1122/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Γεώργιο Μιχολιά - Εισηγητή, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1122/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ως καθαρίστρια, δυνάμει αλληλοδιαδοχικών συμβάσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου πλήρους απασχόλησης, καλύπτοντας ωστόσο πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ζήτησε να αναγνωριστεί ότι συνδεόταν με την εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου πλήρους απασχόλησης και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να υπογράψει την σχετική σύμβαση.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1122 / 2018 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1122/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Γεώργιο Μιχολιά - Εισηγητή, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Τ.Α." και το διακριτικό τίτλο "... Α.Ε." που εδρεύει στο ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Παπαχρήστου. Της αναιρεσίβλητης: Α. Π. του Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Καπελλάκη, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/12/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αγρινίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 56/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 18/2017 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 27/3/2017 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Με την από 27-3-2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 18/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, που εκδόθηκε κατόπιν εφέσεως της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της 56/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, με την οποία είχε απορριφθεί η από 28-12-2010 αγωγή της. Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτή η έφεση, εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη απόφαση και μετά εκδίκαση της αγωγής έγινε αυτή δεκτή εν μέρει ως βάσιμη.
Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, ΠολΔ και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 573 παρ.3 ΚΠολΔ). 2.- Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη με την από 28.12.2010 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρίνιου ισχυρίσθηκε ότι προσλήφθηκε από την εναγόμενη από το έτος 1999 για να απασχοληθεί ως καθαρίστρια στο Κέντρο Δημιουργικής Απασχόλησης Παιδιών Δήμου ...
με διαδοχικές έγγραφες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου. Ότι στις 30-1-2004 συνήψε με την εναγομένη νέα σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου πλήρους απασχόλησης, η οποία έληγε στις 31-12-2004 με ωράριο μειωμένο και αποδοχές πλήρους απασχόλησης. Ότι στις 3-1-2005 κι ενώ συνέχιζε να εργάζεται, υπέγραψε με την εναγομένη νέα σύμβαση εργασίας, με μηνιαίες αποδοχές 800,00 ευρώ μηνιαίως ενώ η εναγομένη της κατέβαλε μόνο το ποσό των 485,00 ευρώ μηνιαίως.
Ότι η απασχόλησή της συνεχίστηκε το έτος 2006, χωρίς την υπογραφή σύμβασης εργασίας, με την καταβολή 490,28 ευρώ μηνιαίως. Στις 3-7-2006, υπέγραψε με την εναγομένη νέα σύμβαση εργασίας, η οποία έληγε στις 30-6-2007, με μηνιαίες αποδοχές 877,64 ευρώ και πλήρες ωράριο από 17-7-2007. Ότι η ίδια συνέχιζε να εργάζεται και μετά τη λήξη της σύμβασης αυτής, μέχρι 20-6- 2010 οπότε προσλήφθηκε στον Δήμο ..., πλην όμως η εναγομένη, κατά το χρονικό διάστημα 1-10-2008 έως 20-6-2010, δεν της κατέβαλε το μισθό της πλήρους απασχόλησης που δικαιούταν αλλά πάντοτε λάμβανε τις αποδοχές της μειωμένες, ως εργαζόμενη μερικής απασχόλησης και από 1-11- 2009 μέχρι 20-6-2010 παρείχε την εργασία της χωρίς να αμειφθεί.
Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγόμενη εταιρία, να της καταβάλει, για τα χρονικά διαστήματα από α) 1-1-2005 μέχρι 30-6-2006, β) 1-10-2008 μέχρι 31-10-2009 και γ) 1-11-2009 μέχρι 20-6-2010, τις διαφορές δεδουλευμένων καθώς και δώρων εορτών και επιδόματος άδειας που προκύπτουν από τις οφειλόμενες αποδοχές με αυτές που της καταβλήθηκαν καθώς και τις μη καταβληθείσες του τελευταίου χρονικού διαστήματος, συνολικού ποσού 26.669,90 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, άλλως κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, αφού ως προς αυτά έγινε πλουσιότερη σε βάρος της και σε βάρος της περιουσίας της.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την 56/2014 οριστική απόφαση του απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη, λόγω δεδικασμένου καθώς έγινε δεκτό ότι της ανωτέρω αγωγής είχε προηγηθεί η έκδοση της 11/2008 τελεσίδικης και αμετάκλητης, απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρίνιου, επί της από 7-5-2006 ( αρ. εκθ. κατ. 211/10.5.2006) αγωγής μεταξύ των ιδίων διαδίκων και με την ίδια ιδιότητα, όπου η ενάγουσα εκθέτοντας εκεί ότι είχε προσληφθεί στις 24.1.2000 από την εναγόμενη, δημοτική επιχείρηση, απασχολείτο συνεχώς στο κέντρο δημιουργικής απασχόλησης του Δήμου ...
ως καθαρίστρια, δυνάμει αλληλοδιαδοχικών συμβάσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου πλήρους απασχόλησης, καλύπτοντας ωστόσο πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ζήτησε να αναγνωριστεί ότι συνδεόταν με την εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου πλήρους απασχόλησης και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να υπογράψει την σχετική σύμβαση.
