Legislator Case Law & Legislation
1123/2022 AI generated

Supreme Court allows appeal against lower court's failure to declare inadmissible a procedural defect under Article 559(14) of the Code of Civil Procedure.

Case Number 1123/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against a single-instance appellate court's decision to correct a judgment, finding the lower court erred in failing to declare a procedural defect inadmissible. The appellant argued that the lower court misapplied Article 315 of the Code of Civil Procedure by not invoking the inadmissibility rule in Article 559(14). The Court ruled that the lower court's failure to apply this mandatory inadmissibility provision constituted a substantive error requiring the appeal to be upheld.

Legislator headnote

AI generated

Articles 315 and 559(14) of the Code of Civil Procedure; The lower court erred by failing to declare a procedural defect inadmissible when the law mandates such a declaration, constituting a substantive error requiring the appeal to be allowed.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure procedural defect inadmissibility appeal against correction substantive error Article 559 single instance appellate court

Cited Legislation

AI generated
Article 246 of the Code of Civil Procedure
Article 573(1) of the Code of Civil Procedure
Article 315 of the Code of Civil Procedure
Article 559(14) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3)(a) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1123 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1123/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο και Ελένη Χροναίου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 26 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει τις εξής υποθέσεις μεταξύ:

Α) Των αναιρεσειουσών: 1) ... με την επωνυμία "....", που εδρεύει στο ... Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, και 2) ... με την επωνυμία "....", που εδρεύει στο ... Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Αμφότερες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Μπούζα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Κ. του Μ., κατοίκου ..., και 2) Α. Π. του Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Άρη Λαμπρόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις, και Β) Του αναιρεσείοντος: Κ. Κ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Άρη Λαμπρόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ... με την επωνυμία "....", που εδρεύει στο ... Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Μπούζα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/2/2018 αγωγή των ήδη Α' αναιρεσιβλήτων (Κ. Κ. και Α. Π.), που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2375/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 4635/2020 και 6441/2020 διορθωτική αυτής του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της 4635/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ζητούν οι αναιρεσείουσες εταιρείες με την από 27/8/2020 αίτησή τους και την αναίρεση των 4635/2020 και 6441/2020 διορθωτική αυτής του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ζητεί ο Β αναιρεσείων με την από 28/1/2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 του ΚΠολΔ , που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα , το δικαστήριο, σε κάθε στάση της δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων, εκκρεμών, ενώπιόν του, δικών, ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους , αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και , κατά την κρίση του , διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων ( Α.Π. 473/2021 , Α.Π. 191/2020 , Α.Π. 182/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση , συντρέχει νόμιμη περίπτωση συνεκδίκασης : α) της από 27-08-2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 6477/780/09-09-2020 και του παρόντος Δικαστηρίου 1630/2020 αίτηση αναίρεσης των εναγομένων και ήδη αναιρεσειουσών ... με την επωνυμία ".... " ( πρώην " ... " ) και ...

με την επωνυμία " ... " κατά των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων Κ. Κ. του Μ. και Α. Π. του Κ. και β) της από 28-01-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 815/80/02-02-2021 και του παρόντος Δικαστηρίου 280/2021 αντίθετης αίτησης αναίρεσης του πρώτου των εναγόντων και ήδη αναιρεσείοντος Κ.

Κ. του Μ. κατά της πρώτης των εναγομένων και ήδη αναιρεσίβλητης ... με την επωνυμία " .... " , με τις οποίες προσβάλλεται η αυτή με αριθμό 4635/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών , επειδή είναι πρόδηλη η μεταξύ τους συνάφεια και διευκολύνεται έτσι η διεξαγωγή της δίκης . Με τις από 27-08-2020 και από 28-01-2021 αντίθετες αιτήσεις αναίρεσης , προσβάλλεται η εκδοθείσα , κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών και ειδικότερα των εργατικών διαφορών (άρθρα 614 αρ. 3 και 621 επ.

του ΚΠολΔ όπως αυτά ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015) με αριθμό 4635/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που αποφάνθηκε επί της από 16-04-2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 40998/3175/06-05-2019 έφεσης των εναγόντων κατά της με αριθμό 2375/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Με την προσβαλλόμενη απόφασή του , όπως αυτή διορθώθηκε αυτεπαγγέλτως με τη με αριθμό 6441/2020 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου , το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε , κατά παραδοχή του μόνου λόγου έφεσης , τυπικά και κατ' ουσίαν αυτήν εξαφάνισε την εκκληθείσα με αριθμό 2375/2018 οριστική απόφαση του πρωτοδίκως δικάσαντος δικαστηρίου , το οποίο είχε απορρίψει στο σύνολό της την από 26-02-2018 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 19899/641/28-02-2018 αγωγή , ως απαράδεκτη , λόγω αοριστίας , ως προς την παθητική νομιμοποίηση των συνεναγομένων , ως αλληλεγγύως και εις ολόκληρον ευθυνομένων εταιρειών και , στη συνέχεια , αφού κράτησε την υπόθεση, απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν ως προς τις δεύτερη, τρίτη , τέταρτη , πέμπτη και έκτη των εναγομένων για τον πρώτο ενάγοντα και ως προς τις πρώτη , τρίτη , τέταρτη , πέμπτη και έκτη των εναγομένων για τον δεύτερο ενάγοντα , ενώ δέχθηκε εν μέρει αυτήν , ως βάσιμη κατ' ουσίαν , ως προς την πρώτη εναγομένη για τον πρώτο των εναγόντων και ως προς την δεύτερη εναγομένη για τον δεύτερο των εναγόντων και επιδίκασε στους ενάγοντες τα εκεί αναγραφόμενα επιμέρους χρηματικά ποσά , με το νόμιμο τόκο , κατά τις ειδικότερα αναφερόμενες στο σκεπτικό της απόφασης αυτής κατά αιτία διακρίσεις.

Οι αιτήσεις αναίρεσης ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα , εντός της κατά νόμο διετούς καταχρηστικής προθεσμίας , ως εκ του χρόνου δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης, καθόσον κατατέθηκαν στη Γραμματεία του εκδόσαντος την απόφαση αυτή Δικαστηρίου στις 09-09-2020 και 02-02-2021 αντίστοιχα και δεν προκύπτει η με επιμέλεια οποιουδήποτε διαδίκου , επίδοση της απόφασης αυτής, η οποία δημοσιεύθηκε στις 15-07-2020 (άρθρα 552 553 , 556 , 558 , 564 παρ. 3 , 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).

Είναι, συνεπώς , παραδεκτές ( άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ ) και πρέπει να ερευνηθούν , περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και την βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αυτές λόγων αναίρεσης ( άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ) .

Κατά τη διάταξη του άρθρου 319 του ΚΠολΔ, οι αποφάσεις που εκδίδονται σε αιτήσεις για διόρθωση ή ερμηνεία μιας απόφασης, μπορούν να προσβληθούν με όλα τα ένδικα μέσα, με τα οποία θα μπορούσε να προσβληθεί η απόφαση που ζητήθηκε να διορθωθεί ή ερμηνευθεί, με εξαίρεση την ανακοπή ερημοδικίας και, κατά συνέπεια, αυτή προσβάλλεται και με αίτηση αναίρεσης (Α.Π. 1833/2012) ανεξαρτήτως αν η αίτηση διόρθωσης έγινε δεκτή ή απορρίφθηκε Τα ανωτέρω ισχύουν και για τη διορθωτική απόφαση, που εκδόθηκε μετά από αυτεπάγγελτα κινηθείσα διαδικασία διόρθωσης (άρθρο 317 παρ. 3 ΚΠολΔ - Α.Π. 1119/2019).

Από την αμέσως προηγούμενη διάταξη προκύπτει ότι η διορθωτική απόφαση δεν έχει αυτοτέλεια, αποτελεί τμήμα της υπό διόρθωση απόφασης, γι' αυτό, άλλωστε, και η ενέργειά της ανατρέχει στο χρόνο δημοσίευσης της απόφασης που διορθώνεται (άρθρο 320 του ΚΠολΔ - A.Π. 43/2007 ) και δεν παρέχει νέα προθεσμία προς άσκηση ενδίκου μέσου , εκτός αν προβάλλεται λόγος κατ' αυτής.

Η ενότητα, επομένως, της διορθωτικής (ή της ερμηνευτικής) απόφασης , με την αρχική απόφαση που διορθώθηκε με αυτή , διασπάται , όσον αφορά τα ένδικα μέσα , έτσι , ώστε , κάθε μια από αυτές , να υπόκεινται και να προσβάλλεται αυτοτελώς για σφάλματα , τα οποία εμφιλοχώρησαν, κατά τη διαδικασία της έκδοσής της (Α.Π. 695/2004 Α.Π. 643/1993).

Ακολούθως των ανωτέρω , συνέπεια της άρσης της ενότητος των δύο αυτών αποφάσεων , σε σχέση με τα ένδικα μέσα , είναι ότι επί άσκησης αναίρεσης κατά τελεσίδικης απόφασης , που έχει διορθωθεί , για λογιστικά λάθη που περιείχε - όπως και οποιοδήποτε άλλο ένδικο μέσο εναντίον της - δεν είναι αναγκαίο η αίτηση αναίρεσης να στρέφεται και κατά της απόφασης , με την οποία έγινε δεκτή αίτηση διόρθωσης , αφού η διόρθωση των γραφικών ή λογιστικών λαθών της αποφάσεως ουδόλως άπτεται της ουσίας της υπόθεσης , ούτε αλλοιώνει αυτήν , εφόσον με αυτήν (αίτηση αναίρεσης ) δεν προβάλλεται πλημμέλεια κατά την έκδοσή της , πλημμέλεια , για την οποία , άλλωστε , χωρεί αυτοτελής αίτηση αναίρεσης κατά της διορθωτικής απόφασης .

Δεν πρόκειται, συνεπώς, για ολοκληρωτική διάσπαση , αφού το επιτρεπτό των ενδίκων μέσων κατά της διορθωτικής αποφάσεως εξαρτάται από το επιτρεπτό προσβολής της διορθωτέας απόφασης . Όπως παραπάνω αναφέρθηκε , με τη διόρθωση της απόφασης , δεν δημιουργείται νέα αυτοτελής απόφαση , αλλά διορθώνεται η ήδη υπάρχουσα η οποία , ως ενιαίο σύνολο , με τη διορθωτική παράγει έννομα αποτελέσματα αναδρομικά από τη δημοσίευσή της και όχι από τη διόρθωσή της (Α.Π. 1112/2014 , Α.Π. 643/1993 ) .

Η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 315 ( και του άρθρου 316 ) του ΚΠολΔ είναι δικονομικού δικαίου και , κατά συνέπεια , η παραβίασή της ελέγχεται από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης , κατά τον οποίο αναίρεση επιτρέπεται μόνο (και) αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα , έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο (Α.Π. 1291/2019, Α.Π. 851/2014, Α.Π. 212/2012, Α.Π. 682/2011 , Α.Π. 425/2008) .

Στην προκειμένη περίπτωση , με την κρινόμενη από 28-01-2021 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται και η με αριθμό 6441/2020 διορθωτική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών , που δημοσιεύθηκε στις 24-11-2020 και της οποίας δεν προκύπτει ότι έχει λάβει χώρα επίδοση . Η απόφαση αυτή εκδόθηκε ερήμην των τρίτης , τέταρτης , πέμπτης και έκτης των καθών και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων και με αυτήν διορθώθηκε , μετά από αυτεπαγγέλτως κινηθείσα διαδικασία , η με αριθμό 4635/2020 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου για τους ειδικότερα εκτιθέμενους στην διορθωτική απόφαση λόγους.

Επομένως, η υπό κρίση αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα ( άρθρα 552 , 553 , 556 , 558 , 564 παρ. 3 , 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω , ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της ( άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ ). Οι ισχυρισμοί της αναιρεσίβλητης, που βάλλει ως προς το παραδεκτό της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης , κατά το μέρος που στρέφεται και κατά της με αριθμό 6441/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών , η οποία είχε διορθώσει την ως άνω με αριθμό 4635/2020 απόφαση του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου , για λογιστικά λάθη , τα οποία εμφιλοχώρησαν κατά την έκδοσή της [ανεξαρτήτως του ότι οι προτάσεις αυτής , που περιέχουν τους ανωτέρω ισχυρισμούς , είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι , διότι δεν κατατέθηκαν μέσα στην προθεσμία του άρθρου 570 παρ. 1 και 3 του ΚΠολΔ ( Α.Π. 307/2007 , Α.Π. 1857/2006 , Α.Π. 1562/2005 ) , αλλά στις 26-10-2021 , όπως τούτο προκύπτει από τη σχετική πράξη της αρμόδιας Γραμματέα ] πρέπει, σύμφωνα με όσα αναλυτικά αναπτύχθηκαν στην αμέσως προηγούμενη μείζονα νομική σκέψη της απόφασης , να απορριφθούν ως αβάσιμοι, εφόσον με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προβάλλεται πλημμέλεια κατά την έκδοση της ως άνω διορθωτικής απόφασης .

Α. Επί της από 27-08-2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 6477/780/09-09-2020 και του παρόντος Δικαστηρίου 1630/2020 αίτηση αναίρεσης .

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106 , 111 παρ. 2 , 118 εδ. 4 και 216 παρ. 1 στοιχ. α' και β' του ΚΠολΔ , συνάγεται ότι για το ορισμένο της αγωγής ( ή ανταγωγής ) , πρέπει , το δικόγραφο αυτής , εκτός από άλλα στοιχεία , να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων , που θεμελιώνουν αυτή , σύμφωνα με το νόμο και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς , σε τρόπο ώστε να παρέχεται στον εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας και στο δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου του βάσιμου κατά νόμο αυτής .

