Supreme Court quashes lower court dismissal of public employee contract termination due to academic fraud.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece annulled the First Instance Court of Appeal's decision dismissing the State's appeal against the termination of a teacher's employment contract. The lower court had incorrectly applied substantive law regarding academic fraud and the gravity of the offense, failing to recognize the necessity of termination. Consequently, the case was remitted to the same court for retrial with a different judge, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 672, 281 of the Civil Code and Article 25 of the Constitution; The court established that when an employee commits a criminal offense constituting academic fraud, the severity of the conduct creates a strong reason for contract termination, and the lower court erred by applying inapplicable provisions while ignoring mandatory substantive laws.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1123 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1123/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Καλλιόπη Πανά και Ελένη Κατσούλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 19 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Αφροδίτη Καρούκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Γ. του Α., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ουρανία Καββαδά, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/11/2016 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 636/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 5136/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 13/2/2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 13-2-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 5136/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατόπιν άσκησης της από 2-6-2017 έφεσης του ηττηθέντος πρωτοδίκως Ελληνικού Δημοσίου, κατά της εκδοθείσας, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθ. 614 παρ. 3 ΚΠολΔ) 636/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή η έφεση του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, κατά το μέρος που ασκήθηκε από τον δεύτερο εναγόμενο Υπουργό Παιδείας 'Ερευνας και Θρησκευμάτων και, αφού εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν η από 25-11-2016 αγωγή του εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσίβλητου και ως προς τους δύο εναγομένους, (και κατά του πρώτου εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου) έγινε δεκτή ως βάσιμη και κατ'ουσίαν, η αγωγή ως προς το πρώτο εναγόμενο και αναγνωρίσθηκε ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του αναιρεσίβλητου, που έγινε με την 95691/Ε2/10-6-2016 απόφαση του Υπουργού Παιδείας, 'Ερευνας και Θρησκευμάτων, είναι άκυρη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 58, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να εξεταστεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της παρούσας υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την ως άνω αγωγή, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ισχυρίσθηκε, ότι προσλήφθηκε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου το έτος 2015 ως αναπληρωτής εκπαιδευτικός Ειδικής Αγωγής Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο για το σχολικό έτος 2015-2016.
Ότι δυνάμει της …/…-5-2016 πράξης του ΠΥΣΔΕ Ανατολικής Θεσσαλονίκης αποφασίσθηκε να προταθεί στον Υπουργό Παιδείας, 'Ερευνας και Θρησκευμάτων η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, για το λόγο ότι αυτός έκανε κατάθεση, χρήση, συμπερίληψη και διατήρηση στον ατομικό του υπηρεσιακό φάκελο παραποιημένου από τον ίδιο εγγράφου, με αποτέλεσμα να αποκτά προϋπηρεσία, η οποία του προσέδιδε υψηλή θέση στους πίνακες, στους οποίους καταχωρούνται οι εκπαιδευτικοί κατηγορίας ΣΜΕΑ και, κατά συνέπεια, να προτάσσεται στους συγκεκριμένους πίνακες σε υψηλότερη θέση σε σχέση με άλλους αναπληρωτές εκπαιδευτικούς της ίδιας ειδικότητας.
Ότι στη συνέχεια, με την …/…/….-6-2016 απόφασή του ο ανωτέρω Υπουργός κατήγγειλε για σπουδαίο λόγο της σύμβασης εργασίας του, και ότι η καταγγελία αυτή είναι άκυρη, καθόσον δεν συνέτρεχε σπουδαίος λόγος γι' αυτήν, καθώς η διάπραξη του ως άνω πειθαρχικού παραπτώματος δεν αποτέλεσε κριτήριο για την πρόσληψή του, αλλά για την κατάταξή του στους πίνακες των προσληφθέντων, και ότι επιπλέον η καταγγελία παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, δεδομένου ότι αυτή αποτελεί την αυστηρότερη των ποινών που θα μπορούσαν να του επιβληθούν.
Ζήτησε δε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 636/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν η αγωγή, και αναγνωρίσθηκε η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος.
Κατά της ως άνω απόφασης το πρώτο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο άσκησε την από 2-6-2017 έφεση και επ' αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή η έφεση κατά το μέρος που ασκήθηκε από τον δεύτερο εναγόμενο Υπουργό Παιδείας, 'Ερευνας και Θρησκευμάτων, και, αφού εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση, έγινε δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν η αγωγή ως προς το πρώτο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, όπως και πρωτοδίκως.
