Legislator Case Law & Legislation
1123/2006 AI generated

Second appeal against same judgment rejected as inadmissible due to lack of prior ruling on first appeal.

Case Number 1123/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed two successive appeals filed by the defendant against the same judgment from the Five-Member Court of Appeal. The defendant argued for procedural invalidity, but the court found no prior ruling on the first appeal, rendering the second appeal admissible and requiring joint consideration. Consequently, the court rejected all grounds for appeal and ordered the defendant to pay the plaintiff's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Article 514 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure; Article 386 of the Penal Code; A second appeal against the same judgment is inadmissible unless a prior ruling has been made on the first appeal, in which case both appeals must be heard together.

Keywords

AI generated
second appeal inadmissibility same judgment review procedural prerequisite joint consideration of appeals legal costs allocation civil procedure code penal code provisions

Cited Legislation

AI generated
Article 514 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 386 of the Penal Code
Article 1 paragraph 11 of Law 2408/1996
Article 14 paragraph 4 of Law 2721/1999
Article 583 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1123 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

ΑΡΙΘΜΟΣ 1123/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευριπίδη Αντωνίου, Αντιπρόεδρο, Χρύσανθο Παπούλια, Ευάγγελο Σταυρουλάκη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη και Κωνσταντίνο Κούκλη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Μαρτίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Τσίμα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου .... και ήδη κρατούμενου στις Φυλακές Χαλκίδας, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Σπυράκο, περί αναιρέσεως της 128/2005 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου.

Με πολιτικώς ενάγοντα τον Αγροτικό Συνεταιρισμό Αμπελόφυτου Τριφυλλίας Μεσσηνίας, που εδρεύει στο Αμπελόφυτο Μεσσηνίας και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Τζανάκο.

Το Πενταμελές Εφετείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων – κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 25/7/2005 και 26/7/2005 αιτήσεις του αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1593/2005.

Αφού άκουσε

Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 514 εδ. γ' ΚΠΔ «δεύτερη αίτηση αναιρέσεως κατά της ίδιας αποφάσεως δεν επιτρέπεται». Κατά την αληθή έννοια της διατάξεως αυτής, προϋπόθεση για την απαγόρευση ασκήσεως δεύτερης αιτήσεως αναιρέσεως κατά της ίδιας αποφάσεως είναι να έχει προηγηθεί κρίση επί της πρώτης. Αν τέτοια κρίση δεν έχει προηγηθεί, παραδεκτώς ασκείται μέσα στη νόμιμη προθεσμία δεύτερη αίτηση αναιρέσεως, η οποία είναι συμπληρωματική της πρώτης και συνεκδικάζεται. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων άσκησε εμπροθέσμως την κοινοποιηθείσα στις 25-7-2005 στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου από 21-7-2005 αίτηση αναιρέσεως κατά της 128/2005 καταδικαστικής αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου και ακολούθως, καθ' όμοιο τρόπο, στις 26-7-2005 αίτησή του αναιρέσεως, στρεφομένη κατά της ίδιας, ως άνω, σε βάρος τον εκδοθείσης αποφάσεως.

Συνεπώς, εφόσον δεν έχει προηγηθεί κρίση επί της υπό του αναιρεσείοντος ασκηθείσης πρώτης των άνω αιτήσεων αναιρέσεως, η δεύτερη αίτηση, στρεφομένη κατά της αυτής αποφάσεως είναι παραδεκτή και γι' αυτό αμφότερες οι προαναφερθείσες αιτήσεις πρέπει να συνεκδικασθούν γιατί έχουν πρόδηλη μεταξύ τους συνάφεια.

Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 κοκ 3 ΠΚ, όπως η παρ. 3 ίσχυε προς της αντικαταστάσεώς της με το άρθρο 1 παρ. 11 του Ν. 2408/1996 και το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν 2721/1999, «όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυφη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τριών μηνών και εάν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση 2 ετών… 3) επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών:

α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και β) αν οι περιστάσεις υπό τις οποίες έγινε η πράξη μαρτυρούν ότι ο υπαίτιος είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος. Με το άρθρο 1 παρ. 11 του Ν. 2408/1996 απαλείφθηκε το «ιδιαίτερα επικίνδυνος». Με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999, η διάταξη της παρ. 3 του άρθρο 386 αντικαταστάθηκε εκ νέου και ορίσθηκε ότι επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών:

α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ (5.000.000 δρχ.) β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 70.000 ευρώ (25.000.000 δρχ.). Η διάταξη αυτή κατά το πρώτο μέρος της με το οποίο θεσπίζεται πρόσθετη προϋπόθεση για την κακουργηματικής μορφής απάτη εκτός από την κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τέλεση της πράξεως και το συνολικό όφελος ή συνολική ζημία μεγαλύτερη των 15.000 ευρώ, θα κριθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση (in concreto) αν είναι ευνοϊκότερη της προηγούμενης ρυθμίσεως, αν δηλαδή υφίσταται στη συγκεκριμένη περίπτωση συνολικό όφελος ή συνολική ζημία μεγαλύτερη των 15.000 ευρώ.

Και αν μεν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία είναι μεγαλύτερη των 15.000 ευρώ για της προς της ισχύος του νόμου φερόμενα ως τελεσθείσες πράξεις απάτης, θα εφαρμοσθεί ο νόμος που ίσχυε κατά το χρόνο τελέσεώς τους, αφού και με τον προηγούμενο και με το νεώτερο νόμο, οι πράξεις τιμωρούνται ως κακουργήματος και με το ίδιο όριο ποινής, δηλαδή με την ίδια βαρύτητα, αν δε το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία δεν είναι μεγαλύτερη των 15.000 ευρώ, η διάταξη αυτή θα εφαρμοσθεί ως επιεικέστερη και για τις προ της ισχύος του νόμου φερόμενες, ως τελεσθείσες πράξεις απάτης.

Περαιτέρω, για τη στοιχειοθέτηση της απάτης, απαιτείται δόλος που υπάρχει, όταν ο δράστης γνωρίζει τα ουσιαστικά περιστατικά της πράξεως και θέλει να τα παραγάγει. Πρέπει, δηλαδή ο δράστης να ενεργεί με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος ο ίδιος ή τρίτος, έστω και αν τελικώς δεν επιτευχθεί το όφελος.

Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση για να έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, πρέπει να αναφέρονται σ' αυτή τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα απ' αυτά, από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις.

Για την πληρότητα της αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Στην προκειμένη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών που δίκασε έφεση του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων (καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, αναγνωσθέντα έγγραφα, απολογία κατηγορουμένων) τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά:

Η εταιρία με την επωνυμία «..... ΟΕ» της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής ήταν ο κατηγορούμενος, εταιρικό σκοπό είχε την αγορά προς μεταπώληση με κέρδος ελαιολάδου. Για την επίτευξη του εταιρικού της σκοπού και ειδικότερα για τη χρηματοδότηση της από την τράπεζα λειτουργούσε μεταξύ αυτής και της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος αλληλόχρεος λογαριασμός (παροχής πίστωσης) στον οποίο εγγράφονταν οι γενόμενες τμηματικώς προς την εταιρία χρηματοδοτήσεις προς εξόφληση των οποίων η εταιρία παρέδιδε στην τράπεζα δια του κατηγορουμένου αξιόγραφα (επιταγές πελατών της και φορτωτικά έγγραφα) η δε τράπεζα χορηγούσε στον κατηγορούμενο στελέχη επιταγών με τις οποίες ο κατηγορούμενος επλήρωνε τους διαφόρους πωλητές ελαιολάδου προς την εταιρία του.

