1122/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 1122 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1122/2012
Legislator headnote
AI generated1122/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 1122 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1122/2012
Full text
Απόφαση 1122 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1122/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, όπως νόμιμα εκπροσωπείται από τον Υπουργό Οικονομικών και τον Υπουργό Π.ΧΩ.ΔΕ., το οποίο εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου Παρέδρου του ΝΣΚ Ευάγγελου Μαρίνη και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Π. Α. του Δ., κατοίκου ..., 2. α) Μ. θυγ. Ι. Σ., συζ. Α. Σ., κατοίκου ..., β) Α. Θ. Ι. Σ., συζύγου Ι. Ν., κατοίκου ..., γ) Ε. Ι. Σ., συζύγου Α. Σ., κατοίκου ..., δ) Δ. θυγ. Ι. Σ., συζύγου Κ. Σ., κατοίκου ..., 3.α) Ν.-Π. Κ., κατοίκου ..., β) Χ. θυγ. Κ. Κ., κατοίκου ..., 4. Της Ανώνυμης Εταιρείας με την Επωνυμία "ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΝΩΠΩΝ - ΚΑΤΕΨΥΓΜΕΝΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ-ΕΜΠΟΡΙΑ Σ. Κ. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "Σ.Κ. Α.Ε.Β.Ε" που εδρεύει στην Βιομηχανική Περιοχή Λαμίας και εκπροσωπείται νόμιμα, 5. α) Ε. Μ. του Α., β) Μ. συζύγου Ε. Μ. το γένος Α. Φ., αμφοτέρων κατοίκων ..., ως συνασκούντων την γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου τους Α. Μ. του Ε., 6. Α. Τ. του Η., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 7. α) Β. Γ. του Α., β) Ε. Γ. του Α., κατοίκων αμφοτέρων ..., 8. α) Δ. Γ. του Ε., ο οποίος δεν παραστάθηκε, β) Ε. Γ. του Δ., κατοίκου ..., 9. Ε. Π. του Ν., κατοίκου ..., 10. Ν. Π. του Δ., κατοίκου ..., 11. Α. Π. του Ν., κατοίκου ..., 12. Β. Σ. του Χ., 13. Κ. Σ. του Χ., 14. Κ. Σ. του Χ. και 15. Ε. Σ. του Χ., κατοίκων ... . Όλοι οι ανωτέρω εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Θεοφάνη Παντελιά και κατέθεσαν προτάσεις.
Στο σημείο αυτό ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων αφού έλαβε τον λόγο δήλωσε στο Δικαστήριο ότι: α) Το ανήλικο τέκνο Α. Μ. των 5ων των αναιρεσιβλήτων, ενηλικιώθηκε και συνεχίζει τη δίκη ατομικώς και εκπροσωπείται από αυτόν, β) ο 8ος α) των αναιρεσιβλήτων, Δ. Γ. απεβίωσε την 6-5-2008, όπως προκύπτει από την 31/8/2008 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξίαρχου Καρπενησίου και την δίκη συνεχίζει ο 8ος, β) των αναιρεσιβλήτων Ε. Γ. ως ειδικός διάδοχός του και νόμιμος κληρονόμος του. Επίσης δήλωσε ότι: α) στην 2.α) των αναιρεσιβλήτων είναι -χήρα Α. Σ. - αντί του εσφαλμένου - συζύγου Α. Σ., β) στην 2.β) των αναιρεσιβλήτων είναι - χήρα Ι. Ν. - αντί του εσφαλμένου - συζύγου Ι. Ν.-, που αναγράφτηκαν εκ παραδρομής στο αναιρετήριο και γ) το όνομα του πατρός του 10ου των αναιρεσιβλήτων είναι Α. αντί του εσφαλμένου Δ. που αναγράφτηκε εκ παραδρομής στο αναιρετήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις με αριθμό πράξης καταθέσεως 324/2008, 325/2008 και 326/2008 αιτήσεις των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Εφετείο Λαμίας. Αφού συνεκδικάσθηκαν και εκδόθηκε η απόφαση: 125/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 7-12-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Λαμπρόπουλος ανέγνωσε την από 12-3-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του πρώτου και τέταρτου και την παραδοχή των δεύτερου και τρίτου, λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδ.2 και 3 ΚΠολΔ που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατά το άρθρο 575 εδ.β ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν απαιτείται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήτευση τους. Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 568 παρ.4 και 576 παρ.1 και 3 ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε περίπτωση ερημοδικίας στην αναιρετική δίκη ερευνάται αυτεπάγγελτα αν ο απολειπόμενος διάδικος επισπεύδει τη συζήτηση ή αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε αρνητική περίπτωση κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση για όλους τους διαδίκους (ΑΠ (Ολ) 36/1997, ΑΠ 689/2011). Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι προϋπόθεση για την εγκυρότητα της κλήτευσης με την αναβολή της υπόθεσης και την εγγραφή της στο πινάκιο είναι ο απολειπόμενος, κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο, διάδικος είτε να είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση, είτε να είχε κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστεί στη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση, είτε να είχε παραστεί νόμιμα κατ'αυτή, οπότε με τη παράσταση του και την έλλειψη εναντίωσης του καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα της κλήτευσης του για την αρχική δικάσιμο.
