Supreme Court allows second appeal, mandates substantive trial by itself without remanding case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the second appeal filed against the Court of First Instance's decision. The appellants argued for the reversal of the lower court's judgment, while the respondents sought dismissal. The court ruled that since this is a second appeal, the Supreme Court must conduct the substantive trial itself rather than remanding the case, thereby establishing a new hearing for the merits.
Legislator headnote
AI generatedArticles 581(2) and 570(2) of the Code of Civil Procedure; In the event of a second appeal against a decision remitted for further trial, the Supreme Court must adjudicate the substance of the case itself without remanding it to the court of first instance.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1123 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1123/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Ιωάννη Φιοράκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Α. Του αναιρεσείοντος: Α. Α. του Ν., ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παραμυθιώτη με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ε. συζ. Σ. Β., το γένος Ν. Α., κατοίκου ... , η οποία δεν παραστάθηκε, 2. Μ. συζ. Ι. Κ., το γένος Ν. Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Ανδρέα Χριστοφή, 3. Ε., συζ. Ε. Σ., το γένος Ν. Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά των πληρεξουσίων δικηγόρων Ιωάννη Καραγκούνη και Στυλιανού Σταματόπουλου.
Β. Της αναιρεσείουσας : Μ. συζ. Ι. Κ., το γένος Ν. Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Ανδρέα Χριστοφή,
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Α. Α. του Ν., κάτοικοι Αθηνών, που δεν παραστάθηκε και 2.Ε., συζ. Ε. Σ., το γένος Ν. Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά των πληρεξουσίων δικηγόρων Ιωάννη Καραγκούνη και Στυλιανού Σταματόπουλου. Γ. Της αναιρεσείουσας : Ε. συζ. Σ. Β., το γένος Ν. Α., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Θεόδωρου Χρόνη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Α. Α. του Ν., ..., που δεν παραστάθηκε, 2. Ε., συζ. Ε. Σ., το γένος Ν. Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά των πληρεξουσίων δικηγόρων Ιωάννη Καραγκούνη και Στυλιανού Σταματόπουλου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-11-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος- αναιρεσιβλήτου Α. Α. του Ν. που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4038/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 1848/2013 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι α) Ε. συζ. Σ. Β., το γένος Ν. Α., και β) Μ. συζ. Ι. Κ., το γένος Ν. Α., με τις από 24-9-2013 και 23-9-2013 αιτήσεις τους αντίστοιχα και τους από 13-2-2014 πρόσθετους λόγους της 2ης αίτησης, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν και εκδόθηκε η 1379/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση.
Εκδόθηκε μετ’ αναίρεση η 4686/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι Α. Α. Α. του Ν. με την από 30-5-2016 αίτησή του, Β. Μ. συζ. Ι. Κ., το γένος Ν. Α., με την από 24-6-2016 αίτησή της και τον από 8-12-2016 πρόσθετο λόγο αυτής και Γ. Ε. συζ. Σ. Β., το γένος Ν. Α., με την από 20-5-2016 αίτησή της, που αρχικά προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 2-11-2016 και μετ’ αναβολή για τη σημερινή δικάσιμο.
Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή των αιτήσεων αναίρεσης, των παρόντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψη των αιτήσεων αναίρεσης, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο του Δικαστηρίου τούτου (11-1-2017) συζητήθηκαν: Α) η από 30-5-2016 αίτηση αναίρεσης του Α. Α. του Ν. κατά των α) Ε. συζύγου Σ. Β., β) Μ. συζύγου Ι. Κ. και γ) Ε. συζύγου Ε. Σ., Β) η από 24-6-2016 αίτηση αναίρεσης και ο από 8-12-2016 πρόσθετος λόγος αυτής της Μ. συζύγου Ι. Κ. κατά των α) Α.
Α. του Ν. και β) Ε. συζύγου Ε. Σ. και Γ) η από 20-5-2016 αίτηση αναίρεσης της Ε. συζύγου Σ. Β. κατά των α) Α. Α. του Ν. και β) Ε. συζύγου Ε. Σ., όλες για την αναίρεση της υπ’ αριθ. 4686/2015 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Οι αιτήσεις αυτές και ο πρόσθετος λόγος της υπό στοιχείο Β πρέπει να συνεκδικασθούν, διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η δίκη και επέρχεται μείωση των εξόδων, σύμφωνα με το άρθρο 246 Κ.Πολ.Δ.