Κατά το άρθρο 672 ΑΚ, καθένα από τα μέρη έχει δικαίωμα σε κάθε περίπτωση να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας για σπουδαίο λόγο, χωρίς να τηρήσει προθεσμία. Το δικαίωμα αυτό δεν μπορεί να αποκλεισθεί με συμφωνία. Σπουδαίο λόγο κατά την έννοια της διατάξεως αυτής αποτελεί, κυρίως η ουσιώδης παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων, αλλά και άλλα περιστατικά που κατ' αντικειμενική κρίση συνιστούν στη συγκεκριμένη περίπτωση μη ανεκτή για τον εργοδότη την παραπέρα συνέχιση της σύμβασης.
Για την εκτίμηση δε της συνδρομής τέτοιων περιστατικών, λαμβάνονται υπόψη η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, αλλά και οι ιδιαίτερες περιστάσεις που συνοδεύουν τα εν λόγω περιστατικά στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΟλΑΠ 10/1995). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 53 παρ. 1 του π.δ. 410/1988 "Κωδικοποίηση σε ενιαίο κείμενο των διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας, που αφορούν το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των λοιπών Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου", η σύμβαση εργασίας μπορεί να καταγγελθεί από την υπηρεσία οποτεδήποτε για σπουδαίο λόγο.
Σπουδαίο λόγο αποτελεί ιδίως: α) η παράβαση του άρθρου 38 παρ. 1 περ. α', β) η παράβαση καθήκοντος κατά τον ποινικό κώδικα ή άλλον ειδικό ποινικό νόμο, γ) η αδικαιολόγητη αποχή από την εκτέλεση των καθηκόντων για δεκαπέντε (15) τουλάχιστον κατά συνέχεια ημέρες, δ) η παραβίαση απορρήτων της υπηρεσίας, ε) η διάπραξη μέσα σε ένα έτος, από τότε που έχει τελεστεί αδίκημα που τιμωρήθηκε τουλάχιστον με πρόστιμο ίσο με τις αποδοχές ενός μήνα, άλλου αδικήματος που μπορεί να επισύρει την ίδια ποινή, στ) η κατά σύστημα ανάρμοστη συμπεριφορά κατά την εκτέλεση καθηκόντων, ζ) η σοβαρή απείθεια στις νόμιμες εντολές των προϊσταμένων, κατά δε την παράγραφο 2 του ίδιου ως άνω άρθρου, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου αυτού, γίνεται με απόφαση του αρμοδίου για την πρόσληψη οργάνου, μετά από σύμφωνη αιτιολογημένη γνώμη του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου.
Η λύση της σύμβασης εργασίας επέρχεται από την ανακοίνωση της απόφασης στον απασχολούμενο. Με το άρθρο 4 παρ. 3 του Ν. 4057/2012 "Πειθαρχικό Δίκαιο Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου", ορίσθηκε ότι σπουδαίο λόγο, σύμφωνα με το άρθρο 53 του π.δ. 410/1988 για την καταγγελία από την υπηρεσία της σύμβασης εργασίας μπορεί να αποτελεί η τέλεση κάθε πειθαρχικού παραπτώματος, διατηρουμένων σε ισχύ των ρυθμίσεων του άρθρου 55 του ιδίου διατάγματος.
Περαιτέρω, με το άρθρο 29 παρ. 1 του Ν. 4305/2014 προστέθηκε η περίπτωση λδ' στην παράγραφο 107 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων ΝΠΔΔ (Υπαλληλικός Κώδικας ν. 3528/2007), και ορίσθηκε ότι πειθαρχικό παράπτωμα είναι, μεταξύ άλλων, η κατάθεση, η χρήση, η συμπερίληψη και η διατήρηση στον ατομικό υπηρεσιακό φάκελο υπαλλήλου, πλαστού, νοθευμένου ή παραποιημένου πιστοποιητικού ή τίτλου ή βεβαιώσεως, ενώ με το άρθρο 6 παρ. 1 του Ν. 4325/2015, το άρθρο 107 του ν. 3528/2007 αντικαταστάθηκε και το ως άνω πειθαρχικό παράπτωμα έλαβε αριθμό λγ'.
Τέλος, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ολ ΑΠ 4/2005, ΑΠ 7/2006, 2/2013).