Στην προκειμένη περίπτωση από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι για την ένδικη αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθ. 125/2009 αποφάσεως του Εφετείου Λαμίας είχε οριστεί δικάσιμος για τη συζήτηση της η 20η Μαΐου 2011. Κατά τη δικάσιμο αυτή, που η υπόθεση αναβλήθηκε εκ του πινακίου για την παρούσα δικάσιμο, δεν εμφανίστηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ ο έκτος αναιρεσίβλητος (Α. Τ.). Περαιτέρω, από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την παρούσα, μετ' αναβολή δικάσιμο δεν εμφανίσθηκε, δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ ο ως άνω έκτος αναιρεσίβλητος. Από τις προσκομιζόμενες με επίκληση από τους παρισταμένους αναιρεσιβλήτους υπ' αριθ. 10083, 10084/17-10-2011 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Λαμίας ... προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινομένης αίτησης αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου για τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση καθώς και η υπ' αριθ. πρωτ. 247/17-6-2011 βεβαίωση αναβολής του Δ' τμήματος του Αρείου Πάγου, με την οποία βεβαιώνεται ότι η ως άνω από 7-12-2009 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, που είχε προσδιορισθεί για να δικαστεί στις 20.5.2011 αναβλήθηκε για τη παρούσα (23-3-2012) δικάσιμο, έχουν επιδοθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα στον απολειπόμενο έκτο αναιρεσίβλητο. Κατόπιν τούτου, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση κανονικά παρά την απουσία του.
Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ.α', 287, 291 και 292 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, αν μετά την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος. Ο θάνατος του διαδίκου, που επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης, καθώς και η εκουσία επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητας τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί η άμεση συζήτηση της υπόθεσης (ΑΠ (Ολ) 2/2000, απ 1852/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ'αριθ.358/31-8-2008 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου Καρπενησίου, στις 6-5-2008 απεβίωσε ο υπ'αριθ.8α εκ των αναιρεσιβλήτων, γεγονός το οποίο δεν ήταν γνωστό στο αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο κατά την άσκηση της κρινομένης αίτησης αναιρέσεως (8-12-2009) και συνεχίζει τη δίκη και ως προς αυτόν ο υπ' αριθ. 8β εκ των αναιρεσιβλήτων Ε. Γ., ως μοναδικός κληρονόμος αυτού, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του που έγινε στο ακροατήριο και καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με τη παρούσα απόφαση πρακτικά, γνωστοποίησε στο αναιρεσείον και τους λοιπούς παρισταμένους αναιρεσιβλήτους το γεγονός του θανάτου του ως άνω καθολικού δικαιοπαρόχου του και ταυτόχρονα δήλωσε ότι συνεχίζει και γι' εκείνον τη διακοπείσα δίκη. Κατόπιν τούτων νομίμως επαναλαμβάνεται η προκειμένη δίκη.