1124/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Χρήστο Αλεξόπουλο και Ειρήνη Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1124/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων στις 20.10.1986 προσλήφθηκε από τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο μορφωτικό οργανισμό μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να προσφέρει σ΄ αυτόν τις υπηρεσίες του αρχικά ως υπεύθυνος ασφαλείας και στη συνέχεια από 1.7.1995 ως βοηθός βιβλιοθηκονόμου, αντί των εκάστοτε αποδοχών, που προβλέπονται από τις οικείες ΣΣΕ και ΔΑ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1124 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1124/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Χρήστο Αλεξόπουλο και Ειρήνη Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ...., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Παυλάτο. Του αναιρεσιβλήτου: Μορφωτικού Οργανισμού, μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, με την επωνυμία "ΒΡΕΤΑΝΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ (The British Council)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Κομματά βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-12-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1121/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 6024/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16-5-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος - Φώτιος Χατζηπανταζής διάβασε την από 21-11-2006 έκθεση του ήδη αποβιώσαντος Αρεοπαγίτη Γεωργίου Καράμπελα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, η άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου απαγορεύεται όταν υπερβαίνει προφανώς τα τιθέμενα από τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. αντικειμενικά όρια. Στην περίπτωση αυτή η καταγγελία είναι άκυρη και θεωρείται ως μη γενόμενη (άρθρ. 174, 180 Α.Κ.), με συνέπεια να καθίσταται ο εργοδότης υπερήμερος περί την αποδοχή των υπηρεσιών του μισθωτού και να υποχρεούται σε καταβολή των μισθών του, σύμφωνα με τα άρθρα 648 και 656 Α.Κ.
Ειδικώς, επί απολύσεων, που οφείλονται σε οικονομοτεχνικούς λόγους, των οποίων σκοπός είναι η προσαρμογή του προσωπικού στις ανάγκες της επιχειρήσεως και η αναδιάρθρωση των υπηρεσιών της με τη μείωση του προσωπικού για καλύτερη απόδοσή της, η απόφαση του εργοδότη να ανταπεξέλθει με τον τρόπο αυτό στον ανωτέρω σκοπό δεν ελέγχεται από τα δικαστήρια από πλευράς σκοπιμότητας ή αναγκαιότητας.
Η στάθμιση αυτή ανήκει στον εργοδότη, ο οποίος έχει υπόψη του όλα τα στοιχεία της αγοράς και της επιχειρήσεώς του. Η καταγγελία όμως της εργασιακής σχέσεως, που αποτελεί το έσχατο μέσο αντιμετωπίσεως των προβλημάτων της επιχειρήσεως, ελέγχεται από τα δικαστήρια από την άποψη της καταχρηστικής ασκήσεως του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη, δηλαδή αν η καταγγελία ήταν αναπόφευκτη ή θα ήταν δυνατή για τον εργοδότη η επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού της αναδιαρθρώσεως των υπηρεσιών της επιχειρήσεώς του με τη λήψη άλλων ηπιωτέρων μέσων, όπως απασχόληση του μισθωτού σε άλλη θέση ή μερική απασχόληση, ακόμη και με τη χρήση της λεγόμενης τροποποιητικής καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας.
Εξάλλου και η επιλογή προς απόλυση του συγκεκριμένου μισθωτού πρέπει και αυτή να πραγματοποιείται με βάση τα αντικειμενικά κριτήρια του άρθρου 281 Α.Κ. και από την άποψη αυτή ελέγχεται δικαστικώς. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανέλεγκτα τα εξής:
Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων στις 20.10.1986 προσλήφθηκε από τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο μορφωτικό οργανισμό μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να προσφέρει σ΄ αυτόν τις υπηρεσίες του αρχικά ως υπεύθυνος ασφαλείας και στη συνέχεια από 1.7.1995 ως βοηθός βιβλιοθηκονόμου, αντί των εκάστοτε αποδοχών, που προβλέπονται από τις οικείες ΣΣΕ και ΔΑ.
