Legislator Case Law & Legislation
1122/2010 AI generated

1122/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1122/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1122/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Άλλα στοιχεία, όπως λ.χ. ο χρόνος και ο τόπος καταρτίσεως της συμβάσεως, οι δαπάνες κτήσεως του αποκτηθέντος, η εκ των προτέρων καταβολή αυτών υπό του εντολέως κ.λ.π., εφ' όσον δεν συνδέονται με άλλο νομικό γεγονός, δεν είναι απαραίτητο να εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και η παράλειψη αναφοράς τους δεν επηρεάζει το παραδεκτό αυτής.

Keywords

AI generated
agricultural prices common organisation of agricultural markets pecuniary dispute price of land arm's length principle agricultural rent control
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1122 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1122/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: χ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Κωνσταντίνο Καλαβρό και Θεοφάνη Σαξωνή.

Των αναιρεσιβλήτων: 1.Ψ1 κατοίκου ..., 2. Ψ2, κατοίκου ... και 3. Ψ3, κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Γεροντίδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 26-9-1995 και 7-1-1996 αγωγές των ήδη πρώτου και τρίτου αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Τριπόλεως και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 117/1996 μη οριστική, 20/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 57/2002 του Εφετείου Ναυπλίου, η οποία αναιρεθηκε με την 832/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου και παρέπεμθηκε η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο προκειμένου να συζητηθεί εκ νέου. Το Εφετείο Ναυπλίου εξέδωσε την 371/2004 απόφαση την αναίρεση της οποίας ζήτησε ο ήδη αναιρεσείων. Εκδόθηκαν η 1879/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου που παρέπεμψε την εκδίκαση της υπόθεσης στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου και η 27/2007 απόφαση της Ολομελείας Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 371/2004 απόφαση του Εφετείου και παρέπεμψε την υπόθεση και πάλι για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Κατόπιν εκδόθηκε η 145/2008 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου την αναίρεση της οποίας ζητά ο αναιρεσείων με την από 9-7-2008 και τους από 31-12-2009 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου ανέγνωσε την από 28-1-2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης των προσθέτων λόγων.

Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 713 και 719 του ΑΚ συνάγεται ότι με τη σύμβαση της εντολής ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να διεξαγάγει χωρίς αμοιβή την υπόθεση που του ανέθεσε ο εντολέας και να αποδώσει σ' αυτόν κάθε τι που απέκτησε από την εκτέλεσή της. Η σύμβαση της εντολής, ακόμη και αν αφορά ακίνητο, δεν υπόκειται σε τύπο και μάλιστα συμβολαιογραφικό αλλά μπορεί να συναφθεί είτε εγγράφως με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, είτε προφορικώς, ρητώς ή σιωπηρώς (ΟλΑΠ 104/1975).

Εξ άλλου, όταν, κατά τις ειρημένες διατάξεις, ο εντολέας ζητεί από τον εντολοδόχο να του αποδώσει εκείνο που ο τελευταίος απέκτησε από την εκτέλεση της εντολής, πρέπει, σύμφωνα με τα άρθρα 106, 111, 118 παρ. 4, 216 § 1 και 335 του ΚΠολΔ, για τη διαδικαστική πληρότητα της ιστορικής βάσεως της αγωγής να προσδιορίζονται σ'αυτή, ευσυνόπτως και σαφώς, η σύμβαση της εντολής, το περιεχόμενό της και δη το είδος της υποθέσεως που ανατέθηκε στον εντολοδόχο, καθώς και εκείνο που ο τελευταίος απέκτησε από την εκτέλεσή της.

Άλλα στοιχεία, όπως λ.χ. ο χρόνος και ο τόπος καταρτίσεως της συμβάσεως, οι δαπάνες κτήσεως του αποκτηθέντος, η εκ των προτέρων καταβολή αυτών υπό του εντολέως κ.λ.π., εφ' όσον δεν συνδέονται με άλλο νομικό γεγονός, δεν είναι απαραίτητο να εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και η παράλειψη αναφοράς τους δεν επηρεάζει το παραδεκτό αυτής.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τις από 26-9-1995 και 7-1-1996 αγωγές των, οι αναιρεσίβλητοι ισχυρίζονται ότι μετά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος αδελφού τους συμμετείχαν κατά το 1/4 έκαστος, στην ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Ψ1,Ψ2,Ψ3 ΟΕ", η οποία μέχρι τον μήνα Αύγουστο του έτους 1993 εκμεταλλεύετο το υπό τον τίτλο "Ψ1,Ψ2,Ψ3 Σ" εστιατόριο - μπαρ - πρατήριο υγρών καυσίμων, στην περιοχή "....

