Legislator Case Law & Legislation
1122/2021 AI generated

Supreme Court allows appeal against labor court decision due to insufficient reasoning on contract modification and dismissal.

Case Number 1122/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal filed by the Hellenic Football Federation against a final labor court decision. The court found the lower court's reasoning insufficient regarding whether the employee's transfer constituted a detrimental change to her contract terms and whether the dismissal was retaliatory. Consequently, the appeal was granted, the case was remitted for further examination, and the appellant was awarded costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 no. 19 and 580 para. 3 of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible when the lower court fails to provide sufficient reasoning on whether a transfer constitutes a detrimental change to employment terms or if a dismissal was retaliatory, rendering the decision legally flawed.

Keywords

AI generated
labor law appeal detrimental contract modification retaliatory dismissal insufficient reasoning remittal for retrial Code of Civil Procedure employment contract terms

Cited Legislation

AI generated
Article 569 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Article 663 et seq. of the Code of Civil Procedure
Article 495 and Article 564 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 562 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 no. 19 of the Code of Civil Procedure
Article 580 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1122 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1122/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Καλλιόπη Πανά και Ελένη Κατσούλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 19 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: τριτοβαθμίου αθλητικού σωματείου με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΙΚΗ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ" (ΕΠΟ), το οποίο εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Δημήτριο Σιώτο και Βασίλειο Σαράκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Α. Δ. του Ν., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Σαπουντζάκη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/11/2015 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 871/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 6540/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον σωματείο με την από 21/5/2020 αίτησή του και τους από 6/7/2020 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και των προσθέτων λόγων καθώς και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 21-5-2020 αίτηση αναίρεσης και τους από 6-7-2020 πρόσθετους λόγους αναίρεσης, οι οποίοι ασκήθηκαν παραδεκτά, εντός της οριζόμενης στη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ προθεσμίας, με ιδιαίτερο δικόγραφο που επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη στις 25-9-2020, ήτοι τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν την ορισθείσα και αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας ημερομηνία συζήτησης της αίτησης αναίρεσης, προσβάλλεται η 6540/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Η απόφαση αυτή εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρ. 663 επ. ΚΠολΔ). Με αυτήν έγινε δεκτή και κατ' ουσίαν η από 20-6-2018 έφεση που είχε ασκήσει η αναιρεσίβλητη κατά της 871/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την από 10-11-2015 αγωγή της, δικάζοντας δε ακολούθως το Εφετείο την αγωγή, δέχθηκε εν μέρει αυτήν ως βάσιμη κατ' ουσίαν. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 495 και 564 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, η αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής πρέπει να συνεκδικαστούν λόγω της μεταξύ τους συνάφειας.

Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό που δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργείται λόγος αναίρεσης, σύμφωνα με την πιο πάνω διάταξη, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους που κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη χωρίς να προταθούν. Η διάταξη αυτή που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση τη νομική και πραγματική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα είχε προταθεί νόμιμα. Το γεγονός δε ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από το διάδικο (ΑΠ 93/2020, ΑΠ 403/2019, ΑΠ 209/2019).

Περαιτέρω, με τη διάταξη του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ελέγχεται η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα, αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια της αγωγής και την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα κατά νόμο ή αρκέσθηκε σε λιγότερα.

Η αοριστία, όμως, του δικογράφου μπορεί να μην είναι νομική, αλλά ποσοτική ή ποιοτική, όταν στο δικόγραφο αυτής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα αγωγής. Στις περιπτώσεις αυτές της ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας της αγωγής, η απόφαση ελέγχεται κατά τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1253/2014).

Ειδικότερα, για το ορισμένο του λόγου αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται παράπονο για τη μη κήρυξη ακυρότητας της αγωγής λόγω αοριστίας, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, το ακριβές περιεχόμενο της αγωγής και ως προς ποίο σημείο ειδικότερα κρίθηκε ότι ήταν πλήρης, όπως επίσης και ότι ο σχετικός περί αοριστίας ισχυρισμός είχε προταθεί στον πρώτο βαθμό κατά την πρώτη συζήτηση και επαναφέρθηκε στο Εφετείο με λόγο έφεσης είτε νομίμως με τις προτάσεις (Ολ ΑΠ 1/1987, ΑΠ 765/2008, ΑΠ 1705/2008, ΑΠ 669/2007).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη λόγω αοριστίας την από 10-11-2015 αγωγής της ήδη αναιρεσίβλητης, παρότι πρότεινε παραδεκτά ισχυρισμό περί αοριστίας της αγωγής ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας, καθόσον στο δικόγραφο αυτής δεν αναφέρονται με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την καταχρηστική καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της αναιρεσίβλητης. Ο λόγος αυτός, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ο τρόπος προβολής του περί αοριστίας ισχυρισμού ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (προφορικά στο ακροατήριο, με δήλωση που καταχωρίσθηκε στα πρακτικά, ή με τις έγγραφες προτάσεις), ο τρόπος επαναφοράς του εν λόγω ισχυρισμού στο Εφετείο νομίμως με τις προτάσεις, το περιεχόμενο της ένδικης αγωγής και οι παραδοχές της προσβαλλόμενης ως προς τα ανωτέρω στοιχεία, και δεν αρκεί το γεγονός ότι το αναιρεσείον είχε προτείνει την ως άνω αοριστία με τις προτάσεις στον πρώτο βαθμό, τις οποίες επικαλέστηκε και προσκόμισε στο Εφετείο (ΑΠ 134/2001).

