Legislator Case Law & Legislation
1122/2019 AI generated

1122/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1122/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1122/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκείμενη περίπτωση, ως ημέρα συζήτησης ενώπιον του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου της κρινόμενης ως άνω από 4-1-2018 αίτησης ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμος (25-2-2019), η δε αιτούσα άσκησε προσθέτους λόγους με το από 21-1-2019 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου την 21-1-2019, δηλαδή τριάντα ημέρες πριν την ορισθείσα ως άνω αρχική δικάσιμο.

Keywords

AI generated
pricing policy publishing contract bank charges banking policy banking supervision cancellation of securities
AI generated
1249/2024
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαΐου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1768/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
788/2019
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
439/2013
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Κοινοποίηση: Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΑΘΗΝΩΝ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
1179/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6 Ιουνίου 2001 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2074/2003 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 7614/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8 Φεβρουαρίου 2006 αίτησή της.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1122 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1122/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο - Εισηγητή και Κυριάκο Οικονόμου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Βρέλλο. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Βασιλείου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-11-2012 αγωγή και την από 27-6-2014 παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 152/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 464/2017 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4-1-2018 αίτησή της και τους από 21-1-2019 πρόσθετους αυτής λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των πρόσθετων αυτής λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 569 παρ. 2 εδ.α' ΚΠολΔ, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, και αντίγραφο του οποίου επιδίδεται μέσα την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και στους άλλους διαδίκους.

Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, κεφάλαιο είναι κάθε οριστική διάταξη της τελεσίδικης απόφασης που κρίνει για το παραδεκτό ή το βάσιμο κάθε αυτοτελούς αίτησης παροχής έννομης προστασίας, η οποία εισάγει αντίστοιχα ένα ιδιαίτερο αντικείμενο δίκης, διαφοροποιούμενο από τα λοιπά είτε ως προς το αίτημα είτε ως προς την ιστορική βάση είτε ως προς αμφότερους τους παράγοντες που το οριοθετούν (ΑΠ 132/2004).

Αντιθέτως, πρόκειται για το αυτό αντικείμενο δίκης και επομένως και για το αυτό κεφάλαιο της απόφασης, όταν υπάρχει ταύτιση τόσο ως προς το αίτημα όσο και ως προς την ιστορική βάση. Αναγκαίως συνεχόμενα με τα κεφάλαια της απόφασης που αναιρεσιβλήθηκαν είναι όσα από τα λοιπά κεφάλαιά της παρουσιάζουν προς τα πρώτα στενή συνάφεια είτε διότι βρίσκονται σε σχέση προδικαστικότητας προς αυτά, δηλαδή αφορούν προκριματικά για την παραδοχή τους ζητήματα, είτε διότι έχουν, ως αντικείμενο, δικαιώματα που απορρέουν από την αυτή ιστορική αιτία ή από το αυτό βιοτικό γεγονός, οπότε και δημιουργείται κίνδυνος ασυμβίβαστων αποφάσεων, αν η κρίση περιορισθεί μόνο στα αναιρεσιβληθέντα κεφάλαια και συμβεί αυτή να είναι αντίθετη προς την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τα λοιπά απρόσβλητα κεφάλαια της απόφασής του (ΑΠ 1340/2017, ΑΠ 684/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση, ως ημέρα συζήτησης ενώπιον του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου της κρινόμενης ως άνω από 4-1-2018 αίτησης ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμος (25-2-2019), η δε αιτούσα άσκησε προσθέτους λόγους με το από 21-1-2019 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου την 21-1-2019, δηλαδή τριάντα ημέρες πριν την ορισθείσα ως άνω αρχική δικάσιμο.

Από την υπ' αριθμ. ….54β/22-1-2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Μ. Γ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι αντίγραφο του δικογράφου των άνω προσθέτων λόγων επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη στις 22-1-2019, ήτοι τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από την ορισθείσα ως άνω δικάσιμο.

Επομένως, οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι παραδεκτοί και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 22 του νόμου 5960/1933 "περί επιταγής", η οποία είναι ταυτόσημη με εκείνη του άρθρου 17 του νόμου 5325/1932 "περί συναλλαγματικής και γραμματίου εις διαταγήν", τα πρόσωπα, που ενάγονται από την επιταγή, μπορούν να αντιτάξουν κατά του κομιστή τις ενστάσεις, οι οποίες στηρίζονται στις προσωπικές σχέσεις μεταξύ αυτών και του εκδότη ή των προηγούμενων κομιστών της επιταγής, μόνο εάν ο κομιστής κατά το χρόνο κτήσης της επιταγής ενήργησε εν γνώσει προς βλάβη του οφειλέτη.