Ο αναιρεσίβλητος, κατά μήνα Ιούλιο 2000, άρχισε να αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα, τα οποία έθεταν σε κίνδυνο τη βιωσιμότητα των παραρτημάτων του στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, όπου απασχολούσε περί τους 175 εργαζόμενους. Συνεπεία των οικονομικών προβλημάτων του αναγκάσθηκε αυτός να προβεί σε μείωση του προσωπικού του, προσφέροντας σ΄ αυτό ένα σύνολο παροχών για οικειοθελή αποχώρηση, που συνίστατο στην καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως από 5.779.477 δρχ., καθώς και πρόσθετης αποζημιώσεως 40%, ανερχομένης στο ποσό των 2.311.791 δρχ.
και 1% για κάθε έτος πέραν των δέκα ετών παροχής εργασίας, παράλληλα δε και στην αναδιάρθρωση των υπηρεσιών του. Την εν λόγω πρόταση του αναιρεσιβλήτου αποδέχθηκαν 92 συνολικά εργαζόμενοι, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και ο αναιρεσείων, ο οποίος όμως στις 4.6.2001 ανακάλεσε την από 25.4.2001 έγγραφη δήλωσή του περί αποδοχής από μέρους του της ως άνω προτάσεως του αναιρεσιβλήτου για οικειοθελή αποχώρησή του, που είχε καθορισθεί για τις 31.10.2001.
Ακολούθως το Εφετείο δέχθηκε, ότι ο αναιρεσίβλητος κατά την τελευταία αυτή ημερομηνία κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση εργασίας του αναιρεσείοντος για τους ως άνω λόγους, ενώ στην εν λόγω ενέργειά του δεν προέβη κινούμενος από κάποια διάθεση εκδικήσεως προς αυτόν, προσφέροντάς του συγχρόνως α) το ποσό της νόμιμης αποζημιώσεως από 5.779.447 δρχ.
και β) τα ποσά της ως άνω επιπλέον αποζημιώσεως από 2.311.791 δρχ. και 866.922 δρχ. αντίστοιχα, μολονότι δεν είχε σχετική υποχρέωση μετά την ανάκληση απ΄ αυτόν της δηλώσεώς του περί οικειοθελούς αποχωρήσεώς του, ο δε καθορισμός των ποσών αυτών της αποζημιώσεως έγινε κατόπιν κοινής συμφωνίας του αναιρεσιβλήτου και του οικείου σωματείου των εργαζομένων με τη μεσολάβηση και του Υπουργού Εργασίας.
Ο αναιρεσείων αρνήθηκε να παραλάβει την αποζημίωσή του αυτή και για το λόγο αυτό ο αναιρεσίβλητος την παρακατέθεσε στις 9.11.2001 στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, από το οποίο ο ίδιος την εισέπραξε τελικά στις 23.11.2001. Στη συνέχεια δέχθηκε το Εφετείο, ότι η θέση, που κατείχε ο αναιρεσείων ως βοηθός βιβλιοθηκονόμου, καταργήθηκε μετά την αναδιάρθρωση των υπηρεσιών του αναιρεσιβλήτου κατά το μήνα Δεκέμβριο 2001 και συστάθηκε ένα τμήμα ερευνών, το οποίο έχει κατ΄ εξοχήν ερευνητικό αντικείμενο, οι δε στόχοι και το πεδίο των αρμοδιοτήτων αυτού δεν προβλεπόταν να ταυτίζονται με εκείνους της βιβλιοθήκης.
Επίσης, δεν υπήρχε δυνατότητα απορρόφησης του αναιρεσείοντος σε οποιαδήποτε άλλη συναφή υπηρεσία του αναιρεσιβλήτου όχι μόνο λόγω ελλείψεως σ΄ αυτόν των ειδικών γνώσεων, που απαιτούνταν, αλλά και λόγω του ότι για να μετατεθεί ο αναιρεσείων σε κάποιο άλλο τμήμα αυτού, θα έπρεπε να καταγγελθεί η σύμβαση εργασίας άλλου συναδέλφου του, ο οποίος εργαζόταν ήδη στο τμήμα αυτό και είχε όλες τις απαιτούμενες γνώσει και προσόντα.