Κατά το άρθρο 7 εδ. α' του Ν. 2112/1920 "πάσα μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως, βλάπτουσα του υπάλληλου θεωρείται ως καταγγελία ταύτης, δι' ην ισχύουσιν οι διατάξεις του παρόντος νόμου". Κατά την έννοια της διατάξεις αυτής, μονομερής μεταβολή θεωρείται κάθε τροποποίηση των όρων εργασίας από τον εργοδότη που γίνεται κατ' αθέτηση της εργασιακής σύμβασης, ανεξάρτητα αν αυτή είναι επωφελής ή βλαπτική για τον εργαζόμενο.

Για την εφαρμογή όμως της εν λόγω διάταξης απαιτείται η μονομερής μεταβολή των όρων εργασίας να είναι βλαπτική για τον εργαζόμενο, δηλαδή να προκαλεί σ' αυτόν άμεση ή έμμεση υλική ή ηθική ζημία. Σε περίπτωση που η ανωτέρω μονομερής μεταβολή δεν είναι αντίθετη προς το νόμο και τους όρους της σύμβασης, και γίνεται κατ' ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, ο εργαζόμενος προστατεύεται μόνο από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η οποία απαγορεύει την κατάχρηση δικαιώματος.

Ειδικότερα, ο μονομερής προσδιορισμός των όρων εργασίας που επιχειρεί ο εργοδότης με βάση το διευθυντικό δικαίωμά του, πρέπει να υπηρετεί τους σκοπούς του δικαιώματος αυτού, δηλαδή την κατά το δυνατόν καλύτερη αξιοποίηση της εργασίας και την προσφορότερη οργάνωση της επιχείρησης. Αν ο μονομερής προσδιορισμός της παροχής εργασίας δεν αποβλέπει στην πραγματοποίηση των παραπάνω σκοπών, αλλά άλλων, άσχετων με αυτούς, επιδιώξεων του εργοδότη, τότε δεν υπάρχει χρήση αλλά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος, τούτο δε διότι η καλή πίστη επιβάλλει στον φορέα του δικαιώματος να λαμβάνει υπόψη κατά την άσκησή του και κατά το μέτρο που επιβάλλουν οι περιστάσεις, τα δικαιολογημένα συμφέροντα και τις δικαιολογημένες προσδοκίες του άλλου μέρους.

Αυτό επιβάλλεται ιδίως σε σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας, καθόσον το διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη για προσδιορισμό των όρων εκπλήρωσης της παροχής από το μισθωτό αποτελεί εξουσία αυτού, η άσκηση της οποίας υπόκειται στους περιορισμούς που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, έστω και αν η εξουσία αυτού στηρίζεται στο νόμο ή στη συμφωνία των μερών.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 281, 288, 361, 652 ΑΚ και 7 του Ν. 2112/1920 προκύπτει, ότι ο εργοδότης, ο οποίος διατηρεί περισσότερα καταστήματα για τις ανάγκες της επιχείρησής του σε διάφορους τόπους, έχει το δικαίωμα, εφόσον δεν εμποδίζεται από όρο της εργασιακής σύμβασης, να μεταθέτει το μισθωτό σε κατάστημα που βρίσκεται σε άλλο τόπο από εκείνο, στον οποίο αυτός υπηρετεί, αλλά για τη μετάθεση αυτή πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και τα συμφέροντα του μισθωτού και συγκεκριμένα η μακροχρόνια παραμονή του σε ορισμένο τόπο και η συνεπεία αυτής δημιουργία ορισμένων συνθηκών διαβίωσης αυτού και της οικογένειάς του, οι ατομικές και οικογενειακές του ανάγκες και υποχρεώσεις, στις οποίες περιλαμβάνονται και εκείνες της συζύγου του και η δυνατότητα μετακίνησης νεώτερου ως προς την ηλικία και την υπηρεσία υπαλλήλου, ο οποίος πρέπει να προτιμάται για τη μετάθεση, αν εξυπηρετούνται έτσι οι λειτουργικές ανάγκες της επιχείρησης, διότι αλλοιώς πρόκειται για ενέργεια, η οποία αντίκειται προδήλως στην καλή πίστη.