Η με τη διάταξη αυτή, από την οποία, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 1 του νόμου 5960/1933, απορρέει ο αναιτιώδης χαρακτήρας της ενοχής από την επιταγή, καθιερούμενη αρχή του απροβλήτου των ουσιαστικών ενστάσεων, κατά την οποία τα πρόσωπα, που ευθύνονται από την επιταγή δεν μπορούν να προτείνουν κατά του νόμιμου κομιστή αυτής ενστάσεις, που στηρίζονται στις προσωπικές τους σχέσεις με τον εκδότη ή με τους προηγούμενους κομιστές, κάμπτεται μόνον εφόσον εκείνος, προς τον οποίο μεταβιβάστηκε με οπισθογράφηση η επιταγή, τελούσε κατά την κτήση της σε γνώση της ύπαρξης των ενστάσεων αυτών και με την αποδοχή της μεταβίβασης σε αυτόν της επιταγής ενεργούσε με πρόθεση βλάβης του οφειλέτη.

Τέτοια ενέργεια λαμβάνει χώρα, όταν αυτός γνωρίζει κατά την απόκτηση του τίτλου, ότι με τη μεταβίβαση προς αυτόν είναι δυνατόν να ματαιωθεί η προβολή των προαναφερόμενων ενστάσεων και ότι με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνεται η πληρωμή, η οποία χωρίς τη μεταβίβαση αυτή δεν θα πραγματοποιούνταν. Η γνώση του κομιστή είναι απαραίτητο να υφίσταται κατά το χρόνο της οπισθογράφησης σε αυτόν της επιταγής και δεν ασκεί επίδραση η μεταγενέστερη γνώση.

Σε περίπτωση, που ο ενεχόμενος από την επιταγή ασκήσει είτε ανακοπή κατά της εκδοθείσας σε βάρος του διαταγής πληρωμής είτε αγωγή περί ανυπαρξίας της οφειλής του, πρέπει να εκθέτει στο σχετικό δικόγραφο, ακολούθως δε πρέπει και να αποδεικνύει, τα περιστατικά αυτά, γιατί η καλή πίστη του κομιστή τεκμαίρεται.

Συνακόλουθα, ο οφειλέτης από την επιταγή, εκτός από τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση της σχετικής ένστασής του, πρέπει στην ανακοπή ή την αγωγή του να περιλαμβάνει και τον ισχυρισμό, ότι ο κομιστής της επιταγής, κατά το χρόνο της κτήσης αυτής, γνώριζε την ένσταση και επιπλέον αυτός είχε συνείδηση, ότι με την απόκτηση του τίτλου ήταν ενδεχόμενο να υποστεί βλάβη ο οφειλέτης με τη πληρωμή της επιταγής.

Συνήθης στην πράξη είναι η έκδοση καταπιστευτικών αξιογράφων, συναλλαγματικής ή επιταγής, που εκδίδονται χάριν εγγύησης. Με τον όρο αυτό νοούνται οι περιπτώσεις εκείνες, στις οποίες προσπορίζεται μεν η νομική θέση δικαιούχου του τίτλου, συγχρόνως όμως συμφωνείται - ως ένα είδος pactum fiduciale - ότι ο δικαιούχος αυτού κατά ορισμένο μόνο τρόπο και υπό ορισμένες προϋποθέσεις θα είναι δυνατό να ενασκήσει το δικαίωμά του από τον τίτλο της επιταγής.

Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις παρέχεται στον οφειλέτη ένσταση αναβλητική ή ανατρεπτική, κατά τις περιστάσεις, βασιζόμενη στην αιτιώδη (υποκείμενη) σχέση, την οποία αυτός ως ενιστάμενος οφείλει να αποκαλύψει και να αποδείξει. Η ένσταση είναι προσωπική και υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 22 του νόμου 5960/1933.

Στην κατηγορία των ενστάσεων αυτών υπάγονται, εκτός άλλων, και οι περιπτώσεις κατά τις οποίες συμφωνείται μεταξύ των ενδιαφερομένων, ότι ο αντισυμβαλλόμενος θα δικαιούται να εισπράξει τον τίτλο υπό την προϋπόθεση, ότι εκπληρώθηκαν ορισμένοι όροι από την αιτιώδη σχέση ή θα έχει πληρωθεί κάποια άλλη αίρεση ή ακόμη, όταν η επιταγή επέχει θέση εγγυοδοσίας και εκδίδεται για ασφάλεια μελλοντικής απαίτησης του κομιστή, ο οποίος δεσμεύεται να μην προβεί σε πρόωρη χρήση αυτής (ΑΠ 1758/2017, ΑΠ 353/2015).