Έτσι, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσείοντος δεν είναι άκυρη, ως καταχρηστική, αφού ελήφθησαν υπόψη κατ΄ αυτήν από τον αναιρεσίβλητο τα οικονομικοκοινωνικά κριτήρια, που επιβάλλονται από την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και επιπλέον, ο αναιρεσίβλητος κατέβαλε σ΄ αυτόν τη νόμιμη αποζημίωση απολύσεώς του, η οποία, σύμφωνα με τις ισχύουσες ΣΣΕ των ετών 1995 έως 2000 και την υπ΄αριθ. 219/9.1.2001 ΔΑ, ανερχόταν στο ανωτέρω ποσό των 5.779.477 δρχ.
και η πρόσθετη αποζημίωση στα προαναφερόμενα ποσά των 2.311.791 δρχ. και 866.922 δρχ. αντίστοιχα. Κατόπιν όλων των ανωτέρω εκτιθεμένων, το Εφετείο, αφού προηγουμένως δέχθηκε επιπλέον ότι δεν οφείλονται στον αναιρεσείοντα διαφορές αποδοχών για το χρονικό διάστημα από 1.7.1995 έως 31.10.2001, απέρριψε την ένδικη από 17.12.2001 αγωγή αυτού, ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Με την κρίση του αυτή δεν παραβίασε εκ πλαγίου την προαναφερόμενη ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, γιατί με βάση τις ανωτέρω παραδοχές του και κρίνοντας κατά τον άνω μνημονευόμενο τρόπο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως, αφού το αποδεικτικό πόρισμα είναι επαρκές και πλήρες και δεν περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες στο κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της μη καταχρηστικής ασκήσεως του ως άνω δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου Οργανισμού.
Άρα, οι πρώτος, δεύτερος, κατά το δεύτερο μέρος του, τρίτος, κατά το τέταρτο μέρος του και πέμπτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγοι της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
Επειδή, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 10 Κ.Πολ.Δ., ότι το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, συντρέχει όταν το δικαστήριο δέχεται τα πράγματα αυτά, χωρίς να εκθέτει ούτε γενικώς από ποιά αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη. Το δικαστήριο δεν απαιτείται να αξιολογεί τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα. Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα από τις προσκομισθείσες αποδείξεις και συγκεκριμένα, από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, τις αναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις και απ΄ όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι. Επομένως, οι δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος του και τρίτος, κατά το τρίτο μέρος του, λόγοι της αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι δέχθηκε πραγματικά περιστατικά, ως αποδειχθέντα, χωρίς αποδείξεις, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, έγγραφα είναι τα κατά τα άρθρα 339 και 432 έως 465 Κ.Πολ.Δ.
αποδεικτικά έγγραφα, τα οποία παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη κατά του αντιδίκου. Έτσι, δεν είναι έγγραφα οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας, αφού δεν παρέχουν αυτές απόδειξη, αλλ΄ έχουν ισχύ νόμου κατά το κανονιστικό μέρος τους. Επομένως, οι τέταρτος και πέμπτος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ., ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των ΣΣΕ, που ρύθμιζαν την εργασιακή σχέση του αναιρεσιβλήτου με τους εργαζομένους του και ειδικότερα, τους όρους αμοιβής αυτών, είναι απαράδεκτοι και πρέπει να απορριφθούν.
Επειδή, ως πράγματα, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ., τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και των οποίων η μη λήψη υπόψη, αν και προτάθηκαν ή η λήψη υπόψη, αν και δεν προτάθηκαν, ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν σε θεμελίωση ή κατάργηση δικαιώματος, δικονομικού ή ουσιαστικού, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο, όχι δε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί της αγωγής ή της ενστάσεως, ούτε οι ισχυρισμοί, που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.Α.Π. 11/1996).