Με την ανωτέρω 11/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρίνιου, το Δικαστήριο, απέρριψε την προγενέστερη αγωγή ως μη νόμιμη, κρίνοντας ότι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, συναπτόμενες υπό το κράτος της ισχύος των διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος και του άρθρου 21 του ν 2190/1994 με το Δημόσιο , τους ΟΤΑ και όλους τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ακόμη και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες.
Το Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, στο οποίο ήχθη η υπόθεση κατόπιν εφέσεως της ενάγουσας, αφού δέχθηκε την έφεση και εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 24.054, 35 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. 3.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 16 περ.
α' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Πρόκειται, δηλαδή, για απόφαση, η οποία παραβιάζει τις διατάξεις των άρθρων 321, 324 ΚΠολΔ (ορ. ΑΠ 743/2017). Προϋποθέσεις για την ύπαρξη του δεδικασμένου είναι η ύπαρξη απόφασης πολιτικού δικαστηρίου υπαρκτής και τελεσίδικης (που δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και σε έφεση), η ταυτότητα της διαφοράς και η ταυτότητα των προσώπων.
Το δεδικασμένο καλύπτει, ως ενιαίο όλο, ολόκληρο το δικαστικό συλλογισμό βάσει του οποίου το δικαστήριο κατέληξε στην αναγνώριση της επίδικης έννομης σχέσης. Συγκεκριμένα, καλύπτει καταρχήν το κριθέν ζήτημα-δικαίωμα, δηλ. τη συγκεκριμένη έννομη συνέπεια ή σχέση που διαγνώσθηκε από την τελεσίδικη απόφαση ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει με το αντικείμενό της, υλικό ή όχι, καθώς επίσης την ιστορική αιτία που έγινε δεκτή από την απόφαση και τη νομική αιτία (δηλ.
το νομικό χαρακτηρισμό που το δικαστήριο έδωσε στα πραγματικά περιστατικά υπάγοντάς τα στην οικεία διάταξη νόμου). Αυτά ισχύουν και όταν η τελεσιδίκως διαγνωσθείσα έννομη σχέση αποτελεί προδικαστικό ζήτημα άλλης (μεταγενέστερης) επίδικης αξίωσης. Την ιστορική αιτία συνθέτουν μόνο εκείνα τα περιστατικά που, κατά το νόμο, ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της έννομης σχέσης ή συνέπειας, υπό την έννοια ότι η απουσία και ενός από αυτά θα καθιστούσε αδύνατη την απαγγελία της έννομης συνέπειας, δηλ.
η ιστορική αιτία αποτελείται από τα παραγωγικά του δικαιώματος γεγονότα. Περαιτέρω, το δεδικασμένο επεκτείνεται και στα ζητήματα που κρίθηκαν παρεμπιπτόντως μόνο αν αυτά αποτελούσαν αναγκαία προϋπόθεση του κύριου ζητήματος, εφ' όσον το Δικαστήριο ήταν καθ' ύλην αρμόδιο να αποφασίσει γι' αυτά, όχι όμως και για όσα χωρίς ανάγκη, αλλά πλεοναστικός κρίθηκαν.
Από τις διατάξεις των άρθρων321,322,324,330 και 331 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δεδικασμένο υφίσταται όταν στη νέα δίκη πρόκειται για την ίδια δικαιολογική σχέση και για το ίδιο νομικό ζήτημα που κρίθηκε με την προηγούμενη απόφαση (βλ. ΑΠ 712/2013 ΝοΒ 2013.2204, ΑΠ 365/2013, ΑΠ1940/1988 ΝοΒ 1989 σ.1039). Περαιτέρω από τις ίδιες ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι η προσβληθείσα με έφεση απόφαση, που δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου, ως μη τελεσίδικη δεν παράγει δεδικασμένο, όπως και οι αποφάσεις του Ανωτάτου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού κατά την έννοια του άρθρου 321 του ΚΠολΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ με το να δεχθεί ότι δεν δεσμεύεται από το δεδικασμένο που προκύπτει: α) από την υπ' αριθ.11/2008 αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου με την οποία απορρίφθηκε ως αβάσιμη προγενέστερη αγωγή της αναιρεσίβλητης κατ'αυτής (αναιρεσείουσας) με αίτημα την αναγνώριση της εργασιακής σχέσης της ως σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου πλήρους απασχόλησης β) από την 56/2014 αποφάση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρίνιου (πρωτόδικη) και γ) από την υπ' αριθ. 134/8-1-2009 απόφαση του ΑΣΕΠ (οιονεί δεδικασμένο) δια της οποίας κρίθηκε ότι η μετατροπή των συμβάσεων ορισμένου χρόνου μερικής απασχόλησης της αναιρεσίβλητης σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου αφορούσε μόνο το δήμο ...
και όχι την αναιρεσείουσα ανάδοχη του έργου Κέντρο Δημιουργικής Απασχόλησης Παιδιών στο δήμο .... Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δικάζοντας την ένδικη αγωγή σχετικά με τον ως άνω λόγο που προβλήθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα δέχθηκε τα ακόλουθα: "... Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η εκκαλούμενη 56/2014 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως απαράδεκτη, λόγω δεδικασμένου καθώς έγινε δεκτό ότι της ανωτέρω αγωγής είχε προηγηθεί η έκδοση της 11/2008 τελεσίδικης και αμετάκλητης, απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρίνιου, επί της από 7-5-2006 ( αρ.
