Supreme Court dismisses appeal claiming unfair trial length due to vague argument lacking factual basis.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a second-instance conviction for gang-related crimes and drug trafficking. The appellant argued that the trial duration violated Article 84 of the Penal Code, but the court found this claim baseless because the defense raised the legal provision without citing specific factual circumstances justifying the delay. Consequently, the court ruled that the lower court was not obligated to address the argument substantively, leading to the rejection of the appeal and an order for the appellant to bear the litigation costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 473, 474, 510, 578 of the Code of Criminal Procedure; An appeal based on a vague claim of excessive trial duration without factual substantiation is inadmissible as it fails to meet the requirement of specific and detailed reasoning.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1122 / 2025 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1122/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτα Πασσίση, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό - Εισηγητή, Λεωνίδα Χατζησταύρου και Παναγιώτη Λυμπερόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαρτίου 2025, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευσταθίας Καπαγιάννη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χ. Α., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου K. W. K. ή K. του A., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από το δικηγόρο Κωνσταντίνο Ζαχαράκη, ο οποίος διορίσθηκε δικηγόρος του με την υπ' αριθμ. 100/2025 απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών, για αναίρεση της αποφάσεως 104,349/2024 του Β' Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών.
Το Β' Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15-7-2024 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και τον διορισθέντα δικηγόρο του αναιρεσείοντος που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 15-7-2024 αίτηση του K. K. K. K. W. του A., κατοίκου ..., οδός ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 349/2024 απόφασης του Β' Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, με την οποία κηρύχθηκε ένοχος των αξιόποινων πράξεων της συμμορίας, της διακεκριμένης κλοπής, της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών από κοινού και της οπλοκατοχής κατά συναυτουργία και του επιβλήθηκε συνολική ποινή κάθειρξης επτά [7] μηνών, ασκήθηκε: α] νομότυπα, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του στην γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, για την οποία συντάχθηκε η σχετική έκθεση [άρθρο 474 παρ. 1 ΚΠΔ], β] εμπρόθεσμα, αφού η απόφαση καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 3-7-2024 και η δήλωση έγινε στις 15-7-2024, εντός δηλαδή της νόμιμης προθεσμίας των είκοσι [20] ημερών [άρθρο 473 παρ. 1, 2. 3 ΚΠΔ] και γ] παραδεκτά, αφού ασκήθηκε από δικαιούμενο και έχοντα προς τούτο έννομο συμφέρον, στρέφεται κατά υποκείμενης στο ένδικο αυτό μέσο απόφασης και περιέχει ορισμένους λόγους αναίρεσης [άρθρα 464, 504, 505 παρ. 1 α', 510 παρ. 1 στοιχ. Α', Δ' και Ε' ΚΠΔ]. Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.
Κατά το άρθρο 30 παρ. 2 ΚΠΔ, καμία απόφαση ή ποινική διαταγή ποινικού δικαστηρίου σε δημόσια συνεδρίαση ή σε συμβούλιο και καμία διάταξη ανακριτή δεν έχουν κύρος, αν δεν ακουστεί προηγουμένως ο Εισαγγελέας.
Περαιτέρω, κατά μεν την παράγραφο 1 του άρθρου 138 ΚΠΔ, πριν από κάθε απόφαση ή διάταξη του δικαστή που εκδίδεται κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, παίρνουν το λόγο σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου ο Εισαγγελέας καθώς και οι παρόντες διάδικοι, κατά δε την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, η παράβαση της προηγούμενης παραγράφου συνεπάγεται την ακυρότητα της απόφασης, του βουλεύματος ή της διάταξης.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠΔ, ακυρότητα που λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη προκαλείται, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την υποχρεωτική συμμετοχή του Εισαγγελέα στη διαδικασία στο ακροατήριο, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ.
Α' ΚΠΔ, ως λόγος αναίρεσης απόφασης ποινικού δικαστηρίου μπορεί να προταθεί η απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο [άρθρο 171]. Από τις προαναφερθείσες διατάξεις προκύπτει ότι αν δεν δοθεί στον Εισαγγελέα ο λόγος και ως εκ τούτου δεν διατυπώσει αυτός πρόταση πριν από την έκδοση της απόφαση του δικαστηρίου, με την οποία απορρίπτεται συγκεκριμένο νόμιμο αίτημα του κατηγορουμένου, το οποίο υποβλήθηκε κατά τρόπο ορισμένο, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα, που θεμελιώνει λόγο αναίρεσης από τα άρθρα 510 παρ. 1 στοιχ.
Α' ΚΠΔ και 171 παρ. 1 εδ. β' ΚΠΔ. Όμως, από τις ίδιες διατάξεις προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας της έδρας όταν λαμβάνει το λόγο και αναπτύσσει την κατηγορία και προτείνει την ενοχή ή την αθώωση του κατηγορουμένου, σιωπηρώς, προτείνει και την απόρριψη των υποβληθέντων αυτοτελών ισχυρισμών και αιτημάτων του κατηγορουμένου, επί των οποίων είχε επιφυλαχθεί προηγουμένως και, κατά συνέπεια, ουδεμία απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο δημιουργείται [ΑΠ 831/2021, ΑΠ 795/2010, ΑΠ 106/2019, ΑΠ 464/2017].
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα επιτρεπτώς επισκοπούμενα πρακτικά συνεδρίασης της προσβαλλόμενης απόφασης του Β' Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, ο συνήγορος του αναιρεσείοντος ανέπτυξε προφορικά και παρέδωσε εγγράφως τους ισχυρισμούς του, που καταχωρήθηκαν στα πρακτικά και τους οποίος είχε επικαλεσθεί και στην έφεσή του. Επειδή ακολούθησαν οι συνήγοροι των υπόλοιπων δέκα τεσσάρων ακόμη κατηγορουμένων που και αυτοί με τη σειρά τους κατέθεσαν αντίστοιχους ισχυρισμούς, ο διευθύνων τη συζήτηση έδωσε το λόγο στον Εισαγγελέα να προτείνει για όλους μαζί.
Ο Εισαγγελέας, όμως, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, επιφυλάχθηκε διαρκούσης της διαδικασίας να προτείνει επί των ανωτέρω ισχυρισμών και των ενστάσεων, για <<μετά το τέλος της αποδεικτικής διαδικασίας>>, οπότε το δικαστήριο προχώρησε στην εξέταση του πρώτου μάρτυρα. Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας στο ακροατήριο με την εξέταση των μαρτύρων, την ανάγνωση των εγγράφων και τις απολογίες των παρόντων κατηγορουμένων, δόθηκε ο λόγος από τον Διευθύνοντα στον Εισαγγελέα, να προτείνει, ο οποίος αφού ανέπτυξε τις κατηγορίες ζήτησε την ενοχή όλων των κατηγορουμένων, χωρίς να αναφερθεί ειδικώς στους ισχυρισμούς που είχαν προβάλλει νωρίτερα δια των συνηγόρων τους, πλην το γεγονός αυτό ουδεμία απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο δημιουργεί αυτή η παράλειψη, διότι η θετική πρόταση του Εισαγγελέα για την ενοχή όλων των κατηγορουμένων υποδηλώνει την σιωπηρή απόρριψη των υποβληθέντων αυτοτελών και μη ισχυρισμών, αιτημάτων και ενστάσεων αυτών, επί των οποίων είχε επιφυλαχθεί προηγουμένως. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, λόγω έλλειψης ακρόασης του Εισαγγελέα, είναι αβάσιμος.
Από τις συνδυασμένες των άρθρων 320 και 321 ΚΠΔ προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος κλητεύεται στο ακροατήριο για να δικαστεί, με επίδοση σ' αυτόν εγγράφου, που περιέχει ακριβή καθορισμό της πράξης, για την οποία κατηγορείται και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει, ώστε να μπορεί να προετοιμάσει την υπεράσπισή του.
Αν το κλητήριο θέσπισμα δεν περιέχει τα στοιχεία αυτά είναι άκυρο, σύμφωνα με το άρθρο 321 παρ. 4 του ίδιου Κώδικα. Η ακυρότητα όμως αυτή, κατά τις διατάξεις των άρθρων 172 παρ. 1, 174 παρ. 2 και 175 παρ. 2 ΚΠΔ, είναι σχετική, ως αναγόμενη σε πράξη προπαρασκευαστική της διαδικασίας στο ακροατήριο, γι' αυτό και αν ο κατηγορούμενος δεν την προτείνει μέχρι να αρχίσει για πρώτη φορά η διαδικασία στο ακροατήριο, η ακυρότητα αυτή καλύπτεται.
Αν προταθεί εγκαίρως ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου η εν λόγω ακυρότητα και η εκ του λόγου αυτού αντίρρηση προόδου της διαδικασίας και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο την απορρίψει, ο κατηγορούμενος, αν εμμένει σ' αυτήν, πρέπει να επαναφέρει την πρόταση της ακυρότητας και την αντίρρηση κατά της προόδου της διαδικασίας στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, διαλαμβάνοντας στην έφεσή του ειδικό λόγο περί τούτου.
Τούτο αποτελεί την προϋπόθεση για να μπορεί να προτείνει παραδεκτά στο Εφετείο τον σχετικό ισχυρισμό και τούτο θα γίνει πριν από την ανάπτυξη της έφεσης από τον Εισαγγελέα ή την εξέταση οποιουδήποτε αποδεικτικού μέσου, διαφορετικά είναι απαράδεκτος. Επομένως, εφόσον προβληθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ακυρότητα το κλητηρίου θεσπίσματος και αυτή απορριφθεί από το άνω δικαστήριο, η ίδια ακυρότητα θα πρέπει να προταθεί με ειδικό λόγο έφεσης, ώστε να κριθεί από το Εφετείο, στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 502 παρ. 2 ΚΠΔ, άλλως καλύπτεται και δεν μπορεί να επαναφερθεί στο ακροατήριο του Εφετείου, αφού σύμφωνα με την τελευταία αυτή διάταξη [άρθρο 502 παρ. 2 ΚΠΔ], το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει την εξουσία να κρίνει για εκείνα μόνο τα μέρη της πρωτόδικης απόφασης, στα οποία αναφέρονται οι λόγοι της έφεσης.
