εταίροι, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, καθορίζουν κατά τρόπο, που να λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες ειδικών τομέων ή και κατηγοριών εργαζομένων, ένα ή περισσότερα από τα αναφερόμενα μέτρα και ειδικότερα καθορίζουν α) αντικειμενικούς λόγους, που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας, β) την μέγιστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, γ) τον αριθμό των ανανεώσεων τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας.
Επίσης, τα Κράτη μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή και οι κοινωνικοί εταίροι, καθορίζουν, όταν χρειάζεται, υπό ποίες συνθήκες, οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου α) θεωρούνται διαδοχικές και β) χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου. Ήδη ο εθνικός νομοθέτης έχει εξειδικεύσει τις συνθήκες αυτές με τα Π.Δ. 81/2003 και 164/2004, από τα οποία το δεύτερο αναφέρεται στους εργαζόμενους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα και του οποίου η ισχύς άρχισε από την δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ήτοι από 19-7-2004.
Με το άρθρο 5 του Π.Δ. 164/2004 ορίζονται τα εξής: "Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζομένου, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών (παρ. 1).
Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ' εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών, που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με την μορφή ή το είδος ή την δραστηριότητα της επιχείρησης (παρ. 2).
Η σύναψη διαδοχικών συμβάσεων γίνεται εγγράφως και οι λόγοι που την δικαιολογούν αναφέρονται ρητώς στην σύμβαση, εφόσον δεν προκύπτουν ευθέως από αυτήν. Κατ' εξαίρεση, ο έγγραφος τύπος δεν απαιτείται, όταν η ανανέωση της συμβάσεως, λόγω του ευκαιριακού χαρακτήρα της απασχόλησης, δεν έχει διάρκεια μεγαλύτερη του ενός μηνός, εκτός αν ο έγγραφος τύπος προβλέπεται ρητά από άλλη διάταξη (παρ. 3).
Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 2 του επόμενου άρθρου (παρ. 4)". Κατά δε το άρθρο 7 παρ. 1 του ίδιου Π.Δ/τος, οποιαδήποτε σύμβαση συνάπτεται κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 5 (και 6) του παρόντος διατάγματος είναι αυτοδικαίως άκυρη.
Ως κύρωση δε, για την περίπτωση της παράνομης καταρτίσεως διαδοχικών συμβάσεων, προβλέφθηκε από το ίδιο άρθρο 7, εκτός από την αυτοδίκαιη ακυρότητά τους, και η καταβολή στον εργαζόμενο, τόσο των αποδοχών για την εργασία που παρέσχε, εφόσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέσθηκαν εξ ολοκλήρου ή κατά ένα μέρος, όσο και αποζημιώσεως ίσης με το ποσό, το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως του, ενώ θεσπίσθηκε και ποινική και πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των νόμων αυτών.
Όμως, ενόψει του ότι οι διατάξεις του άνω Π.Δ. 164/2004 άρχισαν να ισχύουν από 19-7-2004, περιέλαβε το Π.Δ. αυτό στο άρθρο του 11, ως μεταβατικές διατάξεις, ρυθμίσεις, οι οποίες εξασφαλίζουν οπωσδήποτε την ως άνω προσαρμογή από 10-7-2002, οπότε έληξε η προθεσμία προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στην προαναφερόμενη Οδηγία.
Έτσι, με την παράγραφο 1 του άρθρου 11 του Π.Δ. 164/2004 ορίζονται τα εξής: "Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον 24 μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής συμβάσεως κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχολήσεως 18 μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα 24 μηνών από την αρχική σύμβαση.
β) Ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδαφίου (α) να έχει πράγματι διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση. γ) Το αντικείμενο της συμβάσεως να αφορά σε δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον, το οποίο υπηρετεί ο φορέας αυτός.