Το έτος 1994 ο παραπάνω λογαριασμός μεταξύ της εταιρίας και της δανειοδότριας τράπεζας παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο εις βάρος της εταιρίας ανερχόμενο στο ποσό των 350.000.000 δραχμών, γι' αυτό και η τράπεζα έπαυσε να χορηγεί στον κατηγορούμενο στελέχη επιταγών με αποτέλεσμα η εταιρία να στερηθεί της δυνατότητας να πληρώνει με αυτές τους πωλητές ελαιολάδου προς αυτή και περαιτέρω αντικειμενική αδυναμία τροφοδότησης του λογαριασμού από την εταιρία.

Οι αρμόδιοι για τις χορηγήσεις και τη λειτουργία του αλληλόχρεου αυτού λογαριασμού υπάλληλοι της τράπεζας, έχοντας ευθύνη έναντι της τράπεζας για το μεγάλο αυτό άνοιγμα του λογαριασμού και με σκοπό να συνεχισθεί η λειτουργία του λογαριασμού ώστε να δυνηθούν να καλύψουν το χρεωστικό αυτό υπόλοιπο η είσπραξη του οποίου ήταν αν όχι αδύνατη λίαν επισφαλής, αντί να προβούν στο κλείσιμο του λογαριασμού και να απαιτήσουν την καταβολή του καταλοίπου από τους υποχρέους (εταιρίας, κατηγορούμενο και τυχόν εγγυητές) σε συνεννόηση με τον κατηγορούμενο μεθόδευσαν την εξής λύση.

Να ανοιχθεί άλλος λογαριασμός στο όνομα τρίτου προσώπου και με βάση αυτό να λάβει ο κατηγορούμενος στελέχη επιταγών τις οποίες θα συμπλήρωνε και υπέγραφε ο κατηγορούμενος ως εκπρόσωπος της εταιρίας και στη συνέχεια θα παρέδιδε έναντι του τιμήματος στους πωλητές ελαιολάδου θα κατέθετε δε τα αξιόγραφα από την περαιτέρω πώληση του ελαιολάδου στο λογαριασμό προς είσπραξη.

Ετσι ο κατηγορούμενος προκειμένου να υλοποιηθεί το μεταξύ αυτού και των υπαλλήλων της τράπεζας σχέδιο επρότεινε να ανοιχθεί νέος λογαριασμός στο όνομα του επ' αδελφή γαμβρού του Ψ1, ο οποίος είχε συνταξιοδοτηθεί από την εργασία στο εργοστάσιο .... και απασχολείτο ως λογιστής στην επιχείρηση του κατηγορουμένου.

Πράγματι, χωρίς να τηρηθούν οι νόμιμες διατυπώσεις (υπογραφές και αίτηση από τον Ψ1) ανοίχτηκε στις 13.9.1994 ο υπ' αριθμ. .... λογαριασμός στο όνομα του Ψ1 και με βάση αυτόν η τράπεζα χορήγησε στον κατηγορούμενο στελέχη επιταγών τις οποίες συμπλήρωνε και υπέγραφε ο κατηγορούμενος ως εκπρόσωπος της εταιρίας του και παρέδιδε έναντι του τιμήματος στους πωλητές ελαιολάδου.

Μ' αυτόν τον τρόπο εμπορευόμενος ο κατηγορούμενος και αποκρύπτοντας την πραγματική οικονομική κατάσταση της εταιρίας και το γεγονός ότι οι παραδιδόμενες στους πωλητές επιταγές δεν ήσαν επιταγές πληρωτέες από λογαριασμό της εταιρίας, εμφανίστηκε κατά μήνα Ιανουάριο 1995 στον πρόεδρο του αγροτικού συνεταιρισμού Αμπελοφύτου Τρυφυλλίας Μ1 και συμφώνησε μαζί του να πωλήσει ο συνεταιρισμός αυτός στην εταιρία του κατηγορουμένου το ελαιόλαδο των συνεταίρων του που συγκέντρωνε και πωλούσε ο συνεταιρισμός, ανερχόμενο σε 70 τόνους αντί τιμήματος ανά κιλό σύμφωνα με την τιμή ανά κιλό που θα προέκυπτε από τις αντίστοιχες πωλήσεις ελαιολάδου από την Ενωση Γεωργικών Συνεταιρισμών.