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 904 εδ. 1 ΑΚ, "όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου, έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητως ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε η αιτία παράνομη ή ανήθικη".

Περίπτωση παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε συνιστά και εκείνη, κατά την οποία προκαταβάλλεται από τον αγοραστή το τίμημα για την πώληση στο μέλλον πραγμάτων εκ μέρους του λήπτη (πωλητή) και ο τελευταίος, παρότι έλαβε την προκαταβολή του μελλοντικού τιμήματος, δεν προβαίνει στην πώληση και μεταβίβαση των πραγμάτων.

Επειδή η προκαταβολή δόθηκε υπό τη (νομική) αίρεση της δημιουργίας στο μέλλον ενοχής, η προκαταβολή σε περίπτωση μη πλήρωσης της αίρεσης αναζητείται κατά τις διατάξεις των άρθρων 904 επ. ΑΚ και, αν γι' αυτήν εκδόθηκε επιταγή, ο εκδότης αυτής (αγοραστής) μπορεί κατά τα προαναφερόμενα να αποκαλύψει την αιτιώδη σχέση (υποκείμενη αιτία), η οποία τον συνδέει με το λήπτη που ενασκεί την απαίτηση από την επιταγή, αντιτάσσοντας εναντίον, του την ένσταση ότι δεν υπάρχει πλέον αιτία για την έκδοση της, διότι δεν ακολούθησε η πώληση που ήταν η αιτία εκδόσεως της επιταγής (ΑΠ 735/2011).

Αλλά και πριν την οριστική ματαίωση της μελλοντικής πώλησης, εφόσον η πληρωμή της επιταγής είχε εξαρτηθεί από την αίρεση της πώλησης και παράδοσης του πωληθέντος πράγματος στον αγοραστή (εκδότη), ο τελευταίος, μέχρι να παραδοθεί το πράγμα, έχει κατά του λήπτη της επιταγής (πωλητή), σχετική αναβλητική ένσταση, αφού ο πωλητής δεν έχει αποκτήσει αξίωση από τη συγκεκριμένη σχέση και η εκδοθείσα επιταγή εξακολουθεί να αφορά μελλοντική και όχι γεγενημένη απαίτηση αυτού (πρβλ ΑΠ 660/2017).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1251 του ΑΚ, που προβλέπει την ενεχύραση τίτλου σε διαταγή, και 38 του ν.δ. 17.7/13.8.1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών", το οποίο εξακολουθεί να ισχύει κατά το άρθρο 41 παρ. 1 του ΕισΝΑΚ, προκύπτει, ότι μεταξύ των τίτλων σε διαταγή, που ενεχυριάζονται με οπισθογράφηση, χωρίς άλλη διατύπωση, κατά την παραπάνω διάταξη του άρθρου 1251 ΑΚ, είναι και η επιταγή.

Η μη αναζήτηση τιμολογίων από την πλευρά της Τράπεζας ή οποιουδήποτε άλλου κομιστή της επιταγής κατά την ενεχυρίαση των τίτλων δεν οδηγεί άνευ ετέρου στην επιβεβαίωση και κατάφαση γνώσης, όπως αυτή απαιτείται από τη διάταξη του άρθρου 22 του νόμου 5960/1933, για την ύπαρξη οποιασδήποτε προσωπικής ένστασης, την οποία είναι δυνατό να διατηρεί βάσιμα ο εκδότης της επιταγής σε βάρος του λήπτη αυτής.

Η γνώση θα πρέπει να επιβεβαιώνεται θετικά και να προκύπτει από συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά και να μη συνάγεται απλώς συμπερασματικά, αφού η καλή πίστη του κομιστή της επιταγής τεκμαίρεται και κατά συνέπεια δεν είναι αρκετή η επισήμανση της παράλειψης της Τράπεζας να προβεί στην αναζήτηση τιμολογίων ή άλλων εγγράφων, που να πιστοποιούν την υποκείμενη αιτία, για την κατάφαση γνώσης της για οποιαδήποτε προσωπική ένσταση (καταπιστευτική επιταγή, επιταγή "ευκολίας", εικονικότητα, τοκογλυφία κ.λπ.), αφού η παράλειψη αυτή είναι δυνατό να οφείλεται όχι μόνο σε δόλο, αλλά και σε αμέλεια ακόμη, η οποία υπό την εκδοχή αυτή αναβαθμίζεται ανεπίτρεπτα σε μέγεθος ισοδύναμο προς εκείνο του δόλου.

