Legislator Case Law & Legislation
1123/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against first-instance judgment for failure to examine non-appealable grounds.

Case Number 1123/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the first-instance judgment regarding a negotiable instrument dispute. The appellant argued the lower court failed to examine specific grounds for appeal, but the court ruled these grounds were legally invalid. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the opposing party's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Article 560 of the Code of Civil Procedure; The failure of a court of appeal to examine appeal grounds that are legally inadmissible does not constitute an appealable error under Article 560, paragraph 5.

Keywords

AI generated
appealable error negotiable instrument endorsement validity legal inadmissibility court of appeal civil procedure code legal costs

Cited Legislation

AI generated
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Law 4335/2015

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1123 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1123/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη - Εισηγητή, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Κυριάκο Οικονόμου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε.", που εδρεύει στις ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Φωτιάδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: ανωνύμου τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην .....και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Σαρρή.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-3-2014 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πολυγύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 301/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 167/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1-3-2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν 4335/2015, "κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης." Εξ αντιθέτου συνάγεται ότι κατά των αποφάσεων των ως άνω δικαστηρίων δεν επιτρέπεται αναίρεση για τους λοιπούς, αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, λόγους, μεταξύ των οποίων και εκείνος του αριθμού 14 που ιδρύεται "αν το δικαστήριο κατά παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο".

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, κατά τον οποίο το Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφασή του ως δικαστήριο δεύτερου βαθμού επί εφέσεως κατά αποφάσεως Ειρηνοδικείου, παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την έφεση της αναιρεσείουσας, καίτοι ήταν εκπρόθεσμη, είναι απαράδεκτος, αφού τέτοιος λόγος δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των περιοριστικά απαριθμούμενων στο άρθρο 560 ΚΠολΔ λόγων.- Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ο αντίστοιχος του άρθρου 560 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών.

Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 του ΑΚ, υφίσταται, όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του, είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρο 173 και 200 του ΑΚ.

Προσφυγή πάντως στις διατάξεις αυτές υπάρχει, έστω και αν αυτές δεν κατονομάζονται ρητά στην απόφαση, εφόσον από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, προσέφυγε τελικά στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρο 173 και 200 ΑΚ. Η διαπίστωση εξάλλου από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά αρκεί να προκύπτει και έμμεσα απ' αυτή, όπως συμβαίνει όταν παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους.

Ιδίως αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο προβαίνει στο συσχετισμό των όρων της σύμβασης, στη λήψη υπόψη στοιχείων εκτός της σύμβασης ή αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της. Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρο 173 και 200 του ΑΚ συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή τους, με την έννοια της ευθείας κατ' αρχήν παράβασης των κανόνων αυτών στην περίπτωση που το σχετικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο ως προς την ερμηνεία ή τη συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, πρέπει δε για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης να αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας, η οποία εσφαλμένα ερμηνεύθηκε, η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας ως προς τη δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως, το περιεχόμενο που έπρεπε, να προσδώσει σ' αυτή με σωστή ερμηνεία η απόφαση και σε τι συνίσταται το σφάλμα της ως προς την παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων (ΑΠ 432/2016).

Περαιτέρω, διδάγματα της κοινής πείρας είναι γενικές αρχές, που επαγωγικά συνάγονται από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και από τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, αποτελώντας πλέον κοινό κτήμα. Κατά την έννοια αυτή χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο της ουσίας για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή για την εκτίμηση της αξίας των αποδεικτικών μέσων, που με επίκληση νόμιμα προσκομίσθηκαν.

Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και αντίστοιχα του άρθρου 560 ΚΠολΔ, μόνον όμως αν αφορά την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης, ενώ αντίθετα ανέλεγκτη αναιρετικά είναι η παράβαση των διδαγμάτων αυτών κατά την ερμηνεία των δικαιοπραξιών ή την εκτίμηση των αποδείξεων και τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο κατ' άρθρο 561 παρ. 1ΚΠολΔ (Ολομ ΑΠ 2/2008).