Τούτο όμως προϋποθέτει ότι τα εκκληθέντα κεφάλαια πλήττονται κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτό, εφόσον το Εφετείο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει σε αόριστο λόγο έφεσης, αφού αυτός, ως εκ του περιεχομένου του, τυγχάνει απαράδεκτος. Ειδικότερα στην έκθεση έφεσης, με την οποία διώκεται ο έλεγχος και η διόρθωση των σφαλμάτων της πρωτόδικης απόφασης, πρέπει να διατυπώνονται οι λόγοι, για τους οποίους αυτή ασκείται και να προτείνονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, ώστε να είναι δεκτικοί δικαστικής εκτίμησης, διαφορετικά, οι αόριστοι και ασαφείς λόγοι έφεσης, απορρίπτονται ως απαράδεκτοι, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα οποιασδήποτε συμπλήρωσης στο ακροατήριο του δικάζοντος την έφεση δικαστηρίου [ΑΠ 1437/2022, ΑΠ 1296/2022].
Εξάλλου, η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, απαιτείται όχι μόνο για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους επαφίεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου που τις εξέδωσε [ΑΠ 1138/2023].
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των πρακτικών της, σε συνδυασμό με την πρωτόδικη υπ' αριθ. 446/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, καθώς και από την υπ' αριθ. 233/2021 έφεση του αναιρεσείοντος και την υπ' αριθ. 259/2021 συμπληρωματική έφεσή του κατά της πρωτόδικης απόφασης, προβλήθηκε από τον κατηγορούμενο, δια του συνηγόρου του, ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, λόγω αοριστίας αυτού, ως προς τον ακριβή προσδιορισμό των αξιόποινων πράξεων που του αποδίδονταν, η οποία κατατέθηκε εγγράφως και αναπτύχθηκε και προφορικά.
Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών απέρριψε την ανωτέρω ένσταση και στη συνέχεια, με την προαναφερόμενη απόφαση κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα για τις ως άνω πράξεις. Κατά της απόφασης αυτής ο αναιρεσείων άσκησε τις προαναφερόμενες εφέσεις, παραπονούμενος, μεταξύ άλλων, κατά της απορριφθείσας ένστασης ακύρωσης του κλητηρίου θεσπίσματος και ειδικότερα διότι: <<εσφαλμένα απορρίφθηκε η νομοτύπως και εμπροθέσμως υποβληθείσα ένστασή μου περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος [λόγω αοριστίας] και για τις αποδιδόμενες σ' αυτόν πράξεις διακινήσεως ναρκωτικών ουσιών και οπλοκατοχή, αφού όπως διατυπώθηκαν οι κατηγορίες αυτές σε βάρος του εκκαλούντος δεν του παρείχετο η δυνατότητα να τις αποκρούσει.
Πολύ δε περισσότερο, μετά τη μεταβολή της κατηγορίας για παράβαση της παρ.3 του άρθρου 187 ΠΚ σε παράβαση της παρ. 3 του ίδιου άρθρου 187 ΠΚ, οι λοιπές πράξεις δεν μπορούν να αποδοθούν και σε όσους δεν ενεπλάκησαν σ' αυτές ενεργά και συγκεκριμένα, αφού ελλείψει <<επιχειρησιακά δομημένης>> εγκληματικής οργάνωσης, κοινού <<ταμείου>> και γενικά οργανωμένης κοινής δράσεως είναι αδιανόητη η από κοινού απόδοση των κατηγοριών αυτών σε όλους τους κατηγορούμενους [όπως ενδεχομένως θα μπορούσε να θεωρηθεί στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 187 ΠΚ]>> Με το περιεχόμενο αυτό ο λόγος έφεσης περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος είναι αόριστος, αφού δεν αναφέρονται οι ελλείψεις του κλητηρίου θεσπίσματος ως προς την ακριβή καθορισμό των πράξεων που αποδίδονται στον κατηγορούμενο και βεβαίως η επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας από εγκληματική οργάνωση σε συμμορία δεν καθιστά άκυρο το κλητήριο θέσπισμα και δεν προκαλεί οποιοδήποτε πρόβλημα στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου.
Κατά συνέπεια, το Εφετείο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει στον αόριστο αυτό αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' και Δ' ΚΠΔ για ακυρότητα της διαδικασίας και έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 187 του ισχύοντος από 1-7-2019 νέου ΠΚ, <<Όποιος εκτός από την περίπτωση της πρώτης παραγράφου, οργανώνεται με άλλον ή άλλους για να διαπράξουν κακούργημα τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών. Με φυλάκιση έως τρία έτη τιμωρείται ο υπαίτιος αν η κατά το προηγούμενο εδάφιο ένωση έγινε για τη διάπραξη πλημμελήματος με το οποίο επιδιώκεται οικονομικό ή άλλο υλικό όφελος ...>>.
Στην αιτιολογική έκθεση του νέου ΠΚ αναφέρονται τα ακόλουθα αναφορικά με το άρθρο 187 <<Στην τρίτη παράγραφο [του άρθρου 187 του νέου ΠΚ] τυποποιείται το έγκλημα της συμμορίας. Ενόψει των ερμηνευτικών προβλημάτων που είχε δημιουργήσει η παρ. 5 του άρθρου, όπως ισχύει, δεν αναφέρεται πλέον η <<ένωση>> με άλλον για τη <<διάπραξη>> κακουργήματος και προβλέπεται ρητά ότι το έγκλημα τελείται όταν ο δράστης <<οργανώνεται>> με άλλον ή άλλους για να διαπράξουν κακούργημα. Από την αντιπαραβολή της διάταξης αυτής με την προϊσχύσασα προκύπτει ότι η ισχύουσα σήμερα διάταξη του άρθρου 187 παρ. 3 ΠΚ οδηγεί σε επιεικέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου και είναι ευμενέστερη κατ' άρθρο 2 παρ. 1 ΠΚ, καθώς πλέον για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συμμορίας δεν αρκεί μόνο το στοιχείο της ένωσης [σύμπτωση βουλήσεων] αλλά επιπλέον προστίθεται ένα ακόμη ποιοτικό χαρακτηριστικό, ένα ακόμη στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης που δεν υπήρχε, εκείνο της <<οργάνωσης>> των προσώπων που ήδη ενώθηκαν [συμφώνησαν] για τη διάπραξη κακουργήματος.
Απαιτείται πλέον, κατά την παραδοχή της αιτιολογικής έκθεσης, σύσταση οργάνωσης με στοιχειώδη έστω δομή [ΑΠ 861/2023, ΑΠ 278/2022, ΑΠ 253/2021].
Περαιτέρω, με το άρθρο 374 παρ. 1 περίπτωση δ', όπως η διάταξη αυτή προστέθηκε με το άρθρο 5 του Ν. 4637/2019, με κάθειρξη έως δέκα έτη τιμωρείται η κλοπή <<αν τελέστηκε από δύο ή περισσότερους που είχαν ενωθεί για να διαπράττουν κλοπές ή ληστείες>> [ΑΠ 861/2023].
Εξάλλου, κατά το άρθρο 20 του Ν. 4139/2013, <<1. Όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις που προβλέπονται στα άρθρα 21, 22 και 23, διακινεί παράνομα ναρκωτικά, τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον οκτώ [8] ετών και χρηματική ποινή μέχρι τριακόσιες χιλιάδες [300.000] ευρώ. 2. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 2 Α και 29, ως έγκλημα διακίνησης ναρκωτικών νοείται κάθε πράξη με την οποία συντελείται η κυκλοφορία ναρκωτικών ουσιών ή πρόδρομων ουσιών που αναφέρονται στους πίνακες της παραγράφου 2 του άρθρου 1 και ιδίως η εισαγωγή, η εξαγωγή, η διαμετακόμιση, η πώληση, η αγορά, η προσφορά, η διανομή, η διάθεση, η αποστολή, η παράδοση, η αποθήκευση, η παρακατάθεση, η παρασκευή, η κατοχή, η μεταφορά, ...
η οργάνωση ή η διεύθυνση δραστηριοτήτων διακίνησης ναρκωτικών ουσιών ... 3. Αν περισσότερες πράξεις διακίνησης αφορούν την ίδια ποσότητα ναρκωτικών συντρέχει μόνο ένα έγκλημα διακίνησης. Κατά την επιμέτρηση της ποινής λαμβάνεται υπόψη το σύνολο των επιμέρους πράξεων διακίνησης, το είδος, η συνολική ποσότητα και η καθαρότητα του ναρκωτικού, καθώς και η βαρύτητα των σχετικών επιπτώσεων στην υγεία.
Ακόμη, κατά το άρθρο 7 παρ. του Ν.2168/1993, η κατοχή όπλων και λοιπών αντικειμένων, που διαλαμβάνονται στο άρθρο 1 του παρόντος νόμου, απαγορεύεται, εκτός των περιπτώσεων που προβλέπονται από τις διατάξεις του νόμου αυτού, ενώ κατά την παρ. 8 α' του ίδιου άρθρου, με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον 200.000 δραχμών τιμωρούνται οι παραβάτες των παραγράφων 1 και 2, πλην της περ.
η' του παρόντος άρθρου.
Περαιτέρω, η έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που στοιχειοθετεί λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, υπάρχει όταν δεν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.
Για την ύπαρξη ειδικής αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο προσδιορισμός ως προς το είδος τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από καθένα χωριστά [ολΑΠ 1/2018].