Πέραν αυτού, η αξίωση απέναντι στην Τράπεζα ή οποιοδήποτε άλλον κομιστή της επιταγής για την προσκόμιση σ' αυτούς τιμολογίων, που να πιστοποιούν προηγούμενες συναλλακτικές σχέσεις των ενεχόμενων από την επιταγή προσώπων μεταξύ τους (εκδότη και λήπτη, λήπτη και πρώτου οπισθογράφου, πρώτου και δεύτερου οπισθογράφου, δεύτερου και τρίτου οπισθογράφου κ.ο.κ., μέχρι τον τελευταίο κομιστή), στο πλαίσιο των οποίων έχει λάβει χώρα η έκδοση ή καθεμία από τις οπισθογραφήσεις της επιταγής, δεν επιβάλλεται από καμία διάταξη νόμου, ούτε και συνιστά στοιχείο της επιμέλειας, που απαιτείται στις συναλλαγές κατά τον κανόνα του άρθρου 330 εδ.

β του ΑΚ (ΑΠ 353/2015). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006).

Περαιτέρω, τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 708/2017, ΑΠ 667/2016, ΑΠ 1266/2011).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η ενάγουσα (αναιρεσείουσα) είναι ομόρρυθμη εταιρία με κύριο αντικείμενο τη πώληση βιβλίων και διατηρεί στη …, ... βιβλιοπωλείο... Μεταξύ των προμηθευτών της ήταν και η πρώτη εναγόμενη, ανώνυμη εταιρία (μη διάδικος στην παρούσα αναιρετική δίκη), η οποία μέχρι τις αρχές του έτους 2011 αποτελούσε οικογενειακή επιχείρηση και κατείχε στην ημεδαπή δεσπόζουσα θέση στη προμήθεια και διανομή ξενόγλωσσων κυρίως βιβλίων.

Κατά την τηρούμενη εκ μέρους της τελευταίας πρακτική έναντι όλων των πελατών της, η ενάγουσα της προκατέβαλε κάθε έτος την αξία όλων των βιβλίων, που επρόκειτο να παραγγείλει την επόμενη περίοδο, με την έκδοση μεταχρονολογημένων επιταγών της σε διαταγή αυτής (πρώτης εναγομένης), ενώ η τελική εκκαθάριση των μεταξύ τους δοσοληψιών γινόταν κατά το μήνα Σεπτέμβριο του επόμενου έτους.

Έτσι, για τις παραγγελίες του έτους 2012 η ενάγουσα εξέδωσε και παρέδωσε στην πρώτη εναγόμενη στις 21-11-2011, και συγκεκριμένα στον εμφανιζόμενο ως νόμιμο εκπρόσωπό της Α. Ε., έξι μεταχρονολογημένες επιταγές, συνολικού ποσού 110.000 ευρώ πληρωτέες στην τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "... ΑΕ" και συγκεκριμένα.....

Ακολούθως, η ενάγουσα απέστειλε στη πρώτη εναγόμενη μέσω τηλεομοιοτυπικού μηχανήματος (φαξ) τις έγγραφες προτάσεις της για κατάρτιση σύμβασης πώλησης ξενόγλωσσων βιβλίων, ισόποσης συνολικής αξίας, τις οποίες η τελευταία αποδέχθηκε άτυπα, με αποτέλεσμα να καταρτιστούν μεταξύ τους οι σχετικές συμβάσεις πώλησης....

Ωστόσο, η πωλήτρια πρώτη εναγόμενη, σε αντίθεση με τα προηγούμενα έτη δεν εκτέλεσε με συνέπεια τις συμβατικές της υποχρεώσεις, αλλά άλλοτε έστελνε λιγότερα βιβλία, και άλλοτε διαφορετικά από τα παραγγελθέντα, τα οποία δεν είχαν κάποια εμπορική αξία, επειδή δεν διδάσκονταν πλέον στα φροντιστήρια, από το τέλος δε του Μαρτίου 2012 αυτή σταμάτησε κάθε αποστολή, ενώ εξαφανίστηκαν και όλοι όσοι σχετίζονταν με τη λειτουργία της, δηλαδή τα μέλη της διοίκησής της, μέτοχοι και υπάλληλοι.

Κατόπιν τούτου, και επειδή κάθε προσπάθεια της ενάγουσας να επικοινωνήσει με την πρώτη εναγόμενη απέβη άκαρπη, αυτή προέβη με την από 21-5-2012 εξώδικη δήλωσή της, που επιδόθηκε στην τελευταία στις 29-5-2012... σε υπαναχώρηση από τις μεταξύ τους ως άνω συμβάσεις πώλησης και δήλωσε ότι ανακαλεί όλες τις ανωτέρω επιταγές εκδόσεώς της, πλην της πρώτης με αριθμό..., ποσού 20.000 ευρώ, η οποία κάλυπτε το ποσό των 19.627,23 ευρώ, που αντιστοιχούσε στο τίμημα των βιβλίων που τελικώς της είχε παραδώσει μέχρι τότε.