δ) Ο κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις συνολικός χρόνος υπηρεσίας πρέπει να έχει παρασχεθεί κατά πλήρες ή μειωμένο ωράριο εργασίας και σε καθήκοντα ίδια ή παρεμφερή με αυτά που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση. Οι διαδοχικές συμβάσεις μειωμένου ωραρίου εργασίας συνιστούν, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής, συμβάσεις αορίστου χρόνου μειωμένης απασχολήσεως αντίστοιχης με την αναγραφόμενη στην αρχική σύμβαση".
Εξάλλου, και με την αναθεώρηση του Συντάγματος το έτος 2001, που ισχύει από 18-4-2001, με σκοπό την μεγαλύτερη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκαν στο άρθρο 103 η παράγραφος 7, που προβλέπει ότι η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή, με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής, καθώς και η παράγραφος 8, κατά την οποία "νόμος ορίζει τους όρους και την χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2.
Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολούμενους με σύμβαση έργου".
Έτσι, με την αναθεώρηση αυτή του άρθρου 103 του Συντάγματος επιβλήθηκαν στον κοινό νομοθέτη και την Διοίκηση αυστηροί όροι σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα και η απαγόρευση μονιμοποιήσεως του κατά τα άνω προσλαμβανόμενου προσωπικού ή μετατροπής της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου σε σύμβαση αορίστου χρόνου καταλαμβάνει και την περίπτωση που οι εργαζόμενοι με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου απασχολούντο στην πραγματικότητα για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών του δημόσιου τομέα.
Από τα παραπάνω συνάγεται ότι, εφόσον δεν συντρέχουν οι τιθέμενες με το άρθρο 11 παρ. 1 του Π.Δ. 164/2004 ως άνω προϋποθέσεις, δεν μπορεί να γίνει μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου. Κατά συνέπεια, ενόψει των προαναφερόμενων συνταγματικών ρυθμίσεων και της προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας προς την Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της Ε.Ε., η οποία δεν επιβάλλει τον χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, οι διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 και 3 του Ν. 2112/1920, με τις οποίες επιδιώχθηκε η αντιμετώπιση των καταχρήσεων σε βάρος των εργαζομένων διά της συνάψεως συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, ούτε κατ' επιταγή της Οδηγίας αυτής έχουν εφαρμογή κατά το χρονικό διάστημα από 10-7-2002 (λήξη της προθεσμίας προσαρμογής) μέχρι την έναρξη της ισχύος του Π.Δ. 164/2004, αλλά ούτε και μετά την έναρξη της ισχύος του προεδρικού αυτού διατάγματος.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Η ενάγουσα, ήδη αναιρεσίβλητη, προσλήφθηκε από το εναγόμενο, ήδη αναιρεσείον, Τεχνολογικό Εκπαιδευτικό Ίδρυμα (Τ.Ε.Ι.) Ηρακλείου Κρήτης (Ν.Π.Δ.Δ.), ως βοηθητικό προσωπικό ΥΕ προς γραμματειακή και τεχνική υποστήριξη του λογιστηρίου του εναγομένου Τ.Ε.Ι., δυνάμει συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου, διάρκειας από 3-9-2001 έως 3-5-2002.
Στις 12-12-2002 καταρτίσθηκε μεταξύ της ενάγουσας και της Επιτροπής Ερευνών του εναγόμενου Τ.Ε.Ι., για την διαχείριση Ειδικού Λογαριασμού (βάσει των ΥΑ Β1/819/20-12-1998 και ΥΑ ΚΑ/679/22-8-1996), σύμβαση έργου, με διάρκεια από 1-1-2003 έως 31-3-2003, για την παροχή εκ μέρους της ενάγουσας γραμματειακής υποστήριξης του λογιστηρίου του ως άνω Ειδικού Λογαριασμού Κονδυλίων Έρευνας, αντί συνολικής αμοιβής 5.531,64 ευρώ.
