Supreme Court dismisses appeal on property ownership and prescription limits regarding third-party transfers.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding property ownership disputes. The appellants argued that the lower court erred in applying prescription limits starting from 1952 and 1960 instead of 1986 and 1987, and failed to rule on their claim for co-ownership recognition. The court rejected these claims, holding that the lower court correctly determined that the legal relationship granting possession ended upon the final sale contracts, thereby triggering the prescription period and making the co-ownership claim inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 249, 251, 272, 1094 et seq. of the Civil Code; The court established that prescription begins when the legal relationship granting possession to a third party ceases, and a claim for co-ownership is inadmissible if the owner's claim for return has already expired against that third party.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1123 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1123/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Ιωάννη Σίδερη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαρτίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων-καλούντων: 1.Χ1 και 2. Χ2, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Πέτρο Ζάπρο.
Των αναιρεσίβλητων-καθών η κλήση: 1.α) ψ1α β) ψ1β 2.α) ψ2α β) ψ2β 3. ψ3 ατομικά και ως μοναδικού εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αποβιώσαντος υιού του ψ3α 4.α) ψ4α β) ψ4β 5. ψ5 6.α) ψ6α β) ψ6β 7.α) ψ7α β) ψ7β, 8. ψ8 9.α) ψ9α, ατομικά και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αποβιώσαντος συζύγου της ψ9 β) ψ9β ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αποβιώσαντος πατέρα της ψ9 γ) ψ9γ ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αποβιώσαντος πατέρα του ψ9, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Αλευρόπουλο, 10.α) ψ10α, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο και β) ψ10β η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-4-2000 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7650/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 2037/2003 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 11-11-2003 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 395/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρουν προς συζήτηση οι καλούντες με την από 10-10-2006 κλήση τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης ανέγνωσε την από 27-10-2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη Γεωργίου Καπερώνη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I). Κατά την έννοια του άρθρου 576 Κ.Πολ.Δ, εάν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολιπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολιπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για τη συζήτηση επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. ..... έκθεση επιδόσεως της δικ. επιμελητρίας του Πρωτοδικείου Αθηνών ....., ακριβές αντίγραφο της από 10.10.2006 κλήσεως, μετά της πράξεως ορισμού δικασίμου για την εκδίκαση της αναιρέσεως και κλήσεως προς παράσταση στη σημερινή δικάσιμο της 5.3.2008 επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια των αναιρεσειόντων στον δικηγόρο Αθηνών Ιωάννη Αλευρόπουλο, ως αντίκλητο και πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσιβλήτων Ψ10α και Ψ10β, πλην όμως οι τελευταίοι δεν εμφανίσθηκαν κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης (βλ.
το με αριθμό ....... πληρεξούσιο του σ/φου Θεσσαλονίκης Ιωάννη Κοτσανίδη). Επομένως, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία των ως άνω αναιρεσιβλήτων, σαν να ήταν και αυτοί παρόντες. II). Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται, κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως, η από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.
αιτίαση, για το λόγο ότι το Εφετείο απέρριψε την διεκδικητική αγωγή των αναιρεσείοντων, δεχόμενο την σχετική ένσταση παραγραφής των αναιρεσιβλήτων, αν και δεν αποδείχθηκε ότι αυτοί γνωστοποίησαν, κατά τα στο δικόγραφο της αιτήσεως αναφερόμενα, στους εκκαλούντες - αναιρεσείοντες και τον δικαιοπάροχο τους ότι κατείχαν τα επίδικα αποκλειστικά για δικό τους λογαριασμό, παραβιάζοντας έτσι τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 980, 981, 982, 984 επ., 994 και 1113 ΑΚ.
Όμως, και όπως τούτο προκύπτει από την επισκόπηση του όλου περιεχομένου της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο δέχθηκε, επικυρώνοντας την με αριθμό 7650/2001 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ως απορριπτέα την αγωγή των αναιρεσειόντων, τα εξής κρίσιμα περιστατικά: " Η επίδικη εδαφική έκταση αποτελείται από τέσσερα οικοπεδικά τμήματα εμβαδού 130μ2, 180μ2, 101 μ2 και 148,80μ2 των α) Γ1, το πρώτο, β) Ψ1α το δεύτερο, γ) ψ3α και ψ3 το τρίτο και δ) του Δήμου Θεσσαλονίκης το τέταρτο α) το πρώτο από τα πιο πάνω οικοδομικά τμήματα το αγόρασε ο Γ1 με το νομίμως μεταγραφέν .......