Την ίδια δε ως άνω δήλωσή της επέδωσε και στη δεύτερη εναγόμενη (αναιρεσίβλητη).... Ακολούθως, με την με αριθμό ….26/5-11-2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πάτρας, που εκδόθηκε μετά από σχετική αίτησή της, οι επιταγές αυτές τέθηκαν υπό δικαστική μεσεγγύηση και απαγορεύτηκε στην πληρώτρια τράπεζα να προβεί στη σφράγισή τους κατά τις ημερομηνίες εμφάνισης τους προς πληρωμή.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι αυτές στις 30-11-2011 μεταβιβάστηκαν από τη πρώτη εναγόμενη με οπισθογράφηση λόγω ενεχύρου στη δεύτερη εναγόμενη (αναιρεσίβλητη), για τη χρηματοδότησή της στα πλαίσια σύμβασης ανοικτού (αλληλόχρεου λογαριασμού), που είχε καταρτισθεί μεταξύ τους. Η ενάγουσα (αναιρεσείουσα) διατείνεται ότι η δεύτερη εναγόμενη κατά τον χρόνο μεταβίβασης σε αυτήν των ανωτέρω επιταγών, γνώριζε, διά των νομίμων οργάνων της, ότι αυτές είχαν εκδοθεί από την ίδια ως προκαταβολή για αβέβαιη και μελλοντική αγορά ξενόγλωσσων βιβλίων..., και παρόλα αυτά τις παρέλαβε, ενήργησε δε προς βλάβη της προκειμένου να της στερήσει τη δυνατότητα να προβάλει -τυχόν- ενστάσεις απορρέουσες από την μεταξύ της ιδίας και της πρώτης εναγόμενης υποκείμενη σχέση σε περίπτωση μη ομαλής εξέλιξης της...

Οι ανωτέρω αγωγικοί ισχυρισμοί όμως δεν ευσταθούν. Ειδικότερα, δεν αποδείχθηκε ότι η δεύτερη εναγόμενη γνώριζε ότι οι επίδικες επιταγές εκδόθηκαν ως προκαταβολή μελλοντικών συμβάσεων πώλησης, ουδεμία δε υπαιτιότητα την βαρύνει εκ μόνου του γεγονότος ότι δέχθηκε να λάβει αυτές ως αξία εις ενέχυρο, δίχως να ελέγξει προηγουμένως την ύπαρξη σχετικών τιμολογίων ή παραστατικών αποδεικτικών της αιτίας εκδόσεως τους, καθόσον την εμπορική συνεργασία των μερών υποδήλωνε με σαφήνεια η συνάφεια του αντικείμενου της οικονομικής τους δραστηριότητας, η οποιαδήποτε δε τραπεζική πρακτική (π.χ.

εγκύκλιοι για αναζήτηση τιμολογίων προς πιστοποίηση δοσοληψιών μεταξύ εκδότη και λήπτη ή έλεγχος της φερεγγυότητας του εκδότη) έχει σχέση με την εσωτερική μόνο λειτουργία των διαφόρων καταστημάτων της τράπεζας και δεν έχει ισχύ νόμου, με αποτέλεσμα να μην γεννώνται δικαιώματα και υποχρεώσεις από αυτήν..., Περαιτέρω δε, και σε κάθε περίπτωση,....

κατά τον ανωτέρω χρόνο κτήσης των επιταγών η ενάγουσα δεν είχε προβεί στη δήλωση υπαναχώρησης από τις συμβάσεις πώλησης, το τίμημα των οποίων πλέον (ως αιτία που επακολούθησε) αυτές (επιταγές) κάλυπταν, και ως εκ τούτου δεν είχε γεννηθεί ακόμη η προβαλλόμενη με την ως άνω κύρια αγωγή ένσταση αυτής περί αχρεωστήτου (των επίδικων επιταγών), ώστε να μην δύναται να γίνει δεκτό ότι η δεύτερη εναγόμενη ενήργησε προς ματαίωση προβολής αυτής και προκειμένου να καταστήσει εφικτή την πληρωμή των τίτλων.

Εξάλλου,... μέχρι τότε η πρώτη εναγομένη δεν είχε φανεί ασυνεπής στις υποχρεώσεις της έναντι των πελατών της, ενώ και η μεταξύ των εναγομένων σύμβαση πίστωσης εξυπηρετείτο κανονικά, ώστε να μην εγείρονται αμφιβολίες για την φερεγγυότητα αυτής, για πρώτη δε φορά καταχωρήθηκαν δυσμενείς σε βάρος της εγγραφές στο πληροφοριακό σύστημα "Τειρεσίας" τον Ιούνιο του έτους 2012, δηλαδή σε χρόνο πολύ μεταγενέστερο από τον κρίσιμο χρόνο κτήσης των επίδικων επιταγών από τη δεύτερη εναγόμενη, στις 30-11-2011.

