Legislator Case Law & Legislation
1123/2007 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on abuse of rights claim, upholding lower court's rejection of excessive litigation arguments.

Case Number 1123/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Second Instance Court's decision rejecting the plaintiff's claim for damages. The appellants argued that the plaintiff abused her legal rights by suing for compensation after providing decades of unpaid domestic care and purchasing property in their names. The court found that the lower court correctly rejected these claims as the plaintiff's actions did not constitute an abuse of rights under Greek law.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 14 KPolD; Art. 559 no. 8 KPolD: An appeal based on alleged abuse of legal rights is inadmissible if the lower court found no evidence of such conduct, and a claim for damages regarding unpaid domestic services is valid when no agreement exists on salary.

Keywords

AI generated
abuse of rights domestic services unpaid labor legal appeal property purchase family support court costs

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 14 KPolD
Art. 559 no. 8 KPolD
Art. 648 AC
Art. 649 AC
Art. 653 AC
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1123 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1123/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1΄ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) ..... , δι΄ εαυτήν ατομικώς και ως καθολικής διαδόχου του αποβιώσαντος συζύγου της X1, 2) ......, καθολικής διαδόχου του αποβιώσαντος πατρός της X1 και 3) ..... , καθολικής διαδόχου του αποβιώσαντος πατρός της X1, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο - Κων/νο Κωνσταντινίδη βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ. Της αναιρεσίβλητης: ...., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Ρουπακιώτη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-5-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 148/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 7252/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 24-1-2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Καλούδης, διάβασε την από 20-2-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή του τέταρτου λόγου και την απόρριψη των λοιπών λόγων της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ.14 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο το δικόγραφο της αγωγής ως αόριστο. Εξάλλου, οικιακοί μισθωτοί είναι εκείνοι που με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας παρέχουν στον εργοδότη τους υπηρεσίες αφορώσες κατά κύριο λόγο στις οικιακές του ανάγκες αλλά και στη προσωπική του περιποίηση, ιδίως όταν ο ίδιος αδυνατεί λόγω ηλικίας ή ασθενείας να επιμεληθεί του εαυτού του.

Όταν οι εργαζόμενοι αυτοί διαμένουν και διατρέφονται στην κατοικία του εργοδότη χαρακτηρίζονται ως οικόσιτοι οικιακοί μισθωτοί. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 648, 649 και 653 ΑΚ, προκύπτει ότι αν δεν υπάρχει συμφωνία για το ύψος του μισθού, ή δεν προβλέπεται νόμιμος μισθός, ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλλει τον "ειθισμένο μισθό", δηλ.

εκείνο που καταβάλλουν άλλοι μισθωτοί υπηρεσιών για όμοιες εργασίες σε άλλους εκμισθωτές της ίδιας ηλικίας, οι οποίοι παρέχουν υπηρεσίες του ίδιου είδους στον ίδιο τόπο και χρόνο και υπό τις αυτές συνθήκες. Στην υπόθεση που κρίνεται, με την ένδικη αγωγή της η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ισχυρίστηκε ότι προσελήφθη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου από τους αρχικά εναγομένους (την πρώτη αναιρεσείουσα και τον ήδη αποβιώσαντα σύζυγό της X1) και προσέφερε σ' αυτούς τις υπηρεσίες της ως οικόσιτη οικιακή βοηθός από το έτος 1984 έως το Σεπτέμβριο του έτους 1998, στη συνέχεια δε ως απλή οικιακή βοηθός έως το έτος 2001.

Ότι καθ' όλο το παραπάνω χρονικό διάστημα ασχολείτο με όλες τις οικιακές εργασίες, όπως το πλύσιμο ρούχων-πιάτων, την προμήθεια τροφίμων, το μαγείρεμα, την εν γένει καθαριότητα της οικίας και τη φροντίδα και επίβλεψη των τέκνων των εναγομένων, και ότι με βάση τις αποδοχές που κατέβαλαν άλλοι μισθωτές υπηρεσιών για όμοια εργασία σε άλλους εργαζόμενους της ίδιας ηλικίας που παρείχαν το ίδιο είδος εργασίας στον ίδιο τόπο και χρόνο και υπό τις ίδιες συνθήκες, ο ειθισμένος μισθός τον οποίο δικαιούται η ενάγουσα ανέρχεται στα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά.