που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατά το άρθρο 573 του ίδιου Κώδικα. Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιός επισπεύδει τη συζήτηση.
Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται ως να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, διαφορετικά κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. γ’ και δ1 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ’ άρθρο 575 εδ. β’ του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε.
Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου.
Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής, είναι, ο απολειπόμενος κατά τη μετ’ αναβολή δικάσιμο διάδικος να είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή να είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή να είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και, επομένως, με τη νόμιμη παράσταση και μη εναντίωσή του να καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου και τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, η συζήτηση της υπό στοιχείο Γ, ως άνω, κρινόμενης αίτησης αναίρεσης είχε ορισθεί αρχικά για τη δικάσιμο της 2-11-2016, ενώ όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη υπ’ αριθ. .../22-7-2016 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Θ.
Γ.- Γ., την οποία η αναιρεσείουσα προσκομίζει και επικαλείται, αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με κλήση για συζήτηση στη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον πρώτο αναίρεσίβλητο Ν. Α. του Ν.. Ακολούθως, η υπόθεση αναβλήθηκε από το πινάκιο για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (11-1-2017).
Κατά την εκφώνηση, όμως, της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου στην εν λόγω δικάσιμο, ο ανωτέρω αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση. Κατόπιν τούτου το δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία του τελευταίου, η κλήτευση του οποίου για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο της 11-1-2017 δεν ήταν αναγκαία, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στην προαναφερόμενη νομική σκέψη.
Περαιτέρω, ακριβές αντίγραφο α) της κρινόμενης υπό στοιχείο Α αίτησης αναίρεσης, τη συζήτηση της οποίας επισπεύδει ο αναιρεσείων, με πράξη ορισμού της προαναφερόμενης δικασίμου και κλήση της πρώτης αναιρεσίβλητης Ε. συζύγου Σ. Β. να παραστεί κατά την ανωτέρω συζήτηση επιδόθηκε νομίμως σ’ αυτήν, όπως τούτο προκύπτει από τη με επίκληση προσαγόμενη από τον αναιρεσείοντα υπ’ αριθ. ... /17-10-2016 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Μ.
Σ., β) της κρινόμενης υπό στοιχείο Β αίτησης αναίρεσης και του προσθέτου λόγου της, τη συζήτηση των οποίων επισπεύδει η αναιρεσείουσα, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση του πρώτου αναιρεσίβλητου Α. Α. του Ν. να παραστεί κατά την ανωτέρω συζήτηση επιδόθηκαν νομίμως σ’ αυτόν, όπως τούτο προκύπτει από τις προσαγόμενες με επίκληση από την αναιρεσείουσα υπ’ αριθ. ...7- 10-2016 και ...-12-2016 αντίστοιχα εκθέσεις επίδοσης των δικαστικών επιμελητών Αθηνών Μ.
Ι. και Ο. Σ.. Κατά την προαναφερθείσα δικάσιμο (11-1-2017) οι, ως άνω, αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο και δεν έλαβαν μέρος στη συζήτηση, πλην όμως ως νομίμως κλητευθέντες, κατά τα προεκτεθέντα, πρέπει να δικασθούν ως να ήταν παρόντες και να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τούτων.
Κατά μεν το άρθρο 579 παρ. 1 ΚΠολΔ αν αναιρεθεί η απόφαση οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε, κατά δε το άρθρο 581 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, αν η απόφαση αναιρεθεί μερικώς ως προς κάποιο μόνο κεφάλαιο της όλης δίκης, το δικαστήριο της παραπομπής δεν μπορεί να εξετάσει λόγους έφεσης που αναφέρονται στα λοιπά κεφάλαια, ως προς τα οποία δεν αναιρέθηκε η απόφαση, διότι διαφορετικά θα προσέβαλε το δεδικασμένο, το οποίο κατά το άρθρο 322 ΑΚ λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, αν δε αναιρεθεί στο σύνολο της, αποβάλλει την ισχύ της και οι διάδικοι επανέρχονται στην πριν από αυτήν κατάσταση.
