Supreme Court dismisses appeal against lower court's rejection of fraud claim against highway company.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appeal filed by EGNAIA ODOS AE against the Thessaloniki Regional Court of Appeal's decision. The appellant argued that the lower court failed to properly evaluate evidence of fraud and applied the law incorrectly regarding civil liability. The court rejected these claims, ruling that the lower court correctly found the appellant's allegations insufficient to establish the necessary elements for fraud and unjust enrichment under Greek civil law.
Legislator headnote
AI generatedArticles 914, 297, 298, 330, 147-149, 386 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: A claim for damages based on fraud requires proof of deceptive conduct that was decisive for the victim's action, and the lower court's rejection of such a claim without specific reasoning is not a ground for cassation if the evidence presented was insufficient.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1123 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1123/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Εμμανουήλ Κλαδογένης, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Μαΐου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΓΝΑΤΙΑ ΟΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Νεδελκόπουλο, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Μ. Τ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Γκεσούλη, ο οποίος ανακάλεσε την από 4-5-2015 δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-10-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 58/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 4/2014 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1-4-2014 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Κων/νος Τσόλας, ανέγνωσε την από 27-11-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, που ορίζει, "ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει", συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της υποχρεώσεως προς αποζημίωση, είναι:1) Ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξεως ή παραλείψεως, 3) υπαιτιότητα και 4) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας).
Το παράνομο της συμπεριφοράς συνδέεται με αντίθεση προς διάταξη που απαγορεύει τη συγκεκριμένη πράξη, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την ένδικη συμπεριφορά. Από την ίδια διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 147-149 του ίδιου Κώδικα και 386 ΠΚ, προκύπτει ότι, γενεσιουργό λόγο της υποχρεώσεως σε αποζημίωση αποτελεί και η απατηλή συμπεριφορά σε βάρος του ζημιωθέντος, η οποία υπάρχει όταν κάποιος από δόλο προκαλεί, ενισχύει ή διατηρεί με κάθε μέσο ή τέχνασμα σε άλλον τη σφαλερή αντίληψη πραγματικών γεγονότων, ένεκα της οποίας αυτός προβαίνει σε δήλωση βουλήσεως ή επιχείρηση πράξεως, από την οποία υφίσταται ζημία, εφόσον το χρησιμοποιηθέν απατηλό μέσο υπήρξε αποφασιστικό για τη γενόμενη δήλωση βουλήσεως ή την επιχειρηθείσα πράξη.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Περαιτέρω, κατά την έννοια του λόγου αναιρέσεως από τον αριθμ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.
Ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, αιτιολογία της αποφάσεως ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο ενάγων (και ήδη αναιρεσίβλητος) είναι κύριος ενός ακινήτου, έκτασης συνολικής 12.498 τ.μ. που αντιστοιχεί σε αγρό με αρ. 1892 έκτασης 12.500 τ.μ. περίπου στην περιοχή αγροκτήματος ..., στη θέση ...... Η παραπάνω έκταση απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά με την υπ’ αριθμ. 1026347/1953/1010/17-04-2007 απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ (ΦΕΚ 163τ.ΠΑΠ/30-04-2007) με αριθμό κτηματολογικού διαγράμματος του κτηματολογικού πίνακα 344, υπέρ και με δαπάνη του Ελληνικού Δημοσίου για δημόσια ωφέλεια και ειδικότερα για την εγκατάσταση του κέντρου διοίκησης αυτοκινητοδρόμου ....
Η απαλλοτριωθείσα έκταση βρίσκεται στο τμήμα 15,6 παράκαμψη ... και απεικονίζεται με κλίμακα 1:1000 στο από 29.8.2006 και με αριθμό σχεδίου … κτηματολογικό διάγραμμα και κτηματολογικό πίνακα της "ΕΓΝΑΤΙΑ ΟΔΟΣ ΑΕ", τα οποία έχει συντάξει ο Α. Β. και έχει θεωρήσει ο Διευθυντής της Δ 12 του ΥΠΕΧΩΔΕ Ι. Σ.. Δυνάμει της υπ’ αριθμ. 61/09 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξ/πολης ο ενάγων αναγνωρίστηκε δικαιούχος της αποζημίωσης που καθορίστηκε οριστικά με την υπ’ αριθμ. 321/10 απόφαση του Εφετείου Θράκης.