Στις 4-3-2004 καταρτίσθηκε μεταξύ της ενάγουσας και της ίδιας Επιτροπής του Τ.Ε.Ι. σύμβαση έργου, με διάρκεια έως 31-3-2004, για την ανάθεση σ' αυτήν μέρους του ερευνητικού έργου, με τίτλο "ΑΡΧΙΜΗΔΗΣ", με αντικείμενο την διοικητική και τεχνική υποστήριξη του έργου και ειδικότερα την διεκπεραίωση εντολών πληρωμής του ερευνητικού αυτού έργου, την διεξαγωγή διαγωνισμών προμηθειών στα πλαίσια του έργου και την διοργάνωση εκδηλώσεων δημοσιοποίησης των αποτελεσμάτων του έργου, αντί συνολικής αμοιβής 300 ευρώ.
Την ίδια ημέρα, δηλαδή στις 4-3-2004, καταρτίσθηκε μεταξύ τους όμοια σύμβαση έργου, με το ίδιο αντικείμενο, με διάρκεια από 1-6-2004 έως 31-12-2004, αντί αμοιβής 2.700 ευρώ. Την 1-5-2005 καταρτίσθηκαν δύο ομοίου περιεχομένου συμβάσεις έργου, με διάρκεια από 1-2-2005 έως 31-12-2005, με συνολική αμοιβή 3.000 ευρώ, ομοίου δε περιεχομένου συμβάσεις καταρτίσθηκαν και κατά τα έτη 2006 και 2007.
Στη συνέχεια, το Εφετείο δέχθηκε, ότι η ενάγουσα παρείχε και παρέχει μέχρι σήμερα εργασία λογίστριας, τελώντας υπό την εποπτεία, τις οδηγίες και τον έλεγχο των προϊσταμένων της, μονίμων υπαλλήλων του εναγομένου, εργαζόμενη καθημερινά, με ωράριο από 07.30' έως 15.00', όπως και οι μόνιμοι υπάλληλοι, και με ειδικότερο αντικείμενο, κατά τα άνω, την διεκπεραίωση εντολών πληρωμής του προαναφερόμενου ερευνητικού έργου του εναγομένου Τ.Ε.Ι., την διεξαγωγή διαγωνισμών προμηθειών στα πλαίσια του έργου αυτού και την διοργάνωση εκδηλώσεων δημοσιοποίησης των αποτελεσμάτων του έργου, αλλά απασχολούμενη και με το αντικείμενο της Διεύθυνσης Οικονομικού και Δαπανών του εναγομένου, όπου εξαρχής τοποθετήθηκε, λόγω ελλείψεως προσωπικού, προβαίνοντας σε έλεγχο δαπανών, έλεγχο λογαριασμών ΟΤΕ, πληρωμή λογαριασμών του εναγομένου και των παραρτημάτων του, έλεγχο τιμολογίων που αφορούσαν προκηρύξεις διαγωνισμών του εναγομένου και των παραρτημάτων του, συγκέντρωση δικαιολογητικών, εξόφληση και αποστολή επιταγών, αρχειοθέτηση των σχετικών εγγράφων και ενημέρωση των λογιστικών βιβλίων του τμήματος.
Ακολούθως, το Εφετείο δέχθηκε ότι, παρά την αναφορά στις προαναφερθείσες συμβάσεις ότι καταρτίζονται συμβάσεις έργου για την εξυπηρέτηση του αναφερόμενου στις συμβάσεις αυτές ερευνητικού έργου, οι συμβαλλόμενοι δεν απέβλεπαν, όπως συμβαίνει επί της, κατά το άρθρο 681 ΑΚ συμβάσεως έργου, στην επίτευξη συγκεκριμένου αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται την λύση της συμβάσεως έργου, ανεξάρτητα από τον χρόνο της επίτευξής του.
Στην πραγματικότητα - συνεχίζει το Εφετείο - με βάση τα προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά ως προς τις συνθήκες παροχής της εργασίας της, η ενάγουσα από τον Σεπτέμβριο του 2001, που προσλήφθηκε αρχικά από το εναγόμενο Τ.Ε.Ι., και μετέπειτα από την Επιτροπή Ερευνών του εναγομένου, η οποία Επιτροπή διαχειρίζεται τον άνω Ειδικό Λογαριασμό και παρά την διοικητική και διαχειριστική αυτοτέλειά της είναι υπόλογη στο εναγόμενο Τ.Ε.Ι.