Επιπλέον, όπως προκύπτει από τον ισολογισμό της πρώτης εναγόμενης του έτους 2010 η χρήση της, αν και πτωτική σε σχέση με τα προηγούμενα έτη, συνέχιζε να είναι οριακά κερδοφόρα. Εξάλλου, και ο ίδιος ο μάρτυς της ενάγουσας κατέθεσε εξεταζόμενος πρωτοδίκως ότι η πρώτη εναγόμενη μέχρι τότε ήταν αξιόπιστη. Τέλος, η γνώση της δεύτερης εναγόμενης περί της εισόδου στο διοικητικό συμβούλιο της πρώτης αλλοδαπών υπηκόων με το διορισμό υποκατάστατων προσώπων δυνάμει των δημοσιευθέντων πρακτικών της ΓΣ και του ΔΣ αυτής δεν συνεπάγεται αναγκαίως και γνώση αυτής περί επικείμενης οικονομικής καταστροφής της.

Για τους λόγους αυτούς άλλωστε δεν δύναται να στοιχειοθετήσει την ύπαρξη θετικής γνώσης εκ μέρους της τελευταίας για την κακή οικονομική κατάσταση της ενεχυράστριας λήπτριας των επιταγών και η, στρεφόμενη κατά της πρώτης εναγόμενης και του παλαιού Διοικητικού της Συμβουλίου, με αριθμό 161209/2011 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών της εταιρίας με την επωνυμία "...

ΕΠΕ", που επιδόθηκε στην δεύτερη εναγόμενη, μετά της χορηγηθείσας προσωρινής διαταγής του Δικαστή του ίδιου Δικαστηρίου για απαγόρευση μεταβολής της περιουσίας της, στις 18-10-2011, δηλαδή σε προγενέστερο της εκ μέρους της κτήσης των επίδικων επιταγών χρόνο, με την οποία, επικαλούμενη την κακή οικονομική κατάσταση της καθής, ζητούσε τη συντηρητική κατάσχεση της περιουσίας της, προς εξασφάλιση απαίτησής της από τη ζημία που υπέστη από την σε βάρος αθέμιτη ανταγωνιστική συμπεριφορά της.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ουσιαστικά βάσιμη την ... αγωγή, δεχόμενο ότι η δεύτερη εναγόμενη κατά το χρόνο κτήσης των επίμαχων επιταγών βρισκόταν σε κακή πίστη και ενήργησε προς βλάβη της ενάγουσας, και αναγνώρισε την έναντι αυτής ανυπαρξία οφειλής της τελευταίας από τις επίδικες επιταγές έσφαλε κατά την εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου και εκτίμησε πλημμελώς τις αποδείξεις...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, δεχόμενο την έφεση της αναιρεσίβλητης τράπεζας, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει αντίθετα (μόνον κατά το κεφάλαιο της αγωγής και καθό μέρος αυτή στρεφόταν κατά της δεύτερης εναγομένης - αναιρεσίβλητης), στη συνέχεια δε, κρατώντας την υπόθεση και δικάζοντας κατ' ουσίαν, απέρριψε με επάλληλη αιτιολογία την αγωγή ως προς την αναιρεσίβλητη.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε, κατά την κύρια αιτιολογία, την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, ως προς το κρίσιμο ζήτημα, αν η αναιρεσίβλητη και κομίστρια των επίμαχων επιταγών κατά το χρόνο της απόκτησης αυτών, με οπισθογράφηση λόγω ενεχύρου, ενήργησε εν γνώσει προς βλάβη της αναιρεσίβλητης, αφού με σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο περί συνδρομής ή μη των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης του άρθρου 22 Ν. 5960/1933, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο απόκτησης των ένδικων επιταγών στις 30-11-2011, η αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρεία δεν γνώριζε ότι οι επίδικες επιταγές είχαν εκδοθεί ως προκαταβολή μελλοντικών συμβάσεων πώλησης και ότι για το λόγο αυτό μέχρι την κατάρτιση συγκεκριμένης σύμβασης πώλησης και την παράδοση εμπορευμάτων, αξίας αντίστοιχης προς τα ποσά των επιταγών, η αναιρεσείουσα είχε υπαρκτή αναβλητική ένσταση κατά της προμηθεύτριας εταιρείας.