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής , αρκεί , για το παραδεκτό της αγωγής , να εκτίθενται στο δικόγραφό της τα πραγματικά περιστατικά , που αποτελούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής ορισμένης νομικής διάταξης, στην οποία και θεμελιώνεται το ασκούμενο με την αγωγή αίτημα ( Α.Π. 413/2017 , Α.Π. 792/2014 , Α.Π. 492/2011 ) . Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή , τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της , επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης , λόγω της αοριστίας , είτε αυτεπαγγέλτως , είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο.

Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις , ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης , ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων ( Α.Π. 108/2020 , Α.Π. 837/2019 , Α.Π. 1864/2011 ) . Περαιτέρω , σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ , στον έλεγχο του Αρείου Πάγου υπόκειται και η εκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας του περιεχομένου διαδικαστικών εγγράφων , στα οποία περιλαμβάνεται και η αγωγή , για την οποία η εσφαλμένη , ως προς τη νομιμότητα και την εν γένει θεμελίωσή της , κρίση , ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ , διότι ανάγεται στη μη προσήκουσα εφαρμογή και ερμηνεία του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε .

Η νομική αοριστία της αγωγής , δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου , που πρέπει να εφαρμοστεί και ελέγχεται αυτεπάγγελτα από το ουσιαστικό δικαστήριο , στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ( άρθρο 559 αριθ. 1 εδαφ. α' του ΚΠολΔ ) , συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου , αξίωσε περισσότερα ή διαφορετικά στοιχεία από τα απαιτούμενα , κατά νόμο, κρίνοντας αυτήν ως αόριστη ή, αντίθετα, αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία ή διάφορα από αυτά , κρίνοντας αυτήν ως ορισμένη .

Πρόκειται δηλαδή και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου , ως προς τη διαπίστωση ή όχι νομικής αοριστίας της αγωγής ( ή της ένστασης ) (σχετ. Ολ. Α.Π. 18/1998 , Ολ. Α.Π. 1573/1981, Α.Π. 413/2017 , Α.Π. 515/2016 , Α.Π. 491/2015 , Α.Π. 792/2014, Α.Π. 57/2005 ) . Αντίθετα , η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής , η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται , κατά νόμο , για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής , τα πραγματικά , δηλαδή περιστατικά , που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης , δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμοί 8 και 14 του ΚΠολΔ .

Ειδικότερα , η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν , κατ' αρχήν , το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής , ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου , χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών, χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής και ελέγχονται αμφότερες αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (Oλ.Α.Π.1573/1981, Α.Π.1152/2017, Α.Π.1321/2015, Α.Π. 180/2016, Α.Π. 34/2015 , Α.Π. 2015/2014 , A.Π. 1192/2012 , Α.Π. 220/2012 ) .

Εξάλλου , κατά τη διάταξη του άρθρου 648 του Α.Κ. , με τη σύμβαση εργασίας ο εργαζόμενος έχει υποχρέωση να παρέχει , για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, την εργασία του στον εργοδότη και αυτός να καταβάλει το συμφωνημένο μισθό . Επί σύμβασης εξαρτημένης εργασίας , ο μισθωτής της εργασίας ( εργοδότης ) είναι συνήθως , αλλά όχι πάντοτε , ο κύριος της επιχείρησης προς εξυπηρέτηση των συμφερόντων της οποίας συνάπτεται η σύμβαση (A.Π. 792/2014 ) .

Περαιτέρω , κατά το άρθρο 480 του Α.Κ. " αν περισσότεροι οφείλουν διαιρετή παροχή ή αν περισσότεροι έχουν δικαίωμα σε διαιρετή παροχή , σε περίπτωση αμφιβολίας , κάθε οφειλέτης έχει την υποχρέωση να καταβάλει και κάθε δανειστής έχει το δικαίωμα να λάβει ίσο μέρος " , ενώ κατά το επόμενο άρθρο 481 του ιδίου κώδικα " η οφειλή εις ολόκληρο υπάρχει όταν σε περίπτωση περισσότερων οφειλετών της ίδιας της παροχής καθένας απ` αυτούς έχει την υποχρέωση να την καταβάλει ολόκληρη , ο δανειστής όμως έχει το δικαίωμα να την απαιτήσει μόνο μία φορά " .

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι , για την ύπαρξη ενοχής εις ολόκληρο πρέπει η απαίτηση εκάστου των πλειόνων συνδανειστών ή η υποχρέωση εκάστου των πλειόνων συνοφειλετών να αφορά την αυτή παροχή, προσθέτως δε οι πλείονες ενοχές ( απαιτήσεις ή υποχρεώσεις ) , που αφορούν τους συνδανειστές ή συνοφειλέτες να έχουν μεταξύ τους κάποια καθολική συνδετική σχέση, να συνδέονται δηλαδή με τον αυτό κοινό σκοπό και τον αυτό γενεσιουργό λόγο .

Με τις πιο πάνω ρυθμίσεις , ο νομοθέτης καθιερώνει, ως κανόνα, στις πολυπρόσωπες ενοχές, που αφορούν διαιρετές παροχές , την κατ` ισομοιρία ευθύνη και δικαίωμα αντίστοιχα , ενώ την εις ολόκληρον ενοχή και ειδικότερα την παθητική εις ολόκληρον ενοχή αναγνωρίζει μόνο όταν αυτή συνιστάται με αναμφίβολη δήλωση βουλήσεως των συμβαλλομένων ή καθιερώνεται ευθέως από το νόμο .

Ειδικότερα , όσον αφορά τη σύμβαση ως γενεσιουργό λόγο της παθητικής εις ολόκληρον ενοχής , θα πρέπει από τη σύμβαση να συνάγεται σαφώς ότι εσκοπείτο εις ολόκληρον υποχρέωση όλων , διότι , σε περίπτωση αμφιβολίας , εάν δηλαδή δεν συνάγεται κάτι άλλο , ισχύει ο κανόνας του άρθρου 480 του Α.Κ. , ήτοι γεννώνται πλείονες υποχρεώσεις κατ' ίσο μέρος , για κάθε οφειλέτη .

Οι διατάξεις των ανωτέρω άρθρων του Α.Κ. εμπεριέχουν συνεπώς ενδοτικό δίκαιο και δεν έχουν αναγκαστικό χαρακτήρα . Επομένως , δυνάμει της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων , οι συμβαλλόμενοι δύνανται να διαμορφώσουν την πολυπρόσωπη ενοχική τους σχέση και τις απορρέουσες από αυτήν ειδικότερες ενοχές, ελευθέρως.

Τα ως άνω ευρίσκουν εφαρμογή και στο πεδίο του εργατικού δικαίου , επί των ατομικών εργασιακών σχέσεων, όπου , βάσει της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων , είναι δυνατή ή ύπαρξη σχέσης εργασίας με περισσότερες επί μέρους εταιρείες , που απασχολούν το μισθωτό , ως συνεργοδότριες και ευθύνονται απέναντί του εις ολόκληρον , για την πληρωμή του μισθού του , εφόσον τούτο συνάγεται σαφώς από τη μεταξύ των συμβαλλομένων μερών συμφωνία , τούτο δε συνήθως συμβαίνει , στις περιπτώσεις ιδίως εταιριών , που ενώ είναι αυτοτελή νομικά πρόσωπα , συνδέονται μεταξύ τους με κοινά οικονομικά συμφέροντα, κοινή διεύθυνση και έδρα , κοινή οικονομική πολιτική και χρηματοδότηση , κ.λπ. ( Α.Π. 413/2017 , Α.Π. 454/2006 ) .

Στην προκειμένη περίπτωση , από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης , τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ ) , προκύπτουν τα ακόλουθα : Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι Κ. Κ. του Μ. και Α. Π. του Κ. , στην από 26-02-2018 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 19899/641/28-02-2018 αγωγή τους , που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών , στρεφομένη κατά των : 1) ...

με την επωνυμία " .... " , 2) ... με την επωνυμία " ... " , 3) ... " ....", 4) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία " .... " , 5) ... με την επωνυμία " ... " και 6) ... με την επωνυμία " ... " , εξέθεταν ότι προσελήφθησαν έκαστος , με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου , κατά τις εκεί αναφερόμενες ημεροχρονολογίες , από τα αρμόδια όργανα των εναγομένων εταιρειών , οι οποίες ανήκουν στον ίδιο όμιλο επιχειρήσεων , με κοινή έδρα το ...

Αττικής και δραστηριοποιούνται άπασες στο χώρο των κατασκευών, αναλαμβάνοντας δημόσια έργα , προκειμένου να εργαστούν , ως εργοδηγός ο πρώτος και ως χειριστής χωματουργικών οχημάτων έργου ο δεύτερος , με το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας απασχόλησης και με ωράριο οκτώ (8) ωρών ημερησίως , αντί των προσδιοριζομένων συμφωνημένων αποδοχών .

Ότι εντάχθηκαν τυπικά ο πρώτος ενάγων στο δυναμικό της πρώτης εναγομένης και ο δεύτερος στο δυναμικό της έκτης , στη συνέχεια της πρώτης και, τέλος, της δεύτερης των εναγομένων εταιρειών , ενώ στην πραγματικότητα και οι δύο ενάγοντες , από την πρόσληψή τους , πρόσφεραν την εργασία τους σε άπασες τις εναγόμενες , απασχολούμενοι στα έργα που αναλάμβαναν οι εργοδότριές τους , χωρίς κάθε φορά να γνωρίζουν ποια εταιρεία είχε αναλάβει το κάθε έργο , ευθυνόμενες έναντι αυτών εις ολόκληρον η καθεμία, όπως άλλωστε είχε μεταξύ τους συμφωνηθεί .

Ότι , κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή χρονικά διαστήματα της εργασίας τους στις εναγόμενες , απασχολήθηκαν πέραν των οκτώ ( 8 ) ωρών ημερησίως και των σαράντα (40 ) ωρών εβδομαδιαίως , πραγματοποιώντας την εκτιθέμενη στο δικόγραφο υπερεργασία και κατ' εξαίρεση υπερωρία, χωρίς να τους καταβληθεί η νόμιμη αμοιβή και προσαύξηση, ενώ επιπλέον παρείχαν οκτάωρη (και υπερωριακή , όσον αφορά τον πρώτο) εργασία , κατά τις εκτεθείσες ημέρες του Σαββάτου , κατά παράβαση του πενθημέρου , χωρίς να τους καταβληθούν , για την εργασία τους αυτή , οι νόμιμες αμοιβές και προσαυξήσεις , ο δε πρώτος παρείχε, έτι περαιτέρω , οκτάωρη και υπερωριακή εργασία και κατά τις εκτεθείσες στο δικόγραφο Κυριακές , χωρίς να του χορηγείται άλλη ημέρα ανάπαυσης και χωρίς να του καταβληθεί η νόμιμη αμοιβή και προσαύξηση .

Ότι, επιπλέον , οι εναγόμενες δεν κατέβαλαν στον δεύτερο από αυτούς πλήρεις τις δεδουλευμένες αποδοχές του , συμπεριλαμβανομένων των επιδομάτων (δώρων ) εορτών και αδείας , για το από 01-09-2013 έως 31-12-2016 χρονικό διάστημα , με συνέπεια να του οφείλονται διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών , κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα , ενώ ακόμη δεν κατέβαλαν στον πρώτο από αυτούς το σύνολο των δεδουλευμένων αποδοχών του , συμπεριλαμβανομένων των επιδομάτων (δώρου) Χριστουγέννων και αδείας , για το από 01-06-2017 έως 21-02-2018 χρονικό διάστημα .

Ότι εξαιτίας της μη καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών του , ο πρώτος των εναγόντων άσκησε στις 21-02-2018 το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του , με αποτέλεσμα οι εναγόμενες να περιέλθουν σε υπερημερία και να του οφείλουν αποδοχές υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 22-02-2018 έως 22-09-2018 , συμπεριλαμβανομένων αποδοχών αδείας και επιδόματος αδείας .

Ότι , για τα επικαλούμενα χρονικά διαστήματα της εργασιακής τους σχέσης , ο μεν πρώτος ενάγων δικαιούται να λάβει από τις εναγόμενες (επιπλέον των όσων έλαβε ) : α) 15.000,00 ευρώ , για δεδουλευμένες αποδοχές , β) 9.936,00 ευρώ , ως αμοιβή για υπερεργασία, γ) 74.520,00 ευρώ , ως αμοιβή για παράνομη (κατ' εξαίρεση ) υπερωρία , δ) 29.256,00 ευρώ , για αμοιβή και νόμιμες προσαυξήσεις για οκτάωρη και υπερωριακή εργασία στην ημέρα του Σαββάτου , ε) 16.808,40 ευρώ , για αμοιβή και νόμιμες προσαυξήσεις για οκτάωρη και υπερωριακή εργασία κατά τις Κυριακές, καθώς και για αποζημίωση, λόγω στέρησης της εβδομαδιαίας ανάπαυσής του , κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, ίση με το ποσό , το οποίο ωφελήθηκαν οι εναγόμενες , διότι αυτό θα κατέβαλαν σε άλλον εργαζόμενο , που έχει τα ίδια προσόντα , τον οποίο θα προσλάμβαναν για την εκτέλεση της ίδιας εργασίας και στ) 12.750,00 ευρώ , για μισθούς υπερημερίας , λόγω επισχέσεως της εργασίας του και συνολικά για όλες τις ανωτέρω αιτίες το χρηματικό ποσό των εκατόν πενήντα οκτώ χιλιάδων διακοσίων εβδομήντα ευρώ και σαράντα λεπτών ( 158.270,40) ο δε δεύτερος ενάγων δικαιούται να λάβει από τις εναγόμενες ( επιπλέον των όσων έλαβε ) :

α) 51.765,32 ευρώ , για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών, β) 12.191,80 ευρώ , ως αμοιβή για υπερεργασία , γ) 54.859,20 ευρώ , ως αμοιβή για παράνομη ( κατ' εξαίρεση ) υπερωρία , δ) 10.560,00 ευρώ , για αμοιβή και νόμιμη προσαύξηση για οκτάωρη εργασία στην ημέρα του Σαββάτου και συνολικά για όλες τις ανωτέρω αιτίες το χρηματικό ποσό των εκατόν είκοσι εννέα χιλιάδων τριακοσίων εξήντα επτά ευρώ και τριάντα δύο λεπτών (129.367,32 ) .