Ότι κατά το θέρος του έτους 1990 συναπεφάσισαν να επενδύσουν, σε εκτός της ως άνω εταιρείας δραστηριότητες, ορισμένα χρηματικά ποσά, τα οποία προήρχοντο από εκκαθαρισμένα κέρδη της εταιρείας και ανήκαν ισομερώς σε αυτούς και τον αντίδικο αδελφό τους. Ότι, σε εκτέλεση της κοινής αυτής αποφάσεως τους και κατόπιν σχετικής συμφωνίας τους με τον εργολάβο οικοδομών Ζ, ο οποίος τους είχε προτείνει τη σχετική επένδυση συνιστάμενη στη μετά την υπό τούτου (Ζ) αξιοποίησή του κατωτέρω ακινήτου, πώλησή του και διανομή του τιμήματος μεταξύ τους, ο αναιρεσείων προέβη, ως εντολοδόχος τους (στο μέτρο που τους αφορούσε), στην, δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος υπ' αριθμ. ...

συμβολαίου του συμβολαιογράφου Άργους Στ. Προκοπίου και αντί τιμήματος 35.000.000 δραχμών, αγορά, επ' ονόματι του, του αναφερόμενου σ' αυτή (αγωγή) και στο ... κείμενου, ακινήτου. Ότι, σε εκτέλεση των μετ' αυτού ως άνω συμφωνηθέντων και ενώ ο Ζ είχε αρχίσει την επί του εν λόγω ακινήτου εκτέλεση οικοδομικών εργασιών για την ανέγερση διωρόφου καταστήματος μεθ' υπογείου, εξεδήλωσε ενδιαφέρον αγοράς του η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ - ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΥΤΙΚΗ -ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ - ΕΞΑΓΩΓΙΚΗ - ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΉ - ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΡΟΦΊΜΩΝ", οι σχετικές δε διαπραγματεύσεις κατέληξαν σε συμφωνία πωλήσεώς του αντί του συνολικού τιμήματος των 160.000.000 δραχμών, εκ του οποίου ποσό 85.000.000 δραχμών θα περιήρχετο σ' αυτούς (αναιρεσίβλητους και αναιρεσείοντα) κατ' ίσο μέρος στον καθένα, το δε υπόλοιπο ποσό των 75.000.000 δραχμών θα περιήρχετο στον εργολάβο Ζ.

Ότι, σε εκτέλεση της τελευταίας αυτής συμφωνίας τους, ο αναιρεσείων, ενεργώντας κατ' εντολή και για λογαριασμό τους, ως κατ' ουσίαν συνιδιοκτητών μετ' αυτού κατ' ίσο μέρος, πώλησε, δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος υπ' αριθμ. ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Ευαγγέλου Καρυοφύλλη, το ανωτέρω ακίνητο στην προαναφερομένη εταιρεία αντί του συμφωνηθέντος τιμήματος των 160.000.000 δραχμών, το οποίο καταβλήθηκε εν μέρει σε μετρητά και εν μέρει με επιταγές.

Ότι από το τίμημα αυτό ο αναιρεσείων, όπως είχε συμφωνηθεί, κατέβαλε, μετρητοίς και με παράδοση επιταγών, στον άνω εργολάβο Ζ το ποσό των 75.000.000 δραχμών, από το υπόλοιπο δε ποσό των 85.000.000 δραχμών, κατά τα συμφωνηθέντα, έπρεπε να καταβάλει στον καθένα από αυτούς (αναιρεσιβλήτους) το ποσό των 21.250.000 δραχμών, το οποίο απέκτησε εκ της εκτελέσεως της ειρημένης εντολής, κατά το μερίδιο που τους ανήκει, πλην όμως δεν το κατέβαλε και αρνείται να το καταβάλει.

Βάσει του ιστορικού αυτού και μετά τον παραδεκτώς γενόμενο περιορισμό του αιτήματος των αγωγών τους, ζήτησαν αφ' ενός μεν να υποχρεωθεί ο αναιρεσείων, να καταβάλει στον καθένα τους, εκ του ποσού των 21.250.000 δραχμών, εκείνο των 15.000.000 δραχμών, αφ' ετέρου δε να αναγνωρισθεί ότι είναι υποχρεωμένος να καταβάλει στον καθένα το υπόλοιπο των 6.250.000 δραχμών.

Με αφετηρία αυτό το περιεχόμενο και αίτημά τους, το Εφετείο έκρινε ότι με τις ανωτέρω δύο αγωγές, ερειδόμενες στις διατάξεις των άρθρων 713 και 719 του ΑΚ, ασκείται η απαίτηση εκάστου των αναιρεσιβλήτων προς απόδοση από τον αναιρεσείοντα, κατά τον λόγο της επί του πωληθέντος ακινήτου μερίδος εκάστου, του τιμήματος, που ο τελευταίος έλαβε από την εκτέλεση της προφορικής (άτυπης) εντολής τους να πωλήσει το άνω ακίνητο, το οποίο κατ' ουσίαν ανήκε κατά κυριότητα και κατ' ίσα μέρη στον καθένα τους.