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999). Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μη μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.ΑΠ 13/1995). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 33 παρ. 1 του ν. 2971/2001 (κατά το άρθρο 37 το οποίο ισχύει από 19-1-2002 και εφαρμόζεται και στις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που δεν είχαν μέχρι τότε συντελεσθεί), το τεκμήριο της ωφέλειας των ιδιοκτητών κατά τις διατάξεις του ν. 653/1977 είναι μαχητό και κρίνεται μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου αυτού. Έτσι, ο εικαζόμενος ιδιοκτήτης ή εκείνος ο οποίος αξιώνει δικαιώματα επί του απαλλοτριουμένου, εφόσον θεωρεί ότι δεν υφίσταται το τεκμήριο της ωφέλειας το οποίο προβλέπεται από τον ανωτέρω ν. 653/1977, δικαιούται με αίτηση του να ζητήσει από το φορέα του έργου τη διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα. Η αίτηση, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 33 ταυ ν. 2971/2001, υποβάλλεται μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία δύο μηνών από την έκδοση της απόφασης επί του προσωρινού ή απ' ευθείας οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης και μετά τη λήξη της παραπέμπεται στην προβλεπόμενη από το ίδιο άρθρο τριμελή επιτροπή. Η τελευταία, σύμφωνα με την παρ. 4 του ως άνω άρθρου, μετά από αυτοψία και έλεγχο των στοιχείων προβαίνει το αργότερα εντός τριών μηνών, στη σύνταξη έκθεσης σχετικά με την ωφέλεια ή μη του ακινήτου λόγω του έργου, αιτιολογώντας πλήρως τους λόγους και συνδέοντας τους ιδία με τη δυνατότητα πρόσβασης του ακινήτου στο έργο ή τα έργα που περιλαμβάνονται στη ζώνη απαλλοτρίωσης, τη δημιουργία επιπτώσεων στις χρήσεις του ακινήτου και την κατά τις ισχύουσες διατάξεις αρτιότητα και οικοδομησιμότητά του. Ακόμη, σύμφωνα με την παρ. 6 του ίδιου άρθρου, η αίτηση του ιδιώτη μαζί με την έκθεση της επιτροπής και τα στοιχεία της απαλλοτρίωσης αποστέλλονται από την αρχή που κήρυξε την απαλλοτρίωση στο αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο, από το οποίο, σύμφωνα με την παρ. 1 του εν λόγω άρθρου κρίνεται το ήδη μαχητό, κατά την ίδια παράγραφο, τεκμήριο της ωφέλειας των ιδιοκτητών. Έτσι δεν ισχύει πλέον η ρύθμιση του άρθρου 1 αρ. 3 του ν. 653/1977, σύμφωνα με την οποία, σε περίπτωση διανοίξεων, (στη συνέχεια δε κατόπιν τροποποίησης με το άρθρο 62 αρ. 9 του ν. 947/1979) και νέας χαράξεως ή διαπλάτυνσης Εθνικών Οδών κλπ, ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες, οι οποίοι υποχρεούνται σε αποζημίωση ζώνης για συμμετοχή στις δαπάνες απαλλοτρίωσης, είναι εκείνοι των οποίων τα ακίνητα αποκτούν πρόσωπο επί των οδών, που διανοίγονται ή διαπλατύνονται, αφού για τις περιπτώσεις αυτές, εκείνος ο οποίος αξιώνει δικαιώματα επί του απαλλοτριουμένου ακινήτου, μπορεί πλέον να ζητήσει από το αρμόδιο ως άνω δικαστήριο να κριθεί ότι δεν υπάρχει το τεκμήριο ωφέλειας και επομένως δεν υποχρεούται σε αποζημίωση τρίτων ιδιοκτησιών, ούτε σε αυταποζημίωση (ΑΠ 1060/2008, 152/2007). Στο Π.