Με βάση το ιστορικό αυτό , επικαλούμενοι τη σύμβαση εργασίας τους και τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας , επικουρικά , δε , σε περίπτωση που ήθελε κριθεί άκυρη η άνω σύμβαση εργασίας τους , τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού , ζήτησαν , μετά τον , παραδεκτώς γενόμενο , κατ' άρθρα 223 , 294 , 295 παρ. 1 εδ.

β' και 297 του ΚΠολΔ , κατά ένα μέρος , περιορισμό του αρχικά καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής τους σε έντοκο αναγνωριστικό αναλόγως κατά ποσοστό 87,5% επί του όλου αιτήματος και εκάστου αγωγικού κονδυλίου για τον πρώτο και 85% επί του όλου αιτήματος και εκάστου αγωγικού κονδυλίου για τον δεύτερο , να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να τους καταβάλουν , εις ολόκληρον εκάστη για τις παραπάνω αιτίες, στον πρώτο των εναγόντων το ποσό των δέκα εννέα χιλιάδων επτακοσίων ογδόντα τριών ευρώ και ογδόντα λεπτών ( 19.783,80 ) και στον δεύτερο το ποσό των δέκα εννέα χιλιάδων τετρακοσίων πέντε ευρώ και εννέα λεπτών (19.405,09) (διατηρουμένου έτσι καταψηφιστικού εκάστου επιμέρους κονδυλίου κατά ποσοστό 12,5% για τον πρώτο και 15% για τον δεύτερο των εναγόντων ) και , περαιτέρω , να αναγνωριστεί η υποχρέωσή τους να καταβάλουν , εις ολόκληρον εκάστη , για τις ίδιες αιτίες και με τις ίδιες αγωγικές βάσεις , στον πρώτο το ποσό των εκατόν τριάντα οκτώ χιλιάδων τετρακοσίων ογδόντα έξι ευρώ και εξήντα λεπτών (138.486,60) και στον δεύτερο το ποσό των εκατόν εννέα χιλιάδων εννιακοσίων εξήντα δύο ευρώ και είκοσι δύο λεπτών (109.962,22 ) , όπως εξειδικεύονται τα επιμέρους κονδύλια , όλα δε τα παραπάνω χρηματικά ποσά νομιμοτόκως από την επομένη που έκαστο κονδύλιο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό , άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την ολοσχερή τους εξόφληση .

Επί της υπόθεσης αυτής , η οποία συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων , κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών και ειδικότερα των εργατικών διαφορών ( άρθρα 614 αρ. 3 και 621 επ. του ΚΠολΔ όπως αυτά ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 ) , εκδόθηκε η με αριθμό 2375/2018 οριστική απόφαση , με την οποία το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε στο σύνολό της την αγωγή , ως απαράδεκτη , λόγω αοριστίας , ως προς την παθητική νομιμοποίηση των συνεναγομένων , ως αλληλεγγύως και εις ολόκληρον ευθυνομένων εταιρειών .

Κατά της απόφασης αυτής , οι ενάγοντες - εκκαλούντες και ήδη αναιρεσίβλητοι , άσκησαν την από 16-04-2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 40998/3175/06-05-2019 έφεσή τους , παραπονούμενοι για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου . Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του , έκρινε ότι η ένδικη αγωγή ήταν ορισμένη και , κατά παραδοχή του μόνου λόγου της ένδικης έφεσης , δέχθηκε αυτήν ως βάσιμη κατ' ουσίαν και, αφού εξαφάνισε κατ' άρθρο 535 παρ. 1 του ΚΠολΔ την εκκληθείσα οριστική απόφαση του πρωτοδίκως δικάσαντος Δικαστηρίου , το οποίο είχε κρίνει αντιθέτως , κράτησε την υπόθεση και δικάζοντας κατ' ουσίαν την αγωγή απέρριψε αυτήν ως αβάσιμη κατ' ουσίαν ως προς τις δεύτερη , τρίτη , τέταρτη , πέμπτη και έκτη των εναγομένων για τον πρώτο ενάγοντα και ως προς τις πρώτη , τρίτη , τέταρτη , πέμπτη και έκτη των εναγομένων για τον δεύτερο ενάγοντα , για τους εκτιθέμενους στην προσβαλλόμενη απόφαση λόγους , ενώ δέχθηκε εν μέρει αυτήν , ως βάσιμη κατ' ουσίαν , ως προς την πρώτη εναγομένη για τον πρώτο των εναγόντων και ως προς την δεύτερη εναγομένη για τον δεύτερο των εναγόντων και υποχρέωσε την πρώτη εναγομένη να καταβάλει στον πρώτο των εναγόντων το συνολικό χρηματικό ποσό των δέκα οκτώ χιλιάδων οκτακοσίων εβδομήντα δύο ευρώ και εξήντα έξι λεπτών ( 18.872,66 ) και την δεύτερη εναγομένη να καταβάλει στον δεύτερο των εναγόντων το συνολικό χρηματικό ποσό των οκτώ χιλιάδων τριακοσίων δέκα τριών ευρώ και τεσσάρων λεπτών (8.313,04), με το νόμιμο τόκο κατά τις ειδικότερα αναφερόμενες στο σκεπτικό της απόφασης αυτής κατά αιτία διακρίσεις .

Με το παραπάνω περιεχόμενο και αιτήματα, η ένδικη αγωγή, την οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ ) , ήταν αρκούντως ορισμένη και ειδικότερα αναφορικά με το στοιχείο της παθητικής νομιμοποίησης των εναγομένων εταιρειών , καθότι περιείχε όλα τα από τις διατάξεις των άρθρων 216 του ΚΠολΔ απαιτούμενα για την πληρότητά της στοιχεία .

Συγκεκριμένα , στην αγωγή αυτή εκτίθενται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται για την θεμελίωση του δικαιώματος των εναγόντων και ειδικότερα εκτίθεται το είδος της συνδέουσας τους ενάγοντες με τις συνεναγόμενες εταιρείες εργασιακής σχέσης , η ιδιότητα με την οποία έκαστος αυτών είχε προσληφθεί και το ύψος του συμφωνηθέντος μηνιαίου μισθού τους και επιπλέον ανέφεραν ότι παρείχαν τις υπηρεσίες τους προς όλες τις συνεναγόμενες εταιρείες , υπό τις οδηγίες και τις εντολές , την εποπτεία και τον έλεγχο των υπευθύνων οργάνων αυτών , όσον αφορά στον τόπο , χρόνο και τρόπο προσφοράς των υπηρεσιών τους αυτών, με περαιτέρω μνεία της συμφωνίας για την εις ολόκληρον ευθύνη των εναγομένων συνεργοδοτριών εταιρειών .

Έτσι , η κατά τα άνω αναφορά των θεμελιωτικών της ασκουμένης αξίωσης πραγματικών περιστατικών, ανταποκρίνεται στην απαιτουμένη από τη διάταξη του άρθρου 216 του ΚΠολΔ " ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς " αφού με τον τρόπο αυτό εξυπηρετείται ο επιδιωκόμενος από τις εν λόγω διατάξεις σκοπός , της παροχής , δηλαδή , της δυνατότητας , στο μεν δικαστήριο να ερευνήσει τη νομική βασιμότητα των αγωγικών αξιώσεων , στις δε εναγόμενες να αμυνθούν ικανοποιητικώς .

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω , το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με το να κρίνει με την προσβαλλόμενη απόφασή του ως ορισμένη την έχουσα το ανωτέρω περιεχόμενο αγωγή , με το σκεπτικό ότι : " ....η αγωγή με το προεκτεθέν περιεχόμενο είναι ορισμένη , κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ αφού διαλαμβάνονται σ' αυτήν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για την παθητική νομιμοποίηση των εναγομένων και τη θεμελίωση των διωκόμενων αξιώσεων , αφού από το ανωτέρω αναφερόμενο περιεχόμενο της αγωγής , σ' αυτήν σαφώς , έστω και αν όχι με πανηγυρικό τρόπο εκτίθεται ότι με σχετική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου παρείχαν τις υπηρεσίες τους έκαστος των εναγόντων υπό την αναφερόμενη ειδικότητά του και προς τις έξι εναγόμενες ταυτοχρόνως , εργαζόμενοι όσον αφορά στον τόπο , χρόνο και τρόπο προσφοράς των υπηρεσιών του αυτών , υπό τις οδηγίες , εντολές και υποδείξεις των εκπροσώπων και υπευθύνων οργάνων των εναγομένων εταιρειών , των αυτών επιχειρηματικών και οικονομικών συμφερόντων και με κοινή έδρα , δεν ήταν δε αναγκαίο να αναφέρονται στο δικόγραφο αυτής , ποια ήταν η εργοδότρια ενός εκάστου των εναγόντων και ήδη εκκαλούντων , σε κάθε έργο στο οποίο εργάσθηκαν , ώστε να προσδιοριστεί η υπεύθυνη για την ικανοποίηση των αξιώσεων ενός εκάστου αυτών εναγομένη εταιρεία , αφού είναι αρκετό ότι οι ενάγοντες επικαλούνται ότι οι εναγόμενες ήταν από κοινού εργοδότες τους , πέραν του ότι είναι διαφορετικό ζήτημα το εάν πράγματι συνέβησαν τα εκτιθέμενα στην αγωγή περιστατικά για τη θεμελίωση της παθητικής νομιμοποίησης των εναγομένων , ενόψει και του ότι αυτό δεν αφορά το ορισμένο και τη νομική θεμελίωσή της , αλλά αποκλειστικώς την ουσιαστική βασιμότητά της , η οποία θα εξετασθεί κατά την εκτίμηση των σχετικών αποδείξεων ...." , δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια της παρά τον νόμο μη κηρύξεως απαραδέκτου ταύτης , λόγω αοριστίας της .

Επομένως, ο περί του αντιθέτου από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης , με τον οποίο οι αναιρεσείουσες προσάπτουν ότι με την προσβαλλομένη απόφασή του , το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένως έκρινε ορισμένη την ένδικη αγωγή , καθότι δεν προσδιορίζεται στην αγωγή ο εργοδότης εκάστου των εναγόντων , αλλά ως εργοδότριες αυτών αναφέρονται συλλήβδην και οι έξι ( 6 ) εναγόμενες εταιρείες , πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος .

Κατά το άρθρο 621 παρ. 2 εδαφ. α' του ΚΠολΔ " Στις διαφορές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 , μπορούν να εναγάγουν ή να εναχθούν μαζί περισσότεροι εργαζόμενοι και όταν τα δικαιώματα ή οι υποχρεώσεις τους προέρχονται μόνο από την ίδια νομική αιτία " . Με τη διάταξη αυτή εισάγεται απόκλιση από τη γενική αρχή που περιέχεται στο άρθρο 74 του ΚΠολΔ σύμφωνα με την οποία ομοδικία επιτρέπεται : 1) αν , σχετικά με το αντικείμενο της διαφοράς οι ομόδικοι έχουν κοινό δικαίωμα ή κοινή υποχρέωση ή αν τα δικαιώματα ή οι υποχρεώσεις τους στηρίζονται στην ίδια πραγματική και νομική αιτία ή 2) αν το αντικείμενο της διαφοράς είναι ομοειδείς απαιτήσεις ή υποχρεώσεις , που στηρίζονται σε όμοια , κατά τα ουσιώδη στοιχεία της " ιστορική και νομική βάση ... ".

Δεν απαιτείται δηλαδή στη διαδικασία των εργατικών διαφορών ταυτότητα " πραγματικής " αιτίας , ήτοι τα επί μέρους δικαιώματα ή υποχρεώσεις να πηγάζουν ή να απορρέουν από το ίδιο ιστορικό περιστατικό , ούτε απαιτείται ομοειδής " ιστορική βάση ", ήτοι να στηρίζονται σε όμοια , ως προς τα ουσιώδη στοιχεία , περιστατικά .

Αρκεί μόνο ταυτότητα της νομικής αιτίας , όμοια δηλαδή νομική θεμελίωση , ήτοι τα περισσότερα δικαιώματα ή υποχρεώσεις να στηρίζονται στην ίδια διάταξη νόμου . 'Ετσι , επιτρέπεται ενεργητική ομοδικία περισσότερων εργαζομένων , που είχαν προσληφθεί με αυτοτελείς συμβάσεις , εφόσον επιδιώκουν , έναντι του ίδιου ή των ίδιων εργοδοτών ή υποχρέων , όμοιες αξιώσεις .

Εξάλλου, η κύρωση της έλλειψης των προϋποθέσεων της ομοδικίας , δεν είναι η ακυρότητα του αγωγικού δικογράφου, αλλ' απλώς ο χωρισμός των υποκειμενικώς σωρευόμενων αξιώσεων ( άρθρο 78 του ΚΠολΔ ) - ( πρβλ. Α.Π. 519/1993 , υπό την ισχύ του άρθρου 668 του ΚΠολΔ, το οποίο καταργήθηκε έμμεσα με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015 ( ΦΕΚ Α'87/23-07-2015), με έναρξη ισχύος από 01-01-2016 (άρθρο 2 άρθρο ένατο του Ν. 4335/2015 ) .