πωλητήριο συμβόλαιο κατά το διεκδικούμενο από τους εκκαλούντες ποσοστό από τον πατέρα τους ...... και συνεπώς αυτό έχει εκφύγει της συγκυριότητας του δικαιοπαρόχου τους πριν τον θάνατο του τελευταίου, β) το τέταρτο οικοπεδικό τμήμα αγοράσθηκε από όλους τους οικοπεδούχους από τον αληθή κύριο του Δήμο Θεσσαλονίκης, κατά τα προαναφερόμενα.
Όσο αφορά τα δύο άλλα τμήματα: το τμήμα των 101μ2 περιήλθε στην αποκλειστική νομή της δικαιοπαρόχου των εφεσίβλητων ψ3 και ψ3α, ψ3β με το ...... προσύμφωνο από τους ..... και ζ1 οι οποίοι εμφανίσθηκαν ως αποκλειστικοί συγκύριοι τούτου
στην αγοράστρια δε που πίστευε ότι αγόρασε από τους αληθείς κυρίου παραδόθηκε συγχρόνως με την υπογραφή του προσυμφώνου η νομή του και αμέσως προέβη στην ανοικοδόμηση οικίσκου, στον οποίο κατοικούσε με την οικογένεια της χωρίς να ενοχληθεί από κανένα. Το τμήμα των 180 μ2 περιήλθε στην αποκλειστική νομή των δικαιοπαρόχων της ψ1α, δ1 και β1 με το ..... προσύμφωνο. Οι δικαιοπάροχοι της, αμέσως μετά την κατάρτιση του προσυμφώνου, παρέλαβαν τη νομή του τμήματος αυτού από τον ζ1 και προέβησαν στην ανοικοδόμηση κατοικίας 50μ2. Στη συνέχεια δε μεταβίβασαν τη νομή του τμήματος αυτού στη ψ1α με το ..... προσύμφωνο. Έτσι οι εφεσίβλητοι αυτοί και πριν από αυτούς οι προαναφερόμενοι δικαιοπάροχοι τους διατηρούσαν τη νομή, συνεκδοχικά δε και την κατοχή των δύο τελευταίων οικοπεδικών τμημάτων, ως αποκλειστικοί νομείς και κάτοχοι, χωρίς δηλαδή να αναγνωρίζουν ως συννομείς και συγκατόχους τους εκκαλούντες, ώστε να απαιτείται η προηγούμενη γνωστοποίηση της αποφάσεως τους αυτής, ως αναγκαίος όρος για την άσκηση νομής και στο ποσοστό των τελευταίων. Άλλωστε ούτε ο δικαιοπάροχος των εκκαλούντων
εγκαταστάθηκε ποτέ στην πραγματικότητα στη νομή των τμημάτων αυτών.
Συνεπώς, εφόσον από της καταλήψεως των δύο τμημάτων, των 101 και 180 μ2 από τους εκ προσυμφώνου αγοραστές και τους διαδόχους τους και ήδη εφεσίβλητους (1952 για το πρώτο και 1957 για το δεύτερο), μέχρι την έγερση της αγωγής που κρίθηκε (2000) παρήλθε χρονικό διάστημα, που υπερβαίνει την εικοσαετία, η αξίωση των εκκαλούντων υπέκυψε σε παραγραφή
". Κατά συνέπεια ο λόγος αυτός της αιτήσεως είναι απορριπτέος, ως ερειδόμενος στη εσφαλμένη προϋπόθεση της εφαρμογής εκ μέρους του Εφετείου των ως άνω περί συγκυριότητας διατάξεων 984 -987 και 1113 του Α.Κ, ενώ αυτό δέχθηκε, κατά τα προεκτεθέντα, την ένσταση παραγραφής, κατ' ορθή εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 1045 επ., 1094 και 249 του Α.Κ., για το λόγο ότι οι αναιρεσίβλητοι ενέμοντο και κατείχαν το επίδικο μετά των δικαιοπαρόχων τους, ως τρίτοι αποκλειστικά νομείς και κάτοχοι αυτού για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας.