και δεν διαθέτει νομική προσωπικότητα ανεξάρτητη αυτού, παρείχε (η ενάγουσα) την εργασία της, στην οποία και μόνο απέβλεπαν τα μέρη, υποκείμενη σε νομική και προσωπική εξάρτηση από το εναγόμενο Τ.Ε.Ι., το οποίο καθόριζε δεσμευτικά γι' αυτήν τον χρόνο, τον τόπο και τον τρόπο παροχής της εργασίας της. Λαμβάνοντας δε υπόψη - καταλήγει το Εφετείο - την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, οι ως άνω επίδικες συμβάσεις έχουν τον χαρακτήρα της μισθώσεως εξαρτημένης εργασίας, σύμφωνα με το άρθρο 648 ΑΚ, και όχι έργου, όπως αβάσιμα υποστηρίζει το εναγόμενο.
Η εργασία αυτή μάλιστα της ενάγουσας - δέχεται περαιτέρω το Εφετείο - κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Οικονομικού Τμήματος του εναγομένου και της Επιτροπής του Ειδικού Λογαριασμού, τούτο δε διαπιστώνεται και με την υπ' αριθμ. 18/2004 απόφαση του Υπηρεσιακού Συμβουλίου του εναγομένου περί υπαγωγής ή μη της ενάγουσας στις ρυθμίσεις του άρθρου 11 του Π.Δ. 164/2004, η οποία απόφαση, εκδοθείσα κατόπιν αιτήσεως της ενάγουσας, απευθύνεται προς το Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.) και αναφέρεται σ' αυτήν (απόφαση) ότι οι συμβάσεις της ενάγουσας υποκρύπτουν σχέση εξαρτημένης εργασίας και ότι το αντικείμενο της απασχολήσεώς της αφορούσε δραστηριότητα, που κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα.
Όμως το Υπηρεσιακό Συμβούλιο του εναγομένου, με την ίδια ως άνω απόφασή του, αποφαίνεται ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής της ενάγουσας στις διατάξεις του άρθρου 11 του Π.Δ. 164/2004, επειδή από 3-9-2001 έως την 1-6-2004 είχε συνολικό χρόνο απασχολήσεως 13 μηνών και 15 ημερών και "δεν συμπληρώνει τους 18 μήνες συνολικό χρόνο απασχολήσεως στις 19-7-2004 σε συνολικό χρόνο 24 μηνών και έχει διακοπές στις συμβάσεις μεγαλύτερες των τριών μηνών".
Σύμφωνα με τα περιστατικά αυτά - όπως δέχεται στη συνέχεια το Εφετείο - στις 19-7-2004, κατά την έναρξη, δηλαδή, της ισχύος του Π.Δ. 164/2004, η ενάγουσα εργαζόταν δυνάμει ενεργούς συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που είχε αρχίσει την 1-6-2004 και έληγε στις 31-12-2004. Ο συνολικός χρόνος απασχολήσεώς της με όλες τις παραπάνω συμβάσεις είναι ο αναφερόμενος στην ως άνω απόφαση του Υπηρεσιακού Συμβουλίου του εναγομένου, των 13 μηνών και 15 ημερών.
Πλην όμως η ενάγουσα παρείχε και το εναγόμενο, καθώς και η προαναφερθείσα Επιτροπή αυτού, αποδέχονταν την ίδια εργασία αυτής, χωρίς έγγραφη σύμβαση, με σιωπηρή μεταξύ τους συμφωνία, από 4-5-2002 έως 31-12-2002 και από 1-10-2003 έως 4-3-2004, δηλαδή εργασία συνολικού χρόνου 13 μηνών. Έτσι η ενάγουσα, έως την έναρξη της ισχύος του Π.Δ. 164/2004, στις 19-7-2004, παρείχε πραγματική εργασία στον ίδιο φορέα, με την ίδια ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, που αναγράφονταν στην αρχική σύμβαση, με έγγραφες συμβάσεις εργασίας, που καταρτίζονταν αλληλοδιαδόχως, και με ενδιάμεση σχέση εργασίας, βάσει άτυπης συμφωνίας, οι οποίες συμβάσεις και η σχέση εργασίας στην πραγματικότητα υπέκρυπταν σύμβαση και σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, προς εξυπηρέτηση πάγιων και διαρκών αναγκών του εναγομένου, για συνολικό χρονικό διάστημα 26 μηνών και 15 ημερών (13 μήνες και 15 ημέρες + 13 μήνες), από το οποίο διάστημα οι 24 μήνες είναι εντός της τελευταίας διετίας πριν την έναρξη της ισχύος του εν λόγω Π.Δ.