Δ. της 24/31-5-1985 (ΦΕΚ-270Δ) "Τροποποίηση των όρων και περιορισμών δόμησης των γηπέδων των κειμένων εκτός των ρυμοτομικών σχεδίων των πόλεων και εκτός των ορίων των νομίμως υφισταμένων προ του έτους 1923 οικισμών", και στο άρθρο 1 αυτού, ορίζεται ότι: "Οι όροι και περιορισμοί δόμησης των γηπέδων των κειμένων εκτός των ρυμοτομικών σχεδίων των πόλεων, κωμών και οικισμών ή εκτός των ορίων των νομίμως υφισταμένων προ του έτους 1923 οικισμών των στερουμένων ρυμοτομικού σχεδίου, που καθορίστηκαν με το από 6-10-1978 π.δ/γμα (ΦΕΚ 538Δ) ως ισχύει τροποποιούνται ως εξής: "1.α) Ελάχιστο εμβαδόν γηπέδου 4.000 τετραγωνικά μέτρα και πρόσωπο σε κοινόχρηστο δρόμο είκοσι πέντε (25) μέτρα ... β)Για γήπεδα που έχουν πρόσωπο σε Διεθνείς, Εθνικές, Επαρχιακές, Δημοτικές και Κοινοτικές οδούς ως και σε εγκαταλελειμένα τμήματά τους και σε σιδηροδρομικές γραμμές απαιτούνται: Ελάχιστο πρόσωπο 45μ.-Ελάχιστο βάθος 50 μ.-Ελάχιστο εμβαδόν 4.000 τ.μ. 2. Κατά παρέκκλιση από την προηγούμενη παράγραφο θεωρούνται άρτια και οικοδομήσιμα τα γήπεδα: α) Τα κείμενα εντός της ζώνης των πόλεων, κωμών και οικισμών, τα οποία είχαν κατά την 24.4.1977 ημέρα δημοσίευσης του από 5.4.77 π.δ/τος (ΦΕΚ 133Δ') ελάχιστο εμβαδόν 2.000 τ.μ. β) Τα γήπεδα που κατά την ημέρα δημοσίευσης του παρόντος π.δ/τος έχουν πρόσωπο σε Διεθνείς, Εθνικές, Επαρχιακές, Δημοτικές και Κοινοτικές οδούς, καθώς και σε εγκαταλελειμένα τμήματα αυτών και σε σιδηροδρομικές γραμμές και εφόσον έχουν: αα) Τα γήπεδα που υφίστανται κατά την 12.11.1962, ημέρα δημοσίευσης του από 24.10.62 β.δ/τος (ΦΕΚ 142Δ1:Ελάχιστο πρόσωπο:10 μέτρα-Ελάχιστο βάθος:15 μέτρα-Ελάχιστο εμβαδόν: 750 τ.μ. ββ) Τα γήπεδα που υφίστανται κατά την 12.9.1984 ημέρα δημοσίευσης του από 21.7.1964 β.δ/τος (ΦΕΚ 141 Δ): Ελάχιστο πρόσωπο: 20 μέτρα-Ελάχιστο βάθος: 35 μέτρα-Ελάχιστο εμβαδόν: 1.200 τ.μ. γγ) Τα γήπεδα που υφίστανται κατά την 17.10.1978 ημέρα δημοσίευσης του από 6.10.75 π.δ/τος (ΦΕΚ 538Δ'): Ελάχιστο πρόσωπο:25 μέτρα-Ελάχιστο βάθος: 40 μέτρα-Ελάχιστο εμβαδόν: 2.000 τ.μ. δδ) Τα γήπεδα που δημιουργήθηκαν από την 17.10.1978, ημέρα δημοσίευσης του από 6-10-1978 π.δ/τος (ΦΕΚ 538Δ') μέχρι την ημέρα δημοσίευσης του παρόντος π.δ/τος, ελάχιστο εμβαδόν 4.000 τ.μ. ... γ) Άρτια και οικοδομήσιμα γήπεδα που απομειούνται συνεπεία απαλλοτριώσεων ή διανοίξεως οδών, θεωρούνται άρτια και οικοδομήσιμα εφόσον μετά την απομείωση αυτή έχουν τα όρια αρτιότητας και τις λοιπές προϋποθέσεις των γηπέδων των προηγουμένων περιπτώσεων α και β.". Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει με σαφήνεια ότι, προκειμένου να κριθεί ότι το εναπομείναν τμήμα ενός ακίνητου που απαλλοτριώθηκε είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, δεν αρκεί μόνο η ύπαρξη του ορίου αρτιότητας (εμβαδόν) αλλά και οι λοιπές προϋποθέσεις των περιπτώσεων α και β, ήτοι ελάχιστο βάθος, ελάχιστο πρόσωπο, πρόσωπο επί Εθνικής ή Δημοτικής ή Κοινοτικής Οδού, σε συγκεκριμένη ημεροχρονολογία.