Στην προκειμένη περίπτωση , με τον δεύτερο και τελευταίο λόγο του αναιρετηρίου πλήττεται η απόφαση , διότι κατά παράβαση του άρθρου 78 του ΚΠολΔ , το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν διέταξε τον χωρισμό της υπόθεσης, εφόσον οι ενάγοντες είχαν συνεναγάγει τις αναιρεσείουσες , μολονότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις ομοδικίας του άρθρου 74 του ΚΠολΔ .

Με το περιεχόμενο αυτό , ο οικείος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος και απορριπτέος , διότι οι εργασιακές συμβάσεις των εναγόντων αναγόμενες στην ίδια ιστορική ( πραγματική αιτία ) δεν κώλυε την ομοδικία , η δε " ταυτότητα της νομικής αιτίας " ήταν, κατά το άρθρο 621 παρ. 2 εδαφ. α' του ΚΠολΔ, αρκετή .

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη από 27-08-2020 αίτηση στο σύνολό της. Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες , λόγω της ήττας τους , στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν στη δίκη και κατέθεσαν έγγραφες προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρα 176 , 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης .

Β. Επί της από 28-01-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 815/80/02-02-2021 και του παρόντος Δικαστηρίου 280/2021 αίτησης αναίρεσης κατά της με αριθμό 4635/2020 διορθωθείσας απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδαφ.

α' του ΚΠολΔ , αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου , στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο , εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου . Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του , ή εάν εφαρμοσθεί , ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές , καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα , η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου , δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή , είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης , που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα , με τη μορφή του διατακτικού ( Ολ.

Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013 , Ολ. Α.Π. 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας , κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων , καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου , κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς .

Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά , που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν ( Α.Π. 19/2020 , Α.Π. 319/2017 , Α.Π. 1420/2013). Εξάλλου , κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς , σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης .

Από τη διάταξη αυτή , η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α' του Συντάγματος , που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη , προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού , δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας ) , ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία , που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) , ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) - (Ολ.

Α.Π. 1/1999). Ειδικότερα , αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση , όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα , δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων , που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος , συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται , αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου , που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης .

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση , στη συγκεκριμένη περίπτωση , της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε , είτε αποκλείουν την εφαρμογή της , όχι , όμως , όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση , στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων , εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.

Α.Π. 15/2006) . Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες . Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος , αν αυτό διατυπώνεται σαφώς , δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες ( Α.Π. 317/2022, Α.Π. 109/2020, Α.Π. 269/2020, Α.Π. 1388/2019, Α.Π. 1266/2017).

Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε . Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων , δεν συνιστούν παραδοχές , επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και , ως εκ τούτου , δεν αποτελούν "αιτιολογία" , ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ , να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια ( Α.Π. 1388/2019 ) .

Ούτε εξάλλου , ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ , εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων ( Α.Π. 163/2021 , Α.Π. 1420/2013 , Α.Π. 1703/2009 , Α.Π. 1202/2008 ) . Περαιτέρω , από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι , η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων , εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου , στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους , δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 19 και 20 του ΚΠολΔ , είναι αναιρετικά ανέλεγκτη , ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως , από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις , ή όπου υπό την επίφαση αναιρετικής πλημμέλειας της προσβαλλομένης απόφασης πλήττεται η επί της ουσίας αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας , απορρίπτεται ως απαράδεκτος , διότι πλήττει την ουσία της υπόθεσης , που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο ( Α.Π. 967/2015 ) .

Τέλος , κατά τη διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν το δικαστήριο, παρά το νόμο , κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο . Ο ανωτέρω λόγος αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα , που προκύπτουν από παραβάσεις διατάξεων δικονομικού μόνο δικαίου , οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις , ως προς το κύρος της διαδικαστικής πράξης , η μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την εγκυρότητα ή το επιτρεπτό της διαδικαστικής πράξης ( Ολ.

Α.Π. 963/1985 , Ολ. Α.Π. 2/2001 , Ολ. Α.Π. 12/2000 ), δηλαδή αυτές που ανάγονται στη διαδικασία και είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων , ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου του αριθμού 1 του ΚΠολΔ ( Ολ. Α.Π. 1/1999 , Α.Π. 30/2021 , Α.Π. 1157/2020 , Α.Π. 1873/2014 , Α.Π. 2001/2009) . Δικονομικές ακυρότητες είναι όσες αποτελούν νόμιμες κυρώσεις , που απαγγέλλονται για παράβαση διατάξεων , που ρυθμίζουν τη διαδικασία και κυρίως τον τύπο των διαδικαστικών πράξεων , δηλαδή οι ακυρότητες , κατά την έννοια των άρθρων 159-161 του ΚΠολΔ .

Με τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθμός 14 του ΚΠολΔ λόγο , ελέγχονται , πλην άλλων , το παραδεκτό της άσκησης των ενδίκων μέσων ( Α.Π. 933/2014 , Α.Π. 371/2008 ), των προσθέτων λόγων έφεσης (Ολ. Α.Π. 2091/1986 , Α.Π. 267/2017 ) , της αντέφεσης, των ανακοπών και των προσθέτων λόγων αυτών , καθώς και το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών ( Α.Π. 374/2019 , Α.Π. 208/2018 ) .

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης ( άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ ) προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο , δέχθηκε , μετά από την εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του , ως προς την ουσία της ένδικης υπόθεσης , τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά : " Οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες , προσλήφθηκαν , με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου , ο μεν 1ος [ Κ.

Κ. ] στις 16-12-2013 από την 1η εναγομένη , ήδη εφεσίβλητη , ετερόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "...." , ο δε 2ος [ Α. Π. ] τον 11/2014 από την 2η εναγόμενη , ήδη εφεσίβλητη , ετερόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία " ... " , στις οποίες και εργάσθηκαν με τις ειδικότητες του εμπειροτέχνη εργοδηγού ο 1ος και του χειριστή μηχανημάτων έργου ο 2ος , όντας κάτοχος σχετικής νόμιμης άδειας , εντός των παρακάτω ειδικότερα αναφερόμενων χρονικών διαστημάτων που ενδιαφέρουν εν προκειμένω .

Ο 1ος εκκαλών , πριν την επίμαχη πρόσληψή του από την 1η εφεσίβλητη, εργαζόταν στην ίδια διάδικο εταιρεία , με την ίδια ειδικότητα , με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από 14-5-2003 έως 24-7-2013 [χρονικό διάστημα που δεν αφορά την παρούσα υπόθεση] οπότε αποχώρησε οικειοθελώς, ενώ ο 2ος εκκαλών [....] Περαιτέρω , από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα οι 1η και 2η εφεσίβλητες εργοληπτικές εταιρείες εκτελούσαν υπεργολαβικά με δικά τους τεχνικά συνεργεία εργαζομένων [ εργοδηγών , χειριστών και βοηθών χειριστών μηχανημάτων έργου , εργατών , κ.λ.π. ] η καθεμία , διάφορα τεχνικά έργα και συγκεκριμένα το διάστημα Νοεμβρίου 2014 έως τα μέσα Νοεμβρίου 2016 στη ...

Ν. Καρδίτσας , που είχε αναλάβει υπεργολαβικά η καθεμία για ένα τμήμα του έργου με δικό της συνεργείο , ενώ η 1η εφεσίβλητη εκτελούσε υπεργολαβικά και άλλα τεχνικά έργα το διάστημα Ιανουαρίου - Οκτωβρίου 2014 στο ... και από 15-11-2016 και εφεξής σε έργα στην Αθήνα , στα οποία δεν προέκυψε ότι εκτελούσε εργασίες με δικό της συνεργείο η 2η εφεσίβλητη .

Στα πλαίσια των έργων αυτών , ως ήδη έχει γίνει λόγος ανωτέρω , οι 1η και 2η εφεσίβλητες επαναπροσέλαβαν η πρώτη τον 1ο εκκαλούντα , ως εμπειροτέχνη εργοδηγό στις 16-12-2013 και η δεύτερη τον 2ο εκκαλούντα , ως αδειούχο χειριστή μηχανημάτων έργου , δεδομένου ότι είναι κάτοχος σχετικής νόμιμης άδειας , τον Νοέμβριο του 2014 , που ξεκίνησε και το έργο στη ... [ τμήμα του οποίου είχε αναλάβει υπεργολαβικά και η 2η εφεσίβλητη ] , με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου , για να τους απασχολήσουν η καθεμία επί πενθήμερο εβδομαδιαίως , από Δευτέρα έως Παρασκευή και 8ωρο ημερησίως , με ωράριο 07.00-15.00', με μικτό μηνιαίο μισθό 761,90 ευρώ έκαστος .

Οι συμφωνηθείσες αποδοχές των εκκαλούντων προκύπτουν [ ... ] Περαιτέρω , όπως ήδη αναφέρθηκε , κατά τους όρους της συμφωνίας τους με τις αντίστοιχες κατά τα άνω εφεσίβλητες εργοδότριές τους , οι εκκαλούντες θα απασχολούνταν επί πέντε ημέρες την εβδομάδα , από Δευτέρα έως Παρασκευή , με οκτάωρο ημερήσιο ωράριο από ώρα 07.00'έως ώρα 15.00'.

Όπως όμως αποδεικνύεται , λόγω του είδους και της φύσεως της εργασίας τους στα παραπάνω τεχνικά έργα , σε σχέση και με τις ανάγκες και το αντικείμενο των 1ης και 2ης εφεσιβλήτων τεχνικών εταιρειών , οι εκκαλούντες , κατ' εντολήν των εργοδοτριών τους , καθ' όλο το κρίσιμο χρονικό διάστημα , δηλαδή από την 1-1-2014 (ημερομηνία από την οποία προσδιορίζει ο ίδιος ο 1ος εκκαλών την έναρξη της υπερεργασιακής και υπερωριακής του απασχόλησης ) έως την 1-2-2018 ο 1ος [πλην του χρονικού διαστήματος από 8/2016 έως 15-11-2016 , που δεν χρειάστηκε να απασχοληθεί υπερωριακά , όπως θα γίνει λόγος παρακάτω ] και [...] εργάζονταν καθ' υπέρβαση του οκτάωρου ημερησίου ωραρίου εργασίας τους , κατά τις ημέρες από Δευτέρα έως και Παρασκευή και ορισμένα Σάββατα [ παρέχοντας μάλιστα ο 1ος ορισμένη περίοδο και υπερωριακή απασχόληση τις ημέρες αυτές του Σαββάτου ] , γεγονός άλλωστε που έμμεσα συνομολογούν οι 1η και 2η εφεσίβλητες , δεδομένου ότι κατέβαλαν σ' αυτούς αμοιβή από υπερωριακή εργασία και εργασία τα Σάββατα , καθώς και μία Κυριακή , κατά μέσο όρο , το μήνα , κατά το χρονικό διάστημα από 11/2014 έως 7/2016 ο 1ος από αυτούς , όπως ειδικότερα και λεπτομερώς εκτίθεται παρακάτω .

Αμφισβήτηση , όμως , εγείρεται εκ μέρους των εφεσιβλήτων αυτών , όσον αφορά την επικαλούμενη από τους εκκαλούντες ημερήσια διάρκεια της απασχόλησης αυτής , πέραν του ωραρίου και του αριθμού των Σαββάτων και των Κυριακών [ ως προς τον 1ο ] , καθώς και του ύψους των αξιούμενων για τις αιτίες αυτές απαιτήσεων .

Επισημαίνεται ότι ο 1ος εκκαλών δεν παρείχε εργασία καθ' υπέρβαση του ωραρίου του , κατά το χρονικό διάστημα από 8/2016 έως 15-11-2016 , διότι τούτο δεν απαιτούσαν οι ανάγκες του έργου στη ... , καθόσον οι εργασίες αυτού δεν συνεχίστηκαν , κατά το παραπάνω διάστημα , με εντατικούς ρυθμούς , λόγω έλλειψης χρηματοδότησης και στο έργο παρέμενε ένα μικρό συνεργείο για ολοκλήρωση εκκρεμοτήτων ενώ ο 2ος εκκαλών ... " .

Στη συνέχεια , το δευτεροβάθμιο δικαστήριο , αναφορικά με τις αξιώσεις του πρώτου των εναγόντων , δέχθηκε , κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του , ότι αυτός , με βάση τις λεπτομερώς διαλαμβανόμενες στην απόφαση ώρες και ημέρες απασχόλησής του , δικαιούται για υπερεργασία και κατ' εξαίρεση υπερωριακή απασχόληση το συνολικό ποσό των 14.954,00 ευρώ , για εργασία κατά τις ημέρες του Σαββάτου το συνολικό ποσό των 4.538,21 ευρώ και για προσαύξηση και αμοιβή για εργασία κατά τις Κυριακές το συνολικό ποσό των 985,60 ευρώ και συνολικά για τις παραπάνω αιτίες το χρηματικό ποσό των είκοσι χιλιάδων τετρακοσίων εβδομήντα επτά ευρώ και ογδόντα ενός λεπτών ( 20.477,81 ).

Ακολούθως, δε, κατά παραδοχή της παραδεκτώς προταθείσας εκ μέρους της πρώτης των εναγομένων - εφεσίβλητης , ένστασης εξόφλησης των μισθολογικών αξιώσεων του πρώτου των εναγόντων ( άρθρο 416 του Α.Κ. ) , δέχθηκε ότι αυτή κατέβαλε ως αμοιβή για υπερωριακή απασχόλησή του , το συνολικό ποσό των χιλίων οκτακοσίων είκοσι έξι ευρώ και δέκα πέντε λεπτών (1.826,15 ) , οπότε και εξακολουθούσε να του οφείλει , για την αιτία αυτή , το ποσό των δέκα τριών χιλιάδων εκατόν είκοσι επτά ευρώ και ογδόντα πέντε λεπτών (13.127,85) .