Εν προκειμένω, με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση παράβαση του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, επικαλούμενη παραβίαση της ερμηνευτικής των συμβάσεων διατάξεως του άρθρου 200 ΑΚ, στην οποία όφειλε το Δικαστήριο κατά τους ισχυρισμούς της να προστρέξει, για να κατανοηθεί η πραγματική έννοια και σημασία της τραπεζικής πρακτικής και των τραπεζικών συναλλακτικών ηθών, σύμφωνα με τα οποία "καμία απολύτως τράπεζα δεν παραλαμβάνει προς ενεχυρίαση ή εγγύηση μεταχρονολογημένες τραπεζικές επιταγές οι οποίες (δεν) καλύπτουν πραγματική εμπορική συναλλαγή και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αφορούν στη χορήγηση προκαταβολής έναντι μελλοντικών αγορών", ενώ -αν λάμβανε τα ανωτέρω υπόψη- θα κατέληγε στο αποδεικτικό συμπέρασμα ότι οι (προστηθέντες) υπάλληλοι της αναιρεσίβλητης παρέλαβαν την επιταγή εν γνώσει του αχρεώστητου και όχι από βαριά αμέλεια, όπως εσφαλμένα δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.

Ο λόγος είναι αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση των ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο δεν δέχεται, ούτε και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας ως προς την εκφρασθείσα με την ένδικη σύμβαση ενεχυρίασης της επιταγής βούληση της αναιρεσίβλητης και του (μη διαδίκου) τρίτου ενεχυραστή.

Όλες οι παραδοχές και αναφορές της απόφασης δεν σκόπευαν στην ερμηνεία της εν λόγω σύμβασης, αλλά στην ανάλυση και αξιολόγηση των συνθηκών αναφορικά με τη γνώση των υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης Τράπεζας -κατά την κτήση της επιταγής με οπισθογράφηση λόγω ενεχύρου- της ενστάσεως της αναιρεσείουσας (εκδότριας της επιταγής) ότι δεν όφειλε το ποσό της επιταγής, διότι αυτή εκδόθηκε υπέρ του αρχικού λήπτη χάριν προκαταβολής τιμήματος πωλήσεως, για την οποία δεν ακολούθησε η παράδοση του πωληθέντος πράγματος, προκειμένου εν τέλει το Δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στο αρνητικό αποδεικτικό του πόρισμα σχετικά με τη συνδρομή των προϋποθέσεων προβολής κατά το άρθρο 22 ν. 5960/1933 της ανωτέρω ενστάσεως κατά της αναιρεσίβλητης, κομίστριας λόγω οπισθογραφήσεως της επιταγής.

Περαιτέρω, αν ήθελε εκτιμηθεί ότι με το λόγο αυτό η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, επικαλούμενη παράλειψη χρησιμοποίησης των (συναγομένων από την επικαλούμενη τραπεζική πρακτική) διδαγμάτων κοινής πείρας και επικουρικά κακή εφαρμογή αυτών για την προσήκουσα υπαγωγή των γενομένων δεκτών στη διάταξη του άρθρου 22 ν. 5960/1933, και πάλι ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι με την επίφαση αυτού η αναιρεσείουσα επιχειρεί να πλήξει την αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου σχετικά με την έλλειψη γνώσεως των προστηθέντων υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης ως προς το ανωτέρω κρίσιμο γεγονός.

Από τα άρθρα 522, 535 παρ.1 και 536 παρ.1-2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά την παραδοχή λόγου εφέσεως, την εξαφάνιση της εκκαλουμένης και την διακράτηση της υπόθεσης για την εκδίκασή της από αυτό κατ' ουσίαν, καθίσταται αρμόδιο να ερευνήσει και αυτεπαγγέλτως όλα τα ζητήματα που είχαν υποβληθεί πρωτοδίκως για την οριστική διάγνωση της διαφοράς.