Τέτοια καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη και βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης αποτελεί η εκ μέρους του ανάθεση στο μισθωτό καθηκόντων υποδεέστερης ειδικότητας ή θέσης, κατά τρόπο που συνεπάγεται δυσμενείς υλικές ή ηθικές ως προς το κύρος και την προσωπικότητα του συνέπειες.

Περαιτέρω, από την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 7 του Ν. 2112/1920, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 288, 648, 652 και 656 ΑΚ προκύπτει, ότι στην περίπτωση της σύμβασης παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, εάν ο εργοδότης προβεί σε μονομερή βλαπτική για το μισθωτό μεταβολή των όρων εργασίας ή, κατά την άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του, προβεί, κατά κατάχρηση αυτού, στον προσδιορισμό της παροχής εργασίας, ο μισθωτός έχει διαζευτικά τα δικαιώματα:

α) να αποδεχθεί τη μεταβολή, οπότε συνάπτεται νέα σύμβαση, τροποποιητική της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη, εφόσον δεν αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη του νόμου ή στα χρηστά ήθη, β) να θεωρήσει την πράξη αυτή του εργοδότη καταγγελία, εκ μέρους του, της εργασιακής σύμβασης και να απαιτήσει την καταβολή της αποζημίωσης, που προβλέπεται από το Ν. 2112/1920, και γ) να εμμείνει στη τήρηση των συμβατικών όρων, προσφέροντας τις υπηρεσίες του, σύμφωνα με τους όρους προς της μεταβολής, οπότε, εάν ο εργοδότης δεν αποδεχθεί, καθίσταται υπερήμερος περί την αποδοχή της εργασίας και οφείλει μισθούς υπερημερίας ή, εκφράζοντας την αντίθεσή του, να παράσχει τη νέα εργασία του και να προσφύγει στο δικαστήριο, ζητώντας να υποχρεωθεί ο εργοδότης του να τον απασχολεί σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους.

Επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 57, 59, 281, 288, 648, 652, 914, 932 ΑΚ 2 παρ. 2 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος προκύπτει ότι αν η ως άνω βλαπτική μεταβολή, υπό τις περιστάσεις, υπό τις οποίες επιχειρείται, είναι αντίθετη προς την καλή πίστη και ενέχει καταχρηστική ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, με αποτέλεσμα την παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του μισθωτή, μπορεί ο τελευταίος να αξιώσει από τον υπαίτιο, εκτός των άλλων, και χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από τον υποβιβασμό και την ανεπίτρεπτη επαγγελματική του μείωση (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 904/2012).

Εάν ο εργαζόμενος επιθυμεί να διατηρήσει τη θέση εργασίας, χωρίς όμως να υποκύψει στη δυσμενέστερη μεταβολή των όρων της, από τις τρεις παραπάνω εναλλακτικές δυνατότητες θα επιλέξει την Τρίτη. Η επιλογή όμως αυτή δεν τον απαλλάσσει από τους κινδύνους, που συνεπάγεται μία ενδεχόμενη πλάνη ως προς τα όρια του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη.

Αν αργότερα, επί της αγωγής του για καταβολή των οφειλόμενων μισθών, κριθεί από το δικαστήριο ότι η συγκεκριμένη μεταβολή των όρων εργασίας ήταν εντός των ορίων του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, όπως αυτά καθορίζονται από το περιεχόμενο της συμβάσεως και την ΑΚ 281, τότε η αποχή του εργαζομένου από την εργασία δεν του στερεί μόνο τις αποδοχές του, για όσο διάστημα δεν παρείχε τις υπηρεσίες του, αλλά είναι δυνατό να θεωρηθεί και ως σιωπηρή καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τη δική του πλευρά.

Για να αποφύγει ακριβώς τους εν λόγω κινδύνους ο εργαζόμενος έχει τη δυνατότητα να συνεχίζει να εργάζεται προσωρινά με τους νέους όρους εργασίας, επιφυλασσόμενος για τα δικαιώματά του από τη σύμβαση. Τέτοια επιφύλαξη συνιστά, εκτός των άλλων, και η ρηματική διαμαρτυρία του εργαζομένου. Η επιφύλαξη αυτή επιτρέπει στον εργαζόμενο να διεξαγάγει ένα δικαστικό αγώνα για το νόμιμο ή παράνομο χαρακτήρα της μεταβολής, χωρίς να θεωρείται η συνέχιση της απασχόλησης του με τους νέους όρους εργασίας ως σιωπηρή αποδοχή.