Ωστόσο, επειδή το Ελληνικό Δημόσιο δεν του κατέβαλε το ποσό της αποζημίωσης ύστερα από την άσκηση της από 15.10.10 αγωγής του, το Δημόσιο υποχρεώθηκε να του καταβάλει το ποσό των 537.414 ευρώ με το νόμιμο τόκο, ως αποζημίωση λόγω της απαλλοτρίωσης του εν λόγω ακινήτου, το οποίο αντιστοιχούσε στην οριστική τιμή απαλλοτρίωσης αυτού.
Παρά ταύτα, όμως το Ελληνικό Δημόσιο....μέχρι και σήμερα δεν έχει καταβάλει το ως άνω ποσό της αποζημίωσης στον ενάγοντα. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι πριν κηρυχθεί η ως άνω απαλλοτρίωση, ήδη από το Μάρτιο του 2001, οι νόμιμοι εκπρόσωποι της εναγομένης (και ήδη αναιρεσείουσας) εταιρίας με την επωνυμία "ΕΓΝΑΤΙΑ ΟΔΟΣ ΑΕ" Α.
και Β. Β. ήρθαν σε επαφή με τον ενάγοντα και, αφού τον διαβεβαίωσαν ότι το ως άνω ακίνητο του είχε επιταχθεί λόγω της επικείμενης ως άνω απαλλοτρίωσης, του ζήτησαν την παράδοση της κατοχής αυτού, έναντι συμφωνηθείσας ετήσιας αποζημίωσης, για την οποία λόγος θα γίνει παρακάτω, πάντως δικαιοπρακτικό θεμέλιο της ως άνω δήλωσης βούλησης του ενάγοντος περί παραχώρησης της κατοχής του ακινήτου στην εναγομένη ήταν το παρασταθέν, από τους ανωτέρω νομίμους εκπροσώπους της εναγομένης, ότι το ακίνητο του είχε νομίμως επιταχθεί και ως μέσος συνετός πολίτης, εκλαμβάνοντας την ως άνω παράσταση περί επίταξης, η οποία αποτελεί κυριαρχική μονομερή πράξη της πολιτείας που κατοχυρώνεται συνταγματικά (αρθρ. 18 παρ. 3 Σ) και με ειδικούς νόμους, ως αληθινή, συναίνεσε στην παράδοση της κατοχής του ακινήτου, έναντι της συμφωνηθείσας αποζημίωσης.
Σε εκτέλεση αυτής της συμφωνίας και μετά την παράδοση της κατοχής του ακινήτου από τον ενάγοντα στην εναγομένη, η τελευταία άρχισε εργασίες σε όλο το ακίνητο, το οποίο περιέφραξε, κατασκεύασε κτίσματα, όπου στέγασε τις υπηρεσίες της, διαμόρφωσε με ασφαλτόστρωση χώρο στάθμευσης φορτηγών και άλλων αυτοκινήτων και εγκατέστησε μέσα σ’ αυτό το Περιφερειακό Κέντρο Διοίκησης Αυτοκινητοδρόμου ....
Έτσι κατείχε το εν λόγω ακίνητο μέχρι και το 2007, καταβάλλοντας τη συμφωνηθείσα κατ’ έτος αποζημίωση, μη δυνάμενος ο ενάγων να κάνει χρήση αυτού. Συνολικά για όλα αυτά τα χρόνια (2001-2007) κατέβαλε στον ενάγοντα ως αποζημίωση το ποσό των 14.662 ευρώ,... Όμως, όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων, επίταξη του ενδίκου ακινήτου του ενάγοντα δεν έγινε ποτέ, γεγονός το οποίο ο ενάγων το πληροφορήθηκε για πρώτη φορά την 2.3.10, οπότε η εναγομένη με το υπ’ αριθμ.
