Legislator Case Law & Legislation
1124/2009 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against first defendant for procedural error regarding causation analysis.

Case Number 1124/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against the first defendant, Ψ1, while dismissing it against the other parties. The lower court erred by finding no causal link between the defendant's failure to wear a helmet and the plaintiff's specific injuries without providing sufficient reasoning. Consequently, the case regarding Ψ1 was remitted to the Court of Appeal for retrial with a different panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 300, 559, 580 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must remit a case for retrial when the lower court's reasoning on causation is contradictory or insufficiently substantiated, thereby violating the principle of reasoned judgment.

Keywords

AI generated
procedural error causation analysis remittal for retrial contradictory reasoning Code of Civil Procedure appellate review damages assessment

Cited Legislation

AI generated
Article 300 of the Civil Code
Article 559, paragraph 19 of the Code of Civil Procedure
Article 562, paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Article 576, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1124 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1124/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος-καλούντος: Χ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαρίλαο Κοψαχείλη και κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων-καθ'ων η κλήση: 1) Ψ1, 2) Ψ2, οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, 3) Ψ3, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Μπελεκούκια με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις και 4) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "GROUPAMA ΦΟΙΝΙΞ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" όπως μετονομάστηκε η αρχικά αναιρεσίβλητη εταιρεία "ΦΟΙΝΙΞ ΜΕΤΡΟΛΑΪΦ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ (και πρώην "ΦΟΙΝΙΞ - ΓΕΝΙΚΑΙ ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τζινάλα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/5/1999 αγωγή των ήδη 1ου και 2ης των αναιρεσιβλήτων και την από 26/1/2001 προσεπίκληση με παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 445/2001 μη οριστική και 475/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 984/2005 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 11/9/2006 αίτησή του επί της οποίας εκδόθηκε η 2152/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση ο αναιρεσείων με την από 17/3/2008 κλήση του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, ανέγνωσε την από 26/9/2007 έκθεση του τότε Αρεοπαγίτη και νυν Aντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Πετράκη, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως ως προς τους δεύτερη και τρίτο αναιρεσιβλήτους Ψ2 και Ψ3, να γίνει δεκτός ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως, όπως συμπληρώνεται από τον Εισηγητή, και να απορριφθούν οι άλλοι λόγοι αυτής ως προς τους άλλους αναιρεσίβλητους. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.Κατά το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ'αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο 'Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση, η υπόθεση φέρεται προς περαιτέρω συζήτηση, για την παρούσα δικάσιμο (27-3-2009), με την από 17-3-2008 κλήση του αναιρεσείοντος Χ, η οποία επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στους πρώτο και δεύτερη των αναιρεσιβλήτων Ψ1 και Ψ2, όπως προκύπτει από τις υπ'αριθμ. 8593 Β και 8594Β/2-5-2008 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητού Λάρισας ..., μετά την έκδοση της 2152/2007 απόφασης του Αρείου Πάγου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά την αρχική δικάσιμο της 19-10-2007.

Εξάλλου από τις 3945Β και 3920Β/31-1-2007 εκθέσεις επίδοσης του αυτού ως άνω δικαστικού επιμελητού προκύπτει ότι στους ανωτέρω αναιρεσιβλήτους έχει επιδοθεί νομίμως και εμπροθέσμως αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης. Επομένως, εφ'όσον αυτοί δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, κατά την αναφερομένην στην αρχή της παρούσας δικάσιμο πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ.2 ΚΠολΔ.

ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 558 και 556 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η αναίρεση πρέπει να κατευθύνεται εναντίον εκείνων, οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη, στην οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, και αντίδικοι του αναιρεσείοντος, όχι όμως εναντίον όλων αυτών, αλλά μόνο εναντίον εκείνων από αυτούς, για τους οποίους επιδιώκεται με αυτή και, με βάση τις επικαλούμενες πλημμέλειές της, είναι δυνατή η αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως.

Επομένως, η αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη κατά το μέρος της, που στρέφεται κατ' εκείνων των αντιδίκων του αναιρεσείοντος, τους οποίους δεν αφορά η αποδιδόμενη με αυτή πλημμέλεια και ως προς τους οποίους, επομένως, δεν είναι δυνατό να αναιρεθεί η απόφαση, και αν ακόμη ευδοκιμήσει ο λόγος αυτός. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος της, που στρέφεται εναντίον των δεύτερης και τρίτου των αναιρεσιβλήτων Ψ2 και Ψ3, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, διότι οι πλημμέλειες της προσβαλλομένης αποφάσεως, που προβάλλονται με αυτή, δεν αναφέρονται σε διάταξη της αποφάσεως αυτής, που αφορά τους ανωτέρω αναιρεσιβλήτους και ειδικότερα στη διάταξη, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή της δεύτερης αναιρεσίβλητης και στην απορριπτική της ασκηθείσης από τον αναιρεσείοντα κατά του τρίτου αναιρεσίβλητου προσεπικλήσεως και ενωμένης σε αυτή αγωγής, στη δίκη των οποίων και μόνο ο τελευταίος ήταν διάδικος, διάταξη της αναιρεσιβαλλομένης.

ΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι με τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ελέγχονται οι παραβιάσεις κανόνων μόνο του ουσιαστικού δικαίου, όχι όμως και του δικονομικού δικαίου, στο οποίο υπάγονται οι κανόνες, που καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας.

Αντιθέτως, ο εκ του αριθμού 14 του αυτού ως άνω άρθρου λόγος αναιρέσεως για παρά το νόμο κήρυξη ή μη κήρυξη ακυρότητας, εκπτώσεως από δικαίωμα ή απαράδεκτο ιδρύεται μόνο όταν οι πλημμέλειες προέρχονται από παραβίαση δικονομικής διατάξεως και όχι ουσιαστικού δικαίου διατάξεως. Τέτοια δικονομική διάταξη είναι και εκείνη του άρθρου 516 του ΚΠολΔ, που ορίζει τα πρόσωπα, στα οποία αναγνωρίζεται δικαίωμα ασκήσεως εφέσεως.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι τέτοια πρόσωπα είναι, κατ' αρχήν, οι διάδικοι στην πρωτόδικη δίκη, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται ο κυρίως και ο προσθέτως παρεμβαίνων. Στην κατά το άρθρο 681 Α του ΚΠολΔ ειδική διάταξη των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφαλίσεώς του η κύρια παρέμβαση ασκείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 79 παρ. 1, 81 παρ. 1, 215 παρ. 1 και 591 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, με δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται και κοινοποιείται σε όλους τους διαδίκους, ενώ η πρόσθετη παρέμβαση, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 251, 666 παρ. 1 και 681 Α του ΚΠολΔ, μπορεί να ασκηθεί κατά τη δικάσιμο, και προφορικώς, με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά.

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 72 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στην πλαγιαστική αγωγή ενάγων είναι ο δανειστής του οφειλέτη, ο οποίος ασκεί τα περιουσιακά δικαιώματα του τελευταίου κατά του οφειλέτη αυτού και εναγόμενος είναι ο οφειλέτης του οφειλέτη του δανειστή. Ο τελευταίος, δηλαδή ο οφειλέτης του δανειστή, στη δίκη αυτή δεν είναι διάδικος, αλλά είναι τρίτος, εκτός αν άσκησε παρέμβαση, οπότε καθίσταται και αυτός διάδικος.

Έτσι, σύμφωνα και με τα προεκτεθέντα, στη δίκη της πλαγιαστικής αγωγής ο οφειλέτης του ενάγοντος δανειστή νομιμοποιείται σε άσκηση εφέσεως κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, μόνο εάν είχε ασκήσει παρέμβαση και δη με τον τρόπο που προαναφέρθηκε. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσεως και για παρά το νόμο κήρυξη απαράδεκτης της εφέσεως του αναιρεσείοντος ως προς τον πρώτο λόγο, με τον οποίο παραπονέθηκε κατά της πρωτόδικης αποφάσεως για την απόρριψη ως νόμω αβάσιμης της επικουρικώς ασκηθείσης από τους ενάγοντες της κύριας αποζημιωτικής αγωγής, με το ίδιο αυτό δικόγραφο, πλαγιαστικής αγωγής κατά της εναγόμενης ασφαλιστικής του ζημιογόνου αυτοκινήτου εταιρίας, με την αιτιολογία, ότι ο αναιρεσείων, εφόσον δεν είχε παρέμβει στη δίκη της πλαγιαστικής αγωγής, δεν είχε έννομο συμφέρον προς άσκηση εφέσεως κατά της απορριπτικής της αγωγής αυτής διατάξεως της πρωτόδικης αποφάσεως.

Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί: α)καθόσον μεν αφορά την πρώτη πλημμέλεια, ως απαράδεκτος, πρωτίστως, διότι αναφέρεται σε εκ πλαγίου παραβίαση κανόνων δικονομικού δικαίου, β) καθόσον δε αφορά τη δεύτερη πλημμέλεια, ως αβάσιμος, διότι ο αναιρεσείων, εφόσον δεν είχε παρέμβει και δη με τον εκτεθέντα νόμιμο τρόπο στη δίκη της πλαγιαστικής αγωγής, δεν είχε καταστεί διάδικος αυτής, ιδιότητα την οποία δεν είχε αποκτήσει εκ μόνης της συμμετοχής τα ως εναγομένου στη δίκη της κύριας αγωγής, κι' επομένως δεν νομιμοποιείτο σε άσκηση εφέσεως κατά της απορριψάσης την πλαγιαστική αυτή αγωγή αποφάσεως, οπότε ο σχετικός λόγος της εφέσεώς του ήταν απαράδεκτος, εντεύθεν δε το Εφετείο, που με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε τον λόγο αυτόν ως απαράδεκτο, έστω και με διαφορετική αιτιολογία, ορθώς κατ' αποτέλεσμα έκρινε.

IV. κατά το άρθρο 559 αριθ.20 του ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση και αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο. Με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια, διότι παραμόρφωσε το περιεχόμενό της υπ' αριθμ. ... άδειας (δοκιμαστικής) κυκλοφορίας αυτοκινήτων και λεωφορείων και της υπ' αριθμ. ... συμβάσεως ασφαλίσεως της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας κι' έτσι κατέληξε στην επιζήμια για τον αναιρεσείοντα κρίση, ότι το ζημιογόνο αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο τελευταίος, δεν ήταν κατά το χρόνο του ατυχήματος ασφαλισμένο στην ανωτέρω αναιρεσίβλητη. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος πρωτίστως για έλλειψη εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος διότι δεν αφορά στην εναντίον του κύρια αγωγή του πρώτου αναιρεσιβλήτου, που έγινε εν μέρει δεκτή, αλλά στην κύρια αγωγή των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων κατά της τέταρτης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας που απορρίφθηκε κατ'ουσίαν και στην πλαγιαστική αγωγή που οι δύο πρώτοι αναιρεσίβλητοι είχαν ασκήσει, κατά της εν λόγω ασφαλιστικής εταιρίας, στη δίκη της οποίας ο αναιρεσείων δεν είχε συμμετάσχει.

V. Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 300 του ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας, συνεπώς και από αδικοπραξία κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ. ΑΚ, που έχουν εφαρμογή και επί συγκρούσεως μεταξύ δύο ή περισσότερων οχημάτων, κατά το άρθρο 10 του ν. ΓΠΝ/1911, προκύπτει, ότι, όταν στη γένεση ή στην έκταση της ζημίας συντέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος, το δικαστήριο της ουσίας μπορεί, κατά την ελεύθερη κρίση του, αφού σταθμίσει τις περιστάσεις και ιδιαίτερα το βαθμό του πταίσματος του ζημιωθέντος και του ζημιώσαντος, να μη επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό αυτής.

Οι έννοιες της υπαιτιότητας ή συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή μη συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση ή την έκταση της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση διδαγμάτων κοινής πείρας.

Ειδικότερα, ελέγχεται αναιρετικώς η κρίση του δικαστηρίου περί του εάν τα περιστατικά, που το δικαστήριο δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, μπορούν καθεαυτά αντικειμενικώς και βάσει των διδαγμάτων της κοινής πείρας, να θεωρηθούν ως συνδεόμενα αιτιωδώς με το ζημιογόνο αποτέλεσμα. Περαιτέρω, η παράβαση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ) δεν θεμελιώνει, αυτή καθεαυτή, υπαιτιότητα στην επεύλευση αυτοκινητικού ατυχήματος ή στην έκταση της εξ' αυτού ζημίας, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του επελθόντος αποτελέσματος.

Σύμφωνα δε με το άρθρο 12 παρ. 6 του ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.), επιβάλλεται στους οδηγούς και στους επιβάτες μοτοποδηλάτων να φορούν προστατευτικό κράνος. Η παράλειψη χρήσεως προστατευτικού κράνους από τέτοιο πρόσωπο σε περίπτωση συγκρούσεως μοτοποδηλάτου με αυτοκίνητο θεμελιώνει συντρέχον πταίσμα αυτού κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 300 ΑΚ, εφόσον η παράλειψη αυτή, ως εκ του είδους των σωματικών κακώσεων, συνδέεται αιτιωδώς με αυτές.