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τις από 25-11-2005, 7-12-2005 αιτήσεις τους προς την αρμοδία υπηρεσία του ΥΠΕΧΩΔΕ, που διαβιβάσθηκε στο Εφετείο Λαμίας οι αναιρεσίβλητοι ζήτησαν να κριθεί η ανυπαρξία ωφελείας για τα περιγραφόμενα ακίνητα ιδιοκτησίας τους, από την εκτέλεση του έργου για το οποίο κηρύχθηκε η αναφερομένη στην αίτηση αναγκαστική απαλλοτρίωση, επειδή αυτά, όπως αναφέρεται στην αίτηση βλάπτονται πολλαπλώς και να απαλειφθεί από τον κτηματολογικό πίνακα η επιβληθείσα υποχρέωση αυταποζημίωσης σε βάρος των αναφερομένων απαλλοτριουμένων τμημάτων των ιδιοκτησιών τους. Το Εφετείο Λαμίας που δίκασε τις αιτήσεις, τις δέχθηκε με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 125/2009 απόφαση του με τις ακόλουθες επί της ουσίας παραδοχές της. "Με την υπ' αριθ. 1051765/47772/0010/2004 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, που δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθ. 702/5.8.2004 Φ.Ε.Κ. (τεύχος Δ), κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση εδαφικής έκτασης συνολικού εμβαδού 260.193 τ.μ., που βρίσκεται στις περιοχές των δημοτικών διαμερισμάτων Ροδίτσας Μεγάλης Βρύσης και Αγίας Παρασκευής του δήμου Λαμίας και Αυλακίου και Αγίας Μαρίνας του δήμου Στυλίδας νομού Φθιώτιδας και εικονίζεται με κλίμακα 1:100 στα από Ιούνιο 2003 και με αριθμούς σχεδίων 01 έως 06 κτηματολογικά διαγράμματα και τους αντίστοιχους κτηματολογικούς πίνακες της Διεύθυνσης Μελετών Έργων Οδοποιίας Γ.Γ.Δ.Ε. του Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. που έχουν συντάξει οι μηχανικοί Π. Τ. κ.λπ. και έχει θεωρήσει ο διευθυντής της Διεύθυνσης Δ12 του Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. Κ. Δ.. Η απαλλοτρίωση αυτή κηρύχθηκε για λόγους δημοσίας ωφέλειας υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου και με δαπάνες αυτού και των παρόδιων ιδιοκτητών που ωφελούνται και ειδικότερα για τη διαπλάτυνση του αυτοκινητοδρόμου Π.Α.Θ.Ε. στο τμήμα Λαμίας-Ράχες, υποτμήμα: τέλος ανισόπεδου κόμβου Ροδίτσας έως αρχή ανισόπεδου κόμβου Α. Μαρίνας. Με την υπ' αριθ. 80/2008 απόφαση του Εφετείου Λαμίας προσδιορίστηκε οριστικά η αποζημίωση των απαλλοτριωμένων ακινήτων στα ποσά που αναγράφονται στο διατακτικό της. Η οδός που κατασκευάστηκε είναι κλειστή και υπερυψωμένη. Δημιουργείται οδικός άξονας επιβαρημένος κυκλοφοριακά και περιβαλλοντικά, με συνέπεια τη μείωση της αγοραστικής αξίας των παρόδιων ιδιοκτησιών, αντί την αύξηση αυτών και επιπτώσεις στις χρήσεις αυτών. Από το ακίνητο με ΑΚΠ 80 των αιτούντων Β. Σ., Κ. Σ., Κ. Σ. και Ε. Σ. απομένει μετά την απαλλοτρίωση έκταση 3.250,9 τ.μ. Ωστόσο, καμία ωφέλεια δεν προκύπτει για το εναπομένον τμήμα διότι η απομένουσα έκταση είναι μεν άρτια κατά παρέκκλιση, αλλά μη οικοδομήσιμη. Από το ακίνητο του αιτούντος Π. Α. με ΑΚΠ 14 απόμενα μετά την απαλλοτρίωση έκταση 1.519 τ.