Έτσι επιτυγχάνεται ο δικαστικός έλεγχος της μονομερούς μεταβολής χωρίς τον κίνδυνο όχι μόνο απώλειας του μισθού, αλλά και τις θέσεις εργασίας (ΑΠ 1252/2014). Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 648 και 699 ΑΚ, 1 και 3 του Ν. 2112/1920 και 5 παρ. 3 του Ν. 3198/1955, η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και, συνεπώς, δεν είναι απαραίτητο να δικαιολογείται από τον καταγγέλοντα, αποτελεί δε δικαίωμα του μισθωτή και του εργοδότη.

Το δικαίωμα, πάντως, του εργοδότη να καταγγείλει αναιτιολόγητα, και όποτε θέλει την εργασιακή σύμβαση υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ. Αν, παρά την καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος του να καταγγέλλει την εργασιακή σύμβαση, ο εργοδότης αρνείται να δεχθεί την παροχή εργασίας, καθίσταται υπερήμερος έναντι του εργαζόμενου και όσο διαρκεί η υπερημερία του, ήτοι η μη αποδοχή της εργασίας υποχρεούται να καταβάλει στον εργαζόμενο τις αποδοχές του, σαν να τον απασχολούσε κοινωνικά.

Υπάρχει δε τέτοιας μορφής υπέρβαση, όταν η καταγγελία έγινε για εκδίκηση σε βάρος του μισθωτή λόγω της συμπεριφοράς του, η οποία δεν συνδέεται με την ομαλή και αποδοτική άσκηση της εργασίας του, αλλά απαρέσκει στον εργοδότη διότι εμφανίζεται αντίθετη με τα συμφέροντα του ή όταν αυτός είναι νομικό πρόσωπο, στο νόμιμο εκπρόσωπο ή στα μέλη της διοίκησης του και, γενικά, που ανάγεται στο πρόσωπο του εργοδότη και δεν συνδέεται με το καλώς νοούμενο (αντικειμενικό) συμφέρον της επιχείρησής του, όπως όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια, τα οποία δεν εξυπηρετούν το σκοπό του δικαιώματος του, αλλά ικανοποιούν τις εγωιστικές του διαθέσεις απέναντι στους εργαζόμενους, όπως συμβαίνει, όταν η απόλυση οφείλεται σε κακότητα, εμπάθεια, μίσος ή έχθρα, λόγω προηγούμενης συμπεριφοράς του εργαζομένου μη αρεστής στον εργοδότη (ΑΠ 581/2011, ΑΠ 1539/2001, ΑΠ 1318/2000).

Καταχρηστική, ως αντίθετη στα αντικειμενικά κριτήρια του άρθρου 281 ΑΚ, είναι και η καταγγελία που γίνεται από εχθρότητα προς το πρόσωπο του εργαζόμενου και για το λόγο ότι αυτός απέκρουσε την από τον εργοδότη επιχειρηθείσα μονομερή και βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας (ΑΠ 2025/2006, ΑΠ 1431/2002, ΑΠ 959/2001).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (Ολ ΑΠ 4/2005), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 1/2006).

Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, συνάγεται ότι ο προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Ως "ζήτημα" υπονοείται ισχυρισμός που έχει αυτοτελή ύπαρξη και τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε ως επιθετικό ή αμυντικό μέσο. Τότε το "ζήτημα" ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και η πληρότητα της αιτιολογίας αποτελεί αναγκαίο όρο της απόφασης ή της άρνησής της.

Εξάλλου, το αναγκαίο, κατά νόμο, περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης κατά τη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, ώστε να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Έλλειψη νόμιμης βάσης υπάρχει όταν τα αναφερόμενα στην ελάσσονα πρόταση πραγματικά γεγονότα εκτίθενται τόσο ατελώς ή ασαφώς, ώστε να μην μπορεί να διαπιστωθεί αν αυτά ανταποκρίνονται ή μη στο πραγματικό του εφαρμοζόμενου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ή, κατ' άλλη έκφραση, αν έγινε ορθή ή λαθεμένη υπαγωγή αυτών στον εφαρμοζόμενο κανόνα δικαίου (ΑΠ 849/2020).

Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 10-11-2015 αγωγή η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ισχυρίσθηκε ότι στις 7-10-1985 προσλήφθηκε από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον αθλητικό σωματείο, νομίμως εκπροσωπούμενο, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργασθεί ως υπάλληλος γραφείου - γραμματέας στα κεντρικά γραφεία του τελευταίου, έναντι μηνιαίων αποδοχών προβλεπομένων από την εκάστοτε ισχύουσα επιχειρησιακή ΣΣΕ.