Συνεπώς - καταλήγει το Εφετείο - πληρούνται στο πρόσωπο της ενάγουσας οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 11 του Π.Δ. 164/2004 περί συστάσεως συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου και τούτο ανεξαρτήτως της υπάρξεως στο παραπάνω χρονικό διάστημα και χρόνου εργασίας με άτυπη σχέση εργασίας, η οποία δεν είναι μεν επιτρεπτή στον δημόσιο τομέα κατά κανόνα, υπολογίζεται όμως στα πλαίσια της, συνταγματικώς ανεκτής, μεταβατικής αυτής διατάξεως (άρθρο 11 του Π.Δ. 164/2004), αφού σκοπός της είναι η τακτοποίηση των εκκρεμών εργασιακών σχέσεων από διάφορες μορφές καταχρηστικότητας, όπως είναι και η έλλειψη τύπου στην κατάρτιση συμβάσεως εργασίας.
Γίνεται ακόμη δεκτό από το Εφετείο, ότι η διοικητική διαδικασία, που προβλέπεται από το άρθρο 11 παρ. 2 του Ν. 164/2004, για την διαπίστωση της συνδρομής των κατά την προηγούμενη παράγραφο προϋποθέσεων και η εκδοθείσα απορριπτική, όπως συνομολογείται από τους διαδίκους, απόφαση του Α.Σ.Ε.Π. (το οποίο δεν συνυπολόγισε τον χρόνο της εργασίας της ενάγουσας βάσει άτυπης συμφωνίας), δεν εμποδίζει την κρίση του (Εφετείου) ως προς την φύση των επίδικων συμβάσεων και την συνδρομή των προϋποθέσεων του νόμου, εφόσον πρόκειται περί ιδιωτικής διαφοράς, η οποία υπάγεται στην δικαιοδοτική του αρμοδιότητα.
Με βάση αυτές τις παραδοχές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του εναγομένου Τ.Ε.Ι., επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση (υπ' αριθμ. 217/2006 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου), που είχε αναγνωρίσει ότι μεταξύ της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης και του εναγόμενου - αναιρεσείοντος Τ.Ε.Ι. Κρήτης υφίσταται από 3-9-2001 σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.
Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 103 του Συντάγματος, 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, τη ρήτρα 5 της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 3, 7 παρ. 1 και 11 παρ. 1 του Π.Δ. 164/2004, σε συνδυασμό με τις άνω διατάξεις των άρθρων 40 και 41 του Ν.Δ. 496/1974, σύμφωνα με τις οποίες, ως (διαδοχικές) συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίες, υπό τις τιθέμενες στο άρθρο 11 παρ. 1 του Π.Δ. 164/2004 προϋποθέσεις, συνιστούν σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, θεωρούνται οι έγκυρες συμβάσεις εργασίας, δηλαδή εκείνες που καταρτίσθηκαν εγγράφως, του εγγράφου οριζομένου ως συστατικού τύπου των συμβάσεων αυτών.
Στην προκείμενη περίπτωση, όμως, το Εφετείο, για να καταλήξει στο πόρισμά του, ότι στο πρόσωπο της αναιρεσίβλητης συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 11 παρ. 1 του Π.Δ. 164/2004, συνυπολόγισε και το χρονικό διάστημα των 13 μηνών, κατά το οποίο, όπως δέχεται (το Εφετείο), η αναιρεσίβλητη εργάσθηκε, χωρίς να έχει καταρτισθεί μεταξύ αυτής και του αναιρεσείοντος Τ.Ε.Ι.