Στην περίπτωση που το Δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και υπήχθησαν αυτά στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 392/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα: "Στο πλαίσιο της υπ' αριθμ. …/….-8-2015 απόφασης του Αναπληρωτή Υπουργού Πολιτισμού, Παιδείας και Θρησκευμάτων με θέμα "Πρόσκληση υποψηφίων αναπληρωτών εκπαιδευτικών Ειδικής Αγωγής και Εκπαίδευσης (ΕΑΕ), Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης για ένταξη στους πίνακες κατάταξης Εκπαιδευτικών ΕΑΕ σχολικού έτους 2015-2016, ο ενάγων υπέβαλε την υπ' αριθ.
…/…/…-9-2015 αίτηση, η οποία υπέχει θέση υπεύθυνης δήλωσης, στη Δευτεροβάθμια Διεύθυνση Καβάλας και προσκόμισε ταυτόχρονα τα σχετικά δικαιολογητικά (βλ. ιδίως την προσκομιζόμενη προαναφερόμενη αίτηση). Δυνάμει της υπ' αριθ. …/…./…-10-2015 απόφασης της Διεύθυνσης Διοίκησης Προσωπικού Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης του ΥΠ.Π.Ε.Θ.
εκδόθηκε η υπ' αριθ. …./…-10-2015 απόφαση της Διεύθυνσης Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Ανατολικής Θεσσαλονίκης, με την οποία, δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, τοποθετήθηκε ο ενάγων στο 2ο Γυμνάσιο Καλαμαριάς, προκειμένου να εργαστεί ως προσωρινός αναπληρωτής Ειδικής Αγωγής και Εκπαίδευσης (βλ.
ιδίως την προσκομιζόμενη υπ' αριθ. …./…-10-2015 απόφαση της Διεύθυνσης Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Ανατολικής Θεσσαλονίκης). Μεταξύ των προαναφερόμενων δικαιολογητικών που προσκομίστηκαν από τον ενάγοντα, περιλαμβάνεται και η υπ' αριθ. .../2006 γνωμάτευση του ΙΚΑ Καβάλας, στην οποία βεβαιώνεται ότι ο ενάγων έπασχε από χρόνια πάθηση με ποσοστό αναπηρίας 68% (βλ.
ιδίως την υπ' αριθ. …/…-11-2006 προσκομιζόμενη γνωμάτευση του ΙΚΑ Καβάλας). Από το σύνολο των προσκομιζομένων δικαιολογητικών ο ενάγων έλαβε συνολικά 14.787 μόρια, ήτοι: α) 11.427 μόρια λόγω προϋπηρεσίας, β) 0,36 μόρια λόγω πτυχίου και γ) 3 μόρια λόγω της προαναφερόμενης αναπηρίας υπερβαίνουσας το 67%, κατετάγη αυτός (ενάγων) δέκατος τέταρτος στον κυρωμένο πίνακα κατάταξης Εκπαιδευτικών Ειδικής Αγωγής και Εκπαίδευσης (βλ.
ιδίως τον προσκομιζόμενο πίνακα κατάταξης των Εκπαιδευτικών Ειδικής Αγωγής και Εκπαίδευσης) και ως εκ τούτου προσλήφθηκε ως Εκπαιδευτικός Ειδικής Αγωγής και Εκπαίδευσης σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτεθέντα. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στα πλαίσια ενδελεχούς ελέγχου επί των εγγράφων του ενάγοντος, διαπιστώθηκε ότι η προαναφερόμενη γνωμάτευση ήταν παραποιημένη.
Ειδικότερα στην προαναφερόμενη παραποιημένη γνωμάτευση αναγραφόταν ότι το ποσοστό αναπηρίας αυτού (ενάγοντος) ήταν 68%, ενώ το αληθές ήταν ότι το ποσοστό αναπηρίας αυτού (ενάγοντος) ήταν 55%, σύμφωνα με την υπ' αριθ. …/2005 προσκομιζόμενη γνωμάτευση του ΙΚΑ Καβάλας. Με το ανωτέρω παραποιημένο προσκομιζόμενο έγγραφο ο ενάγων πέτυχε να λάβει τρία (3) επιπλέον μόρια από αυτά που δικαιούνταν και κατατάχθηκε στην 14η σειρά Εκπαιδευτικών Ειδικής Αγωγής και Εκπαίδευσης επί συνόλου 94 προσληφθέντων.
Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι η νόθευση και παραποίηση της προαναφερόμενης προσκομιζόμενης γνωμάτευσης έλαβε χώρα εκ μέρους του ίδιου του ενάγοντος. Τούτο ενισχύεται ιδίως από το γεγονός ότι κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης του ΠΥΣΔΕ Ανατολικής Θεσσαλονίκης που έλαβε χώρα την 24-5-2016, ο ενάγων ουδόλως αμφισβήτησε τη νόθευση του περιεχομένου της ανωτέρω γνωμάτευσης, αντιθέτως συνομολόγησε ότι προέβη ο ίδιος στην προαναφερόμενη πράξη ...