εκθ. κατ. 211/10.5.2006) αγωγής μεταξύ των ιδίων διαδίκων και με την ίδια ιδιότητα, όπου η ενάγουσα εκθέτοντας εκεί ότι είχε προσληφθεί στις 24.1.2000 από την εναγόμενη, δημοτική επιχείρηση, απασχολείτο συνεχώς στο κέντρο δημιουργικής απασχόλησης του Δήμου ... ως καθαρίστρια, δυνάμει αλληλοδιαδοχικών συμβάσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου πλήρους απασχόλησης, καλύπτοντας ωστόσο πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ζήτησε να αναγνωριστεί ότι συνδεόταν με την εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου πλήρους απασχόλησης και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να υπογράψει την σχετική σύμβαση.
Με την ανωτέρω 11/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρίνιου, το Δικαστήριο, απέρριψε την προγενέστερη αγωγή ως μη νόμιμη, κρίνοντας ότι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, συναπτόμενες υπό το κράτος της ισχύος των διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος και του άρθρου 21 του ν 2190/1994 με το Δημόσιο , τους ΟΤΑ και όλους τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ακόμη και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες.
Από την τελεσίδικη αυτή απόφαση με την οποία το δικαστήριο κατέληξε στην μη αναγνώριση της έννομης σχέσης των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου εργασίας της ενάγουσας , ως μίας ενιαίας σύμβασης αορίστου χρόνου, απέρρεε δεδικασμένο μόνο ως προς την έννομη αυτή σχέση που αποτελεί προδικαστικό ζήτημα του αντικειμένου της δίκης των επίδικων μισθολογικών αξιώσεων, το οποίο είναι διαφορετικό από εκείνο που ζητήθηκε στη δίκη που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη.
Επομένως στην παρούσα νέα δίκη όπου πρόκειται να κριθεί η ίδια έννομη σχέση της σύμβασης εργασίας που κρίθηκε με την προηγούμενη τελεσίδικη απόφαση θα τεθεί ως βάση της διάγνωσης των μισθολογικών αξιώσεων το δεδικασμένο που προκύπτει από την απόφαση αυτή υπό τα πραγματικά περιστατικά που ήταν αναγκαία κατά το νόμο για την άρνηση της διαγνωσθείσας έννομης συνέπειας.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση δέχθηκε το δεδικασμένο υπό την αρνητική του λειτουργία με την επίκληση ότι στη νέα δίκη επρόκειτο να κριθεί η ίδια έννομη σχέση και το ίδιο ζήτημα, το οποίο κρίθηκε με την προηγούμενη απόφαση, απορρίπτοντας την αγωγή ως απαράδεκτη ενώ έπρεπε να δεχθεί ότι εξ αφορμής της προγενέστερης δίκης είχε ανακύψει δεδικασμένο μόνο ως προδικαστικό ζήτημα της έννομης σχέσης των συμβάσεων εργασίας της ενάγουσας, θέτοντας δε αυτό ως βάση της απόφασής του να εξετάσει περαιτέρω την αγωγή, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και πρέπει , η έφεση της ενάγουσας να γίνει τυπικά δεκτή (αρθρ. 532 του ΚΠολΔ), να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση να κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο (αρθρ. 535 του ΚΠολΔ) και να ερευνηθεί η αγωγή ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητά της..." Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, το οποίο στη συνέχεια προέβη στην έρευνα της ένδικης αγωγής, δεν παραβίασε το δεδικασμένο περί μη αορίστου διάρκειας των συμβάσεων εργασίας της αναιρεσίβλητης που απέρρεε από την 11/2008 αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου αφού δέχθηκε ότι οι συμβάσεις εργασίας της αναιρεσίβλητης με την αναιρεσείουσα ήταν ορισμένου χρόνου και συνεπώς ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, από το άρθρο 321 ΚΠολΔ προκύπτει ότι οι τελεσίδικες αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων αποτελούν δεδικασμένο, τελεσίδικες δε αποφάσεις είναι εκείνες που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση. Σημειώνεται ότι η 56/2014 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, η οποία εξαφανίστηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη ως μη τελεσίδικη απόφαση, δεν παρήγαγε δεδικασμένο όπως και οι αποφάσεις του ΑΣΕΠ οι οποίες κατά την έννοια του άρθρου 321 του ΚΠολΔ δεν αποτελούν δεδικασμένο. Επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης τόσο κατά το δεύτερο όσο και κατά το τρίτο σκέλος του με τα οποία προσάπτονται στην προσβαλλόμενη αντίστοιχα οι πλημμέλειες ότι δε έλαβε υπόψη της το δεδικασμένο που απέρρεε από αυτές είναι παντελώς εσφαλμένος και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Εξ όλων των ανωτέρω προκύπτει ότι το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις περί δεδικασμένου και ως εκ τούτου δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ, γι' αυτό ο πρώτος λόγος αναίρεσης της αντιδίκου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης η ανιρεσείουσα αποδίδει στην αναιρεσιβαλλομένη το σφάλμα της υπέρβασης της δικαιοδοσίας (άρθρο 559 αριθ. 4 ΚΠολΔ), ισχυριζόμενη ότι καθ' υπέρβαση της πολιτικής αρμοδιότητάς του το Εφετείο επιλήφθηκε και αποφάνθηκε εντελώς αυθαίρετα, παρά το νόμο και το Σύνταγμα επί της μετατροπής συμβάσεων μερικής απασχόλησης σε συμβάσεις πλήρους απασχόλησης, ήτοι επί θέματος που ανήκει στην αποκλειστική δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων και του ΑΣΕΠ.