πρωτ. ... /2.3.10 έγγραφο της, απευθυνόμενο προς τον ενάγοντα σε απάντηση της από 31.8.09 με αριθμό πρωτ. .../1.9.09 αίτησης του, τον πληροφόρησε για πρώτη φορά ότι για το εν λόγω ακίνητο δεν είχε εκδοθεί ακόμη απόφαση επίταξης.
Συνεπώς, εφόσον κατά το χρόνο της ως άνω συμφωνίας αλλά και μέχρι σήμερα, δεν υπήρχε νόμιμη πράξη επίταξης του ακινήτου του ενάγοντος, γεγονός το οποίο οι ως άνω νόμιμοι εκπρόσωποι της εναγομένης παρέστησαν ως αληθές κατά τη σύναψη της συμφωνίας και ο τελευταίος προέβη στη δήλωση βούλησης περί παραχώρησης της κατοχής αυτού στηριζόμενος αποκλειστικά στην παράσταση αυτή, η οποία ήταν και αποδείχθηκε ψευδής, ο ενάγων παρασύρθηκε με απάτη στην ως άνω δήλωση βούλησης, αφού η ανωτέρω από πρόθεση συμπεριφορά των εκπροσώπων της εναγομένης, κατά τη σύναψη της ως άνω συμφωνίας, αλλά και μετέπειτα, έτεινε να παράγει, ενισχύσει ή διατηρήσει την ως άνω πεπλανημένη αντίληψη ή εντύπωση του ενάγοντος, με σκοπό να οδηγηθεί ο τελευταίος στην ως άνω δήλωση βούλησης, συνίστατο δε η ως άνω απατηλή συμπεριφορά στην παράσταση του ανωτέρω γεγονότος της επίταξης ως υπαρκτού, κατά παράβαση του καθήκοντος αληθείας, γεγονός το οποίο αν το γνώριζε ο ενάγων δεν θα προέβαινε σε δήλωση βούλησης περί παραχώρησης της κατοχής του ακινήτου του στην εναγομένη.
Συνεπώς, εφόσον, κατά τα ανωτέρω, ο ενάγων για πρώτη φορά έλαβε γνώση της μη ύπαρξης επίταξης στις 2.3.10 και άρα γνώση της απάτης και της ζημίας του σε εκείνο το χρόνο, και στις 2.11.10 κατέθεσε την ένδικη από 29.10.10 αγωγή, δεν παρήλθε χρονικό διάστημα μείζων της πενταετίας και, επομένως, πρέπει ν’ απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη η προβληθείσα ένσταση παραγραφής.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το εν λόγω ακίνητο βρίσκεται στον κόμβο της Εγνατίας οδού με κατεύθυνση προς την πόλη της ... και θα μπορούσε να στεγάσει εμπορική, αγροτική ή μεικτής φύσης (φωτοβολταικό πάρκο, κεραίες κινητής τηλεφωνίας, μη μόνιμες κατασκευές) δραστηριότητες". Στη συνέχεια το Εφετείο, εκτιμώντας τα αναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία, κατέληξε στην κρίση ότι η κατά μήνα μισθωτική αξία του ως άνω ακινήτου ανερχόταν σε 1.800 ευρώ για το 2001, 2.000 ευρώ για το 2002, 2.200 ευρώ για το 2003, 2.400 ευρώ για το 2004, 2.600 ευρώ για το 2005, 2.800 ευρώ για το 2006 και 3.000 ευρώ για το 2007 και ότι κατά συνέπεια ο ενάγων θα εισέπραττε, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, ως μισθώματα, το συνολικό ποσό των 166.800 (1.800 Χ 6 μήνες + 2.000 Χ 12 + 2.200 Χ 12 + 2.400 Χ12 + 2.600 Χ 12 + 3.000 Χ 4) ευρώ.