μ. Ωστόσο, καμία ωφέλεια δεν προκύπτει για το εναπομένον τμήμα διότι η απομένουσα έκταση δεν είναι ούτε άρτια ούτε οικοδομήσιμη. Από το ακίνητο των αιτούντων Μ. Σ. κ.λπ. με ΑΚΠ 75 απομένει μετά την απαλλοτρίωση έκταση 1.813 τ.μ. Ωστόσο, καμία ωφέλεια δεν προκύπτει για το εναπομένον τμήμα διότι η απομένουσα έκταση δεν είναι ούτε άρτια, ούτε οικοδομήσιμη. Από το ακίνητο των αιτούντων Ν. Κ. κ.λπ. με ΑΚΠ 78 απομένει μετά την απαλλοτρίωση έκταση 2.634 τ.μ. Ωστόσο, καμία ωφέλεια δεν προκύπτει για το εναπομένον τμήμα διότι η απομένουσα έκταση δεν είναι ούτε άρτια ούτε οικοδομήσιμη. Από το ακίνητο της αιτούσας "Σ. Κ. ΑΕ" με ΑΚΠ 89 απομένει μετά την απαλλοτρίωση έκταση 8.120 τ.μ. που είναι άρτια και οικοδομήσιμη. Ωστόσο, καμία ωφέλεια, δεν προκύπτει για το εναπομένον τμήμα διότι δεν υπάρχει στο πρόσωπό του δυνατότητα πρόσβασης επί της κεντρικής αρτηρίας της κατασκευασθείσας οδού. Από το ακίνητο των αιτούντων Α. Ε. Μ. με ΑΚΠ 93 απομένει μετά την απαλλοτρίωση έκταση 7.137 τ.μ. που είναι άρτια και οικοδομήσιμη. Ωστόσο, καμία ωφέλεια δεν προκύπτει για το εναπομένον τμήμα διότι δεν υπάρχει στο πρόσωπο του δυνατότητα πρόσβασης επί της κεντρικής αρτηρίας της κατασκευασθείσας οδού. Από το ακίνητο του αιτούντος Α. Τ. με ΑΚΠ 146 απομένει μετά την απαλλοτρίωση έκταση 1.013 τ.μ. Ωστόσο, καμία ωφέλεια δεν προκύπτει για το εναπομένον τμήμα διότι η απομένουσα έκταση δεν είναι ούτε άρτια ούτε οικοδομήσιμη. Από το ακίνητο των αιτούντων Β. Γ. κ.λπ. με ΑΚΠ 152 απομένει μετά την απαλλοτρίωση έκταση 3.943,5 τ.μ. Ωστόσο, καμία ωφέλεια δεν προκύπτει για το εναπομένον τμήμα διότι η απομένουσα έκταση δεν είναι ούτε άρτια ούτε οικοδομήσιμη. Από το ακίνητο των αιτούντων Δ. Γ. κ.λπ. με ΑΚΠ 155 απομένει μετά την απαλλοτρίωση έκταση 3.828 τ.μ. Ωστόσο, καμία ωφέλεια δεν προκύπτει για το εναπομένον τμήμα διότι η απομένουσα έκταση δεν είναι ούτε άρτια ούτε οικοδομήσιμη. Από το ακίνητο του αιτούντος Ε. Π. με ΑΚΠ 245 καμία ωφέλεια δεν προκύπτει για το εναπομένον τμήμα διότι δεν υπάρχει, στο πρόσωπό του δυνατότητα πρόσβασης επί της κεντρικής αρτηρίας της κατασκευασθείσας οδού. Από το ακίνητο του αιτούντος Ν. Π. με ΑΚΠ 247 απομένει μετά την απαλλοτρίωση έκταση 1.900 τ.μ. Ωστόσο, καμία ωφέλεια δεν προκύπτει για το εναπομένον τμήμα διότι η απομένουσα έκταση δεν είναι ούτε άρτια ούτε οικοδομήσιμη. Από το ακίνητο του αιτούντος Α. Π. με ΑΚΠ 248 απομένει μετά την απαλλοτρίωση έκταση 1.950 τ.