Ότι δύο μήνες μετά τις διενεργηθείσες στις 6-10-2012 εκλογές λόγω λήξης της θητείας της προηγούμενης διοίκησης του εναγομένου, η νέα Διοίκηση αυτού εξέδωσε την από 18-12-2012 εγκύκλιο, με την οποία προβλεπόταν η μετάθεσή της στο προπονητικό κέντρο των εθνικών ομάδων ποδοσφαίρου, που βρίσκεται στο Άγιο Κοσμά Αττικής, προκειμένου να εργασθεί εκεί με την ίδια ειδικότητα.

Ότι η ως άνω μετακίνησή της στερούνταν κάθε υπηρεσιακής λογικής, καθώς στο ως άνω προπονητικό κέντρο δεν υπήρχε αντικείμενο εργασίας υπαλλήλου γραφείου, ενώ ο χώρος αυτός ήταν παντελώς ακατάλληλος, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή. Ότι η μετάθεσή της αυτή έγινε από λόγους εκδίκησης προς το πρόσωπό της, λόγω της συμμετοχής του συζύγου της Β.

Γ., ως υποψήφιου Προέδρου της Διοίκησης του εναγομένου, σε αντίπαλη παράταξη από την εκλεγείσα. Ότι με επιστολή που απέστειλε στις 27-12-2012 προς τον τότε Πρόεδρο του εναγομένου Γ. Σ. εξέφρασε την αντίθεσή της, στην ιδιαίτερη μειωτική για την προσωπικότητά της και την υπηρεσιακή της σταδιοδρομία, ως άνω μετάθεσή της, την οποία θεώρησε ως βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας της και επιφυλάχθηκε παντός νομίμου δικαιώματός της.

Ότι στις 24-8-2015, το εναγόμενο, νομίμως εκπροσωπούμενο, υπό την επίκληση δήθεν της αναδιοργάνωσης του τμήματος εγκαταστάσεων του Αγίου Κοσμά, κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της και την απέλυσε. Και, ότι η καταγγελία αυτή είναι άκυρη, ως καταχρηστική, διότι: α) έγινε από εχθρότητα των μελών της Διοίκησης του εναγομένου προς το πρόσωπό της, μετά την άρνησή της να αποδεχθεί τη μονομερή βλαπτική των όρων εργασίας της, β) έγινε από λόγους εκδίκησης και εμπάθειας των μελών της Διοίκησης του εναγομένου, που χρονολογείται από το μήνα Οκτώβριο του έτους 2012, εξαιτίας της συμμετοχής του συζύγου της στις αρχαιρεσίες για την ανάδειξη της τακτικής Διοίκησης του εναγομένου, γ) υπό την επίκληση οικονομοτεχνικών λόγων, το εναγόμενο δεν έλαβε υπόψη του τα νόμιμα κοινωνικοοικονομικά κριτήρια για την απόλυσή της, και δ) το εναγόμενο παρέλειψε να λάβει ηπιότερα μέτρα, ώστε να αποφευχθεί το επαχθέστερο και έσχατο μέσο της απόλυσή της, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας.

Και ότι λόγω της ως άνω καταχρηστικής καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της υπέστη παράνομη προσβολή της προσωπικότητας της, καθόσον δημιουργήθηκε η εντύπωση στον περίγυρο εργασιακό της χώρο ότι αποτελεί ανεπαρκή υπάλληλο, με αποτέλεσμα την αδυναμία εξεύρεσης άλλης, αντίστοιχου επιπέδου, εργασίας, ενώ, εξάλλου, η ως άνω δημιουργηθείσα κατάσταση είχε άκρως δυσμενείς επιπτώσεις για την ψυχική υγεία της.

Ζήτησε δε, μετά τον παραδεκτό μερικό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, α) να αναγνωρισθεί ότι είναι άκυρη, ως παράνομη, η βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της που επήλθε από την ως άνω μετακίνησή της, β) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της, με τους ίδιους όρους, όπως και κατά τον πριν από τη μετακίνησή της χρόνο με απειλή των νόμιμων ποινών, γ) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 25-8-2015 έως 31-12-2015 το ποσό των 19.776,15 ΕΥΡΩ, με το νόμιμο τόκο κατά τις αναφερόμενες διακρίσεις και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου να τις καταβάλει για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 1-1-2016 έως 31-12-2016, το ποσό των 59.412,92 ΕΥΡΩ, με το νόμιμο τόκο κατά τις αναφερόμενες διακρίσεις και δ) να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγομένου να της καταβάλει το ποσό των 20.000 ΕΥΡΩ, με το νόμιμο τόπο από την επίδοση της αγωγής, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την 871/2018 οριστική απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως προς το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης ως μη νόμιμη, και κατά τα λοιπά απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά της παραπάνω αποφάσεως η ενάγουσα άσκησε την από 20-6-2018 έφεση και επ' αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία εξαφανίσθηκε η ως άνω πρωτόδικη απόφαση και ακολούθως έγινε δεκτή εν μέρει η αγωγή.