Συμφώνησαν ότι την παραπάνω ποσότητα ελαιολάδου ο κατηγορούμενος θα παρελάμβανε τμηματικά από τις εγκαταστάσεις του συνεταιρισμού και επειδή η τιμή δεν είχε διαμορφωθεί επακριβώς ακόμη κατέβαλε στον συνεταιρισμό έναντι του συνολικού τιμήματος δρχ. 30.000.000 για το υπόλοιπο δε εξέδωσε και παρέδωσε στον πρόεδρο του συνεταιρισμού την υπ' αριθμ. ....

τραπεζική επιταγή συρόμενη από τον παραπάνω λογαριασμό του Ψ1 χωρίς να έχει συμπληρωθεί η ημερομηνία έκδοσης της επιταγής και το ποσό αυτής και με τη συμφωνία να συμπληρωθούν τα στοιχεία αυτά από τον πρόεδρο του συνεταιρισμού όταν η τιμή του ελαιολάδου θα είχε διαμορφωθεί σύμφωνα με τον παραπάνω τρόπο.

Για την κατάρτιση της συμφωνίας αυτής ο κατηγορούμενος εν γνώσει του ψευδώς παρέστησε στον πρόεδρο του συνεταιρισμού ότι η αγοράστρια του ελαιολάδου εταιρία του ήταν αξιόχρεος με αξιόλογη περιουσία και ικανή οικονομική ρευστότητα και ότι η εκδοθείσα επιταγή εσύρετο από λογαριασμό της εκδότριας και αγοράστριας εταιρίας, αποκρύπτοντας εν γνώσει του αθεμίτως ότι πράγματι η αγοράστρια εταιρία από το προηγούμενο έτος ευρίσκετο σε δεινή οικονομική κατάσταση με οφειλές μεγάλου ύψους ποσών στην τράπεζα και ότι εστερείτο στελεχών επιταγών η δε εκδοθείσα επιταγή εσύρετο από λογαριασμό του Ψ1 ο οποίος είχε εκδοθεί κατά τον παραπάνω μη νόμιμο τρόπο.

Ετσι έπεισε τον προαναφερόμενο πρόεδρο του συνεταιρισμού να του πωλήσει και παραδώσει την ποσότητα των 70 τόνων ελαιολάδου. Μετά την παραλαβή ολόκληρης της ποσότητας του ελαιολάδου από τον κατηγορούμενο και αφού διαμορφώθηκε η ανά κιλό τιμή πώλησης, με βάση την οποία το εναπομένον προς πληρωμή υπόλοιπο ανέρχονταν στο ποσό των 24.701.400 δρχ., το οποίο δεν αμφισβητεί ο κατηγορούμενος, ο πρόεδρος του συνεταιρισμού εζήτησε την πληρωμή του από τον κατηγορούμενο ο οποίος όμως δεν το επλήρωσε αλλά εξεχώρισε δήθεν απαιτήσεις του από επιδότηση ελαιολάδου.

Όταν όμως διαπιστώθηκε ότι πράγματι τέτοιες απαιτήσεις της εταιρίας του κατηγορουμένου δεν υπήρχαν ο πρόεδρος του συνεταιρισμού, όπως είχε συμφωνηθεί με τον κατηγορούμενο, συμπλήρωσε την επιταγή με το παραπάνω ποσό και με ημερομηνία έκδοσης 7.7.1995 και εμφάνισε προς πληρωμή αυτή αυθημερόν στην πληρώτρια τράπεζα η οποία όμως δεν πληρώθηκε λόγω ελλείψεως κεφαλαίων προς πληρωμή.