Κατ’ ακολουθίαν το ποσό που αυτός ζημιώθηκε από την ως άνω απατηλή συμπεριφορά των νομίμων εκπροσώπων της εναγομένης ανέρχεται στο ποσό των 152.138 (166.800-14.662, που εισέπραξε ως μίσθωμα από την εναγομένη) ευρώ Τέλος, το Εφετείο δέχθηκε ότι λόγω της αδικοπραξίας και των ως άνω συνθηκών, ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη, για τη χρηματική ικανοποίηση της οποίας, πρέπει να του επιδικαστεί το εύλογο για τις περιστάσεις ποσό των 1.000 ευρώ.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε εν μέρει την από 25-10-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και αναγνώρισε ότι η αναιρεσείουσα είναι υποχρεωμένη να του καταβάλει ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω αδικοπραξίας το συνολικό ποσό των 153.138 ευρώ. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 914, 147-149, 298, 932, 937 ΑΚ και 386 ΠΚ, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά απ’ αυτή και υπήχθησαν στις εν λόγω διατάξεις.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την εφαρμογή των προδιαληφθεισών διατάξεων των άρθρων 914, 147-149, 298, 932 ΑΚ και 386 ΠΚ, καθώς ειδικότερα παρακάτω εκτίθεται, ενώ δεν τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 937 ΑΚ, αφού δεν παρήλθε ο απαιτούμενος χρόνος παραγραφής.
Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος, κατά τα, πρώτο και τρίτο μέρη του, από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα. Η αναιρεσείουσα με τον ίδιο λόγο μέμφεται το Εφετείο για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, ισχυριζομένη ότι, σύμφωνα με τη δική της εκτενή επιχειρηματολογία, ο ενάγων δεν εξαπατήθηκε από τα αρμόδια όργανά της, αφού γνώριζε κατά το χρόνο της καταρτίσεως της συμφωνίας για την παραχώρηση της χρήσεως του ακινήτου του και, σε κάθε περίπτωση, ήταν σε θέση να διαπιστώσει από τότε ότι δεν είχε γίνει επίταξη της ιδιοκτησίας του.
Οι αιτιάσεις, όμως, αυτές είναι απαράδεκτες, διότι πλήττεται η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων, η οποία κατ’ άρθρο 561 ΚΠολΔ δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Επίσης, με τον ίδιο λόγο, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθ. 8 περ. β’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα ψέγει το Εφετείο, διότι δεν έλαβε υπόψη προβληθέντες από αυτήν αυτοτελείς ισχυρισμούς, Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφέρονται συγκεκριμένοι ισχυρισμοί, που να συνιστούν "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως του αριθ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τους οποίους το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη.
Περαιτέρω, από τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, διότι καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, το πραγματικό των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.
Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της όλα τα αναγκαία περιστατικά που στηρίζουν με επάρκεια το σαφές ως άνω αποδεικτικό της πόρισμα και δη προσδιορίζει με σαφήνεια και πληρότητα τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η συγκεκριμένη (και αναλυτικώς πιο πάνω αναφερομένη) συμπεριφορά των νομίμων εκπροσώπων της εναγομένης, η οποία συνιστά την υπαίτια και παράνομη πράξη της απάτης και η οποία κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ήταν πράγματι πρόσφορη να προκαλέσει το ζημιογόνο αποτέλεσμα, το οποίο και (κατά τις παραδοχές της) προκάλεσε στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Δεν υφίσταται δε η επικαλουμένη από την αναιρεσείουσα αντίφαση εκ του ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται, "ταυτόχρονα και την παράσταση ύπαρξης απόφασης επίταξης και την ύπαρξη διαπραγματεύσεων για τον καθορισμό του ύψους της αποζημίωσης, ενώ η αποζημίωση επί επίταξης καθορίζεται από αρμόδια Επιτροπή", ενόψει της ως άνω παραδοχής ότι δεν είχε λάβει χώρα επίταξη, όπως ψευδώς, παρέστησαν οι νόμιμοι εκπρόσωποι της εναγομένης στον ενάγοντα με σκοπό να οδηγηθεί ο τελευταίος στην ως άνω δήλωση βουλήσεως περί παραχωρήσεως της χρήσεως του ακινήτου του.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος, από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.. Ο ίδιος ως άνω λόγος, κατά το μέρος που με αυτόν η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτιάσεις για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και για τη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων με βάση τα οποία αυτό στήριξε το ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα είναι, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη σχετική νομική σκέψη, απαράδεκτος.