Εν συνεχεία αποδείχθηκε, ότι με την υπ' αριθ. …/….-5-2016 προσκομιζόμενη Πράξη, το ΠΥΣΔΕ Θεσσαλονίκης που συγκροτήθηκε δυνάμει της υπ' αριθ. …/….-2-2016 απόφασης του Περιφερειακού Διευθυντή της Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Κεντρικής Μακεδονίας πρότεινε στον Υπουργό Παιδείας την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, εξαιτίας της προαναφερόμενης προσκομιζόμενης παραποιημένης εκ μέρους του ιατρικής γνωμάτευσης ...
Εν συνεχεία αποδείχθηκε ότι δυνάμει της υπ' αριθ. …/…/…-6-2016 προσκομιζόμενης απόφασης του Υπουργού Παιδείας, 'Ερευνας και Θρησκευμάτων καταγγέλθηκε η επίδικη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος, εξαιτίας της προαναφερόμενης προσκομιζόμενης παραποιημένης εκ μέρους του ιατρικής γνωμάτευσης ... 'Όμως, όπως προκύπτει από τους προσκομιζόμενους πίνακες μοριοδότησης και κατάταξης αναπληρωτών Εκπαιδευτικών Ειδικής Αγωγής και Εκπαίδευσης, η προαναφερόμενη παράνομη πράξη στην οποία προέβη ο ενάγων, δεν αποτέλεσε κριτήριο για την πρόσληψή του, αλλά για την καλύτερη κατάταξή του στον πίνακα προσληφθέντων, σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτεθέντα, καθόσον αυτός (ενάγων) συγκέντρωσε συνολικά 14.787 μόρια και τοποθετήθηκε 14ος στον πίνακα κατάταξης, αφαιρουμένων δε των τριών (3) μορίων του κακώς έλαβε, βάσει της προαναφερόμενης παραποιημένης ιατρικής γνωμάτευσης, έπρεπε να λάβει 11.787 μόρια και να καταταχθεί ως 35ος στον σχετικό πίνακα. 'Αλλωστε από τη γραμματική διατύπωση της υπ' αριθ.
…/Φ…./…./…/….-3-2014 εγκυκλίου του Υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης με θέμα "'Ελεγχος νομιμότητας πτυχίων, πιστοποιητικών και λοιπών στοιχείων του προσωπικού μητρώου υπαλλήλων" συνάγεται ρητά και ξεκάθαρα, ότι οι διατάξεις περί καταγγελίας σύμβασης εργασίας εφαρμόζονται σε περίπτωση που διαπιστωθεί ότι υπάλληλος που διορίστηκε υποβοήθησε το διορισμό του, καταθέτοντας πλαστό ή παραποιημένο τίτλο σπουδών και όχι την καλύτερη κατάταξή του στον πίνακα καταταχθέντων, πέραν του γεγονότος ότι οι διατάξεις του π.δ. 410/1988 δεν επιβάλλουν την καταγγελία της σύμβασης εργασίας υπαλλήλου που προέβη στην τέλεση οιουδήποτε πειθαρχικού παραπτώματος, όπως εν προκειμένω του ενάγοντος, αντιθέτως παρέχει τη διακριτική ευχέρεια περί της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας υπαλλήλου που προέβη στην τέλεση πειθαρχικού παραπτώματος, απορριπτομένων των σχετικών ισχυρισμών του εναγομένου.
Επομένως, δεδομένου ότι ο ενάγων θα είχε προσληφθεί ως αναπληρωτής εκπαιδευτικός, ακόμη και χωρίς την προαναφερόμενη παραποιημένη γνωμάτευση που προσκόμισε, η καταγγελία της επίδικης σύμβασης εργασίας του εκ μέρους του εναγομένου αποτελεί την αυστηρότερη των ποινών που θα μπορούσαν να του επιβληθούν και δεδομένου ότι παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας είναι άκυρη.
Πρέπει δε να σημειωθεί ότι ο ενάγων με μεταγενέστερη βεβαίωση της Α'/θμιας Υγειονομικής Επιτροπής ΙΚΑ Καβάλας από 30-7-2009 γνωματεύθηκε αναπηρία του στο 67% και ήδη ο ενάγων με την από 21-12-2016 πιστοποίηση ΚΕΠΑ βεβαιώθηκε ότι η αναπηρία του ανέρχεται σε ποσοστό 67% ... Με βάση τα παραπάνω προκύπτει ότι πράγματι παραβιάστηκε η συνταγματική αρχή αναλογικότητας (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) και υπήρξε υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής ευχέρειας του εναγομένου, πρόκειται δε για δυσαναλογία μέσου προς σκοπό δηλαδή το ασκούμενο δικαίωμα έχει απωλέσει την αναλογία του μέσου προς σκοπό και η άσκησή του είναι απαγορευμένη ...