Από αυτά αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος, ενεργώντας κατ' επάγγελμα και έχοντας διαμορφώσει υποδομή για την επανειλημμένη τέλεση του εγκλήματος της απάτης με την προμήθεια, κατά τον παραπάνω τρόπο επιταγών από την τράπεζα στο όνομα του Ψ1, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τον συνεταιρισμό ψευδώς εν γνώσει του παρέστησε στον πρόεδρο του συνεταιρισμού ότι η εταιρία του ήταν αξιόχρεος και ότι η εκδοθείσα επιταγή εσύρετο από λογαριασμό της εταιρίας, αποκρύπτοντας αθεμίτως ότι η εταιρία ήταν κατάχρεος και ότι η επιταγή εσύρετο από το λογαριασμό του Ψ1 και έτσι έπεισε αυτόν να του πωλήσει την παραπάνω ποσότητα ελαιολάδου ζημιώνοντας τον συνεταιρισμό κατά το ποσό των 24.701.400 δρχ.

κατά το οποίο ωφελήθηκε ο ίδιος. Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος κακουργηματικής απάτης σύμφωνα με την επιεικέστερη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 3 ΠΚ όπως αυτή ισχύει μετά την τροποποίηση της με το ν. 2721/99 απορριπτόμενων των ισχυρισμών του κατηγορουμένου για αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 εδ.' και ΠΚ, διότι κατά τα αποδειχθέντα αυτής επί μακρό χρονικό διάστημα με μεθοδικότητα εξακολουθούσε να εμπορεύεται κατά τον ίδιο τρόπο εξαπατώντας και άλλους πωλητές ελαιολάδου πράξεις που εξακολούθησε και μετά την διάπραξη της εις βάρος του συνεταιρισμού απάτης.

Με τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του διωκομένου εγκλήματος, της απάτης δηλαδή σε βαθμό κακουργήματος (άρθρ. 386 παρ. 1, 3α ΠΚ) λόγω του ότι ο κατηγορούμενος (αναιρεσείων) ετέλεσε την εν λόγω πράξη κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, υπό την έννοια που στην προσβαλλομένη απόφαση εξειδικεύεται, για την οποία αυτός καταδικάστηκε, η δε συνολική ζημία του παθόντος και το αντίστοιχο όφελος του κατηγορουμένου υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1, 3α ΠΚ την οποία εφήρμοσε.

Ειδικότερα, πλήρως αιτιολογείται η κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεση της πράξεως της απάτης καθώς και η συνολική ζημία που υπέστη ο παθών συνεταιρισμός και το αντίστοιχο όφελος του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου, το οποίο ανέρχεται σε 24.701.400 δρχ., δηλαδή σε ποσό ανώτερο των 5.000.000 δρχ. Επομένως, εφόσον ο αναιρεσείων καταδικάστηκε για κακουργηματική απάτη, πράξη που υπόκειται σε δεκαπενταετή παραγραφή και, υπολογιζομένου και του χρόνου της πενταετούς αναστολής, σε εικοσαετή τοιαύτη (άρθρ. 111 παρ. 1, 2β, 112, 113 παρ. 3 ΠΚ), έπεται ότι η αιτίαση του αναιρεσείοντος που προβάλλεται με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως της πρώτης αιτήσεως, περί ελλείψεως δηλαδή ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την (σιγή) απόρριψη με την προσβαλλομένη απόφαση της ενστάσεως περί πενταετούς παραγραφής, γιατί εκάστη μερικότερη πράξη της απάτης είχε ως αντικείμενο ποσό μικρότερον των 5.000.000 δρχ., πρέπει να απορριφθεί, επί εσφαλμένης προϋποθέσεως ερειδομένη, πόσο μάλλον καθόσον, η πράξη της απάτης για την οποία ασκήθηκε κατά του κατηγορουμένου ποινική δίωξη και για την οποία αυτός καταδικάστηκε, φέρει κακουργηματικό (και όχι πλημμεληματικό) χαρακτήρα τόσο κατά το χρόνο τελέσεώς της, όσο και κατά το χρόνο εκδικάσεώς της από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και εφαρμοστέα εν προκειμένω είναι, κατά τα προαναπτυχθέντα, η διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1, 3 ΠΚ, όπως η παρ. 3 ίσχυε προς της τροποποιήσεώς της, με το άρθρο 14 παρ. 4 Ν. 2127/1999.