Στο σύνολο της θεωρείται ότι αναιρείται μια απόφαση όταν η αναιρούσα αυτήν απόφαση δεν περιορίζει με σχετική διάταξη την αναίρεση σε ορισμένο ή ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης ή ως προς μερικούς από τους διαδίκους (ΟλΑΠ 27/2007, ΑΠ 845/2010). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του αριθμού 16 του άρθρου 599 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται πλην άλλων, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίστηκε ύστερα από ένδικο μέσο.
Η εξαφάνιση αυτή πρέπει να είχε επέλθει πριν από την τελευταία συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αναίρεση απόφαση (ΑΠ 429/2014). Στην προκειμένη περίπτωση από την επιτρεπτή επισκόπηση των προσκομιζομένων με επίκληση από τους διαδίκους διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: επί της από 2-11-2006 αγωγής του αναιρεσείοντος-αναιρεσιβλήτου Α.
Α. κατά των τριών αναιρεσιβλήτων στην, ως άνω, υπό στοιχείο Α αναίρεσή του αδελφών του, με αίτημα την αναγνώριση της υποχρέωσης των τελευταίων για συνεισφορά των προικών που τους είχε χορηγήσει ο κληρονομούμενος πατέρας των διαδίκων Ν. Α. και τον καθορισμό, μετά τον συνυπολογισμό τούτων, των εξ αδιαθέτου κληρονομικών τους μερίδων στην κληρονομιά του τελευταίου, εκδόθηκε αρχικά η υπ’ αριθ. 7446/2008 μη οριστική απόφαση και εν τέλει η υπ’ αριθ. 4038/2011 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή.
Κατά της ανωτέρω οριστικής απόφασης ασκήθηκαν οι από 11-1- 2012 και 4-4-2012 εφέσεις των εκ των νυν αναίρεσε ιόντων Α. Α. και Ε. Σ., επί των οποίων εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 1848/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγιναν αυτές δεκτές, εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση και ακολούθως έγινε δεκτή εν μέρει η αγωγή, αναγνωρίσθηκε ότι οι εναγόμενες είναι υποχρεωμένες να συνεισφέρουν τις παροχές που έλαβαν από τον κληρονομούμενο και προσδιορίσθηκε η κληρονομική μερίδα εκάστου διαδίκου-κληρονόμου.
Κατά της εφετειακής απόφασης ασκήθηκαν από μεν την νυν αναιρεσείουσα-αναιρεσίβλητη Ε. Β. η από 24-9-2013 αίτηση αναίρεσης που εστρέφετο κατά των νυν αναιρεσείοντος-αναιρεσιβλήτου Α. Α. και αναιρεσίβλητης Ε. Σ., από δε την νυν αναιρεσείουσα- αναιρεσίβλητη Μ. Κ. η από 23-9-2013 αίτηση αναίρεσης και ο από 13-2-2014 πρόσθετος λόγος της που εστρέφοντο κατά του νυν αναιρεσείοντος-αναιρεσιβλήτου Α.