Από τις διατάξεις των άρθρων 1και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων ανήκουν, μεταξύ άλλων, οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, εφ' όσον ο νόμος δεν τις έχει υπαγάγει σε άλλα δικαστήρια και οι υποθέσεις δημοσίου δικαίου που ο νόμος έχει υπαγάγει σ' αυτά, τα πολιτικά δε δικαστήρια απαγορεύεται να επεμβαίνουν σε διοικητικές διαφορές ή υποθέσεις που υπάγονται σε διοικητικά δικαστήρια ή αρχές και επιτρέπεται μόνο η εξέταση των ζητημάτων που ανακύπτουν παρεμπιπτόντως.
Δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων υπάρχει και για την παρεμπίπτουσα εξέταση της νομιμότητας των διοικητικών πράξεων, δεν έχουν όμως τη δυνατότητα να προβούν στην ακύρωση της διοικητικής πράξης ή να ελέγξουν και την ουσιαστική αυτών κρίση ως προς την ύπαρξη ή όχι των απαιτούμενων προϋποθέσεων. Διοικητικές διαφορές ουσίας ή ακυρωτικές, που υπάγονται κατά περίπτωση στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, είναι οι διαφορές που πηγάζουν από διοικητικές συμβάσεις ή από ενέργειες διοικητικών οργάνων, οι οποίες συνιστούν εκτελεστές κατά την προαναφερθείσα έννοια διοικητικές πράξεις και εφόσον, στη δεύτερη αυτή περίπτωση, ο νόμος οργανώνει κατά τέτοιο τρόπο τη δικαστική προστασία του πολίτη, ώστε το αίτημά του ενώπιον του δικαστηρίου να είναι ακυρότητα ή καταψήφιση σε παροχή ή αναγνώριση δικαιώματος ή έννομης σχέσης που αναφέρονται στο δημόσιο δίκαιο.
Οι λοιπές πράξεις της διοικήσεως που είναι αμέτοχες του λειτουργικού αυτού στοιχείου και κινούνται σε κύκλο σχέσεων του ιδιωτικού δικαίου, έχουν δηλαδή ως υπόβαθρο έννομη σχέση ιδιωτικού δικαίου, όπως σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ή σύμβαση έργου, εξαιρούνται από την έννοια της διοικητικής διαφοράς, έστω και αν αυτές σχετίζονται προς τη λειτουργία δημόσιας υπηρεσίας, είναι δε ιδιωτικές διαφορές που ανήκουν στη γενική, σύμφωνα με το άρθρο 94 παρ. 2 του Συντάγματος, δικαιοδοσία που έχουν τα πολιτικά δικαστήρια στις περιπτώσεις προσβολής ιδιωτικών δικαιωμάτων (βλ.
ΑΕΔ 12/1992, ΑΠ 280/2016). Ειδικότερα ως διαφορές ιδιωτικού δικαίου νοούνται οι αναγόμενες σε δικαιώματα και γενικότερα σχέσεις ιδιωτικού δικαίου, έστω και αν γενεσιουργός λόγος αυτών είναι εκτελεστές πράξεις των διοικητικών αρχών. Δηλαδή κρίσιμη από την άποψη της δικαιοδοσίας είναι η φύση του δικαιώματος και γενικότερα της έννομης σχέσης που αποτελεί το αντικείμενο της διαφοράς και όχι της πράξεως από την οποία απορρέει το δικαίωμα αυτό.
Επομένως, η διαφορά που προκαλείται στο πλαίσιο σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου περί καταβολής των οφειλόμενων μισθολογικών διαφορών έχει το χαρακτήρα ιδιωτικής διαφοράς και ως εκ τούτου τα πολιτικά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να δικάσουν τη διαφορά αυτή. Περαιτέρω, η διαδικασία ενώπιον των οικείων υπηρεσιακών συμβουλίων και του ΑΣΕΠ δεν αποκλείει το δικαίωμα των εργαζομένων να ζητήσουν, σύμφωνα με τα άρθρα 20,26,94 και 95 του Συντάγματος, με αγωγή, παρακάμπτοντας τη διαδικασία αυτή, την αναγνώριση του πραγματικού χαρακτήρα της σύμβασης εργασίας τους, ότι δηλαδή συνδέονται με το Δημόσιο κ.λπ.