Η προβαλλόμενη με τον μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, αιτίαση περί μη επαρκούς αιτιολογίας της προσβαλλόμενης, διότι το Εφετείο δεν δευκρινίζει, αν η παράλειψη των αρμοδίων υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης να ζητήσουν τιμολόγια από την προμηθεύτρια εταιρεία (πρώτη εναγομένη), οφείλεται σε απλή αμέλεια ή σε δόλο αυτών, είναι αβάσιμη, διότι η παραδοχή της απόφασης, ότι "ουδεμία υπαιτιότητα" βαρύνει την αναιρεσίβλητη, εμπεριέχει την έλλειψη τόσο αμέλειας όσο και δόλου των αρμοδίων υπαλλήλων αυτής.

Επομένως, ο ανωτέρω λόγος της αίτησης, κατά το οικείο μέρος αυτού, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμος. Ο ίδιος ως άνω λόγος της αίτησης, κατά το τρίτο σκέλος αυτού, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο, κατά τρόπο αντιφατικό, ενώ δέχεται ότι πριν την κτήση των ένδικων επιταγών από την αναιρεσίβλητη επιδόθηκε σε αυτή η στρεφόμενη κατά της προμηθεύτριας εταιρείας και του παλαιού Διοικητικού Συμβουλίου αυτής αίτηση ασφαλιστικών μέτρων της εταιρείας με την επωνυμία "...

ΕΠΕ", με την οποία η τελευταία, επικαλούμενη την κακή οικονομική κατάσταση της προμηθεύτριας, ζητούσε τη συντηρητική κατάσχεση της περιουσίας της προς εξασφάλιση απαίτησής της, παρ' όλα αυτά έκρινε στη συνέχεια, ότι δεν συνάγεται γνώση εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, είναι απαράδεκτος, αφού η ως άνω αιτίαση ανάγεται αποκλειστικά στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού του πορίσματος, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εφόσον το πόρισμα που έχει εξαχθεί από τις αποδείξεις, ότι, δηλαδή, η αναιρεσίβλητη δεν γνώριζε ότι οι επίδικες επιταγές είχαν εκδοθεί ως προκαταβολή μελλοντικών συμβάσεων πώλησης, διατυπώνεται, όπως αναφέρθηκε, με πληρότητα και σαφήνεια στην προσβαλλόμενη απόφαση.

Περαιτέρω, στην περίπτωση που η προσβαλλόμενη με αναίρεση απόφαση έχει επάλληλες αιτιολογίες (κύριες και επικουρικές), από τις οποίες η κάθε μία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της, αν έστω και μία από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς με λόγο αναίρεσης, διότι οι κατ' αυτής λόγοι απορρίπτονται, οι λόγοι αναιρέσεως που πλήττουν τις υπόλοιπες είναι αλυσιτελείς (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 391/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον ίδιο ως άνω λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, η αναιρεσείουσα, κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση με την αιτίαση, ότι η επικουρική αιτιολογία αυτής, δηλαδή ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο της απόκτησης των επιταγών από την αναιρεσίβλητη τράπεζα, η αναιρεσείουσα δεν είχε προβεί στη δήλωση υπαναχώρησης από τις συμβάσεις πωλήσεως με την προμηθεύτρια εταιρεία, το τίμημα των οποίων κάλυπταν οι επίμαχες επιταγές, και ότι έτσι κατά το χρόνο αυτό δεν είχε γεννηθεί η απαίτησή της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό κατά της εν λόγω εταιρείας, είναι ανεπαρκής για να αποκλείσει την ύπαρξη της ξεχωριστής αναβλητικής ένστασης που είχε κατά της τελευταίας, εφόσον αυτή κατά τον κρίσιμο αυτό χρόνο δεν της είχε παραδώσει εμπορεύματα που να καλύπτουν την αξία των επιταγών.

Εφόσον, όμως, κατά τα ανωτέρω, η κύρια αιτιολογία, ότι δηλαδή η αναιρεσίβλητη δεν γνώριζε κατά τον κρίσιμο χρόνο, ότι οι επίδικες επιταγές είχαν εκδοθεί ως προκαταβολή μελλοντικών συμβάσεων πώλησης, πλήττεται ανεπιτυχώς με τα λοιπά σκέλη του αυτού λόγου, ο συγκεκριμένος λόγος που αφορά την επικουρική αιτιολογία είναι αλυσιτελής και, ως εκ τούτου, απαράδεκτος κατά το ως άνω σκέλος, αφού τυχόν αποδοχή του, δεν επηρεάζει το διατακτικό της αποφάσεως, που στηρίζεται αυτοτελώς στην πληγείσα ανεπιτυχώς κύρια αιτιολογία της προσβαλλόμενης.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 περ. β' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως.

Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, πρέπει ο ισχυρισμός να έχει προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, να είναι νόμιμος και να ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (λυσιτελής). Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γένεση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (ΑΠ 1795/2008).

Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (Ολ. Α.Π. 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (Α.Π. 185/2002).

Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. Α.Π. 12/1997) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.

Α.Π. 11/1996) ή παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, που δεν ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 2/1989, ΑΠ 1437/2017, ΑΠ 1143/15). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρόσθετο λόγο αναίρεσης, προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη τα παρακάτω περιστατικά, που προτάθηκαν από αυτή προς υποστήριξη του αγωγικού ισχυρισμού της ότι η αναιρεσίβλητη κατά το χρόνο κτήσης λόγω ενεχύρου των επιταγών γνώριζε, ότι η αιτία έκδοσης αυτών ήταν η αβέβαιη και μελλοντική αγορά εμπορευμάτων από την ως άνω προμηθεύτρια εταιρεία και άρα δεν υφίστατο γεγενημένη απαίτηση σε βάρος της, αλλά παρ' όλα αυτά τις απέκτησε ενεργώντας με πρόθεση βλάβης αυτής, και συγκεκριμένα προβάλλεται α) ότι η αναιρεσίβλητη λόγω της ιδιότητάς της ως μονίμου χρηματοδότριας της προμηθεύτριας εταιρείας γνώριζε πως η τελευταία λειτουργούσε με προκαταβολές, που εισέπραττε μέσω μεταχρονολογημένων επιταγών (όπως και οι ένδικες), τούτο δε απεικονίζεται και στους ισολογισμούς της εν λόγω εταιρείας, β) ότι η αναιρεσίβλητη γνώριζε την κακή οικονομική κατάσταση της προμηθεύτριας εταιρείας, δεδομένου ότι στις παρατηρήσεις του ορκωτού λογιστή για τον ισολογισμό της 31-12-2010 αναφερόταν ότι η Επιτροπή Ανταγωνισμού επέβαλε σε αυτή πρόστιμο 6.500.000 ευρώ, ότι καταλογίσθηκε σε βάρος της ποσό 201.000 ευρώ για πρόσθετους φόρους χρήσεων προ του έτους 2009, ότι η εταιρεία δεν σχημάτισε πρόβλεψη για την αντιμετώπιση ζημιών που ενδέχεται να προκύψουν κατά τη ρευστοποίηση βραδέως κινουμένων αποθεμάτων συνολικής αξίας 600.000 ευρώ περίπου, ότι δεν σχημάτισε πρόβλεψη για αντιμετώπιση ζημιών κατά την ρευστοποίηση επισφαλών απαιτήσεων ύψους 1.200.000 ευρώ περίπου και ότι δεν είχε ελεγχθεί φορολογικά για τις χρήσεις 2009 και 2010 και γ) ότι κατά το χρόνο που η αναιρεσίβλητη απέκτησε της επιταγές, όλα τα μέλη Ε., που ήσαν μέτοχοι και μέλη του Δ.Σ.

της προμηθεύτριας, είχαν αποχωρήσει από τη διοίκηση της εταιρείας, γεγονός που είχε δημοσιευθεί στο ΦΕΚ, ενώ είχαν μεταβιβάσει την περιουσία τους σε υπεράκτιες κυπριακές εταιρείες. Όμως, ο πρόσθετος αυτός λόγος αναιρέσεως είναι, προεχόντως, απαράδεκτος διότι, τα επικαλούμενα με αυτόν πραγματικά γεγονότα δεν αποτελούν "πράγμα" υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά επιχειρήματα και συμπεράσματα της αναιρεσείουσας, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων προκειμένου να στηρίξει αυτή την βασιμότητα της αγωγής της.

Επί πλέον, είναι απαράδεκτος, αφού υπό την προσχηματική επίκληση των ως άνω αιτιάσεων, πλήττεται κατ' ουσίαν, η από το Εφετείο γενομένη εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία όμως δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.). Σε κάθε περίπτωση, όλοι οι ανωτέρω ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας ελήφθησαν υπόψη από το Εφετείο και απορρίφθηκαν με την προσβαλλομένη απόφαση, όπως προκύπτει από το προπαρατεθέν περιεχόμενό της είτε ρητώς, είτε εκ των πραγμάτων, με την παραδοχή δηλαδή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που η αναιρεσείουσα επικαλείται για τη συγκρότηση αυτών, με αποτέλεσμα ο πρόσθετος λόγος αναιρέσεως να καθίσταται και αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αυτής παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), η οποία παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4-1-2018 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "... ΟΕ" για αναίρεση της 464/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, παραβόλου.

Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουνίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 9 Σεπτεμβρίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