Εξάλλου , ως προς τις δεδουλευμένες αποδοχές , του από 01-06-2017 έως 21-02-2018 χρονικού διαστήματος , δέχθηκε ότι δικαιούται το συνολικό ποσό των έξι χιλιάδων τετρακοσίων εβδομήντα έξι ευρώ και δέκα πέντε λεπτών ( 6.476,15), ενόψει όμως του ότι κατέβαλε σ' αυτόν το μείζον ποσό των δώδεκα χιλιάδων τριακοσίων εβδομήντα πέντε ευρώ και δέκα πέντε λεπτών (12.375,15 ) , όπως στη συνέχεια θα αναφερθεί , απέρριψε το συναφές αγωγικό κονδύλιο , ενώ, περαιτέρω, δέχθηκε ότι για διαφορές επιδόματος εορτών Χριστουγέννων του έτους 2017 δικαιούται το ποσό των εκατόν εβδομήντα ευρώ και σαράντα εννέα λεπτών (170,49) και για επίδομα αδείας του έτους 2017 το ποσό των πενήντα ευρώ και πενήντα ενός λεπτών ( 50,51 ) και συνολικά για τις παραπάνω αιτίες το χρηματικό ποσό των δέκα οκτώ χιλιάδων οκτακοσίων εβδομήντα δύο ευρώ και εξήντα έξι λεπτών ( 18.872,66 ) - (ήτοι 13.127,85 ευρώ συν 4.538,21 ευρώ συν 985,60 ευρώ συν 170,49 ευρώ συν 50,51 ευρώ Ειδικότερα, το Εφετείο, δέχθηκε , ως προς την αγωγική αξίωση για επιδίκαση δεδουλευμένων αποδοχών , κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : " ...

Επιπλέον ο 1ος εκκαλών δικαιούται: α) Για δεδουλευμένες αποδοχές του χρονικού διαστήματος από 1-6-2017 έως 21-2-2018 , το συνολικό ποσό των 6.476,15 ευρώ (δηλ. 761,90 ευρώ Χ 8,5 μήνες ) και όχι 12.750 ευρώ , όπως ο ίδιος υποστηρίζει με την αγωγή του , υπολαμβάνοντας εσφαλμένα ότι ο συμφωνημένος μισθός του ανέρχεται σε 1.500 ευρώ μικτά μηνιαίως .

Το ποσό αυτό των 6.476,15 ευρώ που δικαιούται ο 1ος εκκαλών για την παραπάνω αιτία εμπεριέχεται στο μείζον ποσό των 12.375,15 ευρώ , που κατέβαλε σε αυτόν η 1η εφεσίβλητη , με τμηματικές καταβολές από 6/2017 έως 5/2018 , έναντι μισθοδοσίας σύμφωνα με τα προσκομιζόμενα με επίκληση εμβάσματα προς τον τραπεζικό λογαριασμό του 1ου εκκαλούντος χρονικού διαστήματος 6/2017 έως 5/2018 , με αποτέλεσμα ο 1ος εκκαλών να μην διατηρεί καμία απαίτηση για την αιτία αυτή , απορριπτομένου του σχετικού αγωγικού κονδυλίου των δεδουλευμένων αποδοχών ποσού 12.750 ευρώ , ως ουσιαστικά αβάσιμου [...]" Με την κρίση του αυτή , το Δικαστήριο της ουσίας , δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ .

Ειδικότερα , με το ως άνω σαφές αποδεικτικό του πόρισμα , το Εφετείο περιέλαβε στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς , πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές κρίσεις αιτιολογίες , που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο , αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της αξίωσης του ενάγοντος για δεδουλευμένες αποδοχές του επιδίκου χρονικού διαστήματος .

Οι επικαλούμενες πλημμέλειες , με τις οποίες ο αναιρεσείων επιχειρεί να θεμελιώσει τον ως άνω , εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ , αναιρετικό λόγο , ανάγονται , ως εκ του περιεχομένου τους , σε ελλείψεις σχετικές με την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος , παρόλο που αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια στην προσβαλλόμενη απόφαση , με συνέπεια να μην ιδρύεται ο προτεινόμενος λόγος αναίρεσης για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα .

Συγκεκριμένα, για την πληρότητα της αιτιολογίας, δεν απαιτείτο περαιτέρω εξειδίκευση και ειδικότερα να αναφέρονται ποία επιμέρους ποσά καταβλήθηκαν και ο χρόνος καταβολής ενός εκάστου από τα ποσά αυτά , ποιας χρονικής περιόδου αφορούσε έκαστο επιμέρους ποσό , ούτε και αν εξοφλήθηκε τόσο το κεφάλαιο , όσο και οι νόμιμοι τόκοι , ενόψει του ότι επρόκειτο για μία και μόνη απαίτηση του ενάγοντος (δεδουλευμένες αποδοχές του χρονικού διαστήματος από 1-6-2017 έως 21-2-2018) και , το Εφετείο εκτιμώντας ελεύθερα , στην εφαρμοσθείσα διαδικασία των εργατικών διαφορών , το σύνολο των αποδεικτικών μέσων , προσδιόρισε το συνολικό ποσό , που αντιστοιχούσε στο κεφάλαιο της απαίτησης , το οποίο , δέχθηκε ανέλεγκτα ότι , καταβλήθηκε στον ενάγοντα , με τμηματικές καταβολές , που έλαβαν χώρα από τον Ιούνιο του έτους 2017 έως τον Μάιο του έτους 2018 , μέσω των μετ' επικλήσεως προσκομιζομένων τραπεζικών εμβασμάτων , προς τον τραπεζικό λογαριασμό του και , συνακόλουθα , δεν δέχθηκε την ύπαρξη μεγαλυτέρου ποσού απαιτήσεών του .

Εξάλλου , εφόσον το ανωτέρω αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφώς , κατά τα αμέσως ανωτέρω , δεν ήταν αναγκαίο για την πληρότητα της σχετικής αιτιολογίας , η περαιτέρω αναφορά της αιτίας καταβολής του πέραν του ποσού των έξι χιλιάδων τετρακοσίων εβδομήντα έξι ευρώ και δέκα πέντε λεπτών ( 6.476,15 ) , καθότι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε , ενώ ουδεμία αμφιβολία ανακύπτει ως προς το ύψος του συμβατικού μισθού του εκκαλούντος , καθόσον το δευτεροβάθμιο δικαστήριο , με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες , έκρινε ότι ανερχόταν στο ποσό των επτακοσίων εξήντα ενός ευρώ και ενενήντα λεπτών ( 761,90 ) .

Επομένως , ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης , με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ , για έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω αντιφατικών και ανεπαρκών αιτιολογιών , επί του αμέσως πιο πάνω ζητήματος , είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί .

Κατά το άρθρο 648 του Α.Κ. , ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να καταβάλλει στον εργαζόμενο τις συμφωνημένες αποδοχές , μετά την παροχή της εργασίας που συμφώνησαν να του προσφέρει , ενώ , κατά τη λειτουργία της σύμβασης , έχει την υποχρέωση να τηρεί τους όρους που συμφωνήθηκαν και τον βαρύνουν . Σύμφωνα , δε , με τη διάταξη του άρθρου 325 του Α.Κ. , που εφαρμόζεται και στις σχέσεις εργοδότη και εργαζομένου , στα πλαίσια της εργασιακής σύμβασης , σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 329 , 353 και 656 του ίδιου Κώδικα , όταν ο μισθωτός έχει ληξιπρόθεσμη αξίωση κατά του εργοδότη , σχετική με την παροχή της εργασίας του ( κατ' εξοχήν για την καταβολή του μισθού ) δικαιούται , ασκώντας το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του , να αρνηθεί την εκπλήρωση της δικής του παροχής απέχοντας από την εργασία του , ώσπου ο εργοδότης να εκπληρώσει την υποχρέωση που τον βαρύνει .

Η επίσχεση έχει ως συνέπεια ότι , αν και ο εργαζόμενος παύει να παρέχει την εργασία του , δεν είναι υπερήμερος αυτός , αλλά ο εργοδότης , ο οποίος έχει την υποχρέωση , όσο διαρκεί η υπερημερία του , για όσο , δηλαδή , δεν καταβάλει τις καθυστερούμενες αποδοχές , αν για το λόγο αυτό ασκήθηκε η επίσχεση , να πληρώνει στον εργαζόμενο τις αποδοχές του σαν να εργαζόταν κανονικά .

Το δικαίωμα επίσχεσης δεν χρησιμεύει προς ευθεία ικανοποίηση εκείνου που το ασκεί , αλλά μόνο προς εξασφάλιση της ανταπαίτησής του , δηλαδή χρησιμεύει απλώς ως έμμεσος εξαναγκασμός του δανειστή , προς εκπλήρωση της οφειλόμενης από αυτόν αντιπαροχής . Κατ' ακολουθίαν , αν υφίσταται ασφάλεια , ως προς την εκπλήρωση της ανταξίωσής του , αίρεται το δικαίωμα περαιτέρω επίσχεσης (Α.Π. 766/2018 ) .

Η δήλωση του εργαζομένου προς τον εργοδότη , ως προς την άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης , πρέπει να είναι σαφής και να αναφέρει τη ληξιπρόθεσμη αξίωση ή αξιώσεις , για τις οποίες ασκείται το δικαίωμα επίσχεσης ( Α.Π. 1153/2009 ) , έστω και κατά προσέγγιση . Όμως , το δικαίωμα επίσχεσης της μέλλουσας να παρασχεθεί εργασίας του εργαζομένου , όπως και κάθε άλλο δικαίωμα , υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 του Α.Κ.

Συνεπώς , η άσκηση αυτού πρέπει να γίνεται εντός των ορίων της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών , να αποβλέπει δε στην εξυπηρέτηση του οικονομικού σκοπού , για τον οποίο θεσπίσθηκε . Τούτο δε διότι , ενώ , κατά κανόνα , η άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης συνεπάγεται για το δανειστή τη μετάθεση του χρονικού σημείου εκπλήρωσης της οφειλόμενης προς αυτόν παροχής , χωρίς κατά τα λοιπά να θίγεται η αξίωσή του , στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας η παροχή εργασίας , για όσο χρόνο διαρκεί η επίσχεση , καθίσταται αδύνατη και ο εργαζόμενος απαλλάσσεται οριστικά .

Η συνέπεια αυτή δεν αποκλείει την επίσχεση εργασίας , λόγω όμως της ιδιοτυπίας της παροχής , πρέπει να ασκείται μέσα στα διαγραφόμενα από το άρθρο 281 του Α.Κ. όρια . Διαφορετικά , η άσκησή του είναι καταχρηστική και ως τέτοια είναι παράνομη και δεν παράγει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα , δηλαδή δεν καθιστά υπερήμερο τον εργοδότη (Α.Π. 1108/2020 , Α.Π. 117/2017 , Α.Π. 114/2017 , Α.Π. 940/2015 , Α.Π. 1248/2015, Α.Π. 790/2014) .

Ως καταχρηστικώς , δε , ενασκούμενο θεωρείται το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του μισθωτού και όταν , μεταξύ άλλων , δεν υπάρχει χρονικά αξιόλογη καθυστέρηση της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του εργοδότη ( όπως της πληρωμής των ληξιπρόθεσμων μισθών ) ή όταν η καθυστέρηση δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του εργοδότη , αλλά σε απρόβλεπτες περιστάσεις ή αντιξοότητες ή σε πρόσκαιρη οικονομική δυσπραγία ή σε εξαιρετικά δυσμενείς γι' αυτόν περιστάσεις ή όταν η επίσχεση προξενεί δυσβάσταχτη και δυσανάλογη ζημία στον εργοδότη , σε σχέση με το σκοπούμενο αποτέλεσμα ή όταν στρέφεται κατά αξιόπιστου και αξιόχρεου εργοδότη ή όταν αναφέρεται σε ασήμαντη αντιπαροχή του εργοδότη ( Α.Π. 343/2021 , Α.Π. 145/2019 , Α.Π. 1114/2017 , Α.Π. 324/2017 , Α.Π. 117/2017 Α.Π. 940/2015 Α.Π. 1248/2015 , Α.Π. 2094/2014 ) .

Σε κάθε περίπτωση πάντως , το αξιόλογο της καθυστέρησης πληρωμής των αποδοχών ή το δικαιολογημένο αυτής κρίνεται τελικά από το δικαστήριο της ουσίας και συναρτάται προς τις ατομικές , οικογενειακές και οικονομικές ανάγκες του εργαζόμενου , σε σχέση προς το ύψος του καθυστερούμενου ποσού αποδοχών του και τους λόγους της καθυστέρησης πληρωμής τους (Α.Π. 766/2018 , Α.Π. 1114/2017 ) .

Στην προκειμένη περίπτωση , το Εφετείο , με την προσβαλλόμενη απόφασή του , κρίνοντας για τις αξιώσεις του πρώτου των εναγόντων , αναφορικά με την καταβολή των αποδοχών του από την υπερημερία της πρώτης των εναγομένων εργοδότριάς του , στην οποία ισχυρίστηκε ότι περιήλθε , κατά το χρονικό διάστημα της επίσχεσης εργασίας του , εξαιτίας της μη καταβολής ληξιπρόθεσμων απαιτήσεων του , δέχτηκε , όπως από αυτήν προκύπτει , τα ακόλουθα : " ...

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο 1ος εκκαλών εξακολούθησε να παρέχει την εργασία του μέχρι την 21-2-2018 , οπότε άσκησε το δικαίωμα επισχέσεως της εργασίας του δι' επιδόσεως των από 20-2-2018 και 5-3-2018 σχετικών έγγραφων δηλώσεών του προς την 1η εφεσίβλητη . Στην δήλωση που απηύθυνε προς την 1η εφεσίβλητη το πρώτον την 21-2-2018 αναφέρει ότι : " Παρά το ότι , όμως , προσφέρω κανονικά την εργασία μου σε εσάς μέχρι σήμερα , σύμφωνα με τις οικείες Σ.Σ.Ε.