Πρέπει, όμως, να αναφέρεται στην απόφαση ή να συνάγεται με βεβαιότητα από το περιεχόμενο του σκεπτικού της ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, στο σύνολό τους και όχι αποσπασματικά, για τη διαμόρφωση της καταδικαστικής ή αθωωτικής κρίσης του όλα ανεξαιρέτως τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύονται στα πρακτικά και όχι μόνο μερικά από αυτά επιλεκτικά.
Έτσι, υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας, όταν το δικαστήριο παρέλειψε να εκτιμήσει ή δεν είναι βέβαιο ότι εκτίμησε στο σύνολό τους κάποιο ουσιώδες και κρίσιμο έγγραφο που αναγνώσθηκε ή μία σημαντική μαρτυρική κατάθεση. Αντίθετα, δεν συνιστούν έλλειψη αιτιολογίας η ενδεικτική μνεία ή η έξαρση της αποδεικτικής αξίας κάποιου αποδεικτικού μέσου, που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, για να σχηματίσει την κρίση του ή οι αιτιάσεις για παράλειψη χωριστής αναφοράς και στάθμισης ή αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων, οι οποίες, με επίφαση την έλλειψη αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου για την ουσία της υπόθεσης.
Συνεπώς, για να μην υπάρχει η σχετική πλημμέλεια της έλλειψης αιτιολογία, απαιτείται να μην περιέχονται στο σκεπτικό παραδοχές που δημιουργούν αμφιβολία ως προς το αν κάποια σημαντική μαρτυρική κατάθεση ή κάποιο ουσιώδες και κρίσιμο έγγραφο με διαφορετικό ή αντίθετο περιεχόμενο από το τελικό αποδεικτικό πόρισμα και δυνατότητα ουσιαστικής συνεισφοράς στη διαμόρφωσή του, έχει ληφθεί υπόψη [ΑΠ 655/2025, ΑΠ 2032/2019].
Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό της και που ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση [ΑΠ 655/2025, ΑΠ 1204/2023].
Στην προκειμένη περίπτωση, το Β' Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ' αριθ. 104, 349/2024 απόφασή του, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει κατ' είδος, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: <<Μετά από αλλεπάλληλες καταγγελίες πολιτών που περιήλθαν στο Τμήμα Δημοσίας Ασφάλειας της Υποδιεύθυνσης Ασφαλείας Αθηνών εντός του έτους 2019, για παράνομες δραστηριότητες συγκροτημένης ομάδας αλλοδαπών που δραστηριοποιούνταν στο κέντρο της Αθήνας, πέριξ της πλατείας Ομονοίας στην τέλεση κλοπών από διερχόμενους πολίτες, τουρίστες και οχημάτων, αλλά και διακίνηση κάνναβης, συστήθηκε από την ως Υπηρεσία σε συνεργασία με το Τ.Α.
Καλλιθέας και το Τ.Α. Ακροπόλεως εντός του μηνός Νοεμβρίου 2019, ειδική ομάδα επιτήρησης, η οποία και δραστηριοποιήθηκε στην ευρύτερη περιοχή του κέντρου της πόλης προκείμενου να εξακριβώσει τις καταγγελίες. Η ως άνω επιχείρηση αποδείχθηκε ιδιαίτερα δυσχερής λόγω του μεγάλου αριθμού των ατόμων που απάρτιζαν την ομάδα, λόγω του γεγονότος ότι δραστηριοποιούνταν σε περιοχές συνήθως με συνωστισμό, λάμβαναν δε μέτρα "αντιπαρακολούθησης".
Μετά από ενδελεχείς έρευνες διαπιστώθηκε ότι η συγκροτημένη ομάδα των κατηγορουμένων είχαν οργανωθεί για να διαπράξουν κακουργήματα και χρησιμοποιούσαν ξενοδοχείο με την επωνυμία ALMA κείμενο στην περιοχή Ομονοίας επί της οδού ..., ως ορμητήριο για τις παράνομες πράξεις τους. Το εν λόγω ξενοδοχείο τέθηκε υπό διακριτική επιτήρηση οπότε διαπιστώθηκε ότι άτομα της παραπάνω ομάδας, μέλη της οποίας ήταν οι εδώ κατηγορούμενοι, εισέρχονταν και εξέρχονταν από το εν λόγω ξενοδοχείο και προβαίνοντας συνεχώς σε εναλλαγή ρόλων ως τσιλιαδόροι ή προωθητές ναρκωτικών ουσιών διακινούσαν παράνομες ουσίες.
Ειδικότερα οι κατηγορούμενοι στην παρούσα υπόθεση χρησιμοποιούσαν το εν λόγω ξενοδοχείο είτε ως κατάλυμα είτε ως χώρο συνάντησης και ανατροφοδοσίας. Εισέρχονταν σε αυτό και εν συνεχεία εξέρχονταν καθ' ομάδες των δυο, τριών ή και τεσσάρων ατόμων και κινούνταν προς διάφορα σημεία περιμετρικά (βλ. σχετικό σχεδιάγραμμα που επισυνάπτεται στο διαβιβαστικό της Αστυνομίας) σε μια ακτίνα δράσης και συναλλάσσονταν με άτομα τα οποία έφεραν τα χαρακτηριστικά τοξικοεξαρτημένων ατόμων.
Η δράση των ως άνω προσώπων συνεχίστηκε καθ' όλο το διάστημα που διήρκεσε η επιτήρηση, ήτοι από 18 Νοέμβριου 2019 μέχρι την 16-1-2020, οπότε με την οργανωμένη επιχείρηση της Αστυνομίας οι κατηγορούμενοι συνελήφθησαν. Όπως αναφέρεται αναλυτικά στο από 17-1-2020 διαβιβαστικό έγγραφο της παραπάνω Υπηρεσίας, επιτήρηση από αστυνομικούς έλαβε χώρα την 18-11-2019, 23-11-2019, 1-12-2019, 9-12-2019, 13-12-2019, 16-12-2019, 22-12-2019, 27-12-2019.
κατά τις παραπάνω ημέρες και κυρίως μεσημβρινές και απογευματινές ώρες διαπιστώθηκε ότι οι κατηγορούμενοι αλληλοδιαδόχως, συναλλάχθηκαν με πολυάριθμους χρήστες, στους οποίους και παρέδιδαν τις ναρκωτικές ουσίες τις οποίες έβγαζαν συνήθως από το εσώρουχό τους και τις εγχείριζαν στους αγοραστές. Οι ρόλοι κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, εναλλάσσονταν αφού άλλος παρέδιδε το εμπόρευμα, άλλος εισέπραττε τα χρήματα και άλλος παρακολουθούσε για πιθανή παρουσία αστυνομικών, ενώ σε επόμενη ''έξοδό" τους από το ξενοδοχείο, διαφορετικό πρόσωπο διεκπεραίωνε κάθε στάδιο και ρόλο της αποστολής του.
Οι κατηγορούμενοι επέστρεφαν στο ξενοδοχείο ανά διαστήματα και εξέρχονταν, συνεχίζοντας τη δράση τους. κινούνταν συνήθως προς τις οδούς ..., όπου παρέμεναν αρκετή ώρα και όπως αποδείχθηκε συναλλάχθηκαν την 1-12-2019 με 10 άτομα περίπου, την 9-12-2019 με εννέα άτομα, την 13-12-2019 με 11 άτομα, την 16-12-2019 με 15 άτομα, την 22-12-2019 με δεκατρία άτομα, στις 27-12-2019 συναλλάχθηκαν με 15 άτομα προς τα οποία παρέδιδαν ναρκωτικά σε ατομικές συσκευασίες και παραλάμβαναν το αντίτιμο.
Προκειμένου να μη γίνουν αντιληπτοί οι κατηγορούμενοι είχαν αναπτύξει μέτρα "αντιπαρακολούθησης", τα οποία όμως έγιναν αντιληπτά από τους έμπειρους αστυνομικούς. Μετά από συντονισμένη επιχείρηση της Υποδιεύθυνσης Ασφαλείας Αθηνών έλαβε χώρα έρευνα στα δωμάτια του προαναφερόμενου ξενοδοχείου "ALMA" , όπου και βρέθηκαν στο δωμάτιο "701" 10 πορτοφόλια, γυαλιά ηλίου και 2 σουγιάδες -πολυεργαλεία, στο δωμάτιο "505" κάνναβης βάρους 3,3 γραμ.
και δυο σουγιάδες, στο "603" κάνναβης σε 23 νάιλον συσκευασίες συνολικού βάρους 19,57 γραμ. καθώς και 0,7 γραμ. στο κομοδίνο και ένα πιστόλι ρέπλικα, πολλά κινητά τηλέφωνα, 2 κατσαβίδια, πορτοφόλια, στο δωμάτιο "504" μια νάιλον τσάντα περιέχουσα κάνναβη, συνολικού βάρους 820 γραμ. καθώς και 600 σακουλάκια επιμερισμού ναρκωτικών ουσιών, 29 νάιλον συσκευασίες περιέχουσες κάνναβη βάρους συνολικού 63,8 γραμ., καθώς και μια ζυγαριά ακριβείας, στο δωμάτιο "605" κινητά τηλέφωνα, ένας κόφτης ναρκωτικών και ένας τρίφτης με υπολείμματα ινδικής κάνναβης, στο δωμάτιο "501" κινητά τηλέφωνα και ένα τριπλότυπο με ιατρικές οδηγίες στο όνομα του 5ου κατηγορουμένου και τέλος στο δωμάτιο "705" βρέθηκε μια έγγραφη κλήση για δικαστήριο στο Εφετείο Αθηνών.