Α.. Επί των συνεκδικασθεισών, ως άνω, αναιρέσεων και του προσθέτου λόγου εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 1379/2014 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, το οποίο, αφού δέχθηκε στο σκεπτικό της ότι το Εφετείο, έτσι που έκρινε, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1895 ΑΚ, όπως τούτο ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 28 του ν. 1329/1983,1899 και 288 ΑΚ, υποπίπτοντας στις αναιρετικές πλημμέλειες των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι, "προκειμένου να υπολογίσει - κατ’ εφαρμογή των άνω διατάξεων και ιδιαίτερα με βάση την αρχή του άρθρου 288 ΑΚ - την αξία των συνεισενεκτέων παροχών σε δραχμές της αυτής πραγματικής αξίας που οι παροχές αυτές είχαν κατά τον χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, και, ακολούθως την αξία τόσο της πλασματικής κληρονομιάς όσο και της εξ αδιαθέτου κληρονομιαίας μερίδας καθενός των τέκνων του κληρονομουμένου (διαδίκων), εντέλει δε το εξ αδιαθέτου κληρονομικό δικαίωμά τους στην πραγματική κληρονομιά του κληρονομουμένου, ενώ καθόρισε την αξία τους κατά το χρόνο σύστασής τους σε δραχμές και σε χρυσές λίρες Αγγλίας ως άνω και δέχτηκε στη συνέχεια ότι κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου η αξία της χρυσής λίρας και του τιμαρίθμου αυξήθηκαν, αντίστοιχα, ως άνω, αντί στη συνέχεια να διαιρέσει, αριθμητικώς, την αύξηση του τιμαρίθμου δια της αύξησης της χρυσής λίρας, ώστε να συνεκτιμηθεί, έτσι, για τον προσδιορισμό της αξίας σε δραχμές των άνω παροχών κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου και η κατά το άνω χρονικό διάστημα αύξηση του τιμαρίθμου, αντέστρεψε το παραπάνω κλάσμα, θέτοντας αριθμητή την αύξηση της χρυσής λίρας και παρονομαστή την αύξηση του τιμαρίθμου, με αποτέλεσμα τον λανθασμένο υπολογισμό της αξίας των συνεισενεκτέων παροχών και της πλασματικής κληρονομιάς, ακολούθως δε της εξ αδιαθέτου κληρονομικής μερίδας καθενός των τέκνων του κληρονομουμένου (διαδίκων), εν τέλει δε και του εξ αδιαθέτου κληρονομικού δικαιώματος τους στην πραγματική κληρονομιά", στη συνέχεια δέχθηκε αμφότερες τις αιτήσεις αναίρεσης, ανήρεσε την προσβληθείσα εφετειακή απόφαση, παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο και καταδίκασε όλους τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών.
Εκ των ανωτέρω καθίσταται πρόδηλο ότι με την προαναφερόμενη απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η υπ’ αριθ. 1848/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών αναιρέθηκε ως προς όλους τους αρχικούς διαδίκους (ενάγοντα-εναγόμενες), συμπεριλαμβανομένης και της αναιρεσίβλητης Ε. Σ., δοθέντος ότι: α) η γενομένη δεκτή από 24-9- 2013 αίτηση αναίρεσης της Ε.
Β. εστρέφετο και κατ’ αυτής, η οποία μάλιστα εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, β) στο σκεπτικό της υπ’ αριθ. 1379/2014 απόφασης του τελευταίου γίνεται λόγος για τον εκ μέρους του Εφετείου λανθασμένο υπολογισμό της αξίας (όλων) των συνεισεκτέων παροχών και της πλασματικής κληρονομιάς, ακολούθως δε της εξ αδιαθέτου κληρονομικής μερίδας καθενός (ανεξαιρέτως) των τέκνων του κληρονομουμένου-διαδίκων, εν τέλει δε και του εξ αδιαθέτου κληρονομικού δικαιώματος αυτών (όλων) στην πραγματική κληρονομιά, γ) με το διατακτικό της ίδιας απόφασης αφενός γίνονται δεκτές αμφότερες οι αιτήσεις αναίρεσης και αναιρείται η εφετειακή απόφαση χωρίς διάκριση για κάποιο εκ των αναιρεσιβλήτων, δηλονότι στο σύνολο της και αφετέρου καταδικάζονται όλοι ανεξαιρέτως οι αναιρεσίβλητοι στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειουσών.
Στη συνέχεια, το Εφετείο Αθηνών, ως δικαστήριο της παραπομπής, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα: "...δεδομένου ότι, μετά την αναίρεση της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε, στην παρούσα περίπτωση οι διάδικοι θα επανέλθουν στο στάδιο συζήτησης της από 11-1-2012 έφεσης του ενάγοντος-εκκαλούντος και συγκεκριμένα μόνο κατά το μέρος που αυτή στρέφεται εναντίον της πρώτης και της δεύτερης των εναγομένων-εφεσιβλήτων, οι οποίες άσκησαν τις προαναφερόμενες αιτήσεις αναίρεσης κατά του εκκαλούντος, διότι μόνο ως προς αυτές αναιρέθηκε ολικά η 1848/2013 απόφαση.