και Δ.Α. και την αντίστοιχη ατομική σύμβαση εργασίας μου , το νόμο και την καλή πίστη , ανταποκρινόμενος πλήρως στα εργασιακά μου καθήκον εσείς / δεν είστε συνεπείς στις υποχρεώσεις σας που απορρέουν από αυτής . Έτσι , ενώ συμφωνήσαμε κατά την πρόσληψή μου ότι θα μου καταβάλετε μηνιαίως το ποσό των 1.200 ευρώ ( καθαρά ) για διαστήματα που θα εργαζόμουν στην Αθήνα και το ποσό των 1.800 ευρώ ( καθαρά ) για τα διαστήματα που θα εργαζόμουν στην επαρχία , εσείς δεν τηρήσατε τις αντίστοιχες νόμιμες υποχρεώσεις σας .

Και συγκεκριμένα α) παύσατε να μου καταβάλετε , στο σύνολό τους , τις εν στενή εννοία τακτικές δεδουλευμένες αποδοχές μου , ήδη από τον Ιούλιο του έτους 2017 , ενώ ήδη μου οφείλατε και δεδουλευμένες αποδοχές παρελθόντων μηνών , β) δεν μου καταβάλατε ποτέ , ήδη από τον Μάιο του έτους 2014 , τις οφειλόμενες αποδοχές μου για την πρόσθετη απασχόληση που σας προσέφερα ( υπερωρίες , υπερεργασία , απασχόληση κατά τα Σαββατοκύριακα , νυχτερινά , κ.λ.π. ) .

Από το μήνα Ιούλιο δε του 2017 μέχρι και σήμερα δεν είστε συνεπείς στην εμπρόθεσμη καταβολή και αυτών ακόμη των βασικών μηνιαίων αποδοχών μου , όπως προανέφερα , αφού προβαίνατε σε καταβολές " έναντι " , που αφορούσαν μάλιστα προγενέστερους μήνες . Η πρακτική σας αυτή έχει ως αποτέλεσμα να μου οφείλονται σήμερα οι δεδουλευμένες βασικές ( εν στενή έννοια ) έξι ( 6 ) και πλέον μηνών και το σύνολο των προσθέτων αμοιβών , όπως αναφέρω πιο πάνω ..." , δηλώνοντας παράλληλα ότι προβαίνει σε επίσχεση της εργασίας του , από την κοινοποίηση της δήλωσής του , ήτοι από 21-2-2018 , μέχρι την ολοσχερή εξόφληση των οφειλόμενων δεδουλευμένων αποδοχών του , ενώ στην δήλωση που απηύθυνε προς την ίδια εφεσίβλητη την 5-3-2018 , με το ίδιο περιεχόμενο , αναφέρει ότι του οφείλονται σήμερα οι δεδουλευμένες βασικές (εν στενή έννοια) εννέα και πλέον μηνών .

Οι ως άνω δηλώσεις του 1ου εκκαλούντος προς τον 1η εφεσίβλητη , που είναι η εργοδότριά του , είναι προεχόντως παντελώς αόριστες και δεν συνιστούν άσκηση δικαιώματος επισχέσεως , με την έννοια που απαιτείται , δηλαδή σαφώς και με ρητή συνάρτηση των ληξιπρόθεσμων οφειλών της 1ης εφεσίβλητης . Στις παραπάνω δηλώσεις δεν προσδιορίζονται κατά είδος , αιτία και ( μερικό ή έστω συνολικό ) ποσό α) οι οφειλόμενες αποδοχές του εκκαλούντος για την πρόσθετη απασχόληση που προσέφερε ( υπερωρίες , υπερεργασία , απασχόληση κατά τα Σαββατοκύριακα ) , β) κατά το μέρος που αφορά στις αξιώσεις των δεδουλευμένων " βασικών αποδοχών " , δεν είναι ορισμένη και σαφής , καθώς αυτές επίσης δεν προσδιορίζονται κατ' είδος και αιτία , αφού δεν εξειδικεύεται σε ποιους μήνες αναφέρονται οι οφειλόμενες δεδουλευμένες αποδοχές , μη αρκούσης της αόριστης , αλλά και αντιφατικής αναφοράς σε οφειλόμενες δεδουλευμένες αποδοχές " έξι και πλέον μηνών " στην από 21-2-2018 δήλωση και " εννέα και πλέον μηνών " στην από 5-3-2018 δήλωση , ούτε αναφέρεται , έστω και το συνολικό ποσό που οφείλεται , ενόψει μάλιστα του ότι ο εκκαλών αυτός αναφέρει παράλληλα ότι έχουν καταβληθεί σε αυτόν από την εφεσίβλητη κάποια ποσά με καθυστέρηση , υπάρχει γενική μόνο αναφορά σε δεδουλευμένες αποδοχές των μηνών Ιουνίου 2017 και εντεύθεν .

Τέτοια αναφορά , όμως , σε μη προσδιορισμένη , κατ' είδος και αιτία οφειλής αξίωση , δεν αρκεί για την πληρότητα της δήλωσης επισχέσεως , καθόσον η άσκηση του δικαιώματος επισχέσεως προϋποθέτει ορισμένη κατά ποσό , είδος και αιτία ληξιπρόθεσμη αξίωση , η ικανοποίηση της οποίας επιδιώκεται δια του τρόπου αυτού [ ... ] .

Ενόψει του ότι ο 1ος εκκαλών δεν άσκησε νομίμως το ως άνω δικαίωμα επισχέσεως δεν οφείλονται σε αυτόν μισθοί υπερημερίας από 22-2-2018 μέχρι 22-9-2018 , όπως αβασίμως αυτός διατείνεται ... " . Με την κρίση του αυτή , το Εφετείο , που με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε ότι ο ενάγων δεν άσκησε νόμιμα το παρεχόμενο από το άρθρο 325 του Α.Κ.

δικαίωμα επισχέσεως της εργασίας του , για το λόγο ότι στις δηλώσεις του αυτές δεν προσδιόρισε συγκεκριμένα τις οφειλόμενες και ληξιπρόθεσμες αποδοχές του , δεδομένου ότι σύμφωνα με την μείζονα νομική σκέψη που προηγήθηκε , η άσκηση του δικαιώματος επισχέσεως προϋποθέτει ορισμένη κατά ποσό , έστω και κατά προσέγγιση , είδος και αιτία ληξιπρόθεσμη αξίωση , η ικανοποίηση της οποίας επιδιώκεται δια του τρόπου αυτού και ότι η αναιρεσίβλητη δεν περιήλθε σε υπερημερία , δεν παραβίασε , με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή , τις διατάξεις των άρθρων 158 , 167 , 648 ,656 και 325 του Α.Κ.

και , ως εκ τούτου ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος αναίρεσης , από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί . Η ειδικότερη αιτίαση ότι η δήλωση επίσχεσης ήταν αρκούντως ορισμένη , εφόσον σ' αυτήν γινόταν μνεία του συμφωνηθέντος μισθού και της διάρκειας της καθυστέρησης , είναι απορριπτέα ως αβάσιμη , εφόσον το δικαστήριο της ουσίας επίσης δέχθηκε ανελέγκτως αναιρετικά ότι δεν αποδείχθηκε μη καταβολή του βασικού μισθού του ενάγοντος , τον οποίο προσδιόρισε σε 761,90 ευρώ μηνιαίως και , κατά συνέπεια , η ως άνω αναφορά περί οφειλής δεδουλευμένων μηνιαίων αποδοχών του ενάγοντος στη δήλωση , δεν μπορεί να επιστηρίξει επίσχεση εργασίας , αφού δεν υφίσταται τέτοια οφειλή .

Ο αυτός λόγος , κατά την επικαλούμενη θεμελίωσή του στην διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 14 του ΚΠολΔ , είναι προεχόντως απορριπτέος ως απαράδεκτος , διότι ο λόγος αναιρέσεως , εκ της διατάξεως αυτής , αφορά σε παρά τον νόμο κήρυξη ή μη κήρυξη δικονομικού απαραδέκτου και όχι εκ του ουσιαστικού δικαίου , όπως είναι οι διατάξεις των άρθρων 158 , 167 , 648 ,656 και 325 του Α.Κ .

Τέλος, το Εφετείο , με την προσβαλλόμενη απόφασή του , δέχθηκε , όπως από αυτή προκύπτει , ανελέγκτως , σε σχέση με τον ερευνώμενο τρίτο αναιρετικό λόγο , ως προς το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της καταχρηστικής ή μη άσκησης του δικαιώματος της επίσχεσης εργασίας από μέρους του αναιρεσείοντος , τα ακόλουθα : " ....

Σε κάθε δε περίπτωση , ακόμα κι αν θεωρηθεί ότι ο εκκαλών αυτός άσκησε , κατ' αρχήν , νόμιμα το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του , εφόσον είχε αξίωση από ληξιπρόθεσμες παροχές , η άσκηση του δικαιώματός του αυτού υπερβαίνει τα διαγραφόμενα στο άρθρο 281 Α.Κ. όρια . Τούτο διότι η καθυστέρηση καταβολής της αμοιβής του για την πρόσθετη απασχόληση που προσέφερε [ υπερωριακή και εργασία τα Σάββατα και Κυριακές] [ ενόψει του ότι δεν αποδείχθηκε μη καταβολή των βασικών του μισθών ] οφειλόταν όχι σε υπαιτιότητα ή δυστροπία της 1ης εφεσίβλητης , ούτε πολύ περισσότερο σε δόλια προαίρεσή της , προκειμένου να εξαναγκάσει τον 1ο εκκαλούντα σε αποχώρηση , αλλά στην ιδιαίτερα δυσχερή οικονομική κατάσταση αυτής .

Η τελευταία προκλήθηκε από την απρόβλεπτη γενικευμένη εγχώρια οικονομική ύφεση , η οποία έπληξε με σφοδρότητα τον κατασκευαστικό κλάδο , στον οποίο δραστηριοποιείται η 1η εφεσίβλητη και ιδίως από τη συστηματική καθυστέρηση , εκ μέρους του Δημοσίου , να εκπληρώσει τις ανειλημμένες οικονομικές υποχρεώσεις του , έναντι των εργοληπτικών επιχειρήσεων , που δραστηριοποιούνταν στον τομέα της κατασκευής δημοσίων έργων και συναφώς έναντι της 1ης εφεσίβλητης .

Τα γεγονότα δε αυτά ήταν γνωστά στον εκκαλούντα , όπως και στους λοιπούς εργαζομένους της επιχείρησης . Με βάση όσα προαναφέρθηκαν , συνεκτιμώντας επιπλέον ότι η 1η εφεσίβλητη ήταν αξιόπιστη και αξιόχρεη το δικαστήριο άγεται στην κρίση ότι η καθυστέρηση καταβολής στον 1ο εκκαλούντα της αμοιβής του για την πρόσθετη απασχόληση που προσέφερε [ υπερωριακή και εργασία τα Σάββατα και τις Κυριακές ] δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα ή δυστροπία της , η οποία μέχρι τότε ήταν συνεπής στην εκπλήρωση των οικονομικών της υποχρεώσεων , καθώς και αξιόπιστη και αξιόχρεη , αλλά οφείλεται σε απρόβλεπτες περιστάσεις , που δεν της επέτρεπαν να είναι συνεπής στην εκπλήρωση της συγκεκριμένης υποχρεώσεώς της προς τον εκκαλούντα .

Ενόψει των ανωτέρω , κατ' αποδοχή ως βάσιμου κατ' ουσίαν του σχετικού ισχυρισμού περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος επίσχεσης , που πρότεινε παραδεκτά η 1η εναγομένη - εφεσίβλητη , με προφορική δήλωση της πληρεξούσιας της δικηγόρου στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο που καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά και αναλύθηκε στις πρωτόδικες προτάσεις και νομίμως επαναφέρει στο παρόν δικαστήριο με τις έγγραφες προτάσεις της το δικαίωμα επίσχεσης εργασίας που άσκησε ο 1ος ενάγων - εκκαλών [ ακόμα κι αν θεωρηθεί ότι άσκησε , κατ' αρχήν , νόμιμα ] , υπερέβαινε προφανώς τα όρια της καλής πίστης , των χρηστών ηθών και του κοινωνικού και οικονομικού του σκοπού .

Επομένως , με την επίσχεση εργασίας του 1ου εκκαλούντος λόγω της καταχρηστικότητας αυτής , το δικαστήριο ως εκ περισσού κρίνει ότι και εκ του λόγου αυτού η 1η εφεσίβλητη δεν περιήλθε σε κατάσταση υπερημερίας , αλλά ο 1ος εκκαλών ως προς την προσφορά της εργασίας του και δεν δικαιούται μισθούς υπερημερίας ( επίσχεση εργασίας ) από 22-2-2018 έως 22-9-2018 ..." Με την επάλληλη αυτή αιτιολογία, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο , έκρινε ότι η άσκηση του δικαιώματος επισχέσεως εργασίας του ενάγοντος είναι καταχρηστική , δηλαδή υπερέβαινε προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη , τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος (άρθρο 281 του Α.Κ.) και , για το λόγο αυτό, η εναγομένη δεν έγινε υπερήμερη και δεν οφείλει στον αντίδικό της μισθούς υπερημερίας .