Έτσι, αν κρίνεται αγωγή με περισσότερες βάσεις, το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της εφέσεως δεν περιορίζεται μόνο στις διατάξεις της αποφάσεως που πλήττονται με την έφεση, αλλά εκτείνεται και στις μη εξετασθείσες πρωτοδίκως βάσεις, διότι δεν δικάζεται πλέον η έφεση, αλλά η αγωγή. Τα ίδια ισχύουν, mutatis mutandis, και όταν κρίνεται ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής με περισσότερους λόγους.

Επομένως και στην περίπτωση αυτή το Εφετείο, εάν εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση απορρίπτοντας λόγο της ανακοπής που είχε γίνει δεκτός πρωτοδίκως, οφείλει να εξετάσει και τους λοιπούς λόγους της ανακοπής που δεν είχαν εξετασθεί, υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι οι λόγοι αυτοί είχαν προβληθεί κατά τρόπον ορισμένο και παραδεκτό και ήταν νόμιμοι, δηλαδή ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οπότε και υποχρεούται το δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει.

Εάν δε το Εφετείο δεν εξετάσει τέτοιον λόγο της ανακοπής, που είχε δηλαδή προταθεί παραδεκτά και νόμιμα και δεν είχε εξετασθεί από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δημιουργείται ο αναιρετικός λόγος των άρθρων 559 αριθ. 8 και 560 αριθ. 5 ΚΠολΔ, διότι ως "πράγματα" κατά την εν λόγω διάταξη νοούνται αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.

Αυτοτελείς δε πραγματικοί ισχυρισμοί αποτελούν και οι λόγοι της κατά το άρθρο 632 ΚΠολΔ ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής, από τους οποίους, συνδυαζόμενους με το αίτημα της ανακοπής, οριοθετείται το αντικείμενο της δίκης επί της ανακοπής, συνίσταται δε στην έλλειψη ουσιαστικών ή διαδικαστικών προϋποθέσεων που δικαιολογούν την ακύρωση της διαταγής πληρωμής (ΑΠ 1556/2012, ΑΠ 1861/2011).

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 1251 του ΑΚ για την ενεχυρίαση τίτλου σε διαταγή αρκεί οπισθογράφησή του σε διαταγή του δανειστή, χωρίς να απαιτείται άλλη έγγραφη συμφωνία, ενώ με το άρθρο 1255 παρ.1 εδαφ. α' του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι, αν αντικείμενο του ενεχύρου είναι τίτλος σε διαταγή, ο ενεχυρούχος δανειστής, έχει δικαίωμα να εισπράξει μόνος και αν ακόμη δεν έληξε το ασφαλιζόμενο χρέος.

Εξάλλου, η ενεχυρίαση των τίτλων σε διαταγή με οπισθογράφηση και παράδοση είχε θεσπισθεί ως ειδικός τρόπος ενεχυράσεως για ορισμένες ανώνυμες εταιρείες και προς ασφάλεια ορισμένων απαιτήσεων τους, με το άρθρο 38 του ν.δ 17-1/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών", που εξακολουθεί να ισχύει, κατά το άρθρο 41 παρ. 1 του ΕισΝΑΚ και ορίζει ότι εάν αντικείμενο της ενεχυράσεως είναι δικαιόγραφο σε διαταγή, ή ενεχυρίαση γίνεται με οπισθογράφηση αυτού σε διαταγή της πιστώτριας, μη απαιτουμένης άλλης εγγράφου συμβάσεως ενεχυριάσεως.

Από τις τελευταίες αυτές ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι για την ενεχύραση τίτλου σε διαταγή αρκεί η οπισθογράφηση αυτού σε διαταγή του δανειστή, χωρίς να απαιτείται άλλη διατύπωση, δεν αποκλείεται δε ή επιλογή του κοινού τρόπου ενεχυράσεως της απαιτήσεως, με την τήρηση των διατυπώσεων των άρθρων 1247 και 1248 του ΑΚ.

Μεταξύ δε των τίτλων σε διαταγή, που ενεχυράζονται με οπισθογράφηση, κατά τη διάταξη του άρθρου 1251 του ΑΚ, είναι και η επιταγή, καθόσον από τη μη ύπαρξη στο ν. 5960/1933 "περί επιταγής", αντίστοιχης διάταξης του άρθρου 19 του Ν. 5325/1932 με την οποία προβλέπεται η οπισθογράφηση, λόγω ενεχύρου, των συναλλαγματικών και των γραμματίων εις διαταγήν (βλ.