μ. Ωστόσο, καμία ωφέλεια δεν προκύπτει για το εναπομένον τμήμα διότι η απομένουσα έκταση δεν είναι ούτε άρτια ούτε οικοδομήσιμη. Η αρμόδια Επιτροπή του άρθρου 33 του Ν. 2971/2001, στη σχετική έκθεση της, εισηγείται ομόφωνα την άρση της αυταποζημίωσης, δεδομένου ότι οι συγκεκριμένες ιδιοκτησίες ή δεν έχουν πρόσβαση επί της οδού στο πρόσωπο του οικοπέδου ή είναι μη άρτιες και μη οικοδομήσιμες ή παρουσιάζουν δυσχέρειες στη δόμηση, όπως αναλυτικά σημειώθηκε ανωτέρω. Ενόψει όλων αυτών το Δικαστήριο κρίνει ότι στις συγκεκριμένες περιπτώσεις οι ιδιοκτησίες των αιτούντων δεν υφίστανται καμιά ωφέλεια από την κατασκευή του έργου ...". Με τις παραδοχές αυτές του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασης του, με τις οποίες δέχθηκε τις αιτήσεις των αναιρεσιβλήτων, το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις ως άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου με αιτιολογίες ελλειπείς και ανεπαρκείς, ώστε δεν καθίσταται εφικτός ο έλεγχος από το Δικαστήριο τούτο ως προς το εάν εφαρμόσθηκαν ορθά οι ως άνω διατάξεις κατά την έννοια που προαναφέρθηκε στην νομική σκέψη της παρούσας, δηλαδή ως προς το εάν με βάση τα περιστατικά που δέχεται το Εφετείο δικαιολογείται η ανυπαρξία οφέλους για τα ένδικα ακίνητα ιδιοκτησίας των αναιρεσιβλήτων κατά την εκτέλεση του έργου με το οποίο κηρύχθηκε η ένδικη απαλλοτρίωση. Ειδικότερα, το Εφετείο για να κρίνει, ότι δεν υπήρξε ωφέλεια στις ένδικες ιδιοκτησίες των αναιρεσιβλήτων δεν διευκρίνισε, ειδικότερα, με τις ίδιες παραδοχές του: α)τα πολεοδομικά δεδομένα της περιοχής των ακινήτων των αναιρεσιβλήτων, δηλαδή τις ελάχιστες διαστάσεις (βάθους, μήκους προσώπου σε οδό κ.λπ) και τις θεσπισμένες δυνατότητες χρήσεως, β)τις διαστάσεις (βάθους, μήκους προσώπου) των ακινήτων προ και μετά την απαλλοτρίωση από το όριο της απαλλοτρίωσης και από τον άξονα της οδού, γ)την αρτιότητα και οικοδομησιμότητα των ενδίκων ακινήτων προ και μετά την απαλλοτρίωση, τόσο κατά κανόνα όσο και κατά παρέκκλιση, δ)τις δυνατότητες προσβάσεως που είχαν τα ένδικα ακίνητα προ της απαλλοτριώσης και αυτές που διαθέτει μετά την απαλλοτρίωση προς το έργο για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση, ε)τις επιπτώσεις της απαλλοτρίωσης και του κατασκευασθέντος έργου στις δυνατότητες χρήσεως των ενδίκων ιδιοκτησιών και συνακόλουθα στην αγοραία αξία τους. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση έλλειψη νομίμου βάσεως λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας σε σχέση με την άρση του τεκμηρίου ωφελείας των εναπομεινάντων της απαλλοτριώσεως ιδιοκτησιών των αναιρεσιβλήτων, λόγω μη αρτιότητας και μη οικοδομησιμότητας, καθώς και μη δυνατότητας πρόσβασης επί της κεντρικής αρτηρίας της κατασκευασθείσας οδού για τις υπ' αριθ. 89, 93 και 245 ιδιοκτησίες, πρέπει να γίνει δεκτός ως κατ' ουσίαν βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου (άρθρο 176, 183 ΚΠολΔ και 18 παρ.4 του ν. 2882/2001 ΚΑΑΑ), σύμφωνα με το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ'αριθ.125/2009 απόφαση του Εφετείου Λαμίας κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το προαναφερόμενο μέρος προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 27 Απριλίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Ιουνίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