Με την κρίση του αυτή και σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που αναφέρονται στην προεκτεθείσα μείζονα πρόταση της παρούσας , το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ. , σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 648 , 325 , 329 , 353 και 656 του Α.Κ. , αλλά αντιθέτως προέβη σε ορθή υπαγωγή των ως άνω πραγματικών περιστατικών στην πιο πάνω διάταξη , σχετικά με την συνδρομή περίπτωσης κατάχρησης δικαιώματος στην άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης εργασίας του ενάγοντος - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος και , κατά συνέπεια , ορθά δέχθηκε ως βάσιμη κατ' ουσίαν την προταθείσα από την εναγομένη - εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος εκ μέρους του και απέρριψε την ένδικη αγωγή , κατά το κεφάλαιο επιδίκασης αποδοχών υπερημερίας κατά το διάστημα της επίσχεσης εργασίας , ως αβάσιμη κατ' ουσίαν .

Παράλληλα , με το ως άνω σαφές αποδεικτικό του πόρισμα , το οποίο το Εφετείο συνήγαγε , εκτός άλλων και από τα πραγματικά επιχειρήματα που παραθέτει , δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση , αφού διέλαβε επαρκείς , σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες , που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο .

Ειδικότερα , το δικαστήριο της ουσίας , συνεκτίμησε το ότι η καθυστέρηση καταβολής της αμοιβής του ενάγοντος για την πρόσθετη απασχόληση που προσέφερε [ υπερωριακή και εργασία τα Σάββατα και Κυριακές ] , δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα της εργοδότριας εταιρείας αλλά σε απρόβλεπτες περιστάσεις , που δε της επέτρεψαν να είναι συνεπής στο σύνολο των υποχρεώσεών της και συγκεκριμένα στη γενικευμένη εγχώρια οικονομική ύφεση , η οποία έπληξε με σφοδρότητα τον κατασκευαστικό κλάδο και , ιδίως , από τη συστηματική καθυστέρηση εκ μέρους του Δημοσίου να εκπληρώσει τις ανειλημμένες οικονομικές υποχρεώσεις του , έναντι των εργοληπτικών επιχειρήσεων , αλλά και το γεγονός ότι η εναγομένη ήταν αξιόπιστη και αξιόχρεη .

Δεν ήταν δε αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης , να εκτίθεται ο λόγος για τον οποίο η γενικευμένη εγχώρια οικονομική κρίση ήταν απρόβλεπτη , ούτε και αν η εναγομένη προέβη σε κάποια ενέργεια , προκειμένου να ελαφρύνει τις συνέπειες της οικονομικής δυσπραγίας της . Εξάλλου το διαλαμβανόμενο σε περικοπή της απόφασης ότι " ....

ενόψει του ότι δεν αποδείχθηκε μη καταβολή των βασικών του μισθών .... " , αποτελεί επιχείρημα , που σχετίζεται με την εκτίμηση του όλου αποδεικτικού υλικού και δεν συνιστά παραδοχή διαμορφωτική του αποδεικτικού πορίσματος , στο οποίο κατέληξε το Δικαστήριο , για να υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο . Κατά συνέπεια , οι επικαλούμενες ως άνω ελλείψεις δεν στοιχειοθετούν ανεπάρκεια ή αντιφατική αιτιολογία , κατά την έννοια του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ .

Επομένως , ο περί του αντιθέτου από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναίρεσης , δεν είναι βάσιμος και πρέπει να απορριφθεί . Μη υπάρχοντος άλλου λόγου , πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη από 28-01-2021 αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 4635/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών .

Γ. Επί της από 28-01-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 815/80/02-02-2021 και του παρόντος Δικαστηρίου 280/2021 αίτησης αναίρεσης κατά της με αριθμό 6441/2020 διορθωτικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών . Κατά το άρθρο 315 του ΚΠολΔ , που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση , σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα : " Αν από παραδρομή κατά τη σύνταξη της απόφασης περιέχονται λάθη γραφικά ή λογιστικά ή το διατακτικό της διατυπώθηκε κατά τρόπο ελλιπή ή ανακριβώς , το δικαστήριο που την έχει εκδώσει μπορεί , αν το ζητήσει κάποιος διάδικος ή και αυτεπαγγέλτως , να τη διορθώσει με νέα απόφασή του".

Από τη διάταξη αυτή , η οποία , ως εξαιρετική , υπηρετεί , στα πλαίσια της επιταγής για ασφάλεια δικαίου , τον κύριο σκοπό της δίκης , που είναι η δικαιοσύνη , συνάγεται ότι , κατόπιν αιτήσεως των διαδίκων ή και αυτεπαγγέλτως , είναι δυνατόν να γίνει διόρθωση των σφαλμάτων της απόφασης , που οφείλονται σε ασυμφωνία αυτών που ήθελε το δικαστήριο και εκείνων , που έχουν διατυπωθεί στην απόφαση , έστω και αν , από τη διόρθωση της ανακρίβειας της διατύπωσης , επέρχεται μεταβολή στο διατακτικό , αφού η μεταβολή αυτή , επιτρεπόμενη από το νόμο , δεν ανατρέπει , αλλ' ορθώς διατυπώνει την αληθή δικαιοδοτική βούληση , δεν αποτελεί δε παραβίαση του δεδικασμένου ( Ολ.

Α.Π. 29/2004 , Ολ. Α.Π. 30/2004 , Α.Π. 395/2019 , Α.Π 1305/2007 , Α.Π. 1259/2002 ) . Η ανακριβής ή ελλιπής , εξάλλου , διατύπωση η οφειλόμενη σε παραδρομή και ευρισκόμενη σε αναντιστοιχία προς εκείνα που θέλησε το δικαστήριο , πρέπει να προκύπτει είτε από την ίδια την απόφαση , ήτοι από την όλη διάρθρωση της απόφασης και όσα συνέβησαν κατά τη σύνταξή της ( Ολ.

Α.Π. 22/2004 , Α.Π. 395/2019 , Α.Π. 1034/1997) είτε από το συνδυασμό αυτής προς τα πρακτικά του δικαστηρίου ή και τα διαδικαστικά έγγραφα και , ιδίως , προς εκείνα , με τα οποία ζητήθηκε η συγκεκριμένη έννομη προστασία ( Α.Π. 266/2019 , Α.Π. 1305/2007 , Α.Π. 1703/2006 ) . Πρέπει δε η διόρθωση να μη σχετίζεται με την ουσία της υπόθεσης , ούτε να αλλοιώνει την έννοια της απόφασης και να μεταβάλει ή να ανακαλεί το περιεχόμενό της και , έτσι , να οδηγεί άμεσα ή έμμεσα σε επανεκτίμηση των αποδείξεων ή επανεξέταση της ουσίας της υπόθεσης .

Τούτο σημαίνει ότι , για τη διαπίστωση του σφάλματος του δικαστηρίου , δεν πρέπει να γίνεται επανεξέταση της ουσίας της διαφοράς , αλλά να προκύπτει αυτό από την απλή επισκόπηση της απόφασης , των πρακτικών ή και των δικογράφων των διαδίκων , ώστε να γίνεται , στη συνέχεια , η διόρθωσή της . Κατά συνέπεια αντικείμενο διόρθωσης , δεν αποτελούν διαγνωστικά σφάλματα του δικαστηρίου , που αναφέρονται στην ερμηνεία ή στην εφαρμογή ουσιαστικής διάταξης , καθώς και στην εκτίμηση των αποδείξεων , τα οποία , εφόσον αποδειχθούν , αίρονται μόνο με την οδό των ένδικων μέσων ( Ολ.

Α.Π. 17/2017 , Α.Π. 266/2019 , Α.Π. 1703/2006 , Α.Π. 1672/2001 ) , αλλά μόνον ακούσιες πλημμέλειες , που παρεισέφρησαν κατά τη σύνταξη ή την καθαρογραφή της απόφασης . Διόρθωση , δηλαδή , χωρεί μόνο , όταν προφανώς συνάγεται ότι το δικαστήριο άλλο θέλησε να εκφράσει στην απόφασή του και άλλο εξέφρασε , με την αποδοχή δε της αιτήσεως διορθώσεως αποκαθίσταται η διάσταση , ώστε να αποδοθεί στο κείμενο της αποφάσεως το ηθελημένο περιεχόμενό της (Α.Π. 1479/2019, Α.Π. 633/2017, Α.Π. 359/2017, Α.Π. 318/2018, Α.Π. 1/2015, Α.Π. 1765/2013, Α.Π. 1672/2001).

Αρμόδιο για την εκδίκαση της αίτησης διόρθωσης δικαστήριο είναι το δικαστήριο, που εξέδωσε τη διορθωτέα απόφαση ( άρθρο 317 παρ. 2 του ΚΠολΔ) , το οποίο μάλιστα παραμένει αρμόδιο , έστω και αν εκκρεμεί αναίρεση κατά της διορθωτέας απόφασης (Α.Π. 962/2007, Α.Π. 143/2002 ) .

Στην προκειμένη περίπτωση , από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης , τα οποία επισκοπεί ο Άρειος Πάγος , κατά την έρευνα του σχετικού αναιρετικού λόγου ( άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) κατά της με αριθμό 6441/2020 διορθωτικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών , προκύπτουν τα ακόλουθα : Με τη με αριθμό 6498/09-09-2020 Πράξη της Προέδρου του Εφετείου Αθηνών εισήχθη για οίκοθεν διόρθωση η με αριθμό 4635/2020 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου , με επίκληση του ότι κατά τη σύνταξη της απόφασης αυτής περιέχονται λάθη λογιστικά .

Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών , δικάζοντας ερήμην των τρίτης τέταρτης , πέμπτης και έκτης των καθών και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων , εξέδωσε τη με αριθμό 6441/2020 οριστική του απόφαση, με την οποία δέχθηκε κατ' ουσίαν την ως άνω Πράξη της Προέδρου του Εφετείου Αθηνών και διόρθωσε , κατ' άρθρο 315 του ΚΠολΔ , τόσο κατά το αιτιολογικό της , όσο και κατά το διατακτικό της , τη με αριθμό 4635/2020 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου .

Ειδικότερα , όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της διορθωθείσας ως άνω με αριθμό 4635/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών , σε αυτήν εκτίθενται σχετικά με το κρίσιμο εν προκειμένω ζήτημα , ως προς το οποίο εχώρησε η διόρθωσή της με την προσβαλλόμενη απόφαση , τα εξής : " ... Περαιτέρω , με βάση τις ώρες εβδομαδιαίας απασχόλησης η 41η , 42η , 43η , 44η και 45η ώρα εργασίας συνιστούν υπερεργασία , για κάθε μία από τις οποίες οφείλονται αποδοχές ίσες με το νόμιμο ωρομίσθιο , προσαυξανόμενο κατά το νόμιμο ποσοστό , ήτοι για το χρονικό διάστημα από 1-1-2014 έως 1-2-2018 [ πλην του παραπάνω χρονικού διαστήματος ] για τον πρώτο και από 11/2014 έως 28-7-2016 για τον δεύτερο των εκκαλούντων κατά 20% [ άρθρο 74 του ν. 3863/2010 ] .

Με βάση τις ώρες απασχόλησης κάθε ημέρας , οι πέραν της 9ης ώρας εργασίας συνιστούν υπερωρίες . Ενόψει του ότι οι 1η και 2η εφεσίβλητες , δεν τηρούσαν τις νόμιμες διατυπώσεις , με καταχώρησή τους στο Ειδικό Βιβλίο Υπερωριών , αυτές χαρακτηρίζονται , σύμφωνα με την νομοθεσία που ίσχυσε από 15-7-2010 και εφεξής " παράνομες " κατ' εξαίρεση υπερωρίες .

Για κάθε ώρα υπερωριακής απασχόλησης , οι εκκαλούντες δικαιούνται αμοιβής ίσης με το νόμιμο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά το νόμιμο ποσοστό , ήτοι για χρονικό διάστημα από 1-1-2014 έως 1-2-2018 [πλην του παραπάνω χρονικού διαστήματος ] για τον πρώτο και από 11/2014 έως 14-9-2016 για τον δεύτερο κατά 80% . Από την συνδυαστική αποδεικτική αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης , με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία [ένορκες βεβαιώσεις , έγγραφα] και τις ομολογίες των διαδίκων , που συνάγονται από τις έγγραφες προτάσεις τους , λαμβανομένου υπόψη και του είδους και της φύσεως της εργασίας των εκκαλούντων στα ανωτέρω τεχνικά έργα , σε σχέση και με τις ανάγκες και το αντικείμενο των εφεσιβλήτων αυτών , που είχαν αναλάβει την εκτέλεση αυτών, οι εκκαλούντες απασχολήθηκαν , πλέον του νομίμου οκταώρου , κατά το χρονικό διάστημα από 11-2014 έως 7/2016 , που απασχολήθηκαν με τις παραπάνω ιδιότητές τους στο έργο της Λίμνης Πλαστήρα ο 1ος για την 1η εφεσίβλητη και ο 2ος για την 2η εφεσίβλητη , κατά μέσο όρο 3 ώρες ημερησίως , ήτοι συνολικά 11 ώρες ημερησίως , εκ των οποίων κατά εβδομάδα εργασίας πραγματοποίησαν [ 5 καθημερινές επί 11 ώρες 55 ώρες μείον 40 ώρες το εβδομαδιαίο συμβατικό ωράριο ] 15 ώρες πρόσθετης απασχόλησης και ειδικότερα 5 ώρες υπερεργασίας και 10 ώρες κατ' εξαίρεση ή παράνομης υπερωρίας , ενώ ο 1ος των εκκαλούντων απασχολήθηκε επιπλέον , για την 1η εφεσίβλητη , πλέον του νομίμου οκταώρου , κατά το χρονικό διάστημα από 1/2014 έως 10/2014 , που εργάστηκε στα τεχνικά έργα στο ...