Από τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 330, 299, 932, 914, 281, 648, 672 ΑΚ, 5 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος προκύπτει, ότι αν η καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη συντελέστηκε υπό συνθήκες παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητας του εργαζομένου (μείωση της υπόληψης αυτού ως εργαζομένου, καθώς και της επαγγελματικής του δραστηριότητας, ενόψει του είδους της εργασίας και του ιδιαίτερου έντονου συμφέροντος αυτού για πραγματική απασχόληση) ή που συνιστούν αδικοπραξία (καταχρηστική καταγγελία), ο εργοδότης μπορεί να υποχρεωθεί να καταβάλει στον εργαζόμενό του και χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη, το ποσό της οποίας καθορίζεται από το δικαστήριο κατ' εύλογη κρίση (ΑΠ 90/2018, ΑΠ 254/2012, ΑΠ 1289/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση, το αίτημα της ενάγουσας, για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, κατά το μέρος που ζητείται λόγω της καταχρηστικής καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της, όπως το περιεχόμενο της αγωγής, κατά το κεφάλαιο αυτό, αναγράφεται παραπάνω, είναι νόμιμο. Το αίτημα αυτό της αγωγής απορρίφθηκε ως αόριστο από το Εφετείο, παρότι ήταν νόμιμο.

Επομένως, εφόσον ο Άρειος Πάγος διαπιστώνει ότι η αγωγή κατά το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης είναι νόμιμη, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενο απόφαση η αιτίαση ότι εσφαλμένα απέρριψε την αγωγή ως προς το κεφάλαιο αυτό ως αόριστη, ενώ έπρεπε να την απορρίψει ως μη νόμιμη, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα την 7-10-1985 προσλήφθηκε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου πλήρους απασχόλησης από το εναγόμενο Τριτοβάθμιο Αθλητικό Σωματείο με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΙΚΗ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ (ΕΠΟ)", που εδρεύει στην Αθήνα (Πλατεία Γουδή) αντί τακτικών μηνιαίων αποδοχών των προβλεπόμενων από τις εκάστοτε ισχύουσες επιχειρησιακές συμβάσεις εργασίας, με την ειδικότητα της υπαλλήλου γραφείου γραμματέα και τόπο εργασίας της τα κεντρικά γραφεία του εναγομένου σωματείου.

Αυτή, εξάλλου, σε εκτέλεση της ως άνω σύμβασης εργασίας της, απασχολήθηκε με την προαναφερόμενη ειδικότητά της στο εναγόμενο σωματείο, έως και την 15.12.2005, οπότε προήχθη στη θέση της Προϊσταμένης των Γραφείων του Προέδρου και του Γενικού Γραμματέα του εναγόμενου σωματείου. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι την 18.12.2012 η διοίκηση του εναγόμενου σωματείου εξέδωσε τη με αριθμό πρωτοκόλλου 41279/2012 εγκύκλιο, η οποία προέβλεπε τη μετάθεση της ενάγουσας στο προπονητικό κέντρο των εθνικών ομάδων ποδοσφαίρου, που βρίσκεται στον Άγιο Κοσμά Αττικής.

Η ενάγουσα απέστειλε άμεσα την 27.12.2012 την με την ίδια ημερομηνία επιστολή της στον τότε Πρόεδρο του εναγόμενου σωματείου, εκφράζοντας την αντίθεσή της στην ιδιαίτερα μειωτική για την προσωπικότητά της και την υπηρεσιακή της σταδιοδρομία, ως άνω μετάθεσή της, την οποία θεώρησε ως μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της ατομικής σύμβασης εργασίας της και επιφυλάχθηκε παντός νομίμου δικαιώματός της.

Πράγματι, η μετάθεση αυτή της ενάγουσας συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας της, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στην οικεία μείζονα σκέψη της παρούσας. Στην κρίση αυτή το Δικαστήριο καταλήγει από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα απόδειξης και συζύγου της ενάγουσας Β.

Γ., που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Ο τελευταίος κατέθεσε ότι στο προπονητικό κέντρο που βρίσκεται στον Άγιο Κοσμά Αττικής, όπου μετατέθηκε η ενάγουσα από τα κεντρικά γραφεία, ο χώρος δεν είναι κατάλληλος για την παροχή εργασίας του διοικητικού προσωπικού.