Ακολούθως, ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της καταβάλλουν συνολικά το ποσό των 63.806 ευρώ. Aπό το ως άνω περιεχόμενο της ένδικης αγωγής προκύπτει, ότι εκτίθενται με πληρότητα και σαφήνεια σ' αυτή τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται, κατά τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, για τη θεμελίωση του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης να λάβει την ειθισμένη αμοιβή για την παροχή της εργασίας της.

Επομένως, η αγωγή περιείχε τα απαιτούμενα, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στοιχεία και το Εφετείο που απέρριψε την ένσταση των αναιρεσειόντων για αοριστία της αγωγής, δεν παρέλειψε να κηρύξει, παρά το νόμο, ακυρότητα, ο δε περί του αντιθέτου πρώτος, από το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Eπειδή το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: Η αναιρεσίβλητη, από τότε που ενηλικιώθηκε (1984), εργάσθηκε ως οικόσιτη βοηθός στην οικία των αναιρεσειόντων, μέχρι το Σεπτέμβριο του 1998, που εγκαταστάθηκε στο επί της ..... διαμέρισμα.

Συνεπώς, εδικαιούτο να αξιώσει το συνηθισμένο μισθό που καταβαλλόταν κατά το επίδικο διάστημα, δηλαδή από 1-1-1987 έως 31-8-1998, σε άλλες οικόσιτες βοηθούς με τα ίδια προσόντα και ηλικία, στον ίδιο τόπο και με τις ίδιες συνθήκες εργασίας με την ενάγουσα, καθώς και τα επί του μισθού αυτού υπολογιζόμενα δώρα εορτών, τις αποδοχές και τα επιδόματα άδειας.

Ειδικότερα, για τον υπολογισμό του ειθισμένου μισθού της ενάγουσας, το Εφετείο έλαβε υπόψη: α) τις οικονομικές συνθήκες που επικρατούσαν κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα (από 1-1-1987 μέχρι 31-8-1998), β) τις οικιακές εργασίες που εκτελούσε η αναιρεσίβλητη σε συνδυασμό με το γεγονός ότι, άλλη γυναίκα, η ..... , απασχολείτο μία φορά την εβδομάδα με τις "βαριές δουλειές" του σπιτιού και αμειβόταν από τους αναιρεσείοντες με ημερομίσθιο, γ) την απαλλαγή της αναιρεσίβλητης από τις σημαντικές δαπάνες στέγασης, τροφής, ένδυσης, κατανάλωσης ρεύματος, νερού, ενόψει του ότι διέμενε και διατρεφόταν στην οικία των αναιρεσειόντων, και δ) τα διδάγματα κοινής πείρας.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε, ότι ο ειθισμένος μισθός που δικαιούται η αναιρεσίβλητη για το παραπάνω χρονικό διάστημα ανέρχεται στα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση χρηματικά ποσά, τα οποία της επιδίκασε. Ετσι όπως έκρινε το Εφετείο, προκειμένου να προσδιορίσει τον ειθισμένο μισθό της αναιρεσίβλητης, δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 653 του ΑΚ.

Σημειώνεται, ότι η αιτίαση για παραβίαση και της διατάξεως του άρθρου 371 του ΑΚ, στηρίζεται σε μη συντρέχουσα προϋπόθεση, αφού το Εφετείο δεν εφάρμοσε τη διάταξη αυτή, η οποία, άλλωστε, δεν έχει εφαρμογή για τον προσδιορισμό του ειθισμένου μισθού. Εξάλλου, το Εφετείο διέλαβε στην παραπάνω απόφασή του πλήρη αιτιολογία για το ζήτημα του ειθισμένου μισθού που δικαιούται η αναιρεσίβλητη.