και από 15-11-2016 έως 1-2-2018 , που εργάστηκε στα τεχνικά έργα στην Αθήνα , κατά μέσο όρο 2 ώρες ημερησίως , ήτοι συνολικά 10 ώρες ημερησίως , εκ των οποίων κατά εβδομάδα εργασίας πραγματοποίησαν [ 5 καθημερινές επί 10 ώρες 50 ώρες μείον 40 ώρες το εβδομαδιαίο συμβατικό ωράριο ] 10 ώρες πρόσθετης απασχόλησης και ειδικότερα 5 ώρες υπερεργασίας και 5 ώρες κατ' εξαίρεση ή παράνομης υπερωρίας .

Ενόψει των προαναφερομένων οι εκκαλούντες, σύμφωνα με τις ώρες απασχόλησής τους και με βάση τον τρόπο υπολογισμού της υπερωριακής τους απασχόλησης που αναλύθηκε ανωτέρω, δικαιούνται τα εξής : Α) Ο πρώτος εκκαλών : Α) α) για το χρονικό διάστημα από 1/2014 έως 10/2014 και β) για το χρονικό διάστημα από 15-11-2016 έως 1/2018 εργαζόμενος , κατά μέσο όρο , 10 ώρες την ημέρα από Δευτέρα μέχρι Παρασκευή , αφαιρουμένων των μηνών της ετήσιας άδειας αναψυχής του των ετών 2014 και 2017 , όπως ο ίδιος συνομολογεί στην αγωγή του :

αα) απασχολήθηκε υπερεργασιακά , για το διάστημα από 1/2014 έως 10/2014 [ 5 ώρες ανά εβδομάδα επί 4 εβδομάδες το μήνα = 20 ώρες Χ 9 μήνες = ] 180 ώρες και για το διάστημα από 15-11-2016 έως 1/2018 [ 5 ώρες ανά εβδομάδα επί 4 εβδομάδες το μήνα = 20 ώρες Χ 13,5 μήνες =] 270 ώρες και για τις οποίες , με βάση το καταβαλλόμενο [ που ήταν και το νόμιμο ] ημερομίσθιο των 30,48 ευρώ [ 761,90 : 25] το ωρομίσθιο ανέρχεται σε [ 4,57 ευρώ ωρομίσθιο + προσαύξηση 20% ] 5,49 ευρώ και συνολικά η αμοιβή του σε [ ( 180 + 270 ) 450 ώρες επί 5,49 ευρώ ] 2.470,50 ευρώ και ββ) πραγματοποίησε 450 ώρες κατ' εξαίρεση υπερωριακής απασχόλησης [ ( 5 ώρες υπερωρίας την εβδομάδα Χ 4 εβδομάδες το μήνα Χ 13,5 μήνες ) = 450 ώρες ] και συνεπώς δικαιούται το συνολικό ποσό των 3.703,50 ευρώ [ 450 ώρες Χ ( 4,57 ωρομίσθιο + προσαύξηση 80% = 8,23 ευρώ ) ] ήτοι συνολικά το ποσό των [ 2.470,50 + 3.703,50 =] 6.174 Ε , Β) για το χρονικό διάστημα από 11/2014 έως 7/2016 , εργαζόμενος κατά μέσο όρο 11 ώρες την ημέρα από Δευτέρα μέχρι Παρασκευή , αφαιρουμένων των μηνών της ετήσιας άδειας αναψυχής του των ετών 2015 και 2016 , όπως και ο ίδιος συνομολογεί στην αγωγή του :

αα) απασχολήθηκε υπερεργασιακά [ 5 ώρες ανά εβδομάδα επί 4 εβδομάδες τον μήνα = 20 ώρες Χ 20 μήνες = ] 400 ώρες και για τις οποίες , με βάση το καταβαλλόμενο [ που ήταν και το νόμιμο ] ημερομίσθιο των 30,48 ευρώ [ 761,90 : 25 ] το ωρομίσθιο ανέρχεται σε [ 4,57 ευρώ ωρομίσθιο + προσαύξηση 20% ] 5,49 ευρώ και συνολικά η αμοιβή του σε [ 400 ώρες επί 5,49 ευρώ ] 2.196 ευρώ και ββ) πραγματοποίησε 800 ώρες κατ' εξαίρεση υπερωριακής απασχόλησης [ (10 ώρες υπερωρίας την εβδομάδα Χ 4 εβδομάδες το μήνα Χ 20 μήνες ) = 800 ώρες ] και συνεπώς δικαιούται το συνολικό ποσό των 6.584 ευρώ [ 800 ώρες Χ ( 4,57 ευρώ ωρομίσθιο + προσαύξηση 80% = 8,23 ευρώ ) ] ήτοι συνολικά το ποσό των [ 2.196 + 6.584 = ] 8.780 Ε .

Συνολικά για υπερεργασία και κατ' εξαίρεση υπερωριακή απασχόληση , δικαιούται ο πρώτος εκκαλών [ 6.174 + 8.780 = ] το ποσό των 14.954 ευρώ [...] " . Στη συνέχεια , με τη με αριθμό 6498/09-09-2020 Πράξη της Προέδρου του Εφετείου Αθηνών , ζητήθηκε η διόρθωση της ως άνω αποφάσεως και επ' αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 6441/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών , που προσβάλει ο πρώτος των εναγόντων , με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης , με την οποία επιδιώκει , για τους λόγους που ειδικότερα επικαλείται , να αναιρεθεί αυτή , ώστε στη συνέχεια να απορριφθεί η ως άνω πράξη του Προέδρου Εφετών Αθηνών .

Η αναιρεσιβαλλόμενη διορθωτική αυτή απόφαση δέχτηκε , σε σχέση με το αίτημα διόρθωσης της με αριθμό 4635/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών , ως προς το ενδιαφέρον εν προκειμένω μέρος , τα ακόλουθα: " ... Όμως από προφανή παραδρομή κατά τη δημοσίευσή της εγράφησαν : 1) Στο 12ο φύλλο , στην εμπρόσθια όψη αυτού και δεκαεπτά (17) στοίχους από την αρχή της εμπρόσθιας όψης αυτού " πραγματοποίησε 450 ώρες κατ' εξαίρεση υπερωριακής απασχόλησης [ ( 5 ώρες υπερωρίας την εβδομάδα Χ 4 εβδομάδες το μήνα Χ 13,5 μήνες ) = 450 ώρες ] " , αντί του ορθού " πραγματοποίησε 270 ώρες κατ' εξαίρεση υπερωριακής απασχόλησης [ ( 5 ώρες υπερωρίας την εβδομάδα Χ 4 εβδομάδες το μήνα Χ 13,5 μήνες ) = 270 ώρες] " , 2) αμέσως μετά " και συνεπώς δικαιούται το συνολικό ποσό των 3.703,50 ευρώ [ 450 ώρες Χ ( 4,57 ευρώ ωρομίσθιο + προσαύξηση 80% =8,23 ευρώ " , αντί του ορθού " και συνεπώς δικαιούται το συνολικό ποσό των 2.222,10 ευρώ [ 270 ώρες Χ ( 4,57 ευρώ ωρομίσθιο + προσαύξηση 80% =8,23 ευρώ " , 3) αμέσως μετά " ήτοι συνολικά το ποσό των [ 2.470,50+3.703,50=] 6.174 ευρώ " , αντί του ορθού " ήτοι συνολικά το ποσό των [2.470,50 + 2.222,10=] 4.692,60 ευρώ " , 4) [....] " .

Με βάση δε τους ανωτέρω υπολογισμούς προχώρησε στην διόρθωση και όλων των υπόλοιπων αγωγικών κονδυλίων , που αφορούσαν οφειλόμενα από άλλες αιτίες ποσά , αφαιρώντας από το συνολικό ύψος του επιδικασθέντος στον πρώτο ενάγοντα χρηματικού ποσού των δέκα οκτώ χιλιάδων οκτακοσίων εβδομήντα δύο ευρώ και εξήντα έξι λεπτών ( 18.872,66 ) , το ποσό των χιλίων τετρακοσίων ογδόντα ενός (1.481,00 ) ευρώ .

Ωστόσο , η με αριθμό 6498/09-09-2020 Πράξη της Προέδρου του Εφετείου Αθηνών , έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη, διότι η αιτουμένη διόρθωση δεν αφορούσε στην πραγματικότητα λογιστικά λάθη της ως άνω απόφασης , αλλά την κατ` ουσίαν έρευνα της διαφοράς , η οποία , όμως , εκφεύγει της διαδικασίας της διόρθωσης , που προβλέπεται από την προαναφερομένη διάταξη του ΚΠολΔ.

Και τούτο διότι , δεν υπήρξαν λογιστικά σφάλματα της διορθωθείσας με αριθμό 4635/2020 οριστικής απόφασης του Εφετείου Αθηνών αλλά , υπό την επίφαση της διόρθωσης της απόφασης αυτής , αλλοιώθηκε η ουσία της διορθούμενης απόφασης , ως προς το κρίσιμο στην υπόθεση ζήτημα των ωρών της κατ' εξαίρεση υπερωριακής απασχόλησης και συνακόλουθα των αξιώσεών του για καταβολή αμοιβής για κατ' εξαίρεση ( παράνομη ) υπερωριακή απασχόληση , που πραγματοποίησε ο πρώτος των εναγόντων .

Ειδικότερα , τα σφάλματα που αποδόθηκαν στη διορθωθείσα απόφαση , σχετίζονταν με την ουσία της υπόθεσης , μετέβαλαν το περιεχόμενό της και οδήγησαν ανεπίτρεπτα σε επανεξέταση των πραγματικών περιστατικών , που αποτέλεσαν τη βάση της απόφασης . Η διορθωθείσα με αριθμό 4635/2020 απόφαση , μολονότι στην σχετική υπό στοιχεία "Α)ββ)" σκέψη της έκρινε ότι ο ενάγων πραγματοποίησε 450 ώρες κατ' εξαίρεση υπερωριακή απασχόληση και ειδικότερα 180 ώρες υπερωρίας για το διάστημα από 1/2014 έως 10/2014 ( εννέα μήνες , μετ' αφαίρεση της ετήσιας άδειας ) και 270 ώρες υπερωρίας για το διάστημα από 15-11-2016 έως 1/2018 ( δέκα τρεις και μισός μήνας, μετ' αφαίρεση της ετήσιας άδειας), που αντιστοιχούν σε συνολικό χρονικό διάστημα 22,5 ( 9 + 13,5 ) μηνών , παρέλειψε , ωστόσο , στον εντός παρενθέσεως υπολογισμό των αξιώσεών του να αναγράψει το συνολικό χρονικό διάστημα των 22,5 μηνών , αλλά ανέφερε , από προφανή παραδρομή , μόνο αυτό των 13,5 μηνών και , ως εκ τούτου απαραδέκτως , η διορθωτική απόφαση μείωσε τις ώρες αυτές σε 270 ώρες .

Άλλωστε και η αναιρεσίβλητη, με τις προτάσεις της υποστηρίζει ότι η κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης , αποτελεί κρίση ουσίας .

Συνεπώς , σύμφωνα και με όσα στην οικεία νομική σκέψη αναφέρονται , δεν συνέτρεχε περίπτωση διόρθωσης της με αριθμό 4635/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών , κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 315 του ΚΠολΔ . Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω , το δευτεροβάθμιο δικαστήριο , το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ως βάσιμη κατ' ουσίαν τη με αριθμό 6498/09-09-2020 Πράξη της Προέδρου του Εφετείου Αθηνών περί διόρθωσης της ως άνω απόφασης , εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη δικονομικού δικαίου διάταξη του άρθρου 315 του ΚΠολΔ και , κατά συνέπεια , υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κήρυξης απαραδέκτου , που προβλέπεται από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ .

Επομένως, είναι βάσιμος ο μόνος αναιρετικός λόγος , με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και , ως εκ τούτου , πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη με αριθμό 6441/2020 διορθωτική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών . Ενόψει δε του ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση , πρέπει , κατ' εφαρμογή του άρθρου 580 παρ. 3 εδαφ.

α' του ΚΠολΔ να κρατηθεί αυτή και δικασθεί από το παρόν αναιρετικό τμήμα , στη συνέχεια, δε να απορριφθεί η με αριθμό 6498/09-09-2020 Πράξη της Προέδρου του Εφετείου Αθηνών . Τέλος πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος , ο οποίος εκπροσωπήθηκε στη δίκη και κατέθεσε έγγραφες προτάσεις , κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού ( άρθρα 176 , 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ ) , όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης .

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει την από 27-08-2020 αίτηση αναίρεσης και την από 28-01-2021 αντίθετη αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 4635/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και κατά της με αριθμό 6441/2020 διορθωτικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών .

Απορρίπτει την από 27-08-2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 6477/780/09-09-2020 και του παρόντος Δικαστηρίου 1630/2020 αίτηση αναίρεσης των ... με την επωνυμία "...." (πρώην "... " ) και ... με την επωνυμία "... " κατά της με αριθμό 4635/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών .

Επιβάλλει εις βάρος των αναιρεσειόντων τη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων , το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων ( 1.800,00 ) ευρώ .

Απορρίπτει την από 28-01-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 815/80/02-02-2021 και του παρόντος Δικαστηρίου 280/2021 αίτηση αναίρεσης του Κ. Κ. του Μ. κατά της με αριθμό 4635/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών .

Δέχεται την από 28-01-2021 αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 6441/2020 διορθωτικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών .

Αναιρεί την ως άνω με αριθμό 6441/2020 διορθωτική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών . Κρατεί και δικάζει τη με αριθμό 6498/09-09-2020 Πράξη της Προέδρου Εφετών Αθηνών για διόρθωση της με αριθμό 4635/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών .

Απορρίπτει αυτήν . Επιβάλλει εις βάρος της αναιρεσίβλητης μέρος της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσείοντος την οποία ορίζει σε χίλια τριακόσια (1.300,00) ευρώ .

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Απριλίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