εξαρχής με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η οποία, ως εισάγουσα διαφορά ιδιωτικού δικαίου, υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (άρθ. 94 Συντ.,1 ν.1406/1983, 1 ΚΠολΔ). Σε κάθε περίπτωση, τυχόν αποκλεισμός της προσφυγής στα πολιτικά δικαστήρια των συμβασιούχων που έχουν το δικαίωμα προσφυγής στη διοικητική διαδικασία που προβλέπει το Π.Δ. 164/2004 προσκρούει στο άρθρο 94 του Συντάγματος και στο άρθρο 20 παρ. 1 Συντ.
που καθιερώνει το δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας των πολιτών, το οποίο θα περιστέλλετο στην περίπτωση μιας τέτοιας απαγόρευσης πρόσβασης στο φυσικό δικαστή. Άλλωστε, οι διαφορές για τις οποίες καθιερώνεται με το ως άνω Π.Δ. το δικαίωμα προσφυγής στη διοικητική διαδικασία και τον τελικό έλεγχο νομιμότητας από το ΑΣΕΠ, δεν συνιστούν διοικητικές διαφορές ουσίας ή ακυρωτικές, καθ' όσον απορρέουν από εξαρτημένη σύμβαση εργασίας, ήτοι έννομη σχέση ιδιωτικού δικαίου αφορώσα αμφισβήτηση ή έριδα μεταξύ των διαδίκων και δεν αποβάλλουν τον ιδιωτικό τους χαρακτήρα ακόμη και στην περίπτωση που συμβαλλόμενος ως εργοδότης είναι το δημόσιο ή ΝΠΔΔ, πολύ δε περισσότερον όταν αντισυμβαλλόμενος είναι ανώνυμη εταιρεία του ευρύτερου δημόσιου τομέα.
Σημειωτέον ότι ο χαρακτηρισμός της σύμβασης ή σχέσης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν εξαρτάται από το χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στη συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση.
Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σύμβασης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του δημόσιου (και του ευρύτερου δημόσιου) τομέα,
αφού από την απαγόρευση "μετατροπής" από το νόμο των συμβάσεων ορισμένου σε αορίστου χρόνου δεν συνάγεται και απαγόρευση για
την αναγνώριση του πραγματικού χαρακτήρα ορισμένης σχέσης, που δεν είναι "μετατροπή" αλλά ορθός χαρακτηρισμός της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία (βλ. Ολ.ΑΠ 18/2006, ΑΠ 79/2013). Στην προκειμένη περίπτωση, οι συμβάσεις εργασίας που η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη συνήψε με την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα έχουν συναφθεί με ανώνυμη εταιρεία του ευρύτερου δημόσιου τομέα (δημοτική επιχείρηση) και είναι συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου, αντικείμενο δε της αγωγής είναι η καταβολή σε αυτή των οφειλόμενων από την εναγομένη μισθολογικών διαφορών που αυτή δεν της κατέβαλε για την εργασία της κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα χρονικά διαστήματα.
Πρόκειται, συνεπώς για κατεξοχήν διαφορά ιδιωτικού δικαίου που υπάγεται, σύμφωνα με τα ανωτέρω, στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, τα οποία επιτρέπεται (ακόμη και παρεμπιπτόντως σε κάθε περίπτωση) να κρίνουν βάσει των αποδεδειγμένων πραγματικών περιστατικών και του νόμου, τον χαρακτήρα των συμβάσεων εργασίας ως συμβάσεων ορισμένου ή αορίστου χρόνου και μερικής ή πλήρους απασχόλησης.
Επομένως ο δεύτερος λόγος αναίρεσης για υπέρβαση της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων εκ μέρους του Εφετείου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης η αντίδικος ισχυρίζεται ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, και συγκεκριμένα ότι παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 648 ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943,6 παρ. 1, 2,3 του Ν. 2524/1997, καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 103 παρ. 2,3,7,8του Συντάγματος, 11 του Π.Δ.164/2004 και 21 του ν. 2190/1994.
Για το ορισμένο του λόγου αναιρέσεως που προβλέπεται στο άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή ο κανόνας δικαίου του οποίου η ερμηνεία έγινε εσφαλμένα ή του οποίου έγινε εσφαλμένη εφαρμογή, σε τι συνίσταται η παραβίαση του ουσιαστικού κανόνα δικαίου, τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, καθώς και την επίδραση που είχε το σφάλμα στο διατακτικό.
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα παραθέτει μια σειρά διατάξεων τις οποίες ισχυρίζεται ότι παραβίασε το Εφετείο, χωρίς ωστόσο να διευκρινίζει σε τι ακριβώς συνίσταται η παραβίαση των επικαλούμενων κανόνων δικαίου, χωρίς επίσης να αναφέρει ποιες είναι οι εσφαλμένες παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, καθώς και ποια επίδραση έχει το εν λόγω σφάλμα στο διατακτικό αυτής.
Συνεπώς, ο τρίτος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί λόγω αοριστίας.
Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι οι διατάξεις των άρθρων 648 ΑΚ, 6 παρ. 1,2,3 του Ν.2527/1997 (ο αναφερόμενος από την αντίδικο Ν. 2524/1997 είναι άσχετος με την επίδικη διαφορά), 103 παρ. 8 του Συντάγματος, 11 του Π.Δ. 164/2004 και 21 του ν. 2190/1994 αφορούν στη διάρκεια των συμβάσεων εργασίας. Το Εφετείο, όμως, έκρινε ότι οι συμβάσεις εργασίας της ανιρεσίβλητης, έγγραφες και μη, για τα χρονικά διαστήματα 1.1.2005 έως 30.6.2006 και1-10-2008 έως 20.6.2010 είναι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, όπως υποστηρίζει και η αναιρεσείουσα, και συνεπώς ο ισχυρισμός περί παραβίασης των ανωτέρω διατάξεων, βάσει των οποίων οι συμβάσεις εργασίας της αναιρεσίβλητης είναι ορισμένης διάρκειας, είναι αβάσιμος και σε κάθε περίπτωση αλυσιτελής. Περαιτέρω, στο άρθρο 6 του Ν. 765/1943 προσδιορίζεται η έννοια του μισθωτού και της αμοιβής, ενώ το άρθρο 103 παρ. 2,3,7 του Συντάγματος αφορά στον τρόπο διορισμού-πρόσληψης των υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, καμία όμως παραβίαση των εν λόγω διατάξεων δεν έλαβε χώρα από το Εφετείο.
Το Εφετείο δέχτηκε ότι οι συμβάσεις εργασίας της αναιρεσίβλητης κατά τα ανωτέρω χρονικά διαστήματα ήταν συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου και ειδικότερα ότι κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2005 έως 2.1.2006 απασχολήθηκε με έγγραφη σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου μερικής απασχόλησης, ενώ κατά τα χρονικά διαστήματα από 3.1.2006 έως 30.6.2006 και από 1.10.2008 έως 20.6.2010 απασχολήθηκε με διαδοχικές προφορικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου κατά τεκμήριο πλήρους απασχόλησης και τελικά τις επιδίκασε τις οφειλόμενες μισθολογικές διαφορές που αναφέρονται στην αναιρεσιβαλλομένη.
Καμία διάταξη εκ των ανωτέρω δεν κάνει λόγο για το καθεστώς μερικής ή πλήρους απασχόλησης και δεν απαγορεύει τον ορθό χαρακτηρισμό της σύμβασης εργασίας ως πλήρους απασχόλησης, όπως ειδικότερα εκτίθεται παραπάνω (βλ. ανωτέρω επί του 2ου λόγου αναίρεσης).
Συνεπώς δεν έλαβε χώρα καμία παραβίαση αυτών ως προς το εν λόγω ζήτημα. Άλλωστε, πέραν του τεκμηρίου του άρθρου 38 παρ. 1, 3 και 5 του ν. 1892/1990, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 του ν. 2639/1998 και πριν από την επόμενη αντικατάστασή του με το άρθρο 2 του ν. 3846/2010 (ΦΕΚ Α 66/11.5.2010), όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 17 παρ. 3 Ν. 3899/2010 (ΦΕΚ Α 212/17.12.2010), περί πλήρους απασχόλησης,κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, η πλήρης απασχόλησή της αναιρεσίβλητης αποδείχθηκε και από τις από 3/7/2006 και 17/7/2006 (τροποποιητική της προηγούμενης) έγγραφες συμβάσεις εργασίας που καταρτίστηκαν μεταξύ αυτής και της αναιρεσείουσας σύμφωνα με τις οποίες το ωράριο εργασίας της ήταν πλήρες (8ωρο) από Δευτέρα έως Παρασκευή 14:00-22:00.
Συνεπώς, ουδεμία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου έλαβε χώρα εκ μέρους του Εφετείου, το οποίο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ και ο σχετικός λόγος αναίρεσης τυγχάνει αβάσιμος. Εξ όλων των ανωτέρω προκύπτει ότι ο τρίτος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος και αλυσιτελής, άλλως ως αβάσιμος.
Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Εφετείο υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 8,19 και 20 ΚΠολΔ με το να δεχθεί ότι δεν καταρτίστηκαν έγγραφες συμβάσεις εργασίας κατά τα αναφερόμενα στην αίτηση αναίρεσης χρονικά διαστήματα, να δεχτεί ότι εργοδότης της αναιρεσίβλητης ήταν η αναιρεσείουσα και όχι ο Δήμος ... και να απορρίψει την ένσταση της αναιρεσείουσας περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποίησής της.
Για το ορισμένο του προβλεπόμενου στο άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να αναφέρονται σ' αυτόν τα "πράγματα" που το Δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη ενώ δεν προτάθηκαν ή εκείνα που δεν έλαβε υπόψη παρά το ότι είχαν προταθεί από τον αναιρεσείοντα, καθώς και τα στοιχεία εκείνα από τα οποία θα κρινόταν, αν τα "πράγματα" ήταν ουσιώδη και να μνημονεύεται το σφάλμα από τη μη λήψη υπόψη των "πραγμάτων".