Επομένως, ο περί του αντιθέτου, από το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 του ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Επειδή, κατά το άρθρο 250 αρ. 6 του ΑΚ, σε πέντε χρόνια παραγράφονται οι αξιώσεις των υπηρετών για την πληρωμή των μισθών ή άλλων αμοιβών και των εξόδων τους, κατά δε το άρθρο 256 αρ.4 του ίδιου κώδικα, αναστέλλεται η παραγραφή αξιώσεων των υπηρετών και των κυρίων κατά τη διάρκεια της υπηρετικής σχέσης, όχι όμως πέρα από δεκαπέντε χρόνια. Στις διατάξεις αυτές δεν γίνεται διάκριση μεταξύ υπηρετών που διαμένουν στην κατοικία του εργοδότη και υπηρετών που διαμένουν σε διαφορετική κατοικία. Κατά συνέπεια, η προαναφερόμενη αναστολή της παραγραφής ισχύει όχι μόνο για τους οικόσιτους υπηρέτες αλλά και για εκείνους που διαμένουν εκτός της οικίας του εργοδότη, εφόσον υφίσταται μεταξύ τους υπηρετική σχέση. Επομένως, το Εφετείο που δέχτηκε ότι έχει ανασταλεί η παραγραφή των αξιώσεων της αναιρεσίβλητης και κατά το χρονικό διάστημα κατά το οποίο αυτή δεν ήταν πλέον οικόσιτη (από 1-9-1998 και έκτοτε), εξακολουθούσε όμως να εργάζεται στην οικία των αναιρεσειόντων ως οικιακή βοηθός και να παρέχει τις ίδιες όπως και προηγουμένως υπηρεσίες, δεν παραβίασε τις παραπάνω διατάξεις και διέλαβε πλήρη αιτιολογία στην απόφασή του ως προς το ζήτημα της αναστολής της παραγραφής, ο δε περί του αντιθέτου τρίτος, από το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 του ΚΠολΔ, λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Eπειδή από τις διατάξεις της παρ.2 του άρθρου 1 του Ν. 4104/1960 προκύπτει, ότι στην υποχρεωτική ασφάλιση του ΙΚΑ υπάγονται οι οικιακοί έμμισθοι βοηθοί (οικόσιτοι υπηρέτες) και τα λοιπά στην οικία του εργοδότη απασχολούμενα πρόσωπα, αλλά η ασφάλισή τους αρχίζει από τότε που το ΙΚΑ λαμβάνει γνώση της απασχόλησής τους.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε ότι στα πλαίσια αφ' ενός της εκ του νόμου υποχρέωσης των αναιρεσειόντων προς ασφαλιστική κάλυψη της αναιρεσίβλητης, και αφετέρου της επιθυμίας τους για πληρέστερη ασφαλιστική της κάλυψη, ο δεύτερος εναγόμενος, ο οποίος εργαζόταν στην ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "METROLINE ΑΕΓΑ", ενήργησε ώστε να καλυφθεί ασφαλιστικά η αναιρεσίβλητη με το υπ' αριθ. 212145/29-11-1989 ασφαλιστήριο συμβόλαιο της ανωτέρω εταιρείας, καταβάλλοντας τα ασφάλιστρα, τα οποία υπερβαίνουν το ποσό των εισφορών που θα κατέβαλε ως εργοδότης αν ασφάλιζε την ενάγουσα στο ΙΚΑ.

Ως εκ τούτου, το ποσό που αφορά ασφάλιστρα, καταβλήθηκε από υποχρέωση των αναιρεσειόντων και δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αντάλλαγμα που καταβλήθηκε έναντι του μισθού, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες, ακολούθως δε απέρριψε την ένσταση συμψηφισμού του ποσού αυτού στο μισθό της αναιρεσίβλητης, που προέβαλαν οι τελευταίοι με προφορική δήλωσή τους στο ακροατήριο, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και επαναφέρθηκε στο Εφετείο με τους πέμπτο και όγδοο λόγους της εφέσεώς τους.

Ετσι όπως έκρινε το Εφετείο παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις, καθώς επίσης και τις διατάξεις των άρθρων 440 επ. του ΑΚ, κατά το βάσιμο τέταρτο λόγο της αναιρέσεως, που εκτιμάται ότι στηρίζεται σε πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, αφού ανεξάρτητα από το ότι δέχεται ότι τα ποσά που κατέβαλαν οι αναιρεσείοντες για την πληρωμή των ασφαλίστρων στην παραπάνω ασφαλιστική εταιρεία υπερβαίνουν το ποσό των ασφαλιστικών εισφορών που είχαν υποχρέωση να καταβάλουν ως εργοδότες, δεν γίνεται δεκτό με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι γνωστοποιήθηκε στο ΙΚΑ, είτε από τους ίδιους, είτε από την εργαζόμενη, η απασχόλησή της, ώστε να αρχίσει η ασφάλισή της και να έχουν υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών.