Επιπροσθέτως, σε σωματική έρευνα του 10ου κατηγορουμένου βρέθηκε ένας σουγιάς και δυο νάιλον συσκευασίες περιέχουσες ινδική κάνναβη μεικτού βάρους 1,8 και 2,1 γραμ., ενώ σε σωματική έρευνα του 13ου κατηγορουμένου βρέθηκε κάνναβη σε τρεις πλαστικές συσκευασίες μικτού βάρους 2,4 γραμ., 2,4 και 1,9 γραμ. Χρήματα βρέθηκαν σε σωματική έρευνα του 1ου, 4ου, 5ου, 6ου, 7ου, 9ου και 10ου και συγκεκριμένα 70, 20, 150, 20, 20, 45 και 10 ευρώ αντίστοιχα, ενώ στον 1ο κατηγορούμενο βρέθηκαν και 5 κινητά τηλέφωνα.
Αρκετοί εκ των κατηγορουμένων διέμεναν στο εν λόγω ξενοδοχείο, όπως μετά λόγου γνώσεως ανέφερε o εξετασθείς ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατά τη για πρώτη συζήτηση της εφέσεως, Ι. Κ., o οποίος σε σχετική ερώτηση κατέθεσε ότι οι 4ος, 8ος, 10ος, 13ος 14ος αλλά κατά πάσα πιθανότητα και ο 13ος των κατηγορουμένων έχουν μείνει στο ξενοδοχείο του, ενώ για τους λοιπούς ανάφερε ότι δεν θυμάται εάν διέμεναν εκεί ή όχι (βλ.
σελ. 84,85,86 της με αριθμό 988/2020 απόφασης του Δικαστηρίου αυτού). Η τελευταία παρατήρηση του ως άνω μάρτυρα, όχι μόνο δεν αποδυναμώνει, αντιθέτως επιρρωνύει την κρίση περί της ενοχής των κατηγορουμένων, αφού οι συχνές είσοδοι-έξοδοι από το ξενοδοχείο, τις οποίες σημείωσαν οι αστυνομικοί που μετείχαν στη διαδικασία της επιτήρησης, δεν έχει άλλο δικαιολογητικό λόγο, η μη μόνο την προμήθεια κάνναβης με σκοπό τη περαιτέρω διάθεσή της.
Αυτό επιβεβαιώνεται και από τη μεγάλη ποσότητα αυτής που βρέθηκε στα διάφορα δωμάτια, καθώς και τις πολυάριθμες ατομικές κενές συσκευασίες, τη ζυγαριά, τον τρίφτη, αλλά και τις αντίστοιχες ατομικές συσκευασίες με ποσότητες περί τα δυο γραμμάρια [2 γρ., 2 γρ., 1,9 γρ., 1,8 γρ., 2,1 γρ.] που βρέθηκαν κατά τη σωματική έρευνα των κατηγορουμένων.
Επιβεβαιώνεται εξάλλου η διαμονή τινών εξ αυτών και από το ότι σε κάποια δωμάτια βρέθηκαν κατηγορούμενοι, ενώ στο δωμάτιο με αριθμό "501", όπου διέμενε ο 11ος κατηγορούμενος βρέθηκε έγγραφο από το Νοσοκομείο "ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ" εκδοθέν στο όνομα του 5ου κατηγορουμένου. Οι κατηγορούμενοι που διέμεναν στο εν λόγω ξενοδοχείο, αλλά και οι υπόλοιποι, χρησιμοποιούσαν τα δωμάτια που προαναφέρθηκαν ως αποθηκευτικούς χώρους, προκειμένου να αποθηκεύουν, κατανέμουν επεξεργάζονται τη κάνναβη, ήτοι να κάνουν το διαμοιρασμό σε ατομικές συσκευασίες, αφού βρέθηκε μεγάλος αριθμός κενών, να ζυγίζουν τις μικροποσότητες, αλλά και να "τρίβουν" τη κάνναβη, καθιστώντας εύκολη τη διάθεση της κάθε δόσης και άμεση τη χρήση από τα εξηρτημένα από αυτή άτομα.
Σε κάθε περίπτωση και όσοι εκ των κατηγορουμένων δεν κατελήφθησαν στο ξενοδοχείο, συνελήφθησαν σε πλησιέστατο σημείο και δη στην οδό Θήρας οι 2ος, 5ος, 8ος, στη πλατεία Βικτωρίας ο 6ος. Χαρακτηριστικό στοιχείο και επιβεβαιωτικό της διακίνησης αποτελεί και το γεγονός ότι στη σωματική έρευνα που διεξήχθη στους κατηγορούμενους βρέθηκαν ατομικές σκευασίες με μικροποσότητες σχεδόν ισοβαρείς, δεδομένο από το οποίο ευχερώς συνάγεται ότι ήταν προκαθορισμένη η ποσότητα που διέθεταν σε κάθε χρήστη, αλλά και το αντίτιμο, αφού βρέθηκε πάνω σε τινές των κατηγορουμένων, ποσόν ακριβώς 20 ευρώ, όσο η αξία κάθε δόσης.
Πρέπει συνεπώς να κηρυχθούν ένοχοι άπαντες οι κατηγορούμενοι πλην του 15ου για τη πράξη της διακίνησης, απορριπτομένων των ισχυρισμών του 10ου και του 14ου ότι τα ναρκωτικά τα κατείχαν για δική τους προσωπική χρήση, ως ουσιαστικά αβασίμων. Εκτός από την παραπάνω δραστηριότητα της κατοχής και διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, οι πλείστοι των κατηγορουμένων επιδίδονταν και σε κλοπές από ανύποπτους διαβάτες, ή σταθμευμένα αυτοκίνητα κινητών πραγμάτων όπως τσαντών, κινητών τηλεφώνων, πορτοφολιών, γυαλιών ηλίου και μυωπίας, ρολογιών και άλλων μικροαντικειμένων, όπως καταμαρτυρεί η ανεύρεση πλήθους αυτών των πραγμάτων στα δωμάτια του ξενοδοχείου όπου έγινε η έρευνα και αναλυτικά αναγράφονται στις Εκθέσεις κατάσχεσης, ενώ στις τσάντες που αφαιρούσαν υπήρχαν ποικίλα άλλα προσωπικά αντικείμενα των παθόντων όπως γάντια, ακουστικά, φορτιστές κινητών τηλεφώνων, μπρελόκ, Smart phones, tablets που και αυτά τα συγκέντρωναν στα δωμάτια του ξενοδοχείου.
Δυστυχώς, η ταυτότητα των παθόντων και ιδιοκτητών των περισσοτέρων κινητών πραγμάτων δεν κατέστη δυνατόν να διαπιστωθεί. Οι κλοπές που επιβεβαιώθηκαν αφορούν τους παρακάτω κατηγορούμενους και περιπτώσεις: Όπως όμως αποδείχθηκε ο πρώτος των κατηγορουμένων στις 29- 11-2019 και περί ώρα 21:45' εντός του συρμού του μετρό στο σταθμό Λαρίσης, αφαίρεσε από την Π.
Σ. το πορτοφόλι της, που περιείχε έγγραφα και ένα ασημένιο σταυρό. Ο δεύτερος των κατηγορουμένων, στις 8-1-2020 στην οδό ... αφαίρεσε από τραπέζι καφετέριας την τσάντα της L. με προσωπικά της αντικείμενα και το χρηματικό ποσό των 9.000 ευρώ. Ο τρίτος κατηγορούμενος α) την 23-9-2019 και περί ώρα 9:10' εντός του λεωφορείου με αριθμό 711, αφαίρεσε την τσάντα και το πορτοφόλι της Δ.
Ε. που περιείχαν διάφορα προσωπικά της έγγραφα, β) την 02:57' ώρα της 1-8-2019 στην οδό ..., στον Άγιο Δημήτριο αφαίρεσε από το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Φ. ιδιοκτησίας του Λ. Γ. του Δ. διάφορα προσωπικά έγγραφα και αντικείμενα, βρέθηκε δε δακτυλικό του αποτύπωμα εντός του οχήματος και γ) κατά το χρονικό διάστημα από την 11:00' ώρα της 21-8-2019 έως την 07:45' ώρα της 22-8-2019, στην οδό ...
στο Χαλάνδρι, αφαίρεσε από το Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο της Π. Μ.-Ε. διάφορα αντικείμενα, ενώ βρέθηκε δακτυλικό του αποτύπωμα εντός του οχήματος, ο ίδιος δε αποδέχθηκε τις εν λόγω πράξεις (όπου βρέθηκαν αποτυπώματά του).
Εξάλλου, οι πέμπτος και έκτος των κατηγορουμένων, από κοινού, στην περιοχή της Ακρόπολης την 2-1-2020 και κατά τις ώρες 14:00 έως 14:10 στην οδό ... στην Αθήνα, εισήλθαν με άγνωστο τρόπο εντός του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας του Π. Ι. του Γ. και της Α. και αφαίρεσαν ένα δέμα. Τέλος, οι όγδοος και ένατος των κατηγορουμένων, από κοινού, στις 4-12-2019 και περί ώρα 12:00 στην οδό ...
στη στάση "ΟΤΕ" στην Κυψέλη αφαίρεσαν με τη μέθοδο της απασχόλησης διάφορα προσωπικά έγγραφα από την Τ. Ι. Τις πράξεις αυτές τέλεσαν με σκοπό να ιδιοποιηθούν παράνομα τα ανωτέρω αντικείμενα. Τέλος, ο δέκατος πέμπτος κατηγορούμενος την 15-8-19 και ώρα 13:20 στην συμβολή των οδών ... στα Εξάρχεια, αφού με σκοπό τέλεσης του αδικήματος της κλοπής εισήλθε στο υπ' αρ.
κυκλ. ... όχημα ιδιοκτησίας της εταιρίας "ANSA INTERNATIONAL", το οποίο είχε μισθώσει ο Ζ. J. του Ζ. και της W., καθόσον όμως κατελήφθη από τον τελευταίο ενώ βρισκόταν εντός του εσωτερικού χώρου του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, στην προσπάθειά του να τον ακινητοποιήσει, τον απείλησε με μεταλλικό αντικείμενο που είχε στην κατοχή του, προκειμένου να διαφύγει και να διατηρήσει το κλοπιμαίο, ήτοι χρηματικό ποσό ύψους 200 ευρώ, το οποίο αφαίρεσε από το εσωτερικό του οχήματος και παρανόμως ιδιοποιήθηκε.
Εντός του οχήματος βρέθηκε παλαμικό αποτύπωμα του παραπάνω κατηγορουμένου. Με βάση όσα ανωτέρω προέκυψαν δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι οι κατηγορούμενοι οργάνωσαν ομάδα από περισσότερα πρόσωπα επιδιώκοντας τη διάπραξη περισσοτέρων κακουργημάτων και ειδικότερα κακουργημάτων του νόμου περί εξαρτησιογόνων ουσιών, διακεκριμένων κλοπών και ληστειών.
Η ομάδα οποία δραστηριοποιούνταν στην ευρύτερη περιοχή του κέντρου των Αθηνών και ποιο συγκεκριμένα στις περιοχές των Εξαρχείων, του Συντάγματος, της Ομόνοιας, του Αγίου Παντελεήμονα, του Παγκρατίου, της Ακρόπολης και του Νέου Κόσμου και "επιδιδόταν κατά κύριο λόγο σε διακίνηση ναρκωτικών ουσιών ,αλλά και σε κλοπές σε βάρος διερχόμενων πολιτών τουριστών αλλά και από σταθμευμένα οχήματα αφαιρώντας χρήματα, τιμαλφή, ηλεκτρονικές συσκευές και γενικότερα προσωπικά αντικείμενα αξιοσημείωτης χρηματικής αξίας και ληστείες.
Όλοι οι ανωτέρω επιδείκνυαν καθημερινή δραστηριότητα στη διακίνηση ναρκωτικών ουσιών χρησιμοποιώντας ως ορμητήριο αλλά και ως χώρο απόκρυψης ναρκωτικών ουσιών δωμάτια του ως άνω ξενοδοχείου "ALMA" επί της οδού ..., στην Ομόνοια. Η πολυμελής και ποικιλόμορφη διάρθρωση της ομάδας - οργάνωσής τους, τους έδινε τη δυνατότητα δράσης κατά ομάδες, εναλλαγής ρόλων, εναλλαγής τρόπου δράσης και μεθοδολογίας, ακόμα κι εναλλαγής στη σύνθεση των ομάδων, που προέβαιναν σε διάπραξη των αξιοποίνων πράξεων.
Η πεποίθηση του Δικαστηρίου περί της συγκρότησης της εν λόγω ομάδας επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι οι 1ος, 2ος, 5ος, 6ος, 7ος, 8ος, 9ος, 12ος, είχαν εντός του έτους 2019, συλληφθεί επανειλημμένως στη Θεσσαλονίκη για πράξεις παρόμοιες με αυτές για τις οποίες και εδώ κατηγορούνται, κατά τη κρίση δε του Δικαστηρίου μετέφεραν την δράση τους στην Αθήνα, περί τα μέσα του έτους 2019, προκειμένου να χαθούν τα ίχνη τους.
Ακολουθώντας την ίδια μεθοδολογία και συνεργαζόμενοι με τους λοιπούς κατηγορούμενους, οι οποίοι είχαν παρόμοια δράση και γνώριζαν τις περιοχές της Ομονοίας, του Αγίου Παντελεήμονα, των Εξαρχείων κλπ., συνέχισαν την εγκληματική τους δραστηριότητα στην Αθήνα. Ο χρόνος δράσης τους στην Αθήνα πρέπει να προσδιοριστεί από Αρχές Αυγούστου 2019 μέχρι τη σύλληψή τους την 16-1-2020.
Το γεγονός ότι 1/ ο 6ος παρέμεινε κρατούμενος στο Κ.Κ. Ναυπλίου από 18-12-2019 έως 27-12-2019, οπότε αποφυλακίστηκε , 2/ ο 8ος απελάθηκε την 16-11-2019 από τη Σερβία και 3/ ο 15ος διετάχθη την 14-3-2019 η αναστολή της ποινής και η απέλασή του δεν αρκεί για να δημιουργήσει αμφιβολίες στο Δικαστήριο για τη δράση τους κατά το λοιπό χρονικό διάστημα.
Πρέπει επομένως να κηρυχθούν ένοχοι όπως κατηγορούνται για τη πράξη της σύστασης συμμορίας, της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, απορριπτομένων ως ουσιαστικά αβασίμων των ισχυρισμών περί του αντιθέτου, και για τις κλοπές που χωρίς αμφιβολία τέλεσαν και αναφέρονται ανωτέρω, διατηρώντας αμφιβολίες για τις λοιπές, για τις οποίες πρέπει να κηρυχθούν αθώοι, άπαντες δεν πρέπει να κριθούν ένοχοι οπλοκατοχής, όπως αναφέρεται στο διατακτικό, ένοχος δε ο δέκατος πέμπτος των κατηγορουμένων για την πράξη της ληστείας>>.
Στη συνέχεια, το ανωτέρω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, κήρυξε, μεταξύ των άλλων κατηγορουμένων, και τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο των αξιόποινων πράξεων που προαναφέρθηκαν, με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 α' ΠΚ και του επέβαλε συνολική ποινή κάθειρξης επτά [7] ετών, με το ακόλουθο διατακτικό: <<ΚΗΡΥΣΣΕΙ ΕΝΟΧΟΥΣ ΤΟΥΣ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥΣ ΤΟΥ ΟΤΙ :
Στους κατωτέρω τόπους και χρόνους, με περισσότερες πράξεις και ενεργώντας με πρόθεση, τέλεσαν περισσότερα εγκλήματα, που προβλέπονται και τιμωρούνται από το νόμο με στερητικές της ελευθερίας ποινές και χρηματικές ποινές. Ειδικότερα:
Στην Αθήνα σε μη επακριβώς διακριβωθέντα χρόνο, οπωσδήποτε όμως από το Νοέμβριο 2018 και μέχρι τη σύλληψή τους (16.1.2020) άπαντες οι κατηγορούμενοι 1) (επ) D. (ον) Α. του M. 2) (επ) Y. (ον) S. του S. 3) (επ) C. (ον) A. του G. , 4) (επ) Μ. (ον) M. του R., 5) (επ) Υ. (ον) M. του A. , 6) (επ) K. (ον) K. W. του A. , 7) (επ) Β. T. (ον) A. του M. 8) (επ) Β. H. (ον) C. του M., 9) (επ) O. (ον) O.
του I. 10) (επ) K. (ον) A. R. του L. , 11) (επ) B. (ον) M. A. του A. , 12) (επ) Α. H. (ον) A. του H. 13) (επ) B. (ον) Α. του 14) (επ) B. ή Ι. ή I. ή I. B. (ον) M. A. S. του A. A. H. A. K. και 15) (επ) M. A. ή A. M. ή H. ή A. ή M. A. (ον) A. U. ή A. ή M. ή M. A. ή K. καθώς και άγνωστος αριθμός συνεργών τους οργάνωσαν ομάδα από τρία ή περισσότερα πρόσωπα επιδιώκοντας τη διάπραξη περισσότερων κακουργημάτων και ειδικότερα κακουργημάτων του νόμου περί εξαρτησιογόνων ουσιών, διακεκριμένων κλοπών και ληστειών, η οποία δραστηριοποιούταν στην ευρύτερη περιοχή του κέντρου των Αθηνών και πλέον συγκεκριμένα στις περιοχές των Εξαρχείων, του Συντάγματος, της Ομόνοιας, του Αγίου Παντελεήμονα, του Παγκρατίου, της Ακρόπολης και του Νέου Κόσμου και γενικότερα του κέντρου των Αθηνών κι επιδιδόταν κατά κύριο λόγο σε ληστείες και κλοπές σε βάρος διερχόμενων πολιτών τουριστών αλλά και από σταθμευμένα οχήματα αφαιρώντας χρήματα, τιμαλφή, ηλεκτρονικές συσκευές (Smart phones, tablets κλπ.) και γενικότερα προσωπικά αντικείμενα αξιοσημείωτης χρηματικής αξίας.
Παράλληλα άπαντες οι ανωτέρω επιδείκνυαν καθημερινή δραστηριότητα στη διακίνηση ναρκωτικών ουσιών χρησιμοποιώντας ως ορμητήριο αλλά και ως χώρο απόκρυψης (καβάτζα) ναρκωτικών ουσιών δωμάτια ξενοδοχείου με την επωνυμία "ALMA" επί της οδού ... στην Ομόνοια. Η πολυμελής και ποικιλόμορφη διάρθρωση της ομάδας - οργάνωσής τους, τους έδινε τη δυνατότητα δράσης κατά ομάδες, εναλλαγής ρόλων, εναλλαγής τρόπου δράσης και μεθοδολογίας, ακόμα κι εναλλαγής στη σύνθεση των ομάδων, που προέβαιναν σε διάπραξη των αξιοποίνων πράξεων.
Η μεθοδολογία της δράσης τους περιελάμβανε αρχικώς την επιλογή του ιδανικότερου στόχου, τόσο από πλευράς "βαθμού επικινδυνότητας" όσο και οικονομικού οφέλους. Για το λόγο αυτό η σύνθεση των "ομάδων κρούσης" αποτελούνταν συνήθως από τουλάχιστον 3 άτομα με συγκεκριμένα καθήκοντα. Το πρώτο κι εμπειρότερο άτομο της ομάδας ήταν επιφορτισμένο με το να εντοπίσει τον επίμαχο στόχο σύμφωνα με τα ανωτέρω κριτήρια.