Συγκεκριμένα κατέθεσε ότι πρόκειται για ένα δωμάτιο, το οποίο μάλιστα είναι ακριβώς δίπλα από αποδυτήρια ποδοσφαιριστών. Περαιτέρω δε, κατάθεσε ότι η ενάγουσα δεν είχε αντικείμενο εργασίας, καθόσον δεν ασχολείτο ούτε με τη διεκπεραίωση ούτε με την αλληλογραφία ούτε και με την πρωτοκόλληση εγγράφων.

Η κατάθεση του εν λόγω μάρτυρα κρίνεται σαφής και πειστική, καθόσον όσα πραγματικά περιστατικά κατέθεσε στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο προέρχονται από ιδίαν αντίληψη. Η κρίση αυτή, άλλωστε, ενισχύεται και από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης Ε. Μ., που περιέχεται στην ως άνω ένορκη βεβαίωση. Ειδικότερα, ο τελευταίος κατέθεσε ότι το προπονητικό κέντρο, από τη δημιουργία του είχε προγραμματιστεί να γίνει μόνο χώρος προπονήσεων των εθνικών ομάδων ποδοσφαίρου και ότι οι κτιριακές εγκαταστάσεις σχεδιάστηκαν για να αποτελέσουν αποδυτήρια των ποδοσφαιριστών και εξ αυτού του λόγου δεν έχει τις κατάλληλες υποδομές για να εγκατασταθεί και εργαστεί υπάλληλος του διοικητικού προσωπικού του εναγόμενου σωματείου, όπως η ενάγουσα.

Η ως άνω κατάθεση κρίνεται επίσης σαφής και πειστική, καθόσον ο εν λόγω μάρτυρας, κατά το κρίσιμο διάστημα, ετύγχανε Πρόεδρος της Ένωσης Ποδοσφαιρικών Σωματείων Κεφαλληνίας και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του εναγόμενου από τον Οκτώβριο του έτους 2012 μέχρι και τον μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2015. Κατόπιν τούτων η μετάθεση της ενάγουσας συνιστά περίπτωση ανεπίτρεπτης μονομερούς επέμβασης του εναγόμενου εργοδότη στο περιεχόμενο της σύμβασης εργασίας, η οποία δεν μπορούσε να επιβληθεί μονομερώς, εκ μέρους του εργοδότη της, χωρίς τη συναίνεσή της και της έγγραφης κατάρτισης αυτής.

Η ενάγουσα, όπως προαναφέρθηκε, απέκρουσε ρητά τη μεταβολή των όρων της αορίστου συμβάσεως εργασίας της, που επήλθε με τη μετάθεσή της, καθόσον την 27.12.2012 απέστειλε επιστολή διαμαρτυρίας στον Πρόεδρο του ΔΣ του εναγόμενου, αντιτασσόμενη ευθέως στη μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασίας της.

Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι την 7.8.2015 συνεδρίασε η εκτελεστική επιτροπή του εναγόμενου σωματείου, κατόπιν εισήγησης του Προέδρου της, όπου και αποφασίστηκε η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας, απόφαση, η οποία υλοποιήθηκε την 24.8.2015, οπότε και καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας της, με την προσφορά στην τελευταία της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης συνολικού ποσού 81.412,92 ευρώ.

Ενόψει τούτων η ενάγουσα δικαιούται να αξιώσει την τήρηση των προϋφιστάμενων όρων της σύμβασης εργασίας της, καθόσον καθίσταται καταχρηστική η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, δεδομένου ότι ασκήθηκε κατά προφανή υπέρβαση των ορίων της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών καθώς και του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος (άρθρο 281 ΑΚ).

Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το εναγόμενο σωματείο έχει καταστεί υπερήμερο και συνεπώς οφείλει στην ενάγουσα μισθούς υπερημερίας.