Η κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ αιτιολογία πρέπει να διαλαμβάνεται και την απόφαση του δικαστηρίου επί αιτήματος αναβολής της δίκης, λόγω συνεκδικάσεως της κρινόμενης υποθέσεως με άλλη συναφή. Επομένως, η απορρίπτουσα το αίτημα τούτο απόφαση πρέπει να περιέχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και δη με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, τις αποδείξεις και τους συλλογισμούς με τους οποίους το δικαστήριο κατέληξε στην απορριπτική κρίση του, υπό την προϋπόθεση όμως, ότι το αίτημα αναβολής αποβλήθηκε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, διότι, αν το αίτημα υποβλήθηκε κατά τρόπον αόριστο, το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει μη επερχομένης εντεύθεν ακυρότητος της ακροαματικής διαδικασίας για έλλειψη ακροάσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, ο αναιρεσείων – κατηγορούμενος δια των συνηγόρων υπερασπίσεώς του υπέβαλε αίτημα: «περί αναβολής της δίκης, προκειμένου να συνεκδικαστεί με συναφή υπόθεση που δικάζεται στο παρόν δικαστήριο κατά τη δικάσιμο της 6.10.2005».

Το αίτημα αναβολής εκδικάσεως της υποθέσεως, όπως διατυπώνεται, είναι αόριστο, γιατί δεν εκτίθεται το αντικείμενο της υποθέσεως που πρόκειται να εκδικασθεί ενώπιον του ως άνω δικαστηρίου κατά την δικάσιμο της 6-10-2005. Εντεύθεν το δικαστήριο αν και δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει στο αορίστως υποβληθέν ως άνω αίτημα αναβολής, εν τούτοις απέρριψε τούτο κυρίως ως αόριστο και επικουρικώς με την ειδικότερη, σαφή και πλήρη αιτιολογία, ότι δεν εκτίθεται το αντικείμενο της υποθέσεως που πρόκειται να εκδικασθεί ενώπιον του δικαστηρίου εκείνου κατά τη δικάσιμο της 6.10.2005 και επικουρικώς, γιατί από το χρόνο τελέσεως της πράξεως το έτος 1995 έχει παρέλθει ήδη δεκαετία.

Εντεύθεν, ο δεύτερος λόγος της πρώτης αιτήσεως αναιρέσεως, περί ελλείψεως δηλαδή ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, για τη απόρριψη του αιτήματος αναβολής, (άρθρ. 510 παρ. 1 Δ ΚΠΔ), πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. Κατά το άρθρο 57 παρ. 1 και 3 ΚΠΔ, αν κάποιος έχει καταδικασθεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει πάψει η ποινική δίωξη εναντίον του δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι εις βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και δοθεί σ' αυτήν διαφορετικός χαρακτηρισμός.

Αν, παρά την παραπάνω απαγόρευση, ασκηθεί ποινική δίωξη, κηρύσσεται απαράδεκτη, λόγω δεδικασμένου. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι παραβίαση του δεδικασμένου, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 ΣΤ ΚΠΔ υφίσταται, όταν ο αμετάκλητος καταδικασθείς ή αθωωθείς καταδικάζεται για την ίδια ακριβώς πράξη και όχι για άλλη συρρέουσα.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τελευταίο λόγο αναιρέσεως της πρώτης αιτήσεως, προβάλλεται η αιτίαση, ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και άρα και η κατά του κατηγορουμένου ποινική δίωξη έπρεπε να παύσει οριστικώς, λόγω δεδικασμένου [(ορθόν: ότι παραβιάσθηκε το δεδικασμένο και άρα η ποινική δίωξη έπρεπε να κυρηχθεί απαράδεκτη (άρθρ. 57 ΚΠΔ)], το οποίο (δεδικασμένο) παρήχθη από καταδικαστική απόφαση εις βάρος του αναιρεσείοντος για παράβαση του άρθρου 1 παρ. 1 του ΝΔ 3424/1955 «υπερημερία αγοραστή αγροτικών προϊόντων», αφού τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που «συνέστησαν την αξιόποινη αυτή πράξη, είναι τα αυτά, με τα πραγματικά περιστατικά που έκρινε η αναιρεσιβαλλομένη».