έγγραφη (και έγκυρη) σύμβαση εργασίας, όπως απαιτεί ο νόμος, κατά τα προεκτεθέντα, και χωρίς να δέχεται, τουλάχιστον, ότι για την εργασία, που προσέφερε η αναιρεσίβλητη κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα των 13 μηνών, προηγήθηκε χωριστή έγγραφη πρόταση εκ μέρους του αναιρεσείοντος. Κατ' ακολουθίαν, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η σχετική πλημμέλεια, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης της έρευνας του έτερου λόγου της αναιρέσεως. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει ήδη μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 65 παρ. 1 του Ν. 4139/2013, αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.
Εν προκειμένω, η ενάγουσα (αναιρεσίβλητη), με την από 10-10-2005 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου (αριθμ. καταθ. 4689/18-10-2005) ισχυρίσθηκε, ότι εργάσθηκε ως διοικητικό προσωπικό, προσφέροντας τις υπηρεσίες της στο λογιστήριο του εναγομένου (αναιρεσείοντος) Τεχνολογικού Εκπαιδευτικού Ιδρύματος Κρήτης (Ν.Π.Δ.Δ.), με διαδοχικές έγγραφες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και συμβάσεις έργου, από 3-9-2001 έως 3-5-2002, από 1-1-2003 έως 31-3-2003, από 4-3-2004 έως 31-3-2004, από 1-6-2004 έως 31-12-2004 και από 1-2-2005 έως 31-12-2005, ότι επιπλέον εργάσθηκε, προσφέροντας στο εναγόμενο τις ίδιες ως άνω υπηρεσίες, χωρίς έγγραφη μεταξύ τους σύμβαση εργασίας, από 4-5-2002 έως 31-12-2002 και από 1-10-2003 έως 4-3-2004 και ότι καθ' όλη τη διάρκεια των ανωτέρω διαδοχικών συμβάσεων κάλυπτε με την εργασία της πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου.
Με βάση δε το ιστορικό αυτό ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι συνδέεται με το εναγόμενο Τ.Ε.Ι. Κρήτης από της αρχικής προσλήψεώς της, στις 3-9-2001, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και να υποχρεωθεί αυτό να αποδέχεται τις υπηρεσίες της με τέτοια σύμβαση. Με το παραπάνω περιεχόμενο, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, η αγωγή δεν είναι νόμιμη.
Επομένως, η υπόθεση δεν απαιτεί περαιτέρω έρευνα και, μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, πρέπει ο Άρειος Πάγος να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει. Έτσι, λοιπόν, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου), με την υπ' αριθμ. 217/2006 απόφασή του, αν και η αγωγή δεν ήταν νόμιμη, όμως, εσφαλμένα εφαρμόζοντας τις παραπάνω διατάξεις, την έκρινε νόμιμη και στη συνέχεια την δέχθηκε ως βάσιμη και κατ' ουσίαν.
Κατά της πρωτόδικης αυτής αποφάσεως, το αναιρεσείον άσκησε την από 11-5-2006 έφεση (αριθμ. καταθ. 253/11-5-2006), προβάλλοντας τις σχετικές πλημμέλειες, οι οποίες είναι βάσιμες.
Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση του αναιρεσείοντος, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση και να απορριφθεί η ένδικη αγωγή ως μη νόμιμη. Η αναιρεσίβλητη - ενάγουσα πρέπει να καταδικασθεί σε μέρος από τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος - εναγομένου, διότι η ερμηνεία των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρα 176, 179 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 381/2008 απόφαση του Εφετείου Κρήτης. Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την από 11-5-2006 έφεση (αριθμ. καταθ. 253/2006) του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία "Τεχνολογικό Εκπαιδευτικό Ίδρυμα (ΤΕΙ) Κρήτης", κατά της υπ' αριθμ. 217/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου. Δέχεται κατ' ουσίαν την έφεση.
Εξαφανίζει την εκκαλούμενη απόφαση.
Απορρίπτει την αγωγή. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη - ενάγουσα σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος - εναγομένου, που ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Μαΐου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Ιουνίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