άρθρο 77 Ν.5325/1932) δεν μπορεί να συναχθεί ότι θεσπίζεται για την επιταγή σχετική απαγόρευση. Επίσης και από τη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 του Ν.1957/1991, με την οποία επιβάλλεται τέλος χαρτοσήμου στις "επιταγές που προσκομίζονται για είσπραξη, ενεχυρίαση ή φύλαξη", προκύπτει ότι θεωρείται δεδομένη η νομιμότητα της ενεχυράσεως της τραπεζικής επιταγής (ΑΠ 343/2013, ΑΠ 1804/2005, ΑΠ 1566/2002), ενώ η μη καταβολή του ως άνω τέλους χαρτοσήμου επί του πινακίου της ενεχυριάσεως συνεπάγεται φορολογικές μόνον συνέπειες και δεν επηρεάζει το κύρος της ενεχυριάσεως ή της ίδιας της επιταγής.

Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 19 εδαφ. α', 16 εδαφ. β' και γ', 14 εδαφ. α' και γ' και 17 του ν. 5960/1933 προκύπτει ότι η μεταβίβαση των δικαιωμάτων από την επιταγή προϋποθέτει οπισθογράφηση του προσώπου που κατονομάζεται σ' αυτή ως δικαιούχος, δηλαδή του λήπτη ή του κομιστή από οπισθογράφηση της επιταγής, ενώ η απλή παράδοση της επιταγής σε τρίτον χωρίς οπισθογράφηση επιφέρει το ίδιο αποτέλεσμα μόνο εφόσον γίνεται από τον κομιστή που την απέκτησε με λευκή οπισθογράφηση, δηλαδή με οπισθογράφηση που έγινε με μόνη την υπογραφή του οπισθογράφου (και όχι από τον κομιστή που απέκτησε την επιταγή με πλήρη οπισθογράφηση ή από πρόσωπο που απέκτησε την κατοχή της με άλλον τρόπο).

Εξάλλου, αδιάκοπη σειρά οπισθογραφήσεων, κατά την έννοια του νόμου, αποτελεί η αλληλουχία των υπογραφών, η οποία δεν υπάρχει όταν την οπισθογράφηση με σημείωση του δικαιούχου ακολουθεί οπισθογράφηση άλλου προσώπου, δηλαδή χωρίς να παρεμβάλλεται η υπογραφή του προσώπου που σημειώνεται ως δικαιούχος στην αμέσως προηγούμενη πλήρη οπισθογράφηση.

Επίσης δεν υπάρχει αδιάκοπη και νόμιμη σειρά οπισθογραφήσεων όταν η πλήρης οπισθογράφηση ακολουθείται από μεταβίβαση της επιταγής με απλή παράδοση από αυτόν που σημειώνεται ως δικαιούχος στην πλήρη οπισθογράφηση προς άλλον, ο οποίος στη συνέχεια μεταβιβάζει την επιταγή προς τρίτον με πλήρη ή λευκή οπισθογράφηση (ΑΠ 1521/2014).