Επίσης, ο λόγος αναιρέσεως από την ως άνω διάταξη δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.Α.Π. 12/1991). Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τρίτο, κατά τα δύο πρώτα μέρη του, λόγο της αναιρέσεως από τον αριθμό 8 (και όχι - όπως εκτιμάται - και από τον αριθμό 9, που επικαλείται ο ίδιος) του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση, ότι έλαβε υπόψη ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και μη προταθέντες από τον αναιρεσείοντα ισχυρισμούς, κατά τους οποίους α) δεν υπήρχε δυνατότητα απορροφήσεως αυτού σε οποιαδήποτε άλλη υπηρεσία του τελευταίου με συναφή με τη θέση που κατείχε, του βοηθού βιβλιοθηκονόμου, η οποία καταργήθηκε με την κατάργηση της βιβλιοθήκης και β) για να μετατεθεί ο ίδιος σε άλλο τμήμα θα έπρεπε να καταγγελθεί η σύμβαση εργασίας άλλου συναδέλφου του, ο οποίος εργαζόταν στο τμήμα αυτό και είχε όλες τις απαιτούμενες γνώσεις και προσόντα.
Οι ανωτέρω όμως ισχυρισμοί αποτελούν συμπεράσματα του Εφετείου, που συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων. Επομένως, ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι απαράδεκτος και απορριπτέος. Περαιτέρω, ο αναιρεσείων με τον έκτο λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και προταθέντες απ΄ αυτόν ισχυρισμούς, κατά τους οποίους α) η καταγγελία από μέρους του αναιρεσιβλήτου της επίδικης συμβάσεως εργασίας ήταν παράνομη και καταχρηστική, αφού έγινε αφ΄ ενός μεν χωρίς την καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεώς του, αφ΄ ετέρου δε καθ΄ υπέρβαση των ορίων της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του δικαιώματος της καταγγελίας και ειδικότερα χωρίς τη λήψη ηπιωτέρων μέτρων και χωρίς να ληφθούν υπόψη τα κοινωνικοοικονομικά κριτήρια της οικογενειακής του κατάστασης (έγγαμος με δύο τέκνα),, των αυξημένων οικονομικών υποχρεώσεών του (αποπληρωμή τραπεζικού δανείου) και της ηλικίας του (42 ετών), που καθιστά ιδιαιτέρως δυσχερή την ανεύρεση όμοιας ή παρεμφερούς εργασίας μετά από δέκα πέντε έτη συνεπούς και επιτυχούς ασκήσεως των καθηκόντων του στην υπηρεσία του αναιρεσιβλήτου και β) μετά από αφόρητη ψυχολογική πίεση των οργάνων του τελευταίου εξαναγκάσθηκε να αποδεχθεί την αποχώρησή του από την υπηρεσία αυτού και τη - μετά την ανάκληση από μέρους του της δηλώσεώς του περί οικειοθελούς αποχωρήσεώς του - υπογραφή του εγγράφου της καταγγελίας της ως άνω συμβάσεως εργασίας.
Από τους ανωτέρω ισχυρισμούς ο υπό στοιχείο β΄, κατά το δεύτερο μέρος του, δεν έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού για το κύρος της καταγγελίας δεν ήταν αναγκαία η υπογραφή του εγγράφου αυτής από τον αναιρεσείοντα και συνεπώς, ο σχετικός λόγος της αναιρέσεως είναι απαράδεκτος και απορριπτέος.
Κατά τα λοιπά, ο ίδιος λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, διότι, ενόψει των ανωτέρω παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, καθίσταται σαφές ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και απέρριψε τον μεν υπό στοιχείο α΄ ισχυρισμός ευθέως, τον δε υπό στοιχείο β΄, κατά το πρώτο μέρος του, ισχυρισμό εκ του πράγματος, αφού δέχθηκε συμφωνία των διαδίκων για οικειοθελή (και συνακόλουθα χωρίς εξαναγκασμό) αποχώρηση του αναιρεσείοντος, ο οποίος στη συνέχεια ανακάλεσε τη δήλωση αποδοχής της σχετικής προτάσεως του αναιρεσιβλήτου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 16.5.2005 αίτηση του ..... για αναίρεση της υπ΄ αριθ. 6024/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Απριλίου 2007.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 22 Μαΐου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