Σε περίπτωση μη λήψεως υπόψη από το Δικαστήριο κάποιου ισχυρισμού δεν αρκεί να αναγράφεται στο αναιρετήριο ότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τον (τάδε) ισχυρισμό, αλλά θα πρέπει να παρατίθενται και όλα τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι ο ισχυρισμός προτάθηκε παραδεκτά στο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι ήταν νόμω βάσιμος και ότι, αν γινόταν δεκτός, θα επηρέαζε ευνοϊκά για τον αναιρεσείοντα το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
Περαιτέρω, πράγματα κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των δίαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους, συγκροτούν την ιστορική βάση (επομένως θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα) της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Επομένως, η επίκληση των αποδεικτικών μέσων και του περιεχομένου των αποδείξεων, το περιεχόμενο αποδείξεων που ο δικαστής εκτιμά χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου και τα περιστατικά που καταθέτουν οι μάρτυρες, καθώς και οι νομικοί ισχυρισμοί ή οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας δεν είναι πράγματα κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης.
Τέλος, ο ανωτέρω από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ορ. ΟλΑΠ 25/2003, 12/1991, ΑΠ 817/2014, 502/2014,).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα δεν προσδιορίζει με ακρίβεια τα ουσιώδη για την έκβαση της δίκης "πράγματα" που το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του και τα οποία προτάθηκαν νομίμως από πλευράς της με αποτέλεσμα ο εν λόγω λόγος αναίρεσης να είναι αόριστος, καθώς και ακατάληπτος καθ' όσον οι όποιες αναφορές κάνει στο δικόγραφο της υπό κρίση αίτησης δεν είναι σαφείς.
Συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος. Σε κάθε περίπτωση, οι ισχυρισμοί της αντιδίκου περί μη λήψης υπόψη από το Εφετείο των έγγραφων αποδείξεων που προσκόμισε, με αποτέλεσμα την απόρριψη της ένστασης παθητικής νομιμοποίησής της, και περί αποδοχής εντελώς επιλεκτικά και κατά το δοκούν κάποιων κομματιών των μαρτυρικών καταθέσεων, απομονώνοντας αυτά απ' το υπόλοιπο των εν λόγω καταθέσεων δεν αποτελούν πράγματα κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης ενώ η απόρριψη της ένστασης ελλείψεως παθητικής νομιμοποίησης σημαίνει ότι ο σχετικός ισχυρισμός έχει ληφθεί υπόψη ανεξάρτητα από το ότι δεν έγινε δεκτός και ως εκ τούτου δεν στοιχειοθετείται ο από άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔλόγος αναίρεσης.
Ο προβλεπόμενος στο άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για να είναι ορισμένος πρέπει να αναφέρεται το συγκεκριμένο σφάλμα ως προς τη νόμιμη βάση. Ειδικότερα, εάν ο λόγος αναίρεσης αφορά ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες πρέπει να αναφέρονται οι ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, το ουσιώδες ζήτημα στο οποίο αυτές ανάγονται και η διάταξη που παραβιάστηκε εκ πλαγίου και γενικά σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, ομοίως αν αφορά αντίφαση αιτιολογιών πρέπει να αναφέρονται οι αιτιολογίες που αντιφάσκουν.
Σε κάθε περίπτωση πρέπει να εκτίθεται σε τι συνίσταται η νόμιμη βάση και να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, δηλ. τα πραγματικά περιστατικά που αυτό δέχθηκε, αλλιώς ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί. Περίπτωση ασαφών και ανεπαρκών αιτιολογιών έχουμε όταν τα περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας δεν είναι ικανά για να ελεγχθεί αν μπορούν να συγκροτήσουν την έννομη σχέση, την οποία στηρίζει το διατακτικό της, διότι ουσιώδες στοιχείο του εξεταζόμενου λόγου αναιρέσεως είναι η έκθεση των περιστατικών, θετικών ή αρνητικών, που είναι στοιχεία της "ελάσσονος" προτάσεως του δικανικού συλλογισμού και όχι αιτιολόγησή του από τις αποδείξεις εξαγόμενου πορίσματος.
Η έλλειψη αυτή υπάρχει και στην περίπτωση κατά την οποία το αποδεικτικό πόρισμα
δεν διατυπώνεται με βεβαιότητα, αλλά ενδοιαστικά. Η ανεπάρκεια δε των αιτιολογιών πρέπει να αφορά αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς και όχι επιχειρήματα και συμπεράσματα που αντλεί ο δικαστής από τις αποδείξεις που έχουν διεξαχθεί. Περαιτέρω, αντίφαση στις αιτιολογίες υπάρχει όταν δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε αυτή, ώστε σε συνδυασμό με το διατακτικό να κριθεί περαιτέρω, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διατάξεως που εφαρμόστηκε. Αυτό συμβαίνει όταν υπάρχει αντίφαση μεταξύ των περιστατικών που δέχθηκε το δικαστήριο ότι έγιναν. Για να δημιουργηθεί ο λόγος αναιρέσεως εξαιτίας των αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει αυτές να στηρίζουν την ίδια διάταξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης και όχι όταν κάθε αιτιολογία στηρίζει διαφορετική διάταξη. Δεν δημιουργείται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως εξαιτίας των αντιφατικών αιτιολογιών όταν η αντίφαση της προσβαλλόμενης απόφασης υπάρχει προς άλλα έγγραφα, έστω και διαδικαστικά.