Ως στόχοι τους επιλέγονταν άτομα προχωρημένης ηλικίας, γυναίκες καθώς και άτομα νεαρότερης ηλικίας με μειωμένη σωματική διάπλαση, τα οποία δεν προέβαλαν σθεναρή αντίσταση. Κατά την επιλογή του στόχου επέλεγαν με μεγάλη προσοχή την περιοχή, που αυτοί (στόχοι) κινούνταν δίδοντας ιδιαίτερη έμφαση σε απομονωμένα κι απόμερα σημεία, όπως επίσης και στα άτομα, τα οποία κινούνταν κατά μόνας κι ιδιαίτερα όταν κρατούσαν τσάντες.
Στις περιπτώσεις κλοπών από σταθμευμένα οχήματα έδιναν ιδιαίτερη προσοχή στο βαθμό παλαιότητας τους και στα αντικλεπτικά συστήματα, που έφεραν, όπως επίσης στο σημείο, όπου ήταν σταθμευμένα, προτιμώντας αυτά, που ήταν σταθμευμένα σε απόμερα σημεία, όπως επίσης κι εκείνα εντός των οποίων ήταν ξεχασμένα αντικείμενα σε εμφανές σημείο.
Η διακίνηση ναρκωτικών ουσιών πραγματοποιείτο από τους κατηγορουμένους με συνεχή εναλλαγή ρόλων (τσιλιαδόρων και διακινητών) με άλλο μέλος της ομάδας να λαμβάνει το αντίτιμο (προκαταβολικά) και άλλο μέλος της ομάδας (ακολούθως) να παραδίδει στους άγνωστους χρήστες τη διακινούμενη ναρκωτική ουσία. Έτερα άτομα της ομάδας αναλάμβαναν τον επιμερισμό της κάνναβης, την αποθήκευση και φύλαξή της σε δωμάτια του ξενοδοχείου ALMA επί της οδού ...
στην Ομόνοια. Για την αποφυγή εντοπισμού τους από τις αρχές λάμβαναν ισχυρά μέτρα αντιπαρακολούθησης, εκμεταλλευόμενοι δε τη γεωγραφική διαμόρφωση των περιοχών δράσης τους, την οποία γνώριζαν άριστα, φρόντιζαν να ενσωματώνονται στο πλήθος και να παραμένουν αθέατοι. Το άτομο της ομάδας, που αναλάμβανε κατά περίπτωση ρόλο τσιλιαδόρου, επέβλεπε για τυχόν παρουσία ένστολων αστυνομικών οργάνων ή ακόμα και για ενδεχόμενη επιτήρηση από ομάδες Υπηρεσιών Ασφαλείας παρέχοντας έτσι στα υπόλοιπα μέλη τη δυνατότητα ασφαλούς απομάκρυνσης ή αναστολής δράσης έως την απομάκρυνση των αστυνομικών οργάνων.
Εκείνοι από τους κατηγορουμένους, που είχαν αναλάβει κατά περίπτωση τη διάπραξη αξιόποινων πράξεων ως φυσικοί αυτουργοί, κατά τη διάπραξη των πράξεων αυτών εκμεταλλευόντουσαν το συνωστισμό στις δραστηριοποιούμενες περιοχές και την έλλειψη συνεχούς προσοχής των θυμάτων στα προσωπικά τους αντικείμενα και με γρήγορες κινήσεις αφαιρούσαν όλα τα αντικείμενα αυτά ή μέρος αυτών χωρίς να γίνουν αντιληπτοί.
Στις κλοπές από σταθμευμένα οχήματα, αφού επέλεγαν το κατάλληλο όχημα στόχο, παραβίαζαν την κλειδαριά αυτού με χρήση μαχαιριών, κατσαβιδιών, ψαλιδιών ή αυτοσχέδιων αντικλειδιών, άλλως έσπαζαν τα φινιστρίγια (πίσω μικρά παράθυρα) και αφαιρούσαν όλα τα πολύτιμα αντικείμενα. Αφού ολοκλήρωναν την πράξη τους, απομακρυνόντουσαν από το σημείο με γρήγορες κινήσεις φροντίζοντας να παραδώσουν τα αντικείμενα, που είχαν αφαιρέσει, σε έτερο άτομο, που δεν είχε εμπλακεί ουσιωδώς στην τέλεση της πράξης (λ.χ.
τσιλιαδόρο), προκειμένου ο τελευταίος να προβεί σε διαχωρισμό αυτών σε ουσιώδη κι επουσιώδη και να απορρίψει άμεσα σε κάδους απορριμμάτων ή σε υπονόμους εκείνα, τα οποία θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε σύλληψή τους, όπως ταυτότητες, διαβατήρια, άδειες κυκλοφορίας κλπ. Σε περίπτωση σύλληψης κάποιου από αυτούς ως φυσικού αυτουργού για συναφή ποινικά αδικήματα (κλοπές, ληστείες, διακίνηση ναρκωτικών ουσιών) δήλωναν σταθερά ψευδείς τόπους διαμονής, ψευδή στοιχεία ταυτότητας, και διαφορετικές ημερομηνίες γεννήσεως με σκοπό την απόκρυψη της διαμονής τους, τη δυσχέρεια εντοπισμού τους και τη δυσχέρεια ανεύρεσης κλοπιμαίων.
Τέλος, η εγκληματική τους δράση δεν ανακόπηκε σε καμία περίπτωση σύλληψης κάποιου από τους κατηγορουμένους, αντιθέτως οδήγησε σε λήψη πληρέστερων μέτρων προφύλαξης από αυτούς, όπως λ.χ. την εναλλαγή της σύνθεσης των μελών των ομάδων κρούσης και την τροποποίηση της μεθοδολογίας δράσης αυτών.
ΚΗΡΥΣΣΕΙ ΑΘΩΟΥΣ ΤΟΥΣ κατηγορούμενους 5ο και 6ο (επ) Y. (ον) M. του A., (επ) K. (ον) K. W. του A. του ότι : Στις 29.11.2019 από κοινού και περί ώρα 21:45' εντός του συρμού του μετρό στο σταθμό Λαρίσης. αφαίρεσαν από την Π. Σ. του Κ... το πορτοφόλι της, που περιείχε έγγραφα και ένα ασημένιο σταυρό.
ΚΗΡΥΣΣΕΙ ΑΘΩΟΥΣ ΤΟΥΣ κατηγορούμενους 11ο, 13ο, και 14ο, [(επ) B. (ον) M. Α. του A., (επ) B. (ον) Α. του J. και (επ) B. ή I. ή I. ή I. B. (ον) M. Α. S. του A. A. H. A. H.], από κοινού, στις 07.12.2019 και περί ώρα 15:40 εντός του λεωφορείου 608 με κατεύθυνση προς Πατήσια αφαίρεσαν με τη μέθοδο της απασχόλησης διάφορα προσωπικά έγγραφα και το χρηματικό ποσό των (850) ευρώ από τον Κ. Ι. του Ε. και της Β.
ΚΗΡΥΣΣΕΙ ΕΝΟΧΟΥΣ ΤΟΥΣ παρακάτω αναφερόμενους κατηγορουμένους 1ο, 2ο, 3ο, 5ο, 6ο, 8ο και 9ο, του ότι: Στους παρακάτω τόπους και χρόνους με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος και ενεργώντας από κοινού, αφαίρεσαν ή αποπειράθηκαν να αφαιρέσουν ξένα ολικά κινητά πράγματα από την κατοχή άλλου, με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν παράνομα, η δε πράξη αυτή τελέστηκε από περισσότερους δράστες, που είχαν οργανωθεί με σκοπό την τέλεση κλοπών. Ειδικότερα, οι παρακάτω κατηγορούμενοι έχοντας ενωθεί-οργανωθεί στην παραπάνω αναφερόμενη ομάδα με σκοπό την τέλεση κλοπών, ενεργώντας από κοινού, ήτοι κατόπιν συναπόφασης και με πράξεις ταυτόχρονες ή διαδοχικές έκαστος δε από αυτούς δρώντας και για λογαριασμό ενός εκάστου εκ των λοιπών συγκατηγορουμένων του τέλεσαν ή αποπειράθηκαν να τελέσουν τις κάτωθι υπό την ανωτέρω έννοια διακεκριμένες κλοπές. Και συγκεκριμένα:
1.Ο πρώτος των κατηγορουμένων (επ) D. (ον) Α. στις 29.11.2019 και περί ώρα 21:45' εντός του συρμού του μετρό στο σταθμό Λαρίσης αφαίρεσαν από την Π. Σ. του Κ. το πορτοφόλι της, που περιείχε έγγραφα και ένα ασημένιο σταυρό.
2.Ο δεύτερος των κατηγορουμένων ((επ) Y. (ον) S. του S., στις 08.01.2020 και συγκεκριμένα στην οδό ... αφαίρεσαν από τραπέζι καφετέριας την τσάντα της (επ.) L. της αντικείμενα και το χρηματικό ποσό των (9.000) ευρώ.
3.Ο τρίτος κατηγορούμενος (επ) C. ή S. (ον) A. του G.): α) την 23.09.2019 και περί ώρα 09:10' εντός του λεωφορείου 711 αφαίρεσε την τσάντα και το πορτοφόλι της Δ. Ε. του Ζ. και της Β., που περιείχαν διάφορα προσωπικά της έγγραφα, β] την 02:57' ώρα της 01.08.2019 στην οδό ... στον Άγιο Δημήτριο αφαίρεσε από το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Φ. ιδιοκτησίας του Λ. Γ. του Δ. διάφορα προσωπικά έγγραφα και αντικείμενα και (γ) κατά το χρονικό διάστημα από την 11:00' ώρα της 21.08.2019 έως την 07:45' ώρα της 22.08.2019 στην οδό ... στο Χαλάνδρι αφαίρεσε από Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο της Π. Μ.-Ε. διάφορα αντικείμενα.