Όμως, ως προς το μέρος που η έφεση αυτή αφορά την τρίτη εναγομένη-εφεσίβλητη, Ε. συζ. Ε. Σ., η εν λόγω απόφαση, η οποία επιδόθηκε στην τελευταία στις 5-9-2013, όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση της δικαστικής επιμελήτριας Μ. Σ. στο ακριβές αντίγραφο που της επιδόθηκε, έχει καταστεί αμετάκλητη, αφού ούτε ο εκκαλών-ενάγων, ούτε αυτή άσκησαν κατ’ αυτής αναίρεση, όπως προκύπτει από το ...-3-2015 πιστοποιητικό του Τμήματος Ενδίκων Μέσων αυτού του Δικαστηρίου.
Εξάλλου, η εναγομένη αυτή συνδέεται με τις υπόλοιπες εναγόμενες, συγκληρονόμους, με δεσμό απλής, και όχι αναγκαστικής, ομοδικίας και έτσι δεν επιβάλλεται συμμετοχή της στην παρούσα δίκη. Ως εκ τούτου, κατά το κεφάλαιο που την αφορά και ειδικότερα, για το ότι η κληρονομική μερίδα της στην πραγματική ομάδα της κληρονομιάς του Ν.
Α. ανέρχεται σε ποσοστό 0,369 ή 36,9% εξ αδιαιρέτου, η 1848/2013 απόφαση αποτελεί δεδικασμένο, όπως βάσιμα υποστηρίζει αυτή με τις παρούσες προτάσεις της.
Συνεπώς, η από 16-9-2014 κλήση, με την οποία ο ενάγων-εκκαλών επαναφέρει προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου της παραπομπής την έφεσή του, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη κατά το μέρος που στρέφεται εναντίον της, ως άνω, τρίτης εναγόμενης- εφεσίβλητης Ε. συζ. Ε. Σ.. Επίσης, λόγω του δεδικασμένου, δεν θα εξετασθεί από το παρόν Δικαστήριο ούτε η από 4-4-2012 έφεσή της (Ε.
συζ. Ε. Σ.), καθώς και οι από 27-2-2015 πρόσθετοι λόγοι αυτής". Εν τέλει δε, διατηρώντας λόγω του δεδικασμένου που δέχθηκε, το εξ αδιαιρέτου κληρονομικό μερίδιο που είχε δεχθεί η αναιρεθείσα στο σύνολο της εφετειακή απόφαση ως προς την αναιρεσίβλητη-εναγομένη Ε. Σ. στο ύψος του 36,9%, αντί του 20,7% που το ίδιο το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του προσδιόρισε ως σύμφωνο με την υπόδειξη της αναιρετικής απόφασης, αναμόρφωσε μόνο τα, κατά τον υποδειχθέντα με την αναιρετική απόφαση τρόπο, εξ αδιαιρέτου κληρονομικά μερίδια του αναιρεσείοντος-ενάγοντος και των υπολοίπων αναιρεσιβλήτων-εναγομένων στο ύψος των 31,4% του Α.
Α., 23,6% της Ε. Β. και 24,3% της Μ. Κ., δηλονότι όλων των υπολοίπων διαδίκων, με συνακόλουθο αποτέλεσμα αφενός τη διαμόρφωση του αθροίσματος του συνόλου τούτων στο, λογικώς άτοπο, ύφος των (36,9 συν 31,4 συν 23,6 συν 24,3) 116,2% και αφετέρου τον ένεκα τούτου εξαναγκασμό του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, προκειμένου να περιορίσει το άθροισμα στο ύψος του 100%, να αφαιρέσει το επί πλέον ποσοστό του 16,2% εις βάρος μόνο των τριών αναιρεσειόντων, με ανάλογη μείωση του ποσοστού τούτων κατά τον μαθηματικό λόγο συμμετοχής εκάστου σ’ αυτό.
Σύμφωνα όμως με όσα εκτίθενται στην προηγηθείσα νομική σκέψη, το Εφετείο παρά το νόμο δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου από την υπ’ αριθ. 1848/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών σε σχέση με την εναγομένη-αναιρεσίβλητη Ε. Σ.. Και τούτο διότι η εν λόγω εφετειακή απόφαση αναιρέθηκε στο σύνολο της από την υπ’ αριθ. 1379/2014 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, όπως ανωτέρω αναλύεται, με συνέπεια η αναιρετική εμβέλεια της τελευταίας να καταλαμβάνει και την προαναφερόμενη διάδικο.