Αν το ίδιο αποτέλεσμα θα είχε επέλθει και με τη χρήση προστατευτικού κράνους, τότε δεν συντρέχει η απαιτούμενη αιτιώδης συνάφεια και δεν καταλογίζεται συντρέχουσα αμέλεια στο πρόσωπο, που παρέλειψε να το φορέσει. Τέλος, κατά τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως κι' έτσι ιδρύεται ο από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως και όταν έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια της αιτιολογίας, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει, αντιστοίχως, όταν τα εκτιθέμενα στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, πραγματικά περιστατικά αντιφάσκουν μεταξύ τους ή όταν τα περιστατικά αυτά δεν καλύπτουν με πληρότητα και σαφήνεια τα στοιχεία, που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσης έννομης συνέπειας ή την άρνησή της κι' έτσι δεν μπορεί να ελεχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα, που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόστηκε.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος, εξαιτίας του αυτοκινητικού ατυχήματος, κατά το οποίο το οδηγούμενο από αυτόν μοτοποδήλατο συγκρούστηκε με το οδηγούμενο από τον αναιρεσείοντα αυτοκίνητο, "τραυματίστηκε και υπέστη κρανιοεγκεφαλική κάκωση και κάκωση κοιλίας, καθώς και κάκωση δεξιάς άκρας χειρός, κάταγμα, εξάρθρημα βάσης 3ου και 4ου μετακαρπίου και της βάσεως της 1ης φάλαγγας του 4ου δακτύλου της ιδίας χειρός".

Στη συνέχεια το δικαστήριο δέχεται ότι ο ίδιος αναιρεσίβλητος "κατά το χρόνο του ατυχήματος δεν έφερε προστατευτικό κράνος.... Η παράλειψη όμως αυτή δεν τελεί σε ουσιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα, ιδίως της κάκωσης της δεξιάς άκρας χειρός". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την, όπως δέχεται, παραδεκτώς προβληθείσα από τον αναιρεσείοντα, ένσταση εκ του άρθρου 300 του ΑΚ περί συντρέχοντος πταίσματος του αναιρεσίβλητου στην έκταση του τραυματισμού του και των εξ αυτού ζημιών του.

Έτσι, που έκρινε η αναιρεσιβαλλόμενη, διέλαβε αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες επί ζητήματος ασκούντος ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Διότι, ενώ δέχεται ότι ο παθών αναιρεσίβλητος υπέστη κατά το αυτοκινητικό ατύχημα και κρανιοεγκεφαλική κάκωση, στη συνέχεια, αντιφατικώς, αποφαίνεται ότι η έλλειψη προστατευτικού κράνους δεν τελεί σε ουσιώδη συνάφεια και με τη σωματική αυτή βλάβη, χωρίς συνάμα να διευκρινίζει, αν και για ποιο λόγο το αποτέλεσμα αυτό θα είχε επέλθει και με την χρήση εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου προστατευτικού κράνους.

Κατά συνέπεια, υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβιάσεως των αναφερομένων στη μείζονα σκέψη ουσιαστικών διατάξεων, κατά τον βάσιμο περί τούτου τρίτο λόγο της αναιρέσεως όπως αυτός παραδεκτώς, κατ'άρθρο 562 παρ. 4 ΚΠολΔ, συμπληρώθηκε από τον Εισηγητή. VI. Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, μόνο κατά το μέρος της που στρέφεται κατά του πρώτου των αναιρεσιβλήτων Ψ1 και αφορά τις μεταξύ αυτού και του αναιρεσείοντος σχέσεις, να παραπεμφθεί η υπόθεση, μόνο κατά το αναιρούμενο αυτό μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση, στο εκδόσαν την απόφαση ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο ανωτέρω αναιρεσίβλητος στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος (άρθρο 176, 183 ΚΠολΔ), ενώ, ως προς τους δεύτερη, τρίτο και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων Ψ2, Ψ3 και ασφαλιστική εταιρεία GROYPAMA ΦΟΙΝΙΞ ΑΕΑΕ πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικασθεί ο ηττηθείς αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων τρίτου και τετάρτης των αναιρεσιβλήτων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11-9-2006 αίτηση του Χ για αναίρεση της 984/2005 απόφασης του Εφετείου Λάρισας, κατά το μέρος της, που στρέφεται κατά των δεύτερης, τρίτου και τέταρτης των αναιρεσιβλήτων Ψ3, Ψ3 και ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΦΟΙΝΙΞ ΜΕΤΡΟΛΑΪΦ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ και ήδη "GROYPAMA-ΦΟΙΝΙΞ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ".

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων ως άνω τρίτου και τέταρτης των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει για κάθε ένα από αυτούς στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

Αναιρεί εν μέρει την 984/2005 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, και συγκεκριμένα μόνο κατά το μέρος της που στρέφεται κατά του πρώτου των αναιρεσιβλήτων Ψ1.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τον ανωτέρω πρώτο αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύό χιλιάδων (2000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Απριλίου 2009.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 5 Μαΐου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