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, γιατί δεν αναφέρεται η καταδικαστική απόφαση και αν αυτή έχει καταστεί αμετάκλητη, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος γιατί κάθε μία από τις παραπάνω πράξεις (απάτης και παραβάσεως του άρθρου 1 παρ. 1 του ΝΔ 3424/1955) συγκροτείται από διαφορετικά πραγματικά περιστατικά, δηλαδή εν προκειμένω δεν υπάρχει ταυτότης πράξεως, ως ιστορικού γεγονότος, με όλα τα αποτελέσματα στον εξωτερικό κόσμο, καθ' όλη τη διαδρομή και καθόλες τις πραγματικές και νομικές όψεις της.

Κατά τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 171 του ΚΠΔ, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 34 παρ. 3 του ν. 2172/1999 «αν ο πολιτικός ενάγων παρέστη παράνομα στη διαδικασία του ακροατηρίου επέρχεται ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Αρειο Πάγο ακόμη».

Η ακυρότητα, όμως, αυτή που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 Α ΚΠΔ επέρχεται μόνον όταν υπάρχει έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποιήσεως του πολιτικώς ενάγοντος ή όταν δεν τηρήθηκε η διαδικασία που επιβάλλεται από το άρθρο 68 του ίδιου κώδικα, ως προς τον τρόπο και χρόνο ασκήσεως και υποβολής της πολιτικής αγωγής και όχι άλλες πλημμέλειες ή ελλείψεις ως προς την παράσταση ή εκπροσώπηση αυτού που παρέστη ως πολιτικώς ενάγων.

Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 68 παρ. 2 του ΚΠΔ, εκείνος που κατά τον Αστικό Κώδικα δικαιούται χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης μπορεί να υποβάλει την απαίτησή του στο ποινικό δικαστήριο μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας χωρίς έγγραφη προδικασία. Δικαιούχος της χρηματικής ικανοποιήσεως είναι μόνον ο φορέας του δικαιώματος ή εννόμου συμφέροντος που έχει προσβληθεί.

Ετσι, δικαίωμα παραστάσεως πολιτικής αγωγής έχουν και τα νομικά πρόσωπα για χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, την οποία υπέστησαν από την άδικη πράξη που τελέστηκε σε βάρος τους και η οποία ηθική βλάβη έχει αντίκτυπο στην πίστη, στο κύρος και στη φήμη τους έναντι των τρίτων. Η δήλωση παραστάσεως, πρέπει κατά το άρθρο 84 ΚΠΔ να περιλαμβάνει συνοπτική έκθεση της υποθέσεως για την οποία δηλώνεται η παράσταση και για τους λόγους στους οποίους στηρίζεται, δηλαδή αν πρόκειται για υλική ζημία ή χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης.

Για το νομότυπο της παραστάσεως δεν είναι αναγκαίο να διαλαμβάνει ο ιδιαίτερος τρόπος προκλήσεως της ηθικής βλάβης, που είναι άμεσο αποτέλεσμα των περιγραφομένων γεγονότων που αποδίδονται στον κατηγορούμενο. Η δήλωση δε αυτή, όταν επαναλαμβάνεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν είναι αναγκαίο να περιέχει και όλα τα παραπάνω στοιχεία αφού κρίνεται στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και κατά το μέτρο που έγινε δεκτή από αυτό.

Στην προκειμένη περίπτωση, η αποδοθείσα στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο κατηγορία, όπως αυτή έγινε δεκτή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και από το δευτεροβάθμιο με την προσβαλλομένη απόφασή του για την οποία και κηρύχθηκε ένοχος, συνίσταται στο ότι αυτός με την απατηλή του συμπεριφορά, όπως τα περιστατικά αυτής εξειδικεύονται στην ελεγχομένη απόφαση προξένησε ζημία στον παθόντα «Αγροτικό Συνεταιρισμό Αμπελοφύτου Μεσσηνίας» και όφελος στον ίδιο κατά το ποσό των 24.701.400 δρχ.