Ότι αυτές περιέχουν όλα τα απαιτούμενα, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, για το ορισμένο τους στοιχεία, έτσι ώστε να παρέχεται η δυνατότητα στον μεν εναγόμενο να αμυνθεί, στο δε δικαστήριο να διαγνώσει τη νομική και ουσιαστική τουςβασιμότητα. Ότι για τη νομική θεμελίωσή τους στις ανω'τερω διατάξεις, η αφορώσα την πώληση ακινήτου ως άνω εντολή των αναιρεσιβλήτρων προς τον αναριεσείοντα δεν ήταν αναγκαίο κατά το νόμο να έχει καταρτισθεί εγγράφως και δη συμβολαιογραφικώς.

Ακολούθως, έκρινε απορριπτέα ως αβίασμα τα όσα υποστήριζε ο αναιρεσείων με τους σχετικούς α) από 5-3-2001 και 9-10-2007 πρόσθετους λόγους (έφεσης), ότι δηλαδή οι εναντίον του αγωγές αυτές είναι αόριστες, γιατί οι αναιρεσίβλητοι δεν εκθέτουν τον χρόνο, τον τόπο καταρτίσεως της συμβάσεως εντολής που επικαλούνται, τα πρόσωπα και το ακριβές περιεχόμενο αυτής και τον τρόπο αποδόσεως των κτηθέντων σ' αυτούς, τα αποδεικτικά των ισχυρισμών τους μέσα, την πραγματική κατάσταση από πλευράς δομήσεως και αξίας στην οποία βρισκόταν το πωληθέν ακίνητο, τα υπ' αυτών κτηθέντα κατά τις εκκαθαρίσεις των εταιρικών τους διαφορών και από πότε και από ποιόν έλαβε το ως άνω τίμημα των 160.000.000 δραχμών και β) από 9-10-2007 τρίτο πρόσθετο λόγος έφεσης, ότι δηλαδή είναι άκυρη η κρίσιμη σύμβαση εντολής, επειδή, παρόλο που αφορούσε ακίνητο, δεν εδόθη δια συμβολαιογραφικού εγγράφου.

Με το να κρίνει έτσι και να δεχθεί ως ορισμένες και νόμω βάσιμες τις ανωτέρω δύο αγωγές, το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 713 και 719 ΑΚ, ούτε παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτες λόγω αοριστίας τις αγωγές αυτές, γι' αυτό και ο περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 14 Κ.Πολ.Δ απορρέων ( όπως εκτιμάται) πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δικ. έλλειψη νόμιμης βάσης, που ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή παρεχόμενο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτει σαφώς η συνδρομή των απαιτούμενων αναγκαίως κατά νόμο, για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόσθηκε, περιστατικών ή όταν οι αιτιολογίες της απόφασης είναι ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό ουσιωδών γεγονότων, σε τρόπο που να μη είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής κανόνα δικαίου, όχι όμως και όταν οι ελλείψεις της απόφασης αφορούν την άρνηση της αγωγής ή στην επιχειρηματογολία των διαδίκων (Ολ ΑΠ1/1999 και 24/1992).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: Δυνάμει του νομίμως δημοσιευθέντος στα οικεία βιβλία του Πρωτοδικείου Ναυπλίου υπ' αριθμ. ... ιδιωτικού συμφωνητικού οι αναιρεσίβλητοι Ψ1 και Ψ3 και ο αναιρεσείων αδελφός τους,χ, συνέστησαν ομόρρυθμη εμπορική εταιρεία με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Ψ1,Ψ2,Ψ3 ΟΕ", διαρκείας αορίστου χρόνου και με σκοπό την, δια της εγκαταστάσεως σε αυτό πρατηρίου υγρών καυσίμων και επιχειρήσεως εστιατορίου και καφετερίας, εκμετάλλευση ακινήτου, εκτάσεως έξι (6) στρεμμάτων περίπου, ευρισκόμενου στη θέση "..., εν επαφή προς την παλαιά ΕΟ ..., το οποίο, δια χρημάτων που διέθεσε αποκλειστικώς ο εκ των αναιρεσιβλήτων Ψ3, είχε ήδη αγορασθεί, κατόπιν κοινής προφορικής συμφωνίας των διαδίκων, στο όνομα των λοιπών διαδίκων αδελφών του.

Κατόπιν τούτου και αφού στο εν λόγω ακίνητο κατασκευάσθησαν οι απαραίτητες εγκαταστάσεις και άρχισαν από τα έτη 1975 και 1978 ή 1979 να λειτουργούν οι επιχειρήσεις πρατηρίου υγρών καυσίμων και εστιατορίου - καφετερίας, το καταστατικό της ειρημένης εταιρείας τροποποιήθηκε διαδοχικώς με τα νομίμως δημοσιευθέντα στα αυτά ως άνω βιβλία του Πρωτοδικείου Ναυπλίου υπ' αριθμ. ...

ιδιωτικά συμφωνητικά των ίδιων εταίρων, με αποτέλεσμα από της τελευταίας τροποποιήσεως να φέρονται, για φορολογικούς λόγους, ως μόνοι εταίροι ο αναιρεσείων χ, οι εκ των αναιρεσιβλήτων Ψ1 και Ψ3 και οι μη όντες διάδικοι στην προκειμένη διαφορά Ξ σύζυγος του εκ των αναιρεσιβλήτων Ψ2 και Κ. Στην πραγματικότητα όμως οι δύο τελευταίοι (Ξ συζ.

Ψ2 και Κ) δεν είχαν καμιά ουσιαστική ανάμειξη στην εταιρεία, πραγματικοί δε εταίροι ήταν μόνο όλοι οι διάδικοι αδελφοί, οι οποίοι αποκλειστικώς, πραγματικώς και ουσιαστικώς αναμειγνύοντο στις εταιρικές υποθέσεις και συναποφάσιζαν για αυτές, ενώ διαχειριστής της είχε ορισθεί υπό των εν λόγω εταίρων ο αναιρεσείων, ο οποίος, ως έχων φοιτήσει σε ανωτάτη οικονομική σχολή, ήταν ο πλέον μορφωμένος, των αδελφών του αυτών (λοιπών διαδίκων - εναγόντων) όντων αποφοίτων δημοτικού σχολείου.

Οι υπό της εταιρείας ασκούμενες ως άνω επιχειρήσεις στην ουσία είχαν διαμορφωθεί σε οικογενειακές επιχειρήσεις των διαδίκων, όπου απασχολούντο οι ίδιοι και οι σύζυγοι τους, ενώ λόγω της πλεονεκτικής θέσεως αυτών (επιχειρήσεων) , ως εκ του ότι μέχρι το έτος 1990, που εδόθη στην κυκλοφορία ο αυτοκινητόδρομος ..., ευρίσκοντο στη μοναδική μέχρι τότε οδό προς τη νότια και την κεντρική ..., παρείχαν υπηρεσίες και περίπου τριάντα εργαζόμενοι σε δύο βάρδιες, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα την επίτευξη μεγάλων ημερησίων κερδών, ανερχομένων και στο ποσό των 1.000.000 δραχμών.

Τα εταιρικά αυτά κέρδη, λόγω των πολύ καλών σχέσεων που είχαν μεταξύ τους και του οικογενειακού χαρακτήρα της εταιρείας, ουδέποτε κατά το διάστημα της λειτουργίας της διανεμήθηκαν τυπικώς, κατά το άρθρο 762 του ΑΚ, μεταξύ των πραγματικών, κατά τα εκτεθέντα, εταίρων-διαδίκων. Αλλά κατά συχνά χρονικά διαστήματα, από το υπόλοιπο των, μετά την τακτοποίηση των υποχρεώσεων της εταιρείας, εισπράξεων, οι διάδικοι παρακρατούσαν διάφορα χρηματικά ποσά τόσον για την κάλυψη των οικογενειακών και άλλων βιοτικών τους αναγκών, όσο και για αγορές ακινήτων.

Η εν λόγω απόληψη χρηματικών ποσών, ναι μεν δεν ήταν έγκυρη ως εκκαθάριση και διανομή των εταιρικών κερδών αποτελούσε όμως υπαρκτή και αποδεκτή υπ' αυτών (διαδίκων) τακτική, προς τον σκοπό της μερικής άτυπης εκκαθαρίσεως και διανομής των εταιρικών κερδών. Τα υπόλοιπα (μετά την τακτοποίηση των υποχρεώσεων της εταιρείας και την ανάληψη χρηματικών ποσών από τους διαδίκους) ποσά εκ των κερδών της εταιρείας κατετίθεντο, σε κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς, ο καθένας από τους οποίους είχε ανοιχθεί στο όνομα εκάστου των αναιρεσιβλήτων, με συνδικαιούχο σε όλους τον αναιρεσείοντα.

Ειδικότερα, είχαν ανοιχθεί οι τραπεζικοί λογαριασμοί: α) ... της Τράπεζας Πίστεως με συνδικαιούχους τον αναιρεσίβλητο Ψ2 και τον αναιρεσείοντα, β) ... της Γενικής Τράπεζας με συνδικαιούχους τον αναιρεσίβλητο Ψ1 και τον αναιρεσείοντα και γ)... της Εμπορικής Τράπεζας με συνδικαιούχους τον αναιρεσίβλητο Ψ3 και τον αναιρεσείοντα.

Συνέπεια τούτων ήταν ότι έκαστος των διαδίκων αυτών μπορούσε, κατά το δοκούν και μόνος ή από κοινού με τους λοιπούς πραγματικούς συνεταίρους του, να προβαίνει στην διάθεση χρηματικών, εκ των λογαριασμών αυτών, ποσών, εκτός άλλων, και για την αγορά ακινήτων επ' ονόματί του. Και πράγματι, από τα κατά τον εκτεθέντα τρόπο διανεμηθέντα κέρδη, αγοράσθηκαν, από τους διαδίκους συνεταίρους στο όνομα τους και για λογαριασμός τους και ουχί επ' ονόματι και για λογαριασμό της εν λόγω εταιρείας, τα εξής ακίνητα:

α) από όλους τους διαδίκους αδελφούς: 1) ένα οικόπεδο 4.800 τ.μ. στην ... πλησίον της βίλας Τουρκοβασίλη, 2) οικόπεδο με κτίσμα στο ..., 3) δύο οικόπεδα στην ...) ένα αγροτεμάχιο στην ... κλπ β) από τους εκ των διαδίκων αδελφούς Ψ1, Ψ2 και Χ ξενώνας στο κάστρο της ... κλπ. Ποτέ όμως και μέχρι τη λύση της δεν αγοράσθηκε ακίνητο ή οποιοδήποτε άλλο περιουσιακό αντικείμενο στο όνομα του νομικού προσώπου της άνω εταιρείας.

Η ειρημένη εταιρεία λειτούργησε ουσιαστικώς μέχρι τον μήνα Αυγουστο του έτους 1993, η δε τυπική λύση της έλαβε χώρα κατά τον μήνα Δεκέμβριο του έτους 1993, δυνάμει του νομίμως δημοσιευθέντος στα οικεία βιβλία του Πρωτοδικείου Ναυπλίου υπ' αριθμ. ... εγγράφου διαλυτικού της, που καταρτίσθηκε τυπικώς μεταξύ των ως άνω εταίρων Ψ1, Χ, Ψ3, Ξ συζ.

Ψ2 και Κ, στην ουσία όμως μεταξύ όλων των διαδίκων αδελφών. Προ της κατά τα εκτεθέντα λύσεως της εταιρίας και ενώ εισέτι οι σχέσεις των διαδίκων ήταν αγαστές και δεν υπήρχαν διαφορές μεταξύ τους, υφίστατο δε και λειτουργούσε κερδοφόρως η εν λόγω εταιρεία, και ειδικότερα κατά το θέρος του έτους 1990, κατά πρόταση του μη όντος εν προκειμένω διαδίκου, εργολάβου οικοδομών Ζ, ο οποίος, κατά τους προς αυτούς (διαδίκους) ισχυρισμούς του, δεν διέθετε το προς τούτο απαιτούμενο χρηματικό ποσό, και αφού βρήκαν την πρόταση του συμφέρουσα, οι διάδικοι αδελφοί απεφάσισαν να διαθέσουν το ποσό των 35.000.000 δραχμών προκειμένου να αγοράσουν από κοινού και κατ' ισομοιρίαν έκαστος από τους αληθείς κυρίους, ..., ένα άρτιο και οικοδομήσιμο ακίνητο - οικόπεδο εμβαδού 480 τ.μ., ευρισκόμενο επί της συμβολής των οδών ...

της κωμοπόλεως του ..., με την προοπτική και συμφώνως προς την περαιτέρω πρόταση του ως άνω εργολάβου (Ζ), ο τελευταίος να το αξιοποιήσει, οικοδομώντας σ' αυτό κτήριο χωρίς την δική τους (διαδίκων) οικονομική συμβολή και εν συνεχεία, έτσι αξιοποιημένο, να το πωλήσουν σε τρίτον ενδιαφερόμενο και να διανείμουν μεταξύ αυτών και εκείνου (Ζ) το επιτευχθησόμενο τίμημα.

Προς υλοποίηση της αποφάσεώς τους αυτής και με σκοπό τον προαναφερόμενο, οι αναιρεσίβλητοι έδωσαν προφορικώς στον αναιρεσείοντα εντολή και ο τελευταίος απεδέχθη, όπως επ' ονόματί του, αλλά για λογαριασμό των ίδιων και εκείνου βεβαίως, προβεί στην αγορά, κατ' ίσο για τον καθένα τους μερίδιο, του ως άνω οικοπέδου, εντολή την οποίαν ο αναιρεσείων εξετέλεσε, καθ' όσον, με το νομίμως μεταγεγραμμένο υπ' αριθμ. ...

συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αργούς Στυλιανού Προκοπίου, αγόρασε μεν επ' ονόματι του το οικόπεδο τούτο, πλην όμως και για λογαριασμό των αδελφών του, αναιρεσιβλήτων κατ' ίσο μέρος για τον καθένα τους, αντί του καταβληθέντος, κατ' ίσο μέρος από τον ίδιο (αναιρεσείοντα) και έκαστο των αναιρεσιβλήτων, τιμήματος των 35.000.000 δραχμών.

Μετά χρονικό διάστημα περίπου δέκα έξι (16) μηνών από της τοιαύτης αγοράς και ενώ ο ως άνω εργολάβος οικοδομών κατασκεύαζε στο ανωτέρω οικόπεδο διώροφη οικοδομή με υπόγειο, εξεδήλωσε ενδιαφέρον αγοράς του οικοπέδου και της κατασκευαζόμενης οικοδομής η εταιρεία "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΥΤΙΚΗ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ ΕΞΑΓΩΓΙΚΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΡΟΦΙΜΩΝ" υπό τον διακριτικό τίτλο "Φ ΑΕ", η οποία προσέφερε προς τούτο τίμημα ποσού 160.000.000 δραχμών.

Την τοιαύτη πρόταση αγοράς του από την τελευταία αυτή εταιρεία οι διάδικοι αδελφοί, ως συγκύριοι στην ουσία του ακινήτου αυτού και της οικοδομής του, και ο εργολάβος Ζ, την απεδέχθησαν, συμφωνήσαντες, οι μεν διάδικοι να λάβουν εκ του τιμήματος αυτού το ποσό των 85.000.000 δραχμών, κατ' ίσο έκαστος τμήμα, ήτοι 21.250.000 δραχμές έκαστος, ο δε Ζ να λάβει το ποσό των 75.000.000 δραχμών.

Σε εκτέλεση της συμφωνίας τους αυτής, οι αναιρεσίβλητοι, ως συγκύριοι στην ουσία του ακινήτου αυτού, έδωσαν προφορικώς την εντολή και πληρεξουσιότητα στον αναιρεσείοντα αδελφό τους να προβεί στην εν λόγω μεταβίβαση, στην οποία ο τελευταίος, αποδεχθείς την εντολή αυτή και ενεργήσας το μεν συμφώνως προς αυτή, το δε για ίδιο λογαριασμό κατά το ανήκον σ' αυτόν μερίδιο, προέβη, μεταβιβάσας, κατά πλήρες δικαίωμα κυριότητος, νομής και κατοχής, το ακίνητο αυτό, κατά το ανήκον στον ίδιο και σε έκαστον των αντιδίκων του αδελφών του ίσο μερίδιο, στην ανωτέρω αγοράστρια ανώνυμη εταιρεία ("ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΥΤΙΚΗ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ ΕΞΑΓΩΓΙΚΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΡΟΦΙΜΩΝ" υπό τον διακριτικό τίτλο "Φ ΑΕ"), με το νομίμως μεταγεγραμμένο υπ' αριθμ. ...

συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ευαγγέλου Καρυοφίλλη, εισπράξας το ρηθέν τίμημα (των 160.000.000 δραχμών) σε μετρητά και επιταγές για λογαριασμό τόσο του ίδιου όσο και εκάστου των αναιρεσιβλήτων, κατ' ίσο επίσης μερίδιο, αποδώσας, αφ' ενός μεν υπό την αυτή ιδιότητα, δηλαδή του εντολοδόχου όλων των αδελφών του (αναιρεσιβλήτων), αφ' ετέρου δε για δικό του λογαριασμό, στον εργολάβο Ζ, εκ του εισπραχθέντος τιμήματος, το ποσό των 75.000.000 δραχμών και παρακρατήσας το υπόλοιπο ποσό των 85.000.000 δραχμών, το οποίο όμως δεν απέδωσε σε έκαστο των εναγόντων (σε αμφότερες τις αγωγές) και ήδη αναιρεσιβλήτων, αδελφών του, κατά το ανήκον στον καθένα, βάσει του επί του πωληθέντος ακινήτου μεριδίου του, ποσό των 21.250.000 δραχμών, αλλά το παρεκράτησε.

Κατόπιν τούτου και επειδή εν τω μεταξύ από του έτους 1990 είχε μειωθεί κατά πολύ η κερδοφορία της ειρημένης εταιρείας εκ του ότι είχε δοθεί στην κυκλοφορία ο αυτοκινητόδρομος ..., με συνέπεια από την, παρά τις επιχειρήσεις της στην ως άνω θέση "...", οδό ... να ελαττωθεί τα μέγιστα η διέλευση οχημάτων και ταξιδιωτών, αλλά και επειδή είχε επέλθει ψύχρανση των σχέσεων αυτών (διαδίκων) εκ διαφόρων λόγων, όπως εκ του ότι ο αναιρεσείων επιχείρησε να αναλάβει μόνος του και για δικό του λογαριασμό, χωρίς την συνεργασία των αναιρεσιβλήτων αδελφών του, την κατασκευή και λειτουργία Σταθμού Εξυπηρετήσεως Αυτοκινήτων επί του νέου αυτοκινητοδρόμου ...

παρά την σήραγγα ..., ως και εκ του ότι οι αναιρεσίβλητοι θεωρούσαν εαυτούς αδικημένους από την συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, στον οποίον, απέδιδαν ότι υπεξήρεσε και οικειοποιήθηκε στοιχεία της κινητής τους περιουσίας, όπως την εξ 100.000.000 δραχμών και πλέον αξία μετοχών ανωνύμων εταιρειών που είχαν εκδοθεί στο όνομά τους και τις οποίες, μετερχόμενος πλαστοπροσωπία, μετεβίβασε χωρίς τη δική τους συναίνεση, και επίσης (του απέδιδαν ότι υπεξήρεσε) το κατά τα εκτεθέντα τίμημα εκ της πωλήσεως του ρηθέντος οικοπέδου στο ..., επήλθε η λύση της εταιρείας αυτής, δυνάμει του ως άνω υπ' αριθμ. ...

εγγράφου διαλυτικού της. Με το διαλυτικό αυτό, ως εκ του περιεχομένου του σαφώς προκύπτει, οι τυπικώς εταίροι της εταιρείας αυτής, στην ουσία και στην πραγματικότητα όμως οι διάδικοι αδελφοί, συνομολόγησαν, ρητώς, ότι έγινε εκκαθάριση και διανομή της εταιρικής και μόνο περιουσίας και έκαστος των εταίρων έλαβε την αναλογούσα σ' αυτόν μερίδα, ότι εξοφλήθηκαν άλλως διακανονίσθηκαν τα προς τρίτους εταιρικά χρέη, ότι παραιτούνται αμοιβαίως πάσης αξιώσεως τους και ανταξιώσεώς τους κατ' αλλήλων ως και της περί εταιρείας αγωγής και ότι δηλώνουν πως δεν έχουν ούτε διατηρούν ουδεμία αξίωση κατ' αλλήλων ικανοποιηθέντες ολοσχερώς.

Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ω ς προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των αναφερόμενων πιο πάνω διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου. Ειδικότερα, η παραδοχή του, ότι η εκκαθάριση και διανομή της εταιρικής περιουσίας έγινε την 31-12-1993, κατά την οποία οι εταίροι παραιτήθηκαν από κάθε αξίωση ή ανταξίωση τους κατ' αλλήλων, δεν αντιφάσκει, δεν τελεί δηλαδή σε λογική ανακολουθία με την παραδοχή του, ότι οι εταίροι μέχρι την ημερομηνία αυτή ενεργούσαν διάφορες αναλήψεις.

Ούτε συνιστά ανεπαρκή αιτιολόγηση της αποφάσεώς του η παράλειψη αναφοράς σ'αυτή του χρόνου και του ποσού καθεμιάς από τις άνω αναλήψεις, του τρόπου με τον οποίο αυτές έγιναν, καθώς και των καταθέσεων στις οποίες προέβη ο αναιρεσείων μετά τις εκ μέρους του αναλήψεις από τους μνημονευόμενους στην προσβαλλόμενη απόφαση κοινούς λογαριασμούς, των αναφερόμενων σε αυτή ποσών, εν όψει μάλιστα και της μη υποκείμενης σε αναιρετικό έλεγχο διαπιστώσεώς του (οντολογικής κρίσεως), ότι οι ανωτέρω καταθέσεις δεν αποδείχθηκαν.

Επίσης, η παραδοχή του, ότι ο αναιρεσείων κατέθεσε τη 16-12-1991 στον με αριθ. ... κοινό αυτού και του αναιρεσιβλήτου Ψ1 λογαριασμό το ποσό των 38.500.000 δραχ. και την 5-2-1993 στον ίδιο κοινό λογαριασμό το ποσό των δραχ. 5.000.000, δεν ενέχει αντίφαση με την παραδοχή του, ότι ο αναιρεσείων προέβη σε ανάληψη από τον άνω λογαριασμό την ίδια ημέρα (16-12-1991) δραχ. 6.000.000, από 13 έως ...

συνολικά δραχμών 42.500.000 και κατά το πρώτο εξάμηνο του έτους 1992 δραχμών 56.500.000 Τέλος, δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας, εκ του ότι δεν δέχθηκε ως ουστατικά βάσιμο τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος πως τα ανωτέρω ποσά επανακατέθεσε στον με αριθμ. ... κοινό λογαριασμό, στον οποίον κατατίθεντο τα ποσά που αφορούσαν την ομόρρυθμη εταιρία "Αφοί Ψ1,Ψ2,Ψ3 ΟΕ", και εκ του ότι δεν προσδιορίζει αν, μετά τις προαναφερόμενες αναλήψεις, υπήρχαν και πόσα διαθέσιμα κονδύλια στον σχετικό (κοινό) λογαριασμό και αν τα αναληφθέντα ποσά έχουν σχέση με τα κατατεθέντα ή προέρχονται από άλλες καταθέσεις.

Επομένως, ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, το Εφετείο έκρινε ότι οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος, α) ότι κατά την αγορά και εν συνεχεία πώληση του ανωτέρω καινήτου στο ... ενήργησε όχι ως εντολοδόχος των αδελφών του (αναιρεσιβλήτων), οι οποίοι επομένως (όπως επιπλέον ισχυρίζεται) δεν νομιμοποιούνται στην άσκηση των εναντίον του αγωγών, αλλά ως διαχειριστής και για λογαριασμό της ειρημένης εταιρείας "ΑΦΟΙ Ψ1,Ψ2,Ψ3 ΟΕ" και β) ότι οι πράξεις του αυτές ανάγονταν στην διαχείριση της εταιρικής περιουσίας από διαθέσιμα χρήματα αυτής, με συνέπεια το εισπραχθέν υπ' αυτού τίμημα από την πώληση του εν λόγω ακινήτου να αποτελεί στοιχείο της εταιρικής περιουσία και έτσι να υπαχθεί στην κατά την λύση αυτής (εταιρείας) εκκαθάριση, επί της οποίας συμφώνησαν οι αναιρεσίβλητοι αδελφοί του, παραιτηθέντες κάθε άλλης εξ αυτής αξιώσεώς τους, είναι αβάσιμοι κατ' ουσίαν, δεχθέν ειδικότερα α) ότι δεν προέβη (ο αναιρεσείων) στην αγορά και εν συνεχεία στην πώληση του ανωτέρω ακινήτου και, αντιστοίχως, στη διάθεση και την είσπραξη του τιμήματός του, επ' ονόματι και λογαριασμό του νομικού προσώπου της εταιρείας, αλλά (αντιθέτως προέβη) στην αποκλειστικώς στο όνομά του αγορά και πώληση του, όπως ταύτα αποδεικνύονται από τα μνησθέντα συμβόλαια αγοράς και πωλήσεως του εν λόγω ακινήτου, στα οποία αυτός φέρεται, αντιστοίχως, ως αγοραστής και πωλητής και μάλιστα ενεργών επ' ονόματί του και για δικό του μόνο λογαριασμό, β) ότι εν πάση περιπτώσει δεν κατέθεσε το εισπραχθεν υπ' αυτού από την πώλησή του ακινήτου τίμημα σε αποκλειστικώς εταιρικό λογαριασμό και μόνον επ' ονόματι και για λογαριασμό της εταιρείας, όπως θα έκανε αν αυτή πράγματι ήταν η δικαιούχος, γ) ότι στο ανωτέρω διαλυτικό της εταιρείας, μετά την εκκαθάριση αυτής, δεν έγινε καμία μνεία, πολλώ μάλλον επιφύλαξη, περί της τύχης του περιουσιακού αυτού στοιχείου, καίτοι η διαφορά των διαδίκων ήταν γνωστή σ' αυτούς και είχαν ψυχρανθεί οι σχέσεις τους και εξ αιτίας της εν λόγω διαφοράς, αλλά αντιθέτως έγινε η εκκαθάριση αυτής, χωρίς τη διατύπωση όρων ή επιφυλάξεων, δ) ότι δεν ισχυρίζεται εν πάση περιπτώσει ότι προέβη στην αγορά και πώληση του άνω ακινήτου, αποκλειστικώς επ' ονόματι και για λογαριασμό του και ε) ότι ενήργησε, παραλείπων και ενεργών τα προεκτεθέντα, καίτοι, ως σπουδάσας οικονομικές επιστήμες, προδήλως εγνώριζε τη νομική και πραγματική σημασία των ενεργειών και των παραλείψεων του αυτών.

Συναγομένου όθεν εκ τούτου (συνεχίζει το Εφετείο) ότι το επίδικο χρέος δεν ήταν εταιρικό περιουσιακό στοιχείο ώστε να υπαχθεί στην διαδικασία της εκκαθαρίσεως κατά τη λύση της εταιρείας, αλλά χρέος υφιστάμενο μεταξύ αυτού (αναιρεσείοντος) και των αναιρεσιβλήτων, ως εντολέων του, οι οποίοι έτσι νομιμοποιούνται στην άσκηση των εναντίον του αγωγών η παραίτηση τους από τυχόν εταιρικές αξιώσεις προερχόμενες από τη λύση και την εκκαθάριση της εταιρείας, δεν ασκεί έννομη επιρροή Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο δεν στέρησε συναφώς την απόφασή του από νόμιμη βