Legislator Case Law & Legislation
1122/2023 AI generated

Supreme Court annuls final judgment and dismisses lawsuit for lack of legal standing in labor dispute.

Case Number 1122/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the final first-instance judgment and retained the case for a final ruling. The plaintiffs argued their contractually agreed bonus was a regular payment, but the court found the contract explicitly stated otherwise. Consequently, the court dismissed the lawsuit as legally unfounded and ordered the plaintiffs to pay the defendant's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 553(1)(b), 309(a), 321, 495(1) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may annul a final judgment and render a final decision without remitting the case to a lower court when the appeal renders the entire judgment void and no further factual clarification is required.

Keywords

AI generated
appeal to Supreme Court final judgment annulment retention of case legal standing dismissal labor contract dispute legal costs award final decision without remittal

Cited Legislation

AI generated
Article 553(1)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 309(a) of the Code of Civil Procedure
Article 321 of the Code of Civil Procedure
Article 495(1) of the Code of Civil Procedure
Article 518(1) of the Code of Civil Procedure
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1122 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1122/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Mαλαματένια Κουράκου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 13 Δεκεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Ληξουριώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1.Ε. Κ. του Χ., κατοίκου ..., 2.Ε. Π. του Χ., κατοίκου ..., 3.Ε. Π. του Δ., κατοίκου ..., 4.Ε. Κ. του Π., κατοίκου ... και 5.Σ. Φ. του Μ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Δημαράκη, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-1-2021 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών, επί της οποίας εκδόθηκε η 197/2022 απόφασή του. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 13-4-2022 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ. 1 περ. β, 309 εδ. α' , 321 και 495 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του ως άνω ενδίκου μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου (αίτησης αναίρεσης) στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (ΟλΑΠ 5/2001) και όχι κατά το χρόνο συζήτησης αυτής (ΑΠ 145/2011). Είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας τον δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης.

Συνεπώς τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση είναι και η κατ' αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, εφόσον παρέλθει άκαρπη η προθεσμία για την άσκηση έφεσης ή χωρήσει εντός της ανωτέρω προθεσμίας παραίτηση από το δικαίωμα προσβολής αυτής με έφεση ή παραίτηση από το ήδη κατ' αυτής ασκηθέν τακτικό ένδικο μέσο της έφεσης. Μάλιστα στην τελευταία περίπτωση η τελεσιδικία της πρωτόδικης απόφασης ανατρέχει στο χρόνο άσκησης της αναίρεσης, ανεξαρτήτως αν η επίδοση του οικείου περί παραιτήσεως δικογράφου έλαβε χώρα σε μεταγενέστερο χρόνο από την άσκηση της αναίρεσης (Ολ. ΑΠ 5/2001, ΟλΑΠ 9/1996). Εξάλλου κατά την παρ. 1 του άρθρου 518 του ΚΠολΔ η προθεσμία της έφεσης είναι τριάντα ημέρες από την επίδοση της απόφασης που περατώνει τη δίκη, αν ο διάδικος που δικάσθηκε διαμένει στην Ελλάδα.

Συνεπώς η κατ' αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφού έπαυσε να υπόκειται σε έφεση, είτε διότι παρήλθε άπρακτη η ανωτέρω τριακονθήμερη προς άσκηση αυτής προθεσμία από την επίδοση της εκκαλουμένης πρωτόδικης απόφασης (ή σε περίπτωση μη επίδοσης αυτής η τριετής και πλέον διετής - καταχρηστική προθεσμία από τη δημοσίευσή της, κατά την παρ. 2 του άρθρου 518 του ΚΠολΔ), είτε διότι κατά τα ήδη προαναφερθέντα ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το δικόγραφο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της έφεσης ή από το δικαίωμα προς άσκηση αυτού, οπότε έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 553 αρ. 1β ΚΠολΔ.

Περαιτέρω η δήλωση για παραίτηση από το δικαίωμα προς άσκηση ενδίκου μέσου είναι έγκυρη και χωρίς να τηρηθεί ο διαδικαστικός τύπος του άρθρου 297 ΚΠολΔ, διότι ο τύπος αυτός αφορά αποκλειστικά την παραίτηση από το δικόγραφο ή το δικαίωμα ήδη ασκηθέντος ενδίκου μέσου (ΑΕΔ 42/1990, ΟλΑΠ 17/2013, Ολ.ΑΠ 626/1980). Ενόψει τούτου η παραίτηση από το δικαίωμα της άσκησης έφεσης μπορεί να συνάγεται και σιωπηρώς από το ότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής διάδικος άσκησε αναίρεση, χωρίς να ασκήσει έφεση.

Για το κύρος μιας τέτοιας παραίτησης απαιτείται ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα του υπογράφοντος την αίτηση αναίρεσης δικηγόρου (άρθρο 98 περ.β ΚΠολΔ), η έλλειψη της οποίας όμως μπορεί να καλυφθεί με έγκριση εκ των υστέρων του ασκήσαντος την αναίρεση διαδίκου, με συνέπεια, λόγω της αναδρομικής ενέργειας της έγκρισης που αφορά την παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης έφεσης, να ισχυροποιείται αναδρομικά η παραίτηση από το χρόνο άσκησης της αναίρεσης και να θεωρείται η απόφαση τελεσίδικη από τότε και ως εκ τούτου να υπόκειται σε αναίρεση από το ίδιο χρονικό σημείο (ΟλΑΠ 17/2013, ΟλΑΠ 626/1980, ΑΠ 318/2017).

Υπό τα δεδομένα αυτά η νομοτύπως ασκηθείσα στις 13-4-2022 και με αριθ. κατάθ. 28726/8/13-4-2022 από την εναγομένη ανώνυμη εταιρεία ένδικη αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 197/16-3-2022 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατ' αντιμωλία των διαδίκων, επί της από 11-1-2021 με αριθμό κατάθεσης 5667/138/2021 αγωγής και δέχτηκε κατ' ουσίαν αυτήν, είναι παραδεκτή κατά το άρθρο 577 παρ.1 και 3 ΚΠολΔ, αφού από το νομίμως προσκομιζόμενο από την αναιρεσείουσα εταιρεία υπ' αριθμ. 10678/23-5-2022 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαργαρίτας Δημητρίου Αναστασάκη, προκύπτει ότι αυτή δια του δυνάμει της απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου της, που λήφθηκε κατά τη συνεδρίασή του υπό στοιχεία 3137/9-6-2021 Διευθύνοντος Συμβούλου και Προέδρου της, εκτός από τη χορήγηση της ειδικής πληρεξουσιότητας προς τον δικηγόρο Αθηνών Ιωάννη Ληξουριώτη να προσδιορίσει την αίτηση αναίρεσης και να παραστεί κατά τη συζήτησή της ενώπιον του Αρείου Πάγου, ενέκρινε όλες τις πράξεις του ως άνω εντολοδόχου που ενήργησε ή θα ενεργήσει στο πλαίσιο των παρεχομένων εντολών ως έγκυρες, νόμιμες και ισχυρές και κατά συνέπεια και την αναγραφόμενη στην άσκηση της αίτησης αναίρεσης ρητή παραίτησή από το δικαίωμα αυτής για άσκηση έφεσης κατά της προσβαλλόμενης οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών.

Η έγκριση δε αυτή, ενεργώντας αναδρομικώς, ισχυροποίησε την παραίτηση από το χρόνο κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης και κατέστησε την προσβαλλόμενη απόφαση τελεσίδικη και υποκείμενη έκτοτε, κατά τα προαναφερόμενα, σε αναίρεση. Επομένως, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Από την κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι με την από 11-1-2021 αγωγή τους οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, ισχυρίστηκαν, ότι δυνάμει των από 1-1-1986, 27-11-1976, 9-2-1978, 1-2-1987 και 1-4-1974 συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αντίστοιχα, προσλήφθηκαν από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία στα μισθολογικά κλιμάκια ΔΕ, ΤΕ, ΤΑ, ΔΕΠ-5 και ΤΑ, αντίστοιχα και έχουν ήδη συνταξιοδοτηθεί.

Ότι οι ενάγοντες, σύμφωνα με τον όρο 2Γ της από 4-5-1984 ΕΣΣΕ και την υπ' αρ. …/24-10-2001 Βασική Εγκύκλιο του …, ως μόνιμοι κάτοικοι και μόνιμα υπηρετούντες σε παραμεθόριες περιοχές, ελάμβαναν το επίδομα παραμεθόριων περιοχών, το ύψος του οποίου ήταν προκαθορισμένο, αναπροσαρμοζόμενο κατ' έτος με το ποσοστό του τιμαρίθμου του προηγούμενου έτους, και το οποίο λόγω της περιοδικότητας, της τακτικότητας, του προκαθορισμένου της παροχής και του επιδιωκόμενου σκοπού χορήγησής του, αποτελούσε μέρος των τακτικών αποδοχών τους.

ότι το επίδομα αυτό δεν υπολογιζόταν στα δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα και το επίδομα αδείας και ότι τα αρμόδια όργανα της εναγομένης, υπαίτια και κατ' εσφαλμένη ερμηνεία του όρου 2Γ της από 4-5-1984 Ε.Σ.Σ.Ε., δεν συμπεριέλαβαν το ως άνω επίδικο επίδομα για τον καθορισμό της κύριας και επικουρικής σύνταξης των εναγόντων, με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να λάβουν μικρότερες συντάξεις και ζητούσαν να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στον πρώτο το ποσό στων 5.373,74 ευρώ, στο δεύτερο το ποσό των 3.784,49 ευρώ, στον τρίτο το ποσό των 6.151,72 ευρώ, στον τέταρτο το ποσό των 4.979,60 ευρώ και στον πέμπτο το ποσό των 4.814,81 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την πρώτη (1η) ημέρα του επόμενου μήνα εντός του οποίου έκαστο επιμέρους κονδύλιo κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, Ειρηνοδικείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφαση με αριθμό 197/2022, δέχτηκε κατ' ουσίαν την αγωγή στο σύνολό της, ως προς την τέταρτη ενάγουσα και εν μέρει ως προς τους λοιπούς ενάγοντες και επιδίκασε σ' αυτούς τα αναφερόμενα στο διατακτικό της ποσά.

Κατά τις διατάξεις των άρθρων 14 παρ. 4 και 5 και 19 παρ. 1β του Καταστατικού του Ταμείου Ασφαλίσεως Προσωπικού του ..., που εκδόθηκε κατά το άρθρο 3 του Ν. 34/1943, εγκρίθηκε με την υπ' αρ. 36360/Σ.1181/1943 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β' 215/1943) και έχει ισχύ νόμου (ΑΠ 1126/1993), όπως αυτές ισχύουν κατά το κρίσιμο εν προκειμένω χρονικό διάστημα, η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...

Α.Ε." (...), έχει υποχρέωση να γνωστοποιεί στο Ταμείο Ασφαλίσεως Προσωπικού του ... τις αποδοχές του προσωπικού της γενικά και ειδικότερα όσων εξέρχονται της υπηρεσίας, λόγω συνταξιοδοτήσεως, για τον καθορισμό από το ..., με βάση τις γνωστοποιούμενες αποδοχές και άλλες προϋποθέσεις, του ύψους των συντάξεων που αυτό χορηγεί.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η ως άνω ανώνυμη εταιρία (…) έχει υποχρέωση να γνωστοποιεί στον παραπάνω ασφαλιστικό φορέα και κάθε μισθολογική μεταβολή, που αναγνωρίζεται στους μισθωτούς της μετά τη συνταξιοδότησή τους, για την ανάλογη αναπροσαρμογή των συντάξεών τους (ΑΠ 1612/2011). Ειδικότερα, στο άρθρο 19 παρ. 1β του Καταστατικού του Ταμείου Ασφαλίσεως Προσωπικού του … (...) ορίζεται ότι: "Ως τακτικές αποδοχές για τον υπολογισμό της σύνταξης θεωρείται ο βασικός μισθός του τελευταίου μήνα πριν από την αποχώρηση από την υπηρεσία μαζί με τα επιδόματα που χορηγούνται παγίως, μονίμως και διαρκώς, ως προσαύξηση σε ποσό ή ποσοστό του βασικού μισθού και εφόσον καταβάλλονται για αυτά εισφορές για τον κλάδο σύνταξης, σύμφωνα με το άρθρο II, εκτός αυτών που ρητώς εξαιρούνται από τις διατάξεις του παρόντος".

Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, ως τακτικές αποδοχές, με βάση τις οποίες υπολογίζεται η σύνταξη που χορηγείται στους ασφαλισμένους του ..., νοούνται οι αποδοχές εκείνες που πράγματι καταβλήθηκαν στον ασφαλισμένο κατά τον τελευταίο μήνα πριν από την αποχώρησή του από την υπηρεσία και, συγκεκριμένα, ο βασικός μισθός του ανωτέρω μήνα με τα επιδόματα που χορηγούνται στον ασφαλισμένο παγίως, μονίμως και διαρκώς, και μάλιστα για εύλογο χρονικό διάστημα, ως προσαύξηση του βασικού μισθού του (ΣτΕ 3248/2011).

Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι όταν υπάρχει υποχρέωση από το νόμο προς πράξη και ο υπόχρεος παραλείψει αυτήν υπαιτίως, υποχρεούται σε αποζημίωση για τη ζημία από την παράλειψη των οργάνων που το αντιπροσωπεύουν, εφόσον η παράλειψη έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που είχαν ανατεθεί σε αυτά και δημιουργεί υποχρέωση αποζημίωσης (ΑΠ 1058/2013).

Εξάλλου, με το άρθρο 25 του Ν. 1539/1985 καθώς και με το άρθρο 1 του ΠΔ 630/1985 συνεστήθη κλάδος επικουρικής σύνταξης του Ταμείου Αρωγής Προσωπικού …, σύμφωνα με το καταστατικό του οποίου οι ασφαλισμένοι στον κλάδο δικαιούνται επικουρικής σύνταξης κατά την έξοδό τους από την υπηρεσία, αφού συνταξιοδοτηθούν από το ...

και εφόσον έχουν τις προϋποθέσεις που απαιτούνται κάθε φορά από τη νομοθεσία του Ταμείου αυτού. Συντάξιμες αποδοχές είναι εκείνες οι οποίες υπόκεινται σε ασφαλιστικές εισφορές για τον κλάδο. Για τον υπολογισμό της σύνταξης λαμβάνονται υπόψη οι τακτικές αποδοχές του τελευταίου μήνα, συμπεριλαμβανομένων των επιδομάτων που έχουν χαρακτήρα πάγιο, μόνιμο ή διαρκή.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 648, 649 και 653 του ΑΚ, 3 παρ. 2 του Ν. 2112/1920, 5 παρ. 1 του Ν. 3198/1955 και 1 της υπ' αριθ. 95 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας "περί προστασίας του ημερομισθίου", που κυρώθηκε με τον Ν. 3248/1955, συνάγεται ότι ως μισθός στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας θεωρείται κάθε παροχή, την οποία με βάση το νόμο ή τη συμφωνία καταβάλλει ο εργοδότης στον εργαζόμενο ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας (ΑΠ 1449/2019).

Επομένως, δεν έχουν τον χαρακτήρα μισθού οι πρόσθετες παροχές, που δίδονται από τον εργοδότη στον εργαζόμενο εκουσίως από ελευθεριότητα και όχι από νόμιμη υποχρέωση ή από πρόθεση, εκδηλούμενη και από τα δύο μέρη, να αποτελέσουν αντάλλαγμα για την παρεχόμενη εργασία και ως εκ τούτου δεν ιδρύονται υποχρέωση και αντίστοιχο δικαίωμα αναφορικά με τις παροχές αυτές, με αποτέλεσμα ο εργοδότης να έχει τη δυνατότητα να τις ανακαλέσει οποτεδήποτε και να παύσει τη χορήγηση τους.

Οι οικειοθελείς αυτές παροχές δεν είναι δυνατόν να μετατραπούν σε συμβατικές υποχρεώσεις του εργοδότη, ανεξαρτήτως του μακροχρονίου, του αδιάλειπτου ή του γενικευμένου της καταβολής τους, εάν ο εργοδότης κατά την έναρξη της χορήγησής τους ή, έστω και αργότερα, πριν δημιουργηθούν οι συνθήκες της δεσμευτικότητάς τους, επιφύλαξε για τον εαυτό του το δικαίωμα να τις ανακαλέσει ελευθέρως και μονομερώς οποτεδήποτε (ΑΠ 1449/2019, ΑΠ 869/2018, ΑΠ 603/2017, ΑΠ 1292/2015, ΑΠ 13/2015).

Προσέτι, οι πρόσθετες παροχές που δίδονται στον εργαζόμενο όχι ως αντάλλαγμα της εργασίας του, αλλά για άλλους λόγους, δεν έχουν το χαρακτήρα μισθού, εκτός αν ορίζεται, ειδικώς, το αντίθετο σε κανονιστική διάταξη ή στην ατομική σύμβαση εργασίας. Μεταξύ των εργοδοτικών παροχών που δεν είναι μισθολογικές, περιλαμβάνονται και εκείνες που εξυπηρετούν λειτουργικές ανάγκες της επιχείρησης (ΑΠ 595/2019), που εξασφαλίζουν, δηλαδή ή διευκολύνουν τις συνθήκες της απασχόλησης του μισθωτού προς όφελος του εργοδότη.

Οι παροχές αυτές μπορεί να επιβάλλονται από το νόμο ή να έχουν συμφωνηθεί ρητώς ή σιωπηρώς με την ατομική σύμβαση εργασίας ή να είναι οικειοθελείς μονομερείς παροχές του εργοδότη, αλλά δεν αποτελούν μισθό, ακόμη και όταν παρέχουν κάποια ωφέλεια στον εργαζόμενο, εφόσον κύρια και βασική αιτία χορηγήσεώς τους είναι η εξυπηρέτηση των λειτουργικών αναγκών της επιχείρησης του εργοδότη (ΑΠ 660/2015).

Περαιτέρω, με την από 4-5-1984 ΕΣΣΕ, που υπογράφηκε μεταξύ του Διοικητή της εναγομένης ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... (...) ΑΕ" και των νομίμων εκπροσώπων της ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ-... και ειδικότερα με τον όρο 2γ αυτής, ο οποίος κατά το άρθρο 6 αυτής εφαρμόζεται στο μόνιμο, δόκιμο και έκτακτο προσωπικό της εναγομένης, συμφωνήθηκε ότι "στο προσωπικό που υπηρετεί σε παραμεθορίους περιοχές χορηγείται μηνιαίο ποσό 2.000 δρχ., ως κίνητρο εγκατάστασης στις πιο πάνω περιοχές.

το ποσό αυτό δεν αποτελεί τακτική αποδοχή και δεν αντιμετωπίζεται ως τέτοια". Από το ως άνω περιεχόμενο του όρου αυτού, σαφώς συνάγεται, ότι το επίδομα παραμεθορίου περιοχής χορηγείται στους υπηρετούντες σε παραμεθόριες περιοχές με σταθερό ορισμένο κατά μήνα ποσό, ως κίνητρο προσέλκυσης για την εγκατάσταση των εργαζομένων στις περιοχές αυτές, ώστε να εξυπηρετείται η καλύτερη λειτουργία της επιχείρησης της εναγομένης στις απομακρυσμένες αυτές περιοχές της Χώρας, προς καλύτερη εξυπηρέτηση των συνδρομητών της και αποφυγή συνεχών μεταθέσεων των εργαζομένων, ότι η παροχή αυτή αποτέλεσε συμβατικό όρο της ως άνω ΕΣΣΕ, μεταξύ της εναγομένης και της ..., ο οποίος δεν ανακλήθηκε, ούτε καταργήθηκε με νεότερη ΕΣΣΕ, με τον οποίο όρο ρητά συμφωνήθηκε ότι η παροχή αυτή δεν αποτελεί τακτική αποδοχή, ούτε θα αντιμετωπισθεί ως τέτοια.

Εφόσον, η παροχή αυτή δεν δόθηκε ως μισθολογικό αντάλλαγμα για την παρεχόμενη από τους εργαζόμενους εργασία, αλλά κύρια και βασική αιτία χορήγησής της είναι η εξυπηρέτηση των λειτουργικών αναγκών της επιχείρησης της εναγομένης, ανεξαρτήτως του μακροχρόνιου και του αδιάλειπτου της καταβολής της δεν καθίσταται τακτική αποδοχή (μισθός), ώστε να προσαυξάνει το βασικό μισθό και συνακόλουθα ως μη τακτική αποδοχή δεν συνυπολογίζεται για τις συντάξιμες αποδοχές (της κύριας και επικουρικής σύνταξης) από τα προαναφερόμενα ασφαλιστικά ταμεία των λαμβανόντων το επίδομα αυτό εργαζομένων στην εναγομένη.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ αναίρεση κατ' αποφάσεων ειρηνοδικείων, καθώς και κατά αποφάσεων πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και "οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε. περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 594/2021, ΑΠ 381/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του και κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τα ακόλουθα: " Οι ενάγοντες προσλήφθηκαν από την εναγομένη την 1.1.1986 ο πρώτος, την 27.11.1976 ο δεύτερος, την 9.2.1978 ο τρίτος, την 1.12.1987 η τέταρτη και την 1.4.1974 ο πέμπτος, δυνάμει συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και στα μισθολογικά κλιμάκια ΔΕ, ΤΕ, ΤΑ, ΔΕΠ-5 και ΤΑ, αντιστοίχως, μετά δε από ευδόκιμη υπηρεσία και αφού συμπλήρωσαν τα όρια συνταξιοδότησης, συνταξιοδοτήθηκαν την 31.12.2012, 31.12.2013, 27.4.2006, 30.12.2012 και 13.12.2005 αντιστοίχως, καθόσον συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 19 παρ. 1 του ΓΚΠ/…, λαμβάνοντας σύνταξη.

Κατά τη διάρκεια της εργασιακής τους σχέσης, οι ενάγοντες, άπαντες μόνιμοι κάτοικοι παραμεθόριων περιοχών και δη ... ο πρώτος και η τέταρτη, ... ο δεύτερος, … ο τρίτος και … ο πέμπτος, και μόνιμα υπηρετούντες σε υπηρεσιακές μονάδες των ως άνω περιοχών, ελάμβαναν το επίδομα παραμεθόριων περιοχών που προβλεπόταν στον όρο 2Γ της από 4.5.1984 Ε.Σ.Σ.Ε, το οποίο κατέστη και όρος της ατομικής σύμβασης εργασίας τους, οι διατάξεις της οποίας (Ε.Σ.Σ.Ε.) κωδικοποιήθηκαν σε ενιαίο κείμενο στην υπ' αρ. 265/25/24.10.2001 Βασική Εγκύκλιο του ….

Το ύψος του επιδόματος αυτού ήταν εκ των προτέρων καθορισμένο, ήτοι στο ποσό των 57,26 ευρώ από 1.1.2006, στο ποσό των 58,92 ευρώ από 1.1.2007, στο ποσό των 61,22 ευρώ από 1.1.2008 και στο ποσό των 62,44 ευρώ από 1.1.2009, αναπροσαρμοζόμενο κατ' έτος με το ποσοστό του τιμαρίθμου του προηγούμενου έτους. Το επίδικο επίδομα καταβαλλόταν στους ενάγοντες σταθερά και μόνιμα κάθε μήνα, χωρίς επιφύλαξη της εναγομένης, οπότε απέκτησε "μισθολογικό χαρακτήρα" και μάλιστα χαρακτήρα τακτικών αποδοχών.

Κρίσιμο όμως για τον ανωτέρω χαρακτηρισμό είναι εάν είναι τακτική η αιτία χορήγησής του, όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον οι ενάγοντες ήταν καθ' όλη τη διάρκεια της υπηρεσιακής τους θητείας μόνιμοι κάτοικοι παραμεθόριων περιοχών. Τούτο ενισχύεται και από το γεγονός ότι το επίδικο επίδομα δεν δίνεται σε όσους μετακινούνται στις παραμεθόριες περιοχές, αλλά σε εκείνους που διαμένουν μόνιμα σε αυτές.