Κατά την ενώπιον του Πρωτοβαθμίου δικαστηρίου συζήτηση της υποθέσεως, όπως προκύπτει από τα ενσωματωμένα στην υπ' αριθμ. 14/2003 απόφαση πρακτικά, εμφανίστηκε ο ..... , καταθέτοντας αντίγραφο του υπ' αριθμ. 400/13.12.2002 πρακτικού του διοικητικού συμβουλίου του «Αγροτικού Συνεταιρισμού Αμπελοφύτου Μεσσηνίας» και εδήλωσε, ότι εκπροσωπώντας τον ανωτέρω συνεταιρισμό, παρίσταται, ως πολιτικώς ενάγων για χρηματική ικανοποίηση 44 ευρώ από τον κατηγορούμενο μετά ρητής επιφυλάξεως λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη το νομικό πρόσωπο του Συναιτερισμού εκ των πράξεων του κατηγορουμένου, συνεπεία των οποίων μειώθηκε το κύρος η φήμη και το εν γένει κύρος του Συνεταιρισμού στις συναλλαγές του.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε την παράσταση πολιτικής αγωγής και επεδίκασε στον παθόντα συνεταιρισμό, για την ως άνω αιτία, το ποσό των 44 ευρώ. Κατά την εκδίκαση της υποθέσεως ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, στο οποίο είχε αχθεί κατόπιν εφέσεως του κατηγορουμένου, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση και τα ενσωματωμένα σ' αυτήν πρακτικά, ο πολιτικώς ενάγων «Αγροτικός Συνεταιρισμός Αμπελοφύτου Μεσσηνίας» επανέλαβε τη δήλωσή του δια του εκπροσώπου του Μ1, πανομοιοτύπως, όπως και πρωτοδίκως, αξιώνοντας, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που είχε υποστεί το αυτό ποσό των 44 ευρώ.

Η δήλωση αυτή του παθόντος συνεταιρισμού είναι νόμιμη, αφού προκύπτει το πρόσωπο του παθόντος, που είναι ο ως άνω συνεταιρισμός, όπως είχε αναφερθεί στην πρωτόδικη απόφαση και ο εκπροσωπών τον παθόντα συνεταιρισμό (πρόσωπο διάφορο του εις το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εμφανισθέντος), μη απαιτουμένης της αναφοράς άλλων στοιχείων για την ενεργητική νομιμοποίηση του αμέσως ζημιωθέντος συνεταιρισμού.

Εδώ σημειώνεται ότι η επιδίκαση του ποσού της ηθικής βλάβης από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αντί στον Μ1, που εκπροσώπησε τον παθόντα συνεταιρισμό το δικαστήριο εκείνο για τη νομιμοποίηση του οποίου ουδεμία αντίρρηση διατυπώθηκε, στον ..... , ο οποίος είχε εκπροσωπήσει τον συνεταιρισμό πρωτοδίκως, οφείλεται σε προφανή παραδρομή και ουδεμίαν ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο επάγεται, τόσο μάλλον καθόσον η ηθική βλάβη επιδικάστηκε όχι στο φυσικό πρόσωπο, αλλά στον αμέσως παθόντα συνεταιρισμό, νομίμως εκπροσωπούμενο.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως αμφοτέρων των αιτήσεων, περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο για παρά το νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος (άρθρ. 171 παρ. 2 και 510 παρ. 1 Α ΚΠΔ), πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Απορριπτομένων όλων των λόγων αναιρέσεως αμφοτέρων των αιτήσεων και μη υπάρχοντος άλλου προς έρευνα, οι κρινόμενες αιτήσεις πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τις από 25-7-2005 και 26-7-2005 δύο αιτήσεις του .... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 128/2005 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία προσδιορίζει σε διακόσια δέκα (210) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος εκ πεντακοσίων (500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαρτίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Μαϊου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