και ως εκ τούτου είναι άκυρη η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος εκ μέρους του εναγομένου και πρέπει να αναγνωριστεί ότι η υπ' αριθ. …/…/…-6-2016 απόφαση του Υπουργού Παιδείας, 'Ερευνας και Θρησκευμάτων περί καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος είναι άκυρη ...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι η από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο γενόμενη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος είναι άκυρη, διότι 1) δεν συνέτρεχε σπουδαίος λόγος γι' αυτήν καθώς α) η διάπραξη του ως άνω πειθαρχικού παραπτώματος εκ μέρους του ενάγοντος δεν καθιστά υποχρεωτική την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του για το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο κατά τις διατάξεις του π.δ. 410/1988, β) η παράνομη πράξη, στην οποία προέβη ο ενάγων, δεν αποτέλεσε κριτήριο για την πρόσληψή του, αλλά για την πρόταξή του στον πίνακα αναπληρωτών Εκπαιδευτικών ΕΑΕ, και ότι, επομένως αυτός θα είχε προσληφθεί ως αναπληρωτής εκπαιδευτικός και χωρίς την νοθευμένη γνωμάτευση που προσκόμισε, δεδομένου ότι από τη γραμματική διατύπωση της …/Φ…./…/…/…-3-2014 εγκύκλιο του Υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης συνάγεται ρητά, ότι οι διατάξεις περί καταγγελίας της σύμβασης εργασίας υπαλλήλου του Δημοσίου εφαρμόζονται σε περίπτωση που διαπιστωθεί ότι ο υπάλληλος, που διορίστηκε, υποβοήθησε τον διορισμό του, καταθέτοντας πλαστό ή παραποιημένο τίτλο σπουδών, και 2) είναι καταχρηστική, διότι το συγκεκριμένο παράπτωμα του ενάγοντος θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί με ηπιότερα μέτρα από αυτό της καταγγελίας.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 672, 281 ΑΚ και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες, και με τη μη εφαρμογή τους τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 53 παρ. 1 του π.δ. 410/1988, 4 παρ. 3 του Ν. 4057/2012 και 107 παρ. 1 περ.
λδ' του Ν. 3528/2007, η οποία (περ. λδ') προστέθηκε με το άρθρο 29 παρ. 1 του Ν. 4305/2014, οι οποίες ήσαν εφαρμοστέες. Και τούτο διότι υπό τα γενόμενα δεκτά περιστατικά, συνέτρεχε σπουδαίος λόγος για την καταγγελία της ένδικης σύμβασης εργασίας, αφού η βαρύτητα του πειθαρχικού παραπτώματος, που διέπραξε ο ενάγων, το οποίο συνιστά και ποινικά κολάσιμη πράξη (άρθ. 217 παρ. 1 ΠΚ, όπως ισχύει), αποτελεί χαρακτηριστική ανάξια για τον υπάλληλο διαγωγή, λόγω δε της βαρύτητας της άνω συμπεριφοράς του ενάγοντος, υφίστανται ικανές αμφιβολίες εκ μέρους του αναιρεσείοντος για τη δυνατότητα εκ μέρους του ενάγοντος προσφοράς υπεύθυνου εκπαιδευτικού έργου, με κίνδυνο βλάβης των δικαιολογημένων συμφερόντων αυτού (αναιρεσείοντος), για την αποτροπή του οποίου το μόνο πρόσφορο αλλά και αναγκαίο μέσο ήταν η καταγγελία της σύμβασης εργασίας.
Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. ΚΠολΔ, παρελκούσης της έρευνας του δεύτερου λόγου, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς εκδίκαση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, του οποίου η συγκρότηση από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως, είναι εφικτή (άρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Τέλος, πρέπει ο αναιρεσίβλητος να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία θα καθορισθούν μειωμένα (άρθ. 176 και 183 ΚΠολΔ σε συνδ. με άρθ. 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 του ΕισΝΚπολΔ και 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της 134423/1992 ΚΥΑ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 5136/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον Εφέτη Δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως την υπόθεσης.
Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην καταβολή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 1η Ιουλίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