Εν προκειμένω, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την ένδικη ανακοπή της και για τους περιεχόμενους σ' αυτήν τρεις λόγους η αναιρεσείουσα ζήτησε να ακυρωθεί υπ' αριθ. 7/2014 διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδίκη Πολυγύρου, που είχε εκδοθεί σε βάρος της με αίτηση της αναιρεσίβλητης Τράπεζας με βάση μία τραπεζική επιταγή που είχε μεταβιβασθεί με οπισθογράφηση σ' αυτήν λόγω ενεχύρου.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ' αριθ. 301/2014 απόφασή του, δέχθηκε τον πρώτο λόγο της ανακοπής περί αχρεωστήτου (έλλειψη υποκείμενης αιτίας) και ακύρωσε τη διαταγή πληρωμής, ενώ δεν εξέτασε μετά ταύτα τους λοιπούς (δεύτερο και τρίτο) λόγους της ανακοπής ότι η αναιρεσίβλητη δεν νομιμοποιούνταν στην εκ του τίτλου άσκηση αξιώσεων, διότι α) δεν κατέστη νόμιμη κομίστρια της ένδικης επιταγής με αδιάκοπη σειρά οπισθογραφήσεων και β) ότι η λόγω ενεχύρου κτήση αυτής ήταν άκυρη, διότι ο ν. 5960/1933 δεν προβλέπει δυνατότητα οπισθογραφήσεως της επιταγής λόγω ενεχύρου, που μπορούσε να γίνει μόνο κατά τις κοινές διατάξεις, οι προϋποθέσεις των οποίων δεν τηρήθηκαν.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε το σχετικό λόγο εφέσεως της αναιρεσίβλητης-καθής η ανακοπή και απέρριψε ως αβάσιμο τον πρώτο λόγο της ανακοπής που είχε γίνει δεκτός πρωτοδίκως, απορρίπτοντας μετά ταύτα και την ανακοπή στο σύνολό της, χωρίς να εξετάσει και τους λοιπούς, δεύτερο και τρίτο, λόγους της ανακοπής.

Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, το Μονομελές Πρωτοδικείο δικάζοντας ως Εφετείο όφειλε μεν να εξετάσει τους ανωτέρω λόγους της ανακοπής, που είχαν προβληθεί παραδεκτά και δεν είχαν εξετασθεί πρωτοδίκως, πλην όμως οι ως άνω δύο λόγοι δεν ήταν νόμιμοι και επομένως δεν ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στη δίκη, οπότε η παράλειψη εξετάσεώς τους δεν ιδρύει εν προκειμένω τον από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης.

Ειδικότερα, ο δεύτερος λόγος της ανακοπής (ότι η αναιρεσίβλητη Τράπεζα δεν κατέστη νόμιμη κομίστρια της ένδικης επιταγής με αδιάκοπη σειρά οπισθογραφήσεων) δεν είναι νόμιμος, αφού με βάση τα εξιστορούμενα στην ανακοπή η ένδικη επιταγή εκδόθηκε από την αναιρεσείουσα σε διαταγή της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...

ΑΒΕΤΕ", ο νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας την 26.6.2013 υπέγραψε τακτική οπισθογράφηση λόγω ενεχύρου προς την αναιρεσίβλητη με το περιεχόμενο: "πληρώσατε σε διαταγή ... ΑΕ -26.6.2013- αξία ληφθείσα ως ενέχυρο". Επομένως, η αναιρεσίβλητη με τον ως άνω τρόπο κατέστη νόμιμη κομίστρια της επιταγής σύμφωνα άλλωστε και με τις προπαρατιθέμενες αιτιολογίες.

Τέλος, ο τρίτος λόγος της ανακοπής (ότι η λόγω ενεχύρου κτήση της επιταγής ήταν άκυρη διότι ο ν. 5960/1933 δεν προβλέπει δυνατότητα οπισθογραφήσεως της επιταγής λόγω ενεχύρου, που μπορούσε να γίνει μόνο κατά τις κοινές διατάξεις οι προϋποθέσεις των οποίων δεν τηρήθηκαν), δεν είναι και αυτός νόμιμος, αφού κατά τα προαναφερόμενα είναι δυνατή κατά νόμο η ενεχυρίαση τραπεζικής επιταγής, ακόμη και μεταχρονολογημένης, με οπισθογράφηση κατά το άρθρο 19 ν. 5960/1933 λόγω ενεχύρου.

Κατά συνέπεια, η προσβαλλόμενη απόφαση εκ του αποτελέσματος δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθ. 5 ΚΠολΔ, όπως η αναιρεσείουσα υποστηρίζει με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αίτησης, ο οποίος είναι αβάσιμος.

Κατόπιν τούτων, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1η Μαρτίου 2017 αίτηση της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΟΕ" για αναίρεση της υπ' αριθ. 167/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής.-

Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Μαΐου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 9 Σεπτεμβρίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ (και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου)

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