Supreme Court partially allows appeal against compensation court ruling on lawyer fees in expropriation cases.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the State's appeal against a first-instance court ruling regarding compensation for expropriated properties. The State argued the court incorrectly set lawyer fees at 3%, while the claimants contended the correct rate was 2% based on their procedural actions. The court found the lower court erred in applying the law, as the claimants' filing of counter-proposals entitled them to the reduced fee, and thus remanded the case for a new decision on the disputed amount.
Legislator headnote
AI generatedArticles 17 of the Constitution; Articles 9, 1a, 5, 6 of Law 1093/1980; Article 188 of the Code of Civil Procedure: Lawyer fees for expropriation compensation claims constitute a portion of the compensation and must be awarded against the liable party to prevent reduction of the full compensation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1123 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1123/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τους Υπουργούς Οικονομίας και Οικονομικών και Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, που κατοικοεδρεύουν στην Αθήνα και εν προκειμένω και από το Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας Ιονίων Νήσων, που κατοικοεδρεύει στην Κέρκυρα και το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Αναστάσιο Μπάνο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ..., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Αθηναίο και κατέθεσε προτάσεις, 2) ..., 3) ..., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μηνά Μιχάλοβιτς και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/9/2005 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως λόγω απαλλοτριώσεως, του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Εφετείο Κέρκυρας.
Εκδόθηκε η 357/2006 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 19/3/2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση, ανέγνωσε την από 4/3/2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του δεύτερου λόγου της αναίρεσης και την παραδοχή του τρίτου λόγου αυτής. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.Για το παραδεκτό της ένδικης αίτησης αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου προσκομίζεται αντίγραφο της 760/2007 γνωμοδότησης του αρμόδιου τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, σύμφωνα με το άρθρο 12 του Ν 2298/1995, όπως αυτό ισχύει.
ΙΙ.Από την ανωτέρω 760/2007 γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους προκύπτει, ότι η γνώμη του ως προς τον πρώτο λόγο της αναίρεσης από τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αρνητική, ήτοι γνωμοδοτεί ότι ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Επομένως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 2 εδάφιο τελευταίο του Ν 2298/1995, η αίτηση αναίρεσης, καθόσον αφορά τον πιο πάνω λόγο, θεωρείται ότι δεν έχει εισαχθεί.
ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος, 7 παρ. 1 και 13 παρ. 1 και 2 του Ν 2882/2001 (ΚΑΑΑ) προκύπτει ότι η αναγκαστική απαλλοτρίωση συντελείται με την καταβολή στον δικαστικώς αναγνωρισθέντα ή στον αληθινό δικαιούχο της αποζημίωσης, που προσδιορίστηκε προσωρινά ή οριστικά, ότι η αποζημίωση πρέπει να είναι πλήρης και να ανταποκρίνεται στην αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου κατά το χρόνο της συζήτησης ενώπιον του δικαστηρίου για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης ή, σε περίπτωση απευθείας αίτησης για οριστικό προσδιορισμό, κατά το χρόνο της συζήτησης για τον προσδιορισμό αυτό, ότι, αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό, και ότι, αν μετά τη δημοσίευση της πράξης για την κήρυξη της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης επέλθει ανατίμηση του απαλλοτριούμενου ακινήτου, μη οφειλόμενη στη δημοσίευση της εν λόγω πράξης ούτε σε ενέργειες του ιδιοκτήτη του ακινήτου, η ανατίμηση αυτή λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό της αξίας του απαλλοτριουμένου (ΑΠ 1064/2007).
Ενόψει των ανωτέρω και σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 111, 223, 224 και 281 ΚΠολΔ κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό της αξίας του απαλλοτριουμένου ακινήτου σε περίπτωση που έχει παρέλθει έτος από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό είναι ο χρόνος της συζήτησης που θεωρείται εκείνη, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση και άρχισε η εκδίκασή της, ανεξάρτητα από το αν αυτή είναι η αρχικώς ορισθείσα προς συζήτηση ή μεταγενέστερη που προσδιορίστηκε μετά από αναβολή ή ματαίωση (ΟλΑΠ 27/2007).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει, ότι μετά από αίτηση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου ορίστηκε η προσωρινή τιμή μονάδας αποζημίωσης για τα απαλλοτριωθέντα με την επικαλούμενη πράξη ακίνητα με την 141/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κερκύρας, που δημοσιεύτηκε τον Απρίλιο του έτους 2005 και ότι το Ελληνικό Δημόσιο κατέθεσε την αίτηση για προσδιορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης ενώπιον του Εφετείου την 28-9-2005 και ορίστηκε δικάσιμος η 10-3-2006, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υπόθεσης με αίτηση των καθών η αίτηση-ανταιτούντων για τη δικάσιμο της 6-10-2006 (μετά τη συμπλήρωση έτους από τον ορισμό της προσωρινής τιμής), κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση και που το Εφετείο θεώρησε ως κρίσιμο χρόνο για τον υπολογισμό της αποζημίωσης.
Το αναιρεσείον, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 13 Ν 2882/2001 (ΚΑΑΑ) με το να θεωρήσει ως κρίσιμο χρόνο για τον υπολογισμό της αποζημίωσης αυτόν της μετά την αναβολή δικασίμου (6-10-2006).
Ο λόγος, σύμφωνα με τα ανωτέρω είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Με τον ίδιο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι έχει ανεπαρκή αιτιολογία. Ο λόγος κατά το μέρος αυτό, είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν προσδιορίζεται η ανεπάρκεια και ειδικότερα ποία είναι τα ελλείποντα στοιχεία που ήταν αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλομένης.
IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 του Ν 2882/2001 (ΚΑΑΑ) η δικαστική δαπάνη βαρύνει τον υπόχρεο προς αποζημίωση και επιδικάζεται από το δικαστήριο με την ίδια απόφαση, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από τον παρόντα νόμο. Η εκκαθάριση της δικαστικής δαπάνης γίνεται σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά.
Η απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου, με την οποία καθορίζεται η προσωρινή τιμή μονάδας, αποτελεί ως προς τη δικαστική δαπάνη εκτελεστό τίτλο σε βάρος του υποχρέου προς αποζημίωση, εάν και οι δύο διάδικοι αποδέχθηκαν την απόφαση αυτή ή πέρασε άπρακτη η προθεσμία της παραγράφου 2 του άρθρου 20. Σε περίπτωση εμπρόθεσμης αίτησης, το εφετείο αποφαίνεται ενιαίως τόσο για τη δικαστική δαπάνη της ενώπιον αυτού διαδικασίας όσο και για τη δικαστική δαπάνη του προσωρινού προσδιορισμού της αποζημίωσης.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι στη δίκη του προσωρινού ή οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης του απαλλοτριουμένου σύμφωνα με τα άρθρα 18, 19 και 20 του άνω νόμου (ΚΑΑΑ), ένα είναι το αντικείμενο της δίκης, ο προσδιορισμός της αποζημίωσης (προσωρινός και οριστικός) και συνεπώς μία αμοιβή του δικηγόρου σε ποσοστό επί της αξίας του αντικειμένου αυτού της δίκης ορίζεται σύμφωνα και με τις διατάξεις των άρθρων 100 παρ. 1, και 114 παρ. 5 του Κώδικα Δικηγόρων.
Έτσι, σε περίπτωση εμπρόθεσμης αίτησης για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης στο εφετείο, μετά τον προσωρινό προσδιορισμό αυτής, η δικαστική δαπάνη περιλαμβάνει 1) τα γενόμενα για τη διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης έξοδα, που ήταν απαραίτητα (άρθρο 189 παρ. 1 ΚΠολΔ), 2) την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου για την παράστασή του ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου και του εφετείου (άρθρα 109 και 111 του Κώδικα Δικηγόρων) και 3) την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου σε ποσοστό επί της καθοριζόμενης οριστικής αποζημίωσης και συγκεκριμένα 2% για τη σύνταξη αίτησης, ανταίτησης ή παρέμβασης και 1% για τη σύνταξη προτάσεων επί της αίτησης, ανταίτησης ή παρέμβασης.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 17 του Συντάγματος, 9 παρ. 1, 1α, 5 και 6 του ν. 1093/1980, όπως αυτό διαμορφώθηκε μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 22 παρ. 10 του ν 1868/1989, 189 ΚΠολΔ και 100 επ. του Κώδικα Δικηγόρων, συνάγεται ότι η αμοιβή, την οποία καταβάλλει ο δικαιούχος της αποζημίωσης στο δικηγόρο του για τη σύνταξη αίτησης, ανταίτησης, κυρίας παρεμβάσεως ή προτάσεων, προκειμένου να επιτύχει τον προσδιορισμό και την είσπραξη της αποζημίωσης, αποτελεί παρακολούθημα της αποζημίωσης, προσαυξάνει το ποσό της, βαρύνει τον υπόχρεο αυτής και πρέπει να επιδικάζεται σε βάρος του τελευταίου και να περιέρχεται στο δικαιούχο, ώστε να μην επέρχεται φαλκίδευση της πλήρους αποζημίωσης (ΟλΑΠ 17/2000).
Στην προκείμενη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα και από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο άσκησε ενώπιον του Εφετείου, μετά τον προσωρινό προσδιορισμό της τιμής μονάδας για τα απαλλοτριούμενα ακίνητα, αίτηση για τον προσδιορισμό της οριστικής τιμής μονάδας και οι καθών η αίτηση άσκησαν παραδεκτά ανταίτηση με τις προτάσεις, που υπέβαλαν ενώπιον του ιδίου Εφετείου.
Τούτο, με την προσβαλλόμενη απόφαση καθόρισε την αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων των καθών η αίτηση-ανταιτούντων, δικαιούχων της αποζημίωσης, σε ποσοστό 3% επί του ποσού της αποζημίωσης. Εφόσον όμως οι καθών η αίτηση, δικαιούχοι της αποζημίωσης άσκησαν την ανταίτηση με τις προτάσεις τους, η δικαιούμενη αμοιβή των δικηγόρων τους ανέρχεται σε ποσοστό 2% επί του ποσού της αποζημίωσης και όχι σε 3% και ως εκ τούτου το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, υποπίπτοντας έτσι στην πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, επομένως, με τον οποίο προσάπτεται η ανωτέρω πλημμέλεια είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
V. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση εν μέρει και συγκεκριμένα μόνον όσο αφορά τη διάταξη για τη δικαστική δαπάνη, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, μόνο κατά το αναιρούμενο μέρος, στο ίδιο Εφετείο Κερκύρας, η συγκρότηση του οποίου από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 357/2006 απόφαση του Εφετείου Κερκύρας εν μέρει και συγκεκριμένα κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση μόνο κατά το αναιρούμενο μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο Κερκύρας, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Απριλίου 2009.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 5 Μαΐου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