Εξ' άλλου απορριπτέος, ως αβάσιμος, είναι και ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση του Εφετείου με αιτίαση από τον αριθμ. 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, για το λόγο "ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση περιέχει αιτιολογίες ασαφείς, εσφαλμένες, αντιφατικές μεταξύ τους και ανεπαρκείς, οι δε οι εναγόμενοι δεν γνωστοποίησαν στους ενάγοντες και τους δικαιοπαρόχους τους ότι από κάποιο χρονικό σημείο άρχισαν να νέμονται τα επίδικα αποκλειστικώς για δικό τους λογαριασμό", καθ' όσον οι αναιρεσείοντες επικαλούνται "αντιφάσεις", όχι, όμως, των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως μεταξύ τους, αλλά των αιτιολογιών της αποφάσεως με τους ισχυρισμούς τους (αναιρεσειόντων) ή με τα, κατά την κρίση τους, αποδειχθέντα.
Σε κάθε περίπτωση δε με αυτά που δέχθηκε, κατά τα προεκτεθέντα, το Εφετείο και απέρριψε, δι' αποδοχής της ενστάσεως παραγραφής των αναιρεσιβλήτων την διεκδικητική αγωγή των αναιρεσειόντων, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 1045 επ. 1094, 249, του Α.Κ., τις οποίες εφήρμοσε, ούτε στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε πλήρως, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίας επ' αυτού.
III). Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περιπ. β' του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης κατά της απόφασης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Πράγμα συνεπώς, υπό την έννοια αυτή, αποτελεί και ο λόγος της έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός ισχυρισμός του εφεσιβλήτου. Δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.
ΑΠ 11/1996, 12/1991). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως αποδίδεται η από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 πλημμέλεια, συγκεκριμένα δε οι αναιρεσείοντες παραπονούνται για τον λόγο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τους πρώτο και τρίτο λόγο της από 4.5.2001 εφέσεώς τους.
Με τους λόγους αυτούς της εφέσεως οι αναιρεσείοντες αφενός υποστήριζαν ότι "οι εναγόμενοι άρχισαν να κατέχουν τα επίδικα για τον εαυτό τους όχι από τα έτη 1952 και 1960, όπως δέχθηκε η αναιρεσιβαλλομένη, αλλά από τα έτη 1986 και 1987 και συνεπώς ο χρόνος της εικοσαετούς παραγραφής άρχισε από τα έτη αυτά (1986, 1987)" και αφετέρου επικαλέσθηκαν πράξεις νομής και κατοχής των ιδίων και του δικαιοπαρόχου τους "που δεν έλαβε υπόψη το Εφετείο".
Όπως, όμως, από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, προκύπτει το Εφετείο, με αναφορά στις αποδείξεις και με πλήρη αιτιολογία δέχθηκε το μεν ότι η ψ3β και οι δ1 και β1 και στη συνέχεια οι δικαιοδόχοι τους ψ3 και ψ3α και ψ1α άρχισαν να νέμονται, για δικό τους αποκλειστικά λογαριασμό τα τμήματα του επιδίκου που ανήκαν σ' αυτούς, από τα έτη 1952 και 1957, αντιστοίχως, (με την υπογραφή των ....
και ...... προσυμφώνων πωλήσεως), το δε ότι πράξεις νομής στο επίδικο ασκούσαν μόνο οι εφεσίβλητοι και ουδέποτε οι εκκαλούντες άσκησαν οποιαδήποτε πράξη νομής σ' αυτό. Όπως γίνεται φανερό από τις ως άνω παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το Εφετείο δεν παρείδε τους ανωτέρω λόγους της εφέσεως των αναιρεσειόντων δια των οποίων αυτοί, επαναφέροντες πρωτοδίκως υποβληθέντας ισχυρισμούς, ζητούσαν την εξαφάνιση της πρωτοβάθμιας απόφασης και την απόρριψη της ενστάσεως παραγραφής των αναιρεσιβλήτων, αλλ' αντιθέτως τους αντιμετώπισε και τους απέρριψε στην ουσία τους με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν.