Κατά συνέπεια, ενόψει του ότι δεν γίνεται, επίσης, δεκτό από το Εφετείο, ότι η καταβολή των ασφαλίστρων έγινε με πρόθεση δωρεάς προς την αναιρεσίβλητη, έπρεπε να συμψηφιστεί στο μισθό της το ποσό που κατέβαλαν ως ασφάλιστρα οι αναιρεσείοντες.. Με τον ίδιο (τέταρτο) λόγο της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αποδίδεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες, διότι ενώ συνυπολόγισε, για τον προσδιορισμό του ειθισμένου μισθού που δικαιούται η αναιρεσίβλητη και την απαλλαγή της από τις σημαντικές δαπάνες στέγασης, τροφής, ένδυσης, κατανάλωσης ρεύματος και νερού, ενόψει του ότι αυτή διέμενε και διατρεφόταν στην οικία των αναιρεσειόντων, στη συνέχεια επιδίκασε πολύ υψηλότερα των νομίμων κατωτάτων ορίων που προβλέπονται από τις ΕΓΣΣΕ για το χρονικό διάστημα έως το έτος 1997 και ίσες με τις αποδοχές των ΕΓΣΣΕ μετά το έτος 1998, παρότι έπρεπε να αφαιρέσει τις εις είδος παρασχεθείσες ως άνω παροχές.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφενός διότι και οι ίδιοι οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι το Εφετείο συνυπολόγισε και τις προαναφερόμενες εις είδος παροχές για τον υπολογισμό του ειθισμένου μισθού, και αφετέρου διότι πλήττει την επί της ουσίας κρίση του Εφετείου ως προς το ύψος του μισθού αυτού (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 281 του ΑΚ, το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της ασκήσεώς του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, σε τρόπο ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του, που θα έχει επαχθείς για τον οφειλέτη συνέπειες, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει τη μεταγενέστερη άσκησή του καταχρηστική, αλλ' απαιτείται να συντρέχουν προσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό τις άνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.

Εξάλλου, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για μη λήψη υπόψη πραγματικού ισχυρισμού ιδρύεται μόνο αν ο ισχυρισμός αυτός έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Τέτοια όμως επίδραση δεν έχει ο απαράδεκτος, ή μη νόμιμος ή αλυσιτελής ισχυρισμός και συνεπώς η παράλειψη του δικαστηρίου να απαντήσει σ' αυτόν δεν ιδρύει τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως (Ολ.ΑΠ 2/1989).

Στην προκείμενη περίπτωση, από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προέκυψαν τα ακόλουθα: Με τις προτάσεις που κατέθεσαν οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες στο Πρωτοδικείο, κατά τη συζήτηση της ένδικης αγωγής, και τις προτάσεις τους ενώπιον του Εφετείου, προέτειναν ένσταση καταχρηστικής άσκησης των αγωγικών αξιώσεων.

Συγκεκριμένα ισχυρίστηκαν, ότι: 1) η συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης, που διήρκεσε 25 ολόκληρα χρόνια, κατά τα οποία δεν είχε αναφέρει ούτε λέξη περί μισθού και μόνο για ευγνωμοσύνη προς το πρόσωπό τους ομιλούσε, δημιούργησε σ' αυτούς την εύλογη πεποίθηση, ότι δεν πρόκειται να εγείρει αξιώσεις, με συνέπεια η εκ των υστέρων άσκηση της αγωγής της να δημιουργεί σ' αυτούς ανατροπή των δεδομένων στα οποία είχαν στηριχθεί, 2) από την άσκηση της κρινόμενης αγωγής δημιουργούνται σ' αυτούς αφόρητες οικονομικές συνέπειες, λόγω της ελαττωμένης περιουσιακής κατάστασης στην οποία βρίσκονται σήμερα, τούτο δε ενόψει και του ότι ο δεύτερος από αυτούς πάσχει από καρκίνο και τα έξοδα ιατροφαρμακευτικής του περίθαλψης είναι υπέρογκα, 3) μέχρι σήμερα έχουν αγοράσει ένα διαμέρισμα 18 τ.μ.