Συνεπώς οι από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος κατά το σχετικό σκέλος του λόγος της υπό στοιχείο Α από 30-5-2016 αίτησης αναίρεσης, πρώτος κατά το σχετικό σκέλος του λόγος της υπό στοιχείο Β από 24-6-2016 αίτησης αναίρεσης και πρώτος λόγος της υπό στοιχείο Γ από 20-5-2016 αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους προσάπτεται η ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια, είναι βάσιμοι.
Με τη διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, το οποίο προστέθηκε με τα άρθρα. 12 παρ. 4 του ν. 4045/2012 και 65 παρ. 1 του ν. 4139/2013, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, ορίζεται ότι, αν αναιρεθεί η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση μετά από πρώτη αναίρεση, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο ‘ Αρειος Πάγος δικάζει την ουσία της υπόθεσης, η οποία εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα.
Επομένως, σε περίπτωση δεύτερης αναιρετικής απόφασης για την ίδια υπόθεση ο ‘ Αρειος Πάγος δεν έχει τη δυνατότητα εκ νέου παραπομπής στο δικαστήριο της ουσίας, αλλά οφείλει να κρατήσει και να δικάσει την υπόθεση κατ’ ουσίαν, λειτουργώντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Δεν προχωρεί όμως αμέσως μετά την αναίρεση της απόφασης στην ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, έστω και αν οι διάδικοι, ενόψει της συζήτησης της αναίρεσης και υπό την προϋπόθεση παραδοχής αυτής, έχουν καταθέσει προτάσεις και για την ουσία της υπόθεσης, αφού δεν υφίσταται και δε νοείται υπό την ισχύ των προαναφερομένων διατάξεων ενοποιημένο στάδιο συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και της ουσίας της υπόθεσης.
Το αναιρετικό τμήμα, το οποίο, όταν δικάζει κατ’ ουσία την υπόθεση που εισάγεται προς συζήτηση με κλήση από τον επιμελέστερο των διαδίκων, οφείλει να τηρεί τις διατάξεις των άρθρων 581 παρ. 2 και 570 παρ. 2 ΚΠολΔ, συζητεί την υπόθεση μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση, αφού όμως κατατεθούν προτάσεις σύμφωνα με όσα ορίζει το άρθρο 524 παρ. 1 εδ.
β’ ΚΠολΔ και αφού μετά την αναίρεση παρασχεθεί η δυνατότητα στους διαδίκους να υποβάλουν νέους ισχυρισμούς και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης σύμφωνα με τις ισχύουσες για τα δικαστήρια της ουσίας διατάξεις.
Συνεπώς πρέπει, κατά παραδοχή των παραπάνω αναιρετικών λόγων και δοθέντος ότι παρέλκει η έρευνα των υπολοίπων αναιρετικών λόγων, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και ενόψει του ότι πρόκειται για δεύτερη αναίρεση, να κρατηθεί, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, η υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση στο τμήμα τούτο σε νέα συζήτηση, η οποία θα λάβει χώρα μετά από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους. Περαιτέρω πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή των κατατεθέντων παραβόλων στους καταθέσαντες αυτά αναιρεσείοντες (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι ως ηττηθέντες διάδικοι, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων κατά το νόμιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει την ένωση και συνεκδίκαση των συναφών αιτήσεων αναίρεσης Α) από 30-5-2016 του Α. Α. του Ν., Β) από 24-6-2016 και του από 8-12-2016 προσθέτου λόγου αυτής της Μ. συζύγου Ι. Κ. και Γ) από 20-5- 2016 της Ε. συζύγου Σ. Β..
Αναιρεί την υπ’ αριθ. 4686/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Κρατεί την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση μετά από επίσπευση του επιμελέστερου από τους διαδίκους.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει στο συνολικό ποσό των δυο χιλιάδων (2.000) ευρώ για τον αναιρεσείοντα Α. Α. του Ν., τριών χιλιάδων πεντακοσίων (3.500) ευρώ για την αναιρεσείουσα Μ. σύζυγο Ι. Κ. και τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ για την αναιρεσείουσα Ε. σύζυγο Σ. Β..
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Ιουνίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