Στην προκειμένη περίπτωση οι τακτικές μηνιαίες αποδοχές της ενάγουσας, κατά τον τελευταίο προ της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της χρόνο, στο εναγόμενο σωματείο, υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης, ανέρχονταν στο ποσό των 4.243,78 ευρώ, όπως συνομολογείται από το τελευταίο. Επομένως, δικαιούται: α) το ποσό των 679,0048 ευρώ για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 25.8.2015 έως 31.8.2015, β) το συνολικό ποσό των 16.975,12 ευρώ για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 1.9.2015 έως 31.12.2015 (ήτοι 4.243,78 μηνιαίος μισθός Χ 4 μήνες) και γ) το ποσό των 2.121,89 ευρώ για αναλογία επιδόματος εορτών Χριστουγέννων έτους 2015, ήτοι σύνολο 19.776,0148 ευρώ. Περαιτέρω, η ενάγουσα δικαιούται: α) το συνολικό ποσό των 50.925,36 ευρώ για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 1.1.2016 έως 31.12.2016 (ήτοι 4.273,78 μηνιαίος μισθός Χ 12 μήνες), β) το ποσό των 2.121,89 ευρώ για επίδομα εορτών Πάσχα έτους 2016, γ) το ποσό των 2.121,89 ευρώ για επίδομα αδείας έτους 2016 και δ) το ποσό των 4.243,78 ευρώ για επίδομα εορτών Χριστουγέννων έτους 2016 και συνολικά το ποσό των 59.412,92 ευρώ, όπως το ύψος εκάστου κονδυλίου συνομολογείται από το εναγόμενο.

Κατ' ακολουθία των παραδοχών αυτών, το Εφετείο, αφού δέχθηκε την έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία η αγωγή της είχε απορριφθεί από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ως ουσιαστικά αβάσιμη, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και αναγνώρισε ότι είναι άκυρη η μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της ενάγουσας, που επήλθε στις 18-12-2012, δυνάμει της 41275/2012 εγκυκλίου του εναγομένου, με την οποία η ενάγουσα μετακινήθηκε από τα κεντρικά γραφεία του εναγομένου στο προπονητικό κέντρο των εθνικών ομάδων ποδοσφαίρου, που βρίσκεται στον Άγιο Κοσμά Αττικής, υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 19.776,15 ΕΥΡΩ για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 25-8-2015 έως 31-8-2015 και αναγνώρισε την υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει στην τελευταία το συνολικό ποσό των 59.412,92 ΕΥΡΩ για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 1-1-2016 έως 31-12-2016.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της βλαπτικής μεταβολής των όρων της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας και της καταχρηστικής καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της τελευταίας, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο.

Ειδικότερα: α) ενώ δέχεται ότι η επίμαχη η μετακίνηση (μετάθεση) της ενάγουσας συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας της, δεν αναφέρει εάν η μετακίνηση αυτή της ενάγουσας από τα κεντρικά γραφεία του εναγομένου στο προπονητικό κέντρο των Εθνικών Ομάδων Ποδοσφαίρου στον Άγιο Κοσμά Αττικής είχε ως συνέπεια τη μείωση των αποδοχών της ή την αλλαγή του ωραρίου εργασίας της ή κάποια οικονομική επιβάρυνση της ενάγουσας ή την ανάθεση σ' αυτήν υποδεέστερων καθηκόντων, ώστε να ελεγχθεί αναιρετικά, εάν η μετακίνησή της αυτή συνιστά βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της, και β) ενώ δέχεται ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας είναι άκυρη ως καταχρηστική, και ότι ως εκ τούτου το εναγόμενο έχει καταστεί υπερήμερο και, συνεπώς, οφείλει στην ενάγουσα μισθούς υπερημερίας, δεν αναφέρει εάν η καταγγελία συνδέεται αιτιωδώς με την απόκρουση από την ενάγουσα της επιχειρηθείσας εκ μέρους του εναγομένου βλαπτικής μεταβολής των όρων της σύμβασης εργασίας της, εξαιτίας της οποίας (απόκρουσης) αυτή περιέπεσε σε δυσμένεια και ότι η καταγγελία έγινε από εχθρότητα και από λόγους εκδικητικούς των μελών της Διοίκησης του εναγομένου προς το πρόσωπό της, ενόψει και του γεγονότος ότι, όπως δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας έγινε στις 24-8-2015, ήτοι μετά την πάροδο περίπου τριετίας από τη γενόμενη μετακίνησή της.

Επομένως, οι πρώτος και τρίτος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ είναι βάσιμοι. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει, κατά παραδοχή των ως άνω λόγων αναίρεσης που αναφέρονται στην έλλειψη νόμιμης βάσης της αναιρεσιβαλόμενης απόφασης λόγω ασαφών και ανεπαρκών αιτιολογιών (άρθρ. 559 αρ. 19 ΚΠολΔ), παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων αυτής, αφού οι λόγοι αυτοί καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια των ως άνω λόγων, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλον Εφέτη Δικαστή (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος από το αναιρεσείον παραβόλου στο ίδιο, και να καταδικαστεί, η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του νόμιμου αιτήματος του τελευταίου (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 6540/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον Δικαστή.

Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στο αναιρεσείον.

Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσιες (2.700) ΕΥΡΩ..

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Ιουλίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Σεπτεμβρίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