στη μεγάλη τους κόρη, ενώ δεν έχουν αγοράσει τίποτε στο όνομα της μικρής τους κόρης, σε περίπτωση δε που γίνει δεκτή η αγωγή, η σημαντική οικονομική ζημία την οποία θα υποστούν, θα τους αναγκάσει να πουλήσουν την οικία τους, για να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους. Πέραν αυτού, υπάρχει κίνδυνος να μη δυνηθούν να προσφέρουν πρώτη κατοικία στα δύο φυσικά τέκνα τους, ενώ έχουν αγοράσει επ' ονόματι της αναιρεσίβλητης δύο διαμερίσματα, τα οποία μάλιστα έχουν ανακαινίσει και εξοπλίσει πλήρως. 4) Εκτός από τα υλικά αγαθά που παρείχαν από το 1978 μέχρι το 2001 στην αναιρεσίβλητη, οι αναιρεσείοντες την περιέλαβαν με αισθήματα συμπάθειας, αγάπης και στοργής από την ηλικία των 11 ετών μέχρι και τα 35 της χρόνια, έλυναν όλα τα καθημερινά της προβλήματα, την εκπαίδευαν, τη στήριζαν σε όλες τις φάσεις της ζωής της και σε όλες τις επιλογές της, την υποστήριζαν ψυχολογικά και την συμβούλευαν στα πρώτα δύσκολα χρόνια της εφηβείας της και αργότερα στα χρόνια της ωριμότητάς της, παρέχοντας σ' αυτήν ασφάλεια και φροντίδα, και 5) όλες οι παροχές σε είδος που προσέφεραν προς αυτήν της επέτρεψαν να ξεφύγει από τις απάνθρωπες συνθήκες διαβίωσης του χωριού της, να ενηλικιωθεί μέσα σε ένα πολιτισμένο περιβάλλον, να αποκτήσει εφόδια για τη ζωή, γνώσεις και εμπειρίες και να ζήσει, μέχρι να αποκατασταθεί, μέσα σε ασφάλεια και ισορροπία και όχι μόνη και ευάλωτη, γεγονός που αποτελούσε και το μόνιμο φόβο της από τη παιδική της ηλικία.

Tο Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε κατ' ουσίαν την παραπάνω ένσταση, αφού δέχτηκε ότι δεν αποδείχτηκαν πραγματικά περιστατικά που να καθιστούν την άσκηση των νομίμων δικαιωμάτων της αναιρεσίβλητης καταχρηστική, ούτε αποδείχτηκε συμπεριφορά της που να δικαιολογεί τη δημιουργία εύλογης πεποίθησης στους αναιρεσείοντες ότι αυτή δεν θα ασκήσει τις αξιώσεις της.

Σημειώνεται, ότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά παραδοχή σχετικής ενστάσεως συμψηφισμού που προέβαλαν οι αναιρεσείοντες, αφαίρεσε από την αμοιβή που δέχτηκε ότι δικαιούται η αναιρεσίβλητη για τις υπηρεσίες που τους προσέφερε, τα χρηματικά ποσά που δαπάνησαν αυτοί για την αγορά και ανακαίνιση δύο διαμερισμάτων 54 και 52 τ.μ., τα οποία είχαν αγοράσει στο όνομά της, κατά τη διάρκεια της εργασίας της.

Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο έλαβε υπόψη και απέρριψε με συνοπτική αιτιολογία ως αβάσιμο κατ' ουσίαν τον προαναφερόμενο ισχυρισμό, ο οποίος σε κάθε περίπτωση, δεν ήταν ουσιώδης, αφού τα ανωτέρω περιστατικά, συνολικώς εκτιμώμενα, δεν καθιστούσαν καταχρηστική την άσκηση της αγωγής. Επομένως, ο περί του αντιθέτου, πέμπτος από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 559 αριθ.8 του ΚΠολΔ, λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων για καταχρηστική άσκηση της ένδικης αγωγής, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24-1-2006 αίτηση περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 7252/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Απριλίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Μαΐου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