Υπό τα δεδομένα αυτά ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο βάλλεται η απόφαση του Εφετείου για μη λήψη του υπό μορφή παραπόνου κατά της πρωτοβάθμιας αποφάσεως ως άνω λόγων της εφέσεως που είχε ασκηθεί από τους αναιρεσείοντες, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
IV.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 247 ΑΚ το δικαίωμα να απαιτήσει κάποιος από άλλον μια πράξη ή παράλειψη (αξίωση) παραγράφεται. Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 249, 251, 1094 και 1095 ΑΚ σαφώς συνάγεται ότι η διεκδικητική της κυριότητος αγωγή υπόκειται σε εικοσαετή παραγραφή, που αρχίζει, αφού πρόκειται για αξίωση απορρέουσα από το απόλυτο δικαίωμα της κυριότητας, από την κατάληψη του πράγματος, με την οποία και προσβάλλεται το δικαίωμα της κυριότητας, με τη δημιουργία πραγματικής καταστάσεως αντιτιθεμένης σ' αυτό, οπότε και γεννάται η σχετική αξίωση και είναι αυτή επιδιώξιμη.
Τέτοια προσβολή δεν υπάρχει αν έγινε η κατάληψη και κατοχή του πράγματος, με βάση έννομη σχέση (ενοχική ή εμπράγματη), που παρέχει, έναντι του ενάγοντος ιδιοκτήτη ή του δικαιοπαρόχου του, δικαίωμα νομής ή κατοχής του επιδίκου, παρά μόνο από τη λήξη της παραπάνω σχέσεως ή και πριν από αυτή, εφόσον ο κατέχων επ' ονόματι και για λογαριασμό άλλου αντιποιηθεί τη νομή τούτου, νεμόμενος πλέον, καθ' υπέρβαση του παραχωρηθέντος σ' αυτόν δικαιώματος, για δικό του λογαριασμό.
Τούτο, όμως, ισχύει όταν η έννομη σχέση συνδέει τον κύριο του επιδίκου ή τον δικαιοπάροχο του με τον νομέα αυτού και όχι τον τελευταίο με κάποιο τρίτο. Εξάλλου η σχέση, που συνδέει τους μελλοντικούς πωλητή και αγοραστή ενός ακινήτου, δυνάμει της οποίας παραδίδεται στον αγοραστή η νομή του ακινήτου από την υπογραφή του προσυμφώνου, δεν παύει υφισταμένη με την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου αγοραπωλησίας, οπότε (και μετά βεβαίως τη σχετική μεταγραφή) μεταβιβάζεται και η κυριότητα του ακινήτου στον μέχρι τότε νομέα του.
Τέλος το εμπράγματο δικαίωμα της κυριότητας παραμένει και μετά την παραγραφή της εμπράγματης αξιώσεως, πλην όμως τούτο έχει σημασία μόνο για την τυχόν μελλοντική δίκη του κυρίου με τρίτο (που δεν θα καλύπτεται από το δεδικασμένο) και όχι με τον νομέα του ακινήτου, η κατά του οποίου αξίωση του κυρίου για απόδοση του ακινήτου έχει παραγραφεί και έναντι του οποίου δεν έχει έννομο συμφέρον ο ενάγων προς αναγνώριση απλώς της κυριότητας του.
Κατά συνέπεια ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι το δίκασαν Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παραβιάζοντας τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 249, 251, 272 και 1094 επ. ΑΚ διότι "αφού δέχθηκε ότι οι ψ3,ψ3α και ψ1α κατείχαν τα επίδικα από τα έτη 1952 και 1960 αντίστοιχα με βάση τη συγκεκριμένη έννομη σχέση και δη την παραχώρηση με υποσχετική σύμβαση μεταβίβασης (προσύμφωνο συμβόλαιο) στην οποία δεν ήταν συμβαλλόμενοι οι αναιρεσείοντες ή δικαιοπάροχοι τους αλλά τρίτοι"- και η έννομη αυτή σχέση έπαυσε υφισταμένη τα έτη 1986 και 1987, όταν οι προαναφερόμενοι πωλητές τους τα μεταβίβασαν κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή με τα προαναφερόμενα οριστικά συμβόλαια, έπρεπε, αν ερμήνευε σωστά το νόμο, να δεχθεί ότι η παραγραφή της ένδικης αξίωσης άρχισε από τα έτη 1986 και 1987 και όχι από τα έτη 1952 και 1960 και να απορρίψει την ένσταση παραγραφής και διότι "δεν αποφάνθηκε για το αίτημα αναγνωρίσεως της συγκυριότητας τους (αναιρεσειόντων) στο επίδικο, έστω και να κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το αίτημα περί αποδόσεως του επίδικου ποσοστού τους, είχε υποπέσει σε παραγραφή", πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11.11.2003 αίτηση της Χ1 κλπ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2037/2003 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Μαΐου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