4) Οι πέμπτος και έκτος των κατηγορουμένων, [(επ) Y. (ον) M. του A. ή A. και (επ) K. (ον) K. W. του A.], από κοινού, στην περιοχή της Ακρόπολης την 02.01.2020 και κατά τις ώρες 14:00 έως 14:10 στην οδό ... στην Αθήνα εισήλθαν με άγνωστο τρόπο εντός του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας του Π. Ι. του Γ. και της Α. και αφαίρεσαν ένα δέμα.
5. Οι όγδοος και ένατος των κατηγορουμένων, [(επ) Β. H. (ον) C. του M. (επ) O. (ον) O. του I.], από κοινού, στις 04.12.2019 και περί ώρα 12:00 στην οδό ... στη στάση "ΟΤΕ" στην Κυψέλη αφαίρεσαν με τη μέθοδο της απασχόλησης διάφορα προσωπικά έγγραφα από την Τ. Ι. του Θ.
Τις ανωτέρω πράξεις τέλεσαν με σκοπό να ιδιοποιηθούν παράνομα τα ανωτέρω αντικείμενα.
Γ') 1) ΚΗΡΥΣΣΕΙ ΕΝΟΧΟ τον δέκατο πέμπτο κατηγορούμενο (επ) M. A. ή H. (ον) A. ή M. ή K. του A. K. ή A. K. ή S., του ότι: Την 15-8-19 και ώρα 13:20 στην συμβολή των οδών ... στα Εξάρχεια, αφού με σκοπό τέλεσης του αδικήματος της κλοπής εισήλθε στο υπ' αρ. κυκλ. ... όχημα ιδιοκτησίας της εταιρίας "ANSA INTERNATIONAL", το οποίο είχε μισθώσει ο (επ) Ζ. (ον) J. του Ζ. και της W., κατελήφθη από τον τελευταίο ενώ βρισκόταν εντός του εσωτερικού χώρου του Ι.Χ.Ε. αυτ/του, στην προσπάθειά του δε να τον ακινητοποιήσει, τον απείλησε με μεταλλικό αντικείμενο που είχε στην κατοχή του, προκειμένου να διαφύγει και να διατηρήσει το κλοπιμαίο, ήτοι χρηματικό ποσό ύψους (200) ευρώ, το οποίο αφαίρεσε από το εσωτερικό του οχήματος και παρανόμως ιδιοποιήθηκε.
Δ')ΚΗΡΥΣΣΕΙ ΕΝΟΧΟΥΣ τους παρακάτω κατηγορουμένους, 1) (επ) D. (ον) Α. του M. 2) (επ) Y. (ον) S. του S. 3) (επ) C. (ον) A. του G. 4) (επ) Μ. (ον) M. του R., 5) (επ) Y. (ον) Μ. του A. 6) (επ) K. (ον) K. W. του A. 7) (επ) Β. T. (ον) A. του M. 8) (επ) Β. H. (ον) C. του M., 9) (επ) O. (ον) O. του I. 10) (επ) K. (ον) A. R. του L. 11) (επ) B. (ον) M. A. του A. , 12) (επ) Α. H. (ον) A. του H. 13) (επ) B. (ον) Α. του 14) (επ) B. ή Ι. ή I. ή I. Β. (ον) M. A. S. του A. A. H. A. K. ήτοι, από κοινού, ήτοι κατόπιν συναπόφασης και με Κοινή δράση ενεργώντας και χωρίς να έχουν αποκτήσει την έξη της χρήσης ναρκωτικών ουσιών, με περισσότερες πράξεις, τέλεσαν το έγκλημα της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών ουσιών. Ειδικότερα τέλεσαν το πιο πάνω έγκλημα με τις εξής πράξεις:
Α) Στην Αθήνα, σε μη επακριβώς διακριβωθέντα χρόνο, οπωσδήποτε όμως από μηνός Νοεμβρίου 2019 και μέχρι τη σύλληψή τους (16.1.2020) με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του αυτού εγκλήματος, αγόρασαν άγνωστες ποσότητες απαγορευμένων από το νόμο ναρκωτικών ουσιών και δη κάνναβης αντί αγνώστων χρηματικών ποσών ή άλλου είδους ανταλλάγματος, με σκοπό την περαιτέρω διακίνηση, μέρος των οποίων αποτελεί η κατασχεθείσα ποσότητα κάνναβης συνολικού καθαρού βάρους 1014,80 γραμμαρίων.
Β) Στην Αθήνα στις 16.1.2020 κατείχαν με την έννοια της φυσικής εξουσίασης και της δυνατότητας να διαπιστώνουν ανά πάσα στιγμή την ύπαρξη και να διαθέτουν κατά τη βούλησή τους, απαγορευμένες από το νόμο ναρκωτικές ουσίες με σκοπό τη διακίνηση και συγκεκριμένα στον πιο πάνω τόπο και χρόνο κατείχαν:
α) εντός του δωματίου 505 του ξενοδοχείου ALMA επί της οδού ... στην Ομόνοια, περίπου 3,3 γραμμάρια της ναρκωτικής ουσίας κάνναβη, β) εντός του δωματίου 603 του ξενοδοχείου ALMA επί της οδού ... στην Ομόνοια 23 νάιλον συσκευασίες εμπεριέχουσες τη ναρκωτική ουσία κάνναβη συνολικού βάρους περίπου 19,57 γραμμαρίων καθώς και ποσότητα κάνναβης εκτός συσκευασίας περίπου 0,7 γραμμαρίων γ) εντός του δωματίου 504 του ξενοδοχείου ALMA επί της οδού ... στην Ομόνοια εντός νάιλον τσάντας περίπου 820 γραμμάρια της ναρκωτικής ουσίας κάνναβη, 37 νάιλον συσκευασίες εμπεριέχουσες συνολικά περίπου ν. 43,17 γραμμάρια της ναρκωτικής ουσίας κάνναβη, 29 νάιλον συσκευασίες εμπεριέχουσες συνολικά περίπου 63,8 γραμμάρια της ναρκωτικής ουσίας κάνναβη, δ) ο B. A. κατείχε και για λογαριασμό όλων των ως άνω κατ/νων μία πλαστική συσκευασία περιέχουσα τη ναρκωτική ουσία κάνναβη συνολικού μικτού βάρους περίπου 2,4 γραμμαρίων, μία πλαστική συσκευασία περιέχουσα τη ναρκωτική ουσία κάνναβη συνολικού μικτού βάρους περίπου 2,4 γραμμαρίων και μία πλαστική συσκευασία περιέχουσα τη ναρκωτική ουσία κάνναβη συνολικού μικτού βάρους περίπου 1,9 γραμμαρίων, ε) o K. A. R. κατείχε για λογαριασμό όλων των ως άνω κατ/νων δύο νάιλον συσκευασίες περιέχουσες ποσότητα της ναρκωτικής ουσίας κάνναβη μικτού βάρους περίπου 1,8 γραμμαρίων και περίπου 2,1 γραμμαρίων.
Όλες οι ανωτέρω ναρκωτικές ουσίες, συνολικού καθαρού βάρους 1014,80 γραμμαρίων, βρέθηκαν και κατασχέθηκαν.
Γ) Στην Αθήνα σε άγνωστο μέχρι τώρα στην ανάκριση χρονικό διάστημα οπωσδήποτε όμως από την 18.11.2019 έως τη σύλληψή τους (16.1.2020) με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, πώλησαν σε άγνωστα άτομα άγνωστες ποσότητες κάνναβης αντί άγνωστου χρηματικού ποσού ή άλλου είδους ανταλλάγματος οπωσδήποτε όμως αντί του ποσού των 10 €, που βρέθηκε στην κατοχή του K. A. R., του ποσού των 20 €, που βρέθηκε στην κατοχή του Μ. M., του χρηματικού ποσού των 45 €, που βρέθηκε στην κατοχή του O. O., του χρηματικού ποσού των 20 €, που βρέθηκε στην κατοχή του K. W. K., του ποσού των 20 €, που βρέθηκε στην κατοχή του Β. T. A., του ποσό των 150 €, που βρέθηκε στην κατοχή Y. M., του ποσού των 70 €, που βρέθηκαν στην κατοχή του D. Ε.
Τις παραπάνω πράξεις της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών ουσιών τέλεσαν όχι στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης, αλλά στο πλαίσιο οργάνωσης ομάδας προς διάπραξη κακουργημάτων.
Τις παραπάνω πράξεις της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών ουσιών ο 14ος κατ/νος (επ) B. ή Ι. ή I. ή I. B. (ον) M. A. S. του A. A. H. A. H. τέλεσε ενώ είναι υπότροπος, καθότι έχει καταδικαστεί αμετάκλητα σε βαθμό κακουργήματος για παραβάσεις του νόμου περί εξαρτησιογόνων ουσιών και ειδικότερα με την υπ' αρ. 136/18.01.2013 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία καταχωρίστηκε στο ειδικό βιβλίο την 13.11.2013 και κατά της οποίας δεν έχει ασκηθεί ένδικο μέσο, καταδικάστηκε σε ποινή κάθειρξης 6 ετών και χρηματική ποινή 3.000 € για κατοχή ναρκωτικών ουσιών από κοινού από μη τοξικομανή.