Κατά το άρθρο 300 εδ. α ΑΚ. αν εκείνος που ζημιώθηκε συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή την έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Εξάλλου, με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων.
Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη (ΟλΑΠ 10/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση τα εξής, αναφορικά με την προβληθείσα ένσταση της εναγομένης περί συντρέχοντος πταίσματος του ενάγοντος (άρθρο 300 ΑΚ): "Η εναγομένη προβάλλει τον ισχυρισμό περί οικείου πταίσματος του ενάγοντος, ο οποίος όμως είναι μη νόμιμος, διότι, και αληθή υποτιθέμενα, τα επικαλούμενα περιστατικά, δηλαδή ότι ο ενάγων κατά τη σύναψη της συμφωνίας, ήταν απολύτως ικανός να αντιληφθεί τα γεγονότα και μάλιστα ότι πριν προβεί σε οποιαδήποτε συμφωνία είχε την ενάργεια και τη δυνατότητα να συμβουλευτεί τους νομικούς του συμβούλους ή ότι, αργότερα από τη σύναψη της σύμβασης, να "σημάνει συναγερμό" και όχι να αναμένει επί 10 ολόκληρα χρόνια ότι "κάτι δεν πήγαινε καλά", ή ότι δεν κινήθηκε εναντίον της δικαστικά, παρά μόνον όταν διαπίστωσε ότι το Ελληνικό Δημόσιο δεν είχε πρόθεση να καταβάλει την αποζημίωση από την απαλλοτρίωση του ακινήτου του, δεν επαρκούν για θεμελίωση αυτού του ισχυρισμού".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ, διότι τα ως άνω πραγματικά περιστατικά, (που η εναγομένη επικαλέστηκε για τη στήριξη της εν λόγω ενστάσεως), δεν είναι ικανά για τη νομική της θεμελίωση.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι το Εφετείο απέρριψε την ανωτέρω ένσταση ως μη νόμιμη "χωρίς να αιτιολογεί ειδικώς και εμπεριστατωμένως τους λόγους για τους οποίους τα επικαλούμενα στοιχεία δεν επαρκούν για τη στήριξή της" είναι απαράδεκτος, διότι ο λόγος αυτός, δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο απορρίπτει ένσταση ως μη νόμιμη.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται ως αληθινά γεγονότα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση, χωρίς να εκθέτει ούτε γενικώς από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη, χωρίς να απαιτείται να αξιολογεί τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει, ότι το Εφετείο εκθέτει σ’ αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα, ήτοι τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάστηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο καθώς και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, από τα οποία άντλησε την κρίση του, ότι αποδείχθηκαν και είναι αληθινά όλα τα παρατιθέμενα στην απόφασή του και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πραγματικά περιστατικά και ειδικότερα εκείνα που συγκροτούν την εκ μέρους των νομίμων εκπροσώπων της εναγομένης τέλεση της πράξεως της απάτης σε βάρος του ενάγοντος. Επομένως, ο από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τρίτος λόγος, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι αβάσιμος.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί κατά την παρ.4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ.2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Εξάλλου, η αναιρεσείουσα πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις (ΚΠολΔ 176, 183, 191 παρ.2), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 1 Απριλίου 2014 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΓΝΑΤΙΑ ΟΔΟΣ ΑΕ" για αναίρεση της 4/2014 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 15 Ιουνίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 25 Αυγούστου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