Συνεπώς, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί μέσο προσέλκυσης προσωπικού στις εν λόγω περιοχές, αλλά αποτελεί πρόσθετη μισθολογική παροχή στους μόνιμα εκεί διαμένοντες {...}. Η κρίση δε του Δικαστηρίου περί του ότι η επίδικη παροχή αποτελεί μισθό ενισχύεται και από το γεγονός ότι η τελευταία δεν συνδέεται με συγκεκριμένα ποιοτικά κριτήρια που να την συνδέουν άμεσα με τις λειτουργικές ανάγκες της επιχείρησης.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι τα αρμόδια όργανα της εναγομένης δεν συμπεριέλαβαν το επίδικο επίδομα παραμεθόριων περιοχών στις τακτικές αποδοχές που γνωστοποίησαν στον ασφαλιστικό φορέα των εναγόντων. Το επίδομα αυτό ανερχόταν μηνιαίως σε ποσό 64,06 ευρώ για τον πρώτο ενάγοντα, 69,56 ευρώ για το δεύτερο, 57,26 ευρώ για τον τρίτο (και όχι 69,01 ευρώ, όπως αβασίμως ισχυρίζεται), 69,01 ευρώ για την τέταρτη και 55,27 ευρώ για τον πέμπτο {...} και το ελάμβαναν οι ενάγοντες όχι μόνο τον τελευταίο πριν την αποχώρησή τους μήνα αλλά κάθε μήνα από την πρόσληψή τους, αποτέλεσμα δε της μη γνωστοποίησης αυτής ήταν οι ενάγοντες να λάβουν μικρότερη σύνταξη, κύρια και επικουρική {....} Συνεπώς, εξ αιτίας της υπαίτιας και παράνομης παράλειψης αυτής της εναγομένης να συμπεριλάβει το εν λόγω επίδομα στις αποδοχές που γνωστοποίησε στον ασφαλιστικό φορέα των εναγόντων, οι τελευταίοι ζημιώθηκαν έως την 1.2.2022 (χρόνο συζήτησης της αγωγής) κατά τα ακόλουθα ποσά.........Ακολούθως με την ως άνω απόφαση επιδικάστηκαν στους ενάγοντες τα αναφερόμενα σ' αυτήν ποσά.

Με τις ως άνω παραδοχές η προσβαλλόμενη απόφαση που έκρινε ότι το επίδομα παραμεθορίου που ελάμβαναν κάθε μήνα οι ενάγοντες από την εναγομένη χωρίς επιφύλαξη, που χορηγείτο μόνο στους μόνιμα εγκατεστημένους στις παραμεθόριες περιοχές και καταβαλλόταν σταθερά και μόνιμα στους ενάγοντες κάθε μήνα με συγκεκριμένο αναπροσαρμοζόμενο ποσό, αποκτώντας έτσι το χαρακτήρα μισθού, που περιλαμβάνεται ως τακτική αποδοχή στις συντάξιμες αποδοχές τους (κύριες και επικουρικές), την τακτική δε αυτή αποδοχή δεν γνωστοποίησαν τα αρμόδια όργανα της εναγομένης στα ασφαλιστικά τους ταμεία, ώστε να συνυπολογισθεί στις συντάξεις τους και ακολούθως δέχθηκε τις αγωγικές αξιώσεις των εναγόντων που προήλθαν από τον μη συνυπολογισμό του επιδόματος παραμεθορίου στις συντάξιμες αποδοχές τους και επιδίκασε τα αιτούμενα ποσά, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη της από 4-5-1984 ΕΣΣΕ όρος 2Γ, που υπογράφηκε μεταξύ του Διοικητή της εναγομένης και των νομίμων εκπροσώπων της ..., και αποτέλεσε και όρο της ατομικής σύμβασης των εναγόντων, με την οποία ρητά συμφωνήθηκε (όρος 2Γ), ότι η παροχή του επιδόματος παραμεθορίου, χορηγείται στους υπηρετούντες στις παραμεθόριες περιοχές ως κίνητρο εγκατάστασης και δεν αποτελεί τακτική αποδοχή και δεν αντιμετωπίζεται ως τέτοια.

Από το περιεχόμενο δε της συμφωνίας αυτής, σαφώς συνάγεται, σύμφωνα και με την προεκτεθείσα μείζονα σκέψη, ότι η παροχή αυτή δίνεται στους υπηρετούντες σε παραμεθόριες περιοχές ως κίνητρο προσέλκυσης για την εγκατάστασή τους στις εν λόγω περιοχές, ώστε να εξυπηρετείται η καλύτερη λειτουργία της επιχείρησης της εναγομένης, καταβάλλεται με ορισμένο ποσό κατά μήνα, ως τέτοια δε παροχή δεν δημιουργεί δικαιώματα και αξιώσεις, δεν προσαυξάνει το βασικό μισθό, ούτε κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή υπόκειτο σε συνταξιοδοτικές κρατήσεις και η περιοδικότητα και τακτικότητα για μεγάλο χρονικό διάστημα της καταβολής της, δεν την μετατρέπει σε τακτική αποδοχή (μισθό), ανεξαρτήτως από την οποιαδήποτε ωφέλεια του εργαζόμενου.

Συνεπώς οι ενάγοντες δεν δικαιούντο να αξιώσουν με την κρινόμενη αγωγή την καταβολή από την εναγομένη των διαφορών από το μη συνυπολογισμό στις συντάξιμες αποδοχές τους (κύριες και επικουρικές) της εν λόγω παροχής του επιδόματος παραμεθορίου περιοχής, το οποίο ορθά (αφού δεν θεωρείτο τακτική αποδοχή) τα αρμόδια όργανα της εναγομένης δεν γνωστοποίησαν στα προαναφερόμενα ασφαλιστικά ταμεία των εναγόντων, στα οποία, σύμφωνα με τις προεκτιθέμενες διατάξεις τους, γνωστοποιούντο οι τακτικές αποδοχές, υπό την έννοια που σ' αυτές (διατάξεις) αναφέρεται, προϋπόθεση που δεν συντρέχει εν προκειμένω. Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης ως προς το σκέλος του από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση, αποδίδοντας σ' αυτήν την πλημμέλεια ότι κατά εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του όρου 2γ της από 4-5-1984 ΕΣΣΕ, έκρινε νόμιμη την αγωγή και ότι το επίδομα παραμεθορίου που χορηγήθηκε με τον ως άνω συμβατικό όρο αποτελούσε τακτική αποδοχή, ενώ ρητά συμφωνήθηκε το αντίθετο και ακολούθως δέχθηκε την αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, είναι βάσιμος, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα.

Συνεπώς, κατά παραδοχή του ως άνω λόγου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση. Επειδή δε η αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού, καταλαμβάνει ολόκληρη την προσβαλλομένη απόφαση παρέλκει η έρευνα του πρώτου αναιρετικού λόγου, ως προς το έτερο σκέλος του από τον αριθ. 6 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., του δεύτερου αναιρετικού λόγου εκ του άρθρου 560 αρ.1 και 6 ΚΠολΔ λόγω παραβίασης του Ν.Δ/τος 907/1871 και του τρίτου αναιρετικού λόγου εκ του άρθρου 560 αρ. 1 και 6 ΚΠολΔ για παραβίαση συνταξιοδοτικών ρυθμίσεων … και Ταμείου Αρωγής.

Κατά το άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1, άρθρο τρίτο του Ν. 1335/2015 Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα) μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.

Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τη διάταξη της παρ. 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι οι αποφάσεις της Ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν, συνάγεται ότι οσάκις μετά την αναίρεση της απόφασης δεν υπάρχει δικονομικώς έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης, γιατί δεν έχει ανάγκη άλλης διευκρίνισης, αλλά υπολείπεται μόνο η διατύπωση του διατακτικού της αποφάσεως, με βάση το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως και την έκταση της αναιρέσεως αυτής, η παραπομπή, κατά την παραπάνω διάταξη σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας, δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική επί της υποθέσεως απόφαση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο. (ΑΠ 594/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση, εφ' όσον, κατά τα προεκτεθέντα η ένδικη αξίωση των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων δεν είναι νόμιμη και συνεπώς πρέπει να απορριφθεί, δεν υπάρχει στάδιο περαιτέρω εκδίκασης της υπόθεσης. Επομένως θα πρέπει ο Άρειος Πάγος, να κρατήσει την υπόθεση, να δικάσει την αγωγή και να την απορρίψει ως μη νόμιμη.

Τέλος πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι λόγω της ήττας τους (άρθρ. 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας τόσο της αναιρετικής δίκης, όσο και για τον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός της.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 197/2022 τελεσίδικη απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών.

Κρατεί και δικάζει την από 11-1-2021, με αριθμό κατάθεσης 5667/138/2021 αγωγή.

Απορρίπτει την άνω αγωγή.

Καταδικάζει τους ενάγοντες - αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της εναγομένης - αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ για την αναιρετική δίκη και στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ, για τον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Φεβρουαρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Ιουλίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