E. ΚΗΡΥΣΣΕΙ ΕΝΟΧΟΥΣ τους κατηγορουμένους 1) (επ) D. (ον) Α. του M. 2) (επ) Y. (ον) S. του S. 3) (επ) C. (ον) A. του G. 4) (επ) Μ. (ον) M. του R., 5) (επ) Y. (ον) M. του A., 6) (επ) K. (ον) K. W. του A. , 7) (επ) Β. T. (ον) A. του M. 8) (επ) Β. H. (ον) C. του M., 9) (επ) O. (ον) O. του I. 10) (επ) K. (ον) A. R. του L. 11) (επ) B. (ον) M. A. του A. 12) (επ) Α. H. (ον) A. του H. 13) (επ) B. (ον) A. του 14) (επ) B. ή I. ή I. ή I. B. (ον) M. A. S. του A. A. H. A. K. και 15) (επ) M. A. ή A. M. ή H. ή Α. ή M. A. (ον) A. U. ή A. ή M. ή M. A. ή K., από κοινού, ήτοι κατόπιν συναπόφασης και με κοινή δράση ενεργώντας, έκαστος δε από τους κατ/νους και για λογαριασμό ενός εκάστου των λοιπών συγκατηγορουμένων του και με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, κατείχαν όπλα από τα αναφερόμενα στο άρθρο 1 Ν.2168/1993 και συγκεκριμένα την 16.01.2020 κατείχαν εντός δωματίων του ξενοδοχείου "ALMA" στην Αθήνα, το οποίο C άπαντες οι ανωτέρω χρησιμοποιούσαν ως σταθερό τόπο διαμονής εντός του δωματίου 701 δύο σουγιάδες-πολυεργαλεία, εντός του δωματίου 505 ένα σουγιά μαύρο και εντός του δωματίου 503 ένα πιστόλι replica, χρώματος ασήμι μάρκας ASG.
ΣΤ. Α 1) ΚΗΡΥΣΣΕΙ ΕΝΟΧΟ τον εικοστό δεύτερο κατηγορούμενο [(επ) L. (ov) A. του Y.], έφερε παράνομα όπλα από τα αναφερόμενα στο άρθρο 1 του Ν.2168/1993 και συγκεκριμένα την 28.08.2019 στην συμβολή των οδών ... στα Εξάρχεια, έφερε παράνομα μαχαίρι, υπό την απειλή του οποίου επιχείρησε ν' αφαιρέσει από την κατοχή της Κ. Ε. του Α.
και της Ε. συσκευή κινητής τηλεφωνίας>>. Με αυτά που δέχθηκε το ανωτέρω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας, με παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση του διατακτικού με το αιτιολογικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ανωτέρω αξιόποινων πράξεων, για τις οποίες καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτή στις ουσιαστικού ποινικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 187 παρ. 1, 374 παρ. 1 δ' ΠΚ, 1 παρ. 1 και 2, 20 παρ. 1, 2, 3, 41, 99 Ν.4139/2013 σε συνδυασμό με άρθρο 1 παρ. 2 ΠΙΝ.
Β' Ν. 3459/2006, 1 παρ. 1 στοιχ. α' περ. αβ', 7 παρ. 1-8 α', 10 παρ. 1 - 13 β' Ν. 2169/1993, όπως τροπ. με το Ν. 4678/2020, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ελλιπείς, ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα: α] έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν στο Δικαστήριο, τα οποία αναφέρει κατ' είδος, από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτίθενται στην απόφαση και οδήγησαν στην καταδικαστική του κρίση, μεταξύ των οποίων και τη σχετική κατάθεση του αστυνομικού Ε.
Τ. στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο στην οποία αναφέρει ότι ο υπεύθυνος του ξενοδοχείου ΑΛΜΑ, το οποίο χρησιμοποιούσαν οι συγκατηγορούμενο για διαμονή, για ορμητήριο και για την αποθήκευση και φύλαξη των ναρκωτικών ουσιών στα δωμάτιά του, αναγνώρισε από φωτογραφίες τους κατηγορούμενους και τον αναιρεσείοντα ότι έμεναν σε συγκεκριμένα δωμάτια για να μην ανακαλύπτονται από τις Αρχές, β] αξιολόγησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να απαιτείται η αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από καθένα από αυτά, ενώ δεν ήταν απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση των διάφορων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, γ] δεν προέβη σε επιλεκτική αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και δεν είχε υποχρέωση να διαλάβει αιτιολογία γιατί οδηγήθηκε σε διαφορετικά συμπεράσματα από όσα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, δ] αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος και συγκεκριμένα ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος είχε συστήσει με τους συγκατηγορουμένους του συμμορία με σκοπό την διάπραξη κακουργημάτων και δη διακίνησης ναρκωτικών διακεκριμένων κλοπών και ληστειών, με τόπο δραστηριοποίησης την ευρύτερη περιοχή του κέντρου των Αθηνών, με τους τρόπους που αναφέρονται στο σκεπτικό και το διατακτικό της απόφασης, ε] ειδικότερα ο αναιρεσείων έχοντας ενωθεί - οργανωθεί με τους συγκατηγορουμένους του στην παραπάνω ομάδα με σκοπό την τέλεση και κλοπών τέλεσε την αναφερόμενη στο διατακτικό κλοπή αυτοκινήτου, στ] όσον αφορά την πράξη της οπλοφορίας από κοινού είναι σαφής η αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης και δεν δημιουργείται οποιαδήποτε αντίφαση στην αταλάντευτη θέση της προσβαλλόμενης απόφασης από την εκ προφανούς παραδρομής της φράσης του σκεπτικού <<...άπαντες δεν πρέπει να κριθούν ένοχοι οπλοκατοχής>, αντί της ορθής << ...
άπαντες δε πρέπει να κριθούν ένοχοι της οπλοκατοχής>>, όπως καθίσταται απολύτως σαφές από την όλη απόφαση. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος που αναφέρονται σε εσφαλμένη αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων, με παράθεση σκέψεων και συλλογισμών του αναιρεσείοντος που, κατά την άποψή του, οδηγούν σε διαφορετικά συμπεράσματα από εκείνα, στα οποία κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας και τοι αιτιάσεις περί ελλιπών αιτιολογιών, που αφορούν την επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου, αποτελούν απλώς επιχειρήματα προς απόσειση της ενοχής του και αμφισβήτηση των παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της, δεν συνιστούν λόγους αναίρεσης και απαραδέκτως προβάλλονται, διότι με την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Επομένως, οι τρίτος, τέταρτος και πέμπτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, περί έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, είναι αβάσιμοι.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 84 παρ. 3 ΠΚ, ως ελαφρυντική περίσταση λογίζεται και η μη εύλογη διάρκεια της ποινικής διαδικασίας που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του κατηγορουμένου. Με τη ρύθμιση αυτή η νομοθεσία εναρμονίζεται προς τη νομολογία του ΕΔΔΑ, σε σχέση με τα πρόσφορα μέτρα θεραπείας της παραβίασης του θεμελιώδους δικαιώματος του κατηγορούμενου να δικάζεται η υπόθεσή του εντός λογικής προθεσμίας [άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ]. Άλλωστε, κριτήριο για την κατάφαση της υπέρβασης αυτή δεν είναι μόνο η παρέλευση δυσανάλογα μεγάλου χρονικού διαστήματος από την τέλεση του εγκλήματος, αλλά, κατά το νόμο [άρθρο 5 παρ. 1 Ν. 4239/2014], συνεκτιμώνται η καταχρηστική ή παρελκυστική συμπεριφορά των διαδίκων κατά την εξέλιξη της δίκης, η πολυπλοκότητα των πραγματικών και νομικών ζητημάτων, η στάση των αρμοδίων κρατικών αρχών και το διακύβευμα της υπόθεσης για τον κατηγορούμενο [ΑΠ 430/2022, ΑΠ 158/2022, ΑΠ 33/2022, ΑΠ 655/2021].
Εξάλλου, η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 171 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ, από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στην μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή στη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους. Διαφορετικά, το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους [ολΑΠ 2/2005]. Τέτοιος ισχυρισμός είναι και ο ανωτέρω αναφερόμενος από το άρθρο 84 παρ. 3 ΠΚ, αφού η παραδοχή του οδηγεί στη μείωση της ποινής του κατηγορουμένου, αν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου αυτού [ΑΠ 654/2023].
Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Ακόμη, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος [ολΑΠ 1/2020].
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των πρακτικών αυτής, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων πρόβαλε δια του συνηγόρου του ενώπιον του άνω δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, τον αυτοτελή ισχυρισμό περί αναγνώρισης στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 3 ΠΚ, ότι δηλαδή υπήρξε υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της ποινικής διαδικασίας, αναφέροντα τα εξής, όπως καταχωρήθηκαν στα πρακτικά: <<Ο συνήγορος του έκτου κατηγορουμένου [νυν αναιρεσείοντος], αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, ζήτησε να του αναγνωρισθούν τα ελαφρυντικά του άρθρου 84 παρ. 2 α', 2 ε' και 84 παρ. 3 ΠΚ. Κατέθεσε επιπλέον και τα ακόλουθα έγγραφα: 1. Η από 27-6-2022 βεβαίωση από το Κατάστημα Κράτησης Κορυδαλλού. 2. Απόσπασμα από το βιβλίο μερίδων εργασίας του κατηγορουμένου από το Κατάστημα Κράτησης Κομοτηνής>>. Ο αυτοτελής, όμως, αυτός ισχυρισμός προβλήθηκε εντελώς αόριστα, αφού γίνεται αναφορά μόνο της διάταξης του νόμου, χωρίς επίκληση περιστατικών, τα οποία να δικαιολογούν την κρίση ότι η διάρκεια της δίκης αυτής ήταν μακρά και δεν συνέβαλλε σε αυτό με υπαιτιότητά του ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος. Κατά συνέπεια, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει.
Επομένως, ο έκτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 84 παρ. 3 ΠΚ, είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση από 15-7-2024 αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας [άρθρο 578 παρ. 1 ΚΠΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 115 Ν.5090/2024], όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-7-2024 αίτηση του K. K. W. του A. και της F. B., για αναίρεση της υπ' αριθ. 104, 349/2024 απόφασης του Β' Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών.
Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων [800] ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαΐου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτης αποχωρήσασας από την υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Σεπτεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