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα καίτοι κάνει λόγο για γενικές, αόριστες, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, εντούτοις δεν παραθέτει τις ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες ούτε το ουσιώδες ζήτημα στο οποίο αυτές ανάγονται, ενώ επίσης δεν αναφέρει σε τ ι συνίσταται η ανεπάρκεια αλλά και η επικαλούμενη από αυτήν αντίφαση των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης.
Συνεπώς, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης όσον αφορά στο άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ είναι παντελώς αόριστος και άρα απορριπτέος. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας περί αντίφασης της αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλομένης προς την υπ' αριθ. 11/2008 αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου και την υπ' αριθ. 134/8.1.2008 απόφαση του Α.Σ.Ε.Π. είναι παντελώς αβάσιμος, καθ' όσον αφ' ενός η ανωτέρω δικαστική απόφαση, από την οποία απορρέει δεδικασμένο, έκρινε μόνο ότι η σύμβαση εργασίας της αναιρεσίβλητης με την αναιρεσείουσα δεν μπορεί να μετατραπεί σε αορίστου χρόνου, ενώ δεν περιείχε διάταξη που να μην δέχεται ως εργοδότριά της πρώτης τη δεύτερη, ενώ η απόφαση του ΑΣΕΠ δεν δεσμεύει το Δικαστήριο, καθ' όσον το ΑΣΕΠ δεν αποτελεί δικαιοδοτικό όργανο και το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να υπαγάγει τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα δικαίου και να προβεί στον ορθό χαρακτηρισμό της εκάστοτε επίδικης έννομης σχέσης.
Συνεπώς, ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και άρα απορριπτέος. Ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρείο Πάγο (ΟλΑΠ 1/1999).
Εξάλλου, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος (ορ.
ΑΠ 236/2017 ΤΝΠ ΔΣΑ). Τέλος, έγγραφα, κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, είναι τα κατά τα άρθρα 339 και 432 επ. του ΚΠολΔ αποδεικτικά έγγραφα, που παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη, όχι όμως και εκείνα στο περιεχόμενο των οποίων αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο, όπως είναι ειδικότερα οι ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων και τα πρακτικά των δικαστηρίων κατά το μέρος αυτών που περιλαμβάνουν τα από τους μάρτυρες ενόρκως βεβαίωθέντα και τις καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως αντίστοιχα (ορ.
ΑΠ 794/2017 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΑΠ 763/2013, ΑΠ 860/2013, ΑΠ 25/2011, ΑΠ 1713/2010, ΑΠ 7/2007, ΑΠ 1168/2001, ΑΠ 751/1996).
Τέλος για το ορισμένο του προβλεπόμενου στο άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ότι παραμορφώθηκε εγγράφου, το από την προσβαλλόμενη απόφαση δεκτό γενόμενο διαφορετικό από το αληθινό περιεχόμενο, το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο για το ότι υπάρχουν ή όχι κρίσιμα πραγματικά περιστατικά, ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, καθώς επίσης να καθορίζονται τα έγγραφα που παραμορφώθηκαν, να προσδιορίζονται με σαφήνεια ποια είναι τα περιστατικά που περιλαμβάνονται στα έγγραφα αυτά και να εκτίθεται αν πρόκειται για έγγραφο από τα προβλεπόμενα στα άρθρα 339 ή 432 ΚΠολΔ .
Στην προκειμένη περίπτωση, κανένα από τα ανωτέρω στοιχεία δεν περιλαμβάνονται στο αναιρετήριο και ιδίως δεν μνημονεύονται σε αυτό με ακρίβεια τα έγγραφα το περιεχόμενο των οποίων δήθεν παραμορφώθηκε, ούτε προσδιορίζονται με σαφήνεια ποια είναι τα περιστατικά που περιλαμβάνονται στα έγγραφα αυτά, ενώ επίσης δεν αναφέρεται το αληθινό περιεχόμενο των εγγράφων που φέρονται ότι παραμορφώθηκαν ούτε καθορίζεται τι διαφορετικό δέχτηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ως περιεχόμενο αυτών. Επίσης, ο ισχυρισμός περί αποδοχής από το Εφετείο εντελώς επιλεκτικά και κατά το δοκούν κάποιων κομματιών των μαρτυρικών καταθέσεων, απομονώνοντας αυτά απ' το υπόλοιπο των εν λόγω καταθέσεων και περί μη λήψης υπόψη των εγγράφων που προσκόμισε και επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα είναι κατά μεν το πρώτο σκέλος του απαράδεκτος, καθόσον οι μαρτυρικές καταθέσεις δεν αποτελούν έγγραφα κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, κατά δε το δεύτερο σκέλος παντελώς αόριστος αφού δεν προσδιορίζονται ούτε τα κομμάτια που δήθεν επιλεκτικά έγιναν δεκτά ούτε εκείνα που δεν ελήφθησαν υπόψη.
Συνεπώς, ο σχετικός λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ είναι αόριστος και ανεπίδεκτος δικαστικής εκτίμησης και πρέπει ως τέτοιος να απορριφθεί. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσεν προτάσεις, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα της τελευταίας, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό αναφέρονται(άρθρα176,183, 189 παρ.1 και 191 παρ. 2 Κ.ΠολΔ.)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-3-2017 αίτηση για αναίρεση της 18/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Απριλίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