Legislator Case Law & Legislation
1122/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding withdrawal of default objection and allows remaining appeal arguments.

Case Number 1122/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal on inadmissibility grounds because the appellant had withdrawn the default objection, negating the legal interest required to challenge the first-instance judgment. While the court rejected the specific argument regarding the default objection, it accepted the remaining appeal grounds under Article 559 of the Code of Civil Procedure. Consequently, the appeal was allowed, the case was remitted to a new panel of judges, and the defendants were ordered to pay the appellant's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 553, 518, 503 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appellant has withdrawn the default objection, thereby eliminating the legal interest necessary to challenge the judgment's content.

Keywords

AI generated
inadmissibility appeal legal interest requirement withdrawal default objection remittal new judges legal costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Article 553(1)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 309(a) of the Code of Civil Procedure
Article 321 of the Code of Civil Procedure
Article 495(1) of the Code of Civil Procedure
Article 518(2) of the Code of Civil Procedure
Article 503(1), (2), (3) of the Code of Civil Procedure
Article 68 of the Code of Civil Procedure
Article 73 of the Code of Civil Procedure
Article 559(14) and (6) of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Judgment 5/2001
Supreme Court Judgment 9/1996
Supreme Court Judgment 1663/2010
Supreme Court Judgment 85/2010
Supreme Court Judgment 170/2021
Supreme Court Judgment 589/2009

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1122 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1122/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Γεώργιο Αυγέρη και Μαρί Δεργαζαριάν - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον κ. Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Σταυρούλα Ντούση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) G. (όνομα: Γ.) M. (επώνυμο: Μ.) του N. (Ν.), κατοίκου ..., 2) K. (όνομα: Κ.) M. (επώνυμο: Μ.) του G. (Γκάγκικ), κατοίκου ..., 3) Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "Δήμος Αλεξανδρούπολης", που εκπροσωπείται νόμιμα και εδρεύει στην Αλεξανδρούπολη και 4) Ι. Χ. του Χ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από την από 12-11-2015 αγωγή των ήδη πρώτου και δεύτερης αναιρεσιβλήτων, η οποία κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης.

Εκδόθηκε η απόφαση 4/2016 του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 6-4-2020 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ. 1 περ. β, 309 εδ. α`, 321 και 495 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά τον χρόνο άσκησης του ως άνω ενδίκου μέσου, δηλαδή κατά τον χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας τον δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης (ΟλΑΠ 5/2001 και 9/1996). Κατά το άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, "Αν δεν επιδοθεί η απόφαση, η προθεσμία της έφεσης είναι δύο έτη, που αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη". Εξάλλου κατά το άρθρο 503 παρ. 1, 2 και 3 του ΚΠολΔ η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας είναι δέκα πέντε ημέρες, αν ο διάδικος, που δικάσθηκε ερήμην, διαμένει στην Ελλάδα και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης, ενώ όταν ο διάδικος, που δικάσθηκε ερήμην, διαμένει στο εξωτερικό, η προθεσμία της ανακοπής είναι εξήντα ημέρες και αρχίζει από την τελευταία δημοσίευση κατά το άρθρο 135 παρ.1 του ΚΠολΔ της περίληψης της έκθεσης για την επίδοση της απόφασης.

Συνεπώς, η ερήμην οριστική απόφαση του Πρωτοδικείου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφού παρήλθε η προθεσμία της έφεσης και περαιτέρω έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας είτε διότι, κατά περίπτωση, παρήλθε η δεκαπενθήμερη προς άσκηση αυτής προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης, ή (όταν ο ερήμην δικασθείς διάδικος διαμένει στο εξωτερικό) η εξηκονθήμερη προθεσμία από την τελευταία κατά το άρθρο 135 παρ. 1 του ΚΠολΔ δημοσίευση της περίληψης της έκθεσης για την επίδοση της ερήμην απόφασης, είτε διότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής ερημοδικασθείς διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το δικόγραφο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της ανακοπής ή του δικαιώματος προς άσκηση αυτού.

Τούτο, διότι έκτοτε η ερήμην εκδοθείσα απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 εδαφ. β ΚΠολΔ. (ΑΠ 78/2022). Στην προκείμενη περίπτωση, με την υπό κρίση από 6-4-2020 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η εκδοθείσα ερήμην του αναιρεσείοντος-εναγομένου κατά την τακτική διαδικασία υπ` αριθ. 4/2016 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης.

Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά της απόφασης του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, καθόσον παρήλθε η προθεσμία των δύο ετών για την άσκηση έφεσης, ενώ το αναιρεσείον παραιτήθηκε από την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας με την υπ' αριθ. 9/7-4-2020 δήλωση παραίτησης (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Σύμφωνα με το άρθρο 76 παρ. 1α ΚΠολΔ "Όταν η διαφορά επιδέχεται ενιαία μόνο ρύθμιση ή η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους ομοδίκους ή όταν οι ομόδικοι μόνο από κοινού μπορούν να ασκήσουν αγωγή ή να εναχθούν ή, εξαιτίας των περιστάσεων που συνοδεύουν την υπόθεση, δεν μπορούν να υπάρχουν αντίθετες αποφάσεις απέναντι στους ομοδίκους, οι πράξεις του καθενός ωφελούν και βλάπτουν τους άλλους.

Οι ομόδικοι που μετέχουν νόμιμα στη δίκη ή έχουν προσεπικληθεί, αν δεν παραστούν, θεωρούνται ότι αντιπροσωπεύονται από εκείνους που παρίστανται". Η διάταξη αυτή προσδίδει ευρύτερα όρια στην έννοια της αναγκαστικής ομοδικίας, εφόσον αναφέρεται σε όλες τις περιπτώσεις, στις οποίες, αν και δεν υπάρχει κίνδυνος συγκρούσεως δεδικασμένου, δεν νοείται, όμως, η έκδοση αντιφατικών αποφάσεων, αλλά, κατά τους κανόνες της λογικής και του δικαίου, επιβάλλεται η έκδοση όμοιας απόφασης.

Έτσι, αναγκαστική ομοδικία υφίσταται και σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει πλήρης ταυτότητα του αντικειμένου της δίκης κάθε ομοδίκου, καθόσον η λογική αναγκαιότητα επιβάλλει την έκδοση όμοιας απόφασης και, συνεπώς, δεν είναι νοητή η έκδοση αντίθετων αποφάσεων (ΑΠ 679/2020, ΑΠ 312/2020). Εξάλλου, κατά το άρθρο 558 ΚΠολΔ η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων τους ή των κληροδόχων τους.

Άν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται κατά όλων των διαδίκων, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Διάδικοι είναι εκείνοι οι οποίοι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι δικάσθηκαν με αυτή (ΑΠ 335/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, οι M. G. και M. K. άσκησαν την από 12-11-2015 αγωγή τους κατά του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, του Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "Δήμος Αλεξανδρούπολης" και του Ι.

Χ., με την οποία εξέθεταν ότι τα προσδιοριστικά της ταυτότητάς τους ελληνικά στοιχεία (Μ. Γ. του πρώτου και Μ. Α. της δεύτερης), τα οποία χρησιμοποίησαν κατά την απόκτηση της ελληνικής ιθαγενείας και τα οποία αντιστοιχούν σε αυτά που έφερε έκαστος εξ αυτών από τη γέννησή τους στην αλλοδαπή (και αναφέρθηκαν πιο πάνω), κατόπιν ανάκλησης της ιθαγενείας τους, αμφισβητούνται από τους εναγομένους, επικαλούμενοι δε έννομο συμφέρον, καθώς δημιουργούνται κίνδυνοι για τα δικαιώματά τους από τη συμπεριφορά των τελευταίων, αφού με τα παραπάνω στοιχεία προέβησαν επί σειρά ετών σε διάφορες ενέργειες, ζήτησαν την αναγνώριση της ταυτοπροσωπείας τους.

Υπό το εκτιθέμενο στην αγωγή ιστορικό και σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη νομική σκέψη της παρούσας απόφασης, μεταξύ των εναγομένων της αγωγής υφίσταται αναγκαστική ομοδικία, καθόσον δεν νοείται η έκδοση αντιφατικών αποφάσεων, αφού υπάρχει πλήρης ταυτότητα του αντικειμένου της δίκης ως προς έκαστο των εναγομένων ομοδίκων και, κατά τους κανόνες της λογικής του δικαίου, επιβάλλεται η έκδοση όμοιας απόφασης.

Συνεπώς, η αίτηση αναίρεσης του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου παραδεκτώς στρέφεται κατά των αναιρεσιβλήτων - εναγόντων, καθώς επίσης και κατά του Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "Δήμος Αλεξανδρούπολης" και του Ι. Χ., λόγω της υφισταμένης, μεταξύ του αναιρεσείοντος και των ως άνω ομοδίκων του εναγομένων, αναγκαστικής ομοδικίας, κατά την προεκτεθείσα μείζονα σκέψη, εφόσον η διαφορά επιδέχεται ενιαία ρύθμιση έναντι όλων των εναγομένων.

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.

Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Ειδικότερα, από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αιτήσεως αναιρέσεως, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομοδίκους, η συζήτηση της αιτήσεως κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εάν όμως κλητεύθηκε αυτός νόμιμα είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικό του και δεν εμφανιστεί στη συζήτηση, τότε θεωρείται σαν να είναι παρών και η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αναγκαίο ομόδικο παρά την απουσία του (ΑΠ 656/2021, ΑΠ 1437/2019, ΑΠ 1946/2017, ΑΠ 756/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, από τις υπ` αριθ. 7929Γ/27-10-2020 και 7896Γ/14-10-2020 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Θράκης (με έδρα το Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης) Ι. Κ. και από την υπ' αριθ. 3233/6-11-2020 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θράκης (με έδρα το Πρωτοδικείο Ροδόπης) Ι.

Δ., τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα το αναιρεσείον, με επιμέλεια του οποίου προσδιορίστηκε η συζήτηση της ένδικης αίτησης για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, προκύπτει ότι αντίγραφο της άνω αίτησης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ως άνω δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, αντίστοιχα, στον πληρεξούσιο δικηγόρο των δύο πρώτων των αναιρεσίβλητων M.

G. και M. K. Ευάγγελο Σαρκετζή (δικηγόρο Αλεξανδρούπολης) και στον Δήμο Αλεξανδρούπολης, καθώς επίσης στον Ι. Χ.. Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της υποθέσεως (14-2-2022), κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, δεν εμφανίσθηκαν οι ως άνω αναιρεσίβλητοι ούτε κατέθεσαν δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Επομένως, ενόψει του ότι οι απολιπόμενοι αναιρεσίβλητοι έχουν κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων, καθώς και των λοιπών αναιρεσιβλήτων (Δήμου Αλεξανδρούπολης και Ι. Χ.) αναγκαίων ομοδίκων του παρισταμένου και επισπεύδοντος τη συζήτηση αναιρεσείοντος (αρθρ. 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο της ουσίας παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα, από το δικονομικό μόνο και όχι το ουσιαστικό δίκαιο, δικονομικές δηλαδή ενέργειες που ρυθμίζουν την έναρξη και εξέλιξη της έννομης σχέσης της δίκης και κατατείνουν στην έκδοση δικαστικής απόφασης επί της αιτουμένης έννομης προστασίας (ΟλΑΠ 12/2000, ΑΠ 257/2021).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 6 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν παρά τον νόμο και ιδίως παρά τις σχετικές με την επίδοση διατάξεις ο διάδικος δικάστηκε ερήμην, κατά τη συζήτηση εκείνη, στην οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 708/2008, 46/2008). Με τον λόγο αυτό ελέγχεται η τήρηση της από το άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ προβλεπόμενης και από το άρθρο 20 παρ.1 του Συντάγματος και 6 της ΕΣΔΑ κατοχυρούμενης αρχής "της εκατέρωθεν ακροάσεως", ιδρύεται δε στην περίπτωση, κατά την οποία ο διάδικος δικάσθηκε ερήμην, η δε ερημοδικία δεν ήταν νόμιμη.

Μη νόμιμη δε είναι η ερημοδικία α) εάν ο μη παραστάς ή θεωρηθείς δικονομικώς απών διάδικος δεν κλητεύθηκε καθόλου, β) όταν ο ερήμην δικασθείς διάδικος δεν κλητεύθηκε νομίμως, που συμβαίνει και στην περίπτωση, κατά την οποία δεν τηρήθηκε η οριζόμενη υπό του νόμου προπαρασκευαστική προθεσμία εμφάνισής του στο Δικαστήριο προς συζήτηση της υπόθεσης.

Ωστόσο, αυτός δεν ιδρύεται σε κάθε περίπτωση που υπάρχει παραβίαση της αρχής αυτής, ούτε αυτός είναι το μοναδικό βοήθημα που παρέχεται όταν θίγεται το δικαίωμα ακρόασης του διαδίκου. Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν ακύρως ο διάδικος δικάστηκε ερήμην κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και όχι όταν δικάστηκε κατ' αντιμωλίαν και η άκυρη ερημοδικία είχε γίνει σε προηγούμενη συζήτηση στον πρώτο ή στον δεύτερο βαθμό, οπότε η ακυρότητα της ερημοδικίας μπορεί να προβληθεί με ανακοπή ερημοδικίας ή έφεση.

Για να είναι ορισμένος ο προκείμενος λόγος αναίρεσης, πρέπει στο αναιρετήριο να γίνεται αναφορά των πραγματικών γεγονότων, τα οποία καθιστούν παράνομη την ερημοδικία (ΑΠ 1611/2018, ΑΠ 322/2015, ΑΠ 1559/2008, ΑΠ 1909/2006). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 126 παρ. 1 εδ. ε` ΚΠολΔ η επίδοση για το Δημόσιο γίνεται σε εκείνους που το εκπροσωπούν σύμφωνα με τον νόμο.

Κατά δε το άρθρο 5 § § 1,2 του Δ/τος της 26 Ιουνίου 10 Ιουλίου 1944 "περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου" μόνον αι προς τον Υπουργόν των Οικονομικών ... γενόμεναι κοινοποιήσεις οποιουδήποτε δικογράφου επί δικών του Δημοσίου παράγουσι νομίμους συνεπείας ...Η διάταξις της προηγουμένης παραγράφου εφαρμόζεται και όταν το Δημόσιον εκπροσωπείται δικαστικώς εκ μέρους άλλου, πλην του επί των Οικονομικών Υπουργού, είτε και εκ μέρους των διευθυντών ταμείων ή οικονομικών εφόρων ή τελωνών ή ετέρου οιουδήποτε κρατικού οργάνου, της προς τον Υπουργό Οικονομικών επιδόσεως απαιτουμένης και τότε ως προσθέτου τοιαύτης, επί συνεπεία ακυρότητας αυτεπαγγέλτως εξεταζομένης".

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, για να είναι έγκυρη η επίδοση προς το Δημόσιο του σχετικού δικογράφου, πρέπει να γίνει, με ποινή απαραδέκτου στις δίκες του ΚΕΔΕ, ακυρότητος δε στις λοιπές, τόσον στον Υπουργό Οικονομικών, όσο και στο αρμόδιο όργανο και τούτο για μεγαλύτερη εξασφάλιση των συμφερόντων του Δημοσίου.

Σε αντίθετη περίπτωση, δηλαδή αν δεν επιδοθεί το δικόγραφο και στον Υπουργό Οικονομικών, η επίδοση δεν έχει ολοκληρωθεί και δεν παράγει έννομες συνέπειες, με αποτέλεσμα, ανεξαρτήτως βλάβης του Δημοσίου, να επέρχεται απαράδεκτο ή ακυρότητα, η οποία εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο. Οι διατάξεις αυτές δεν παραβιάζουν την αρχή της αναλογικότητας και δεν αντίκεινται στα άρθρα 25 παρ. 1 του Συντάγματος, 6 παρ. 1, 8 παρ. 2, 9 παρ. 2 και 10 παρ. 2 της ΕΣΔΑ (ΑΕΔ 27/2004, ΟλΑΠ 34/1988, ΑΠ 1274/2014, ΑΠ 1570 και 1571/2013, 1801/2012).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης, με την προσβαλλομένη απόφασή του προέβη στην κατ' ουσία έρευνα της υπόθεσης και έκανε δεκτή ως κατ` ουσία βάσιμη την παρά των πρώτου και δεύτερης των αναιρεσιβλήτων ασκηθείσα αγωγή, στην οποία εναγόμενο ήταν το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, παρά το γεγονός ότι η ένδικη αγωγή δεν είχε κοινοποιηθεί στον Υπουργό Οικονομικών, αλλά μόνο στον Υπουργό Εσωτερικών.

Με την κρίση του αυτή το Πολυμελές Πρωτοδικείο, με βάση τα προεκτεθέντα, εσφαλμένα εφήρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 5 του Δ/τος της 26 Ιουνίου 10 Ιουλίου 1944 και δεν εκήρυξε ως απαράδεκτη την κατά αυτόν τον τρόπο κλήτευση του αναιρεσείοντος, στη συνέχεια δε προέβη στην εκδίκαση της υπόθεσης ερήμην του αναιρεσείοντος, παρά το γεγονός ότι δεν είχε κλητευθεί νομίμως.

Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της κρινομένης αιτήσεως, σύμφωνα με τους οποίους το Πολυμελές Πρωτοδικείο, με την ρηθείσα κρίση του υπέπεσε στις εκ του άρθρου 559 αρ. 14 (κατ' εκτίμηση) και 6 του ΚΠολΔ πλημμέλειες, τυγχάνουν βάσιμοι και, ως εκ τούτου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση.

Περαιτέρω κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται: "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών", ήτοι κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις για την μη τήρηση αυτών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005). Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΑΠ 619/2021, AΠ 130/2020).Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, προέβη σε εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 5 του Δ/τος της 26 Ιουνίου 10 Ιουλίου 1944, ήτοι κανόνα που αφορά τη δικονομική εκπροσώπηση του αναιρεσείοντος.

Συνεπώς, η εσφαλμένη εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως δεν ιδρύει, κατά την προεκτεθείσα μείζονα σκέψη, την εκ του άρθρου 559 αρ. 1 πλημμέλεια και ως εκ τούτου, ο τρίτος λόγος πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 556 ΚΠολΔ, κύρια θετική προϋπόθεση για την άσκηση του ένδικου μέσου της αναίρεσης είναι να υπάρχει στον αναιρεσείοντα έννομο συμφέρον.

Η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος κρίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ και η έλλειψή του, που ερευνάται και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης, κατ' άρθρο 73 ΚΠολΔ, συνεπάγεται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης, ως απαράδεκτης. Το έννομο συμφέρον που απαιτείται, για να ασκηθεί ένα ένδικο μέσο, επομένως και η αναίρεση, προκύπτει κυρίως από τη βλάβη που υπέστη ο διάδικος, ο οποίος επιδιώκει τον έλεγχο της απόφασης.

Βλάβη του διαδίκου υπάρχει, όταν βλάπτεται (ηττάται), δηλαδή όταν απορρίπτονται ολικά ή μερικά οι προτάσεις του ή γίνονται ολικά ή μερικά δεκτές έναντι αυτού αιτήσεις του αντιδίκου του. Η βλάβη δηλαδή του αναιρεσείοντος πρέπει να υπάρχει σε σχέση με τον αντίδικό του για τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να περιέχει κάποια ευνοϊκή διάταξη.

Ειδικότερα ο εναγόμενος θεωρείται ηττηθείς, όταν βλάπτεται από το περιεχόμενο της απόφασης και με την άσκηση της αναίρεσης του παρέχεται η δυνατότητα ανατροπής υπέρ αυτού της επιβλαβούς συνέπειας. Η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος, το οποίο πρέπει να υφίσταται τόσο κατά τον χρόνο άσκησης όσο και κατά τον χρόνο συζήτησης της αναίρεσης, απαιτείται όχι µόνο γενικώς για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης, αλλά και ειδικώς για κάθε λόγο αναίρεσης, πρέπει δε ο αναιρεσείων να επικαλείται αυτό για τη νομιμοποίησή του στην αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 1663/2010, ΑΠ 85/2010).

Εφόσον το έννομο συμφέρον δεν θεμελιώνεται από τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αναίρεσης και δεν προκύπτει από το διατακτικό της προσβαλλομένης, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 170/2021, ΑΠ 589/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον αιτιάται την προσβαλλομένη απόφαση ότι εσφαλμένα όρισε νόμιμο παράβολο για την άσκηση εκ μέρους του (αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου) ανακοπής ερημοδικίας.

Ο λόγος αυτός αλυσιτελώς προβάλλεται, εφόσον στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον παραιτήθηκε από την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας κατά της προσβαλλομένης απόφασης και, ως εκ τούτου, ουδόλως βλάπτεται από το περιεχόμενο της απόφασης, ούτως ώστε με την άσκηση της αναίρεσης να του παρέχεται η δυνατότητα ανατροπής υπέρ αυτού της επιβλαβούς συνέπειας.

Επομένως και ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Μετά ταύτα, κατά παραδοχή των ανωτέρω κριθέντων βασίμων πρώτου και δεύτερου, αναιρετικών λόγων από το άρθρο 559 αρ. 14 και 6 ΚΠολΔ, πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων, οι οποίοι εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 4/2016 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων, οι οποίοι εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Μαΐου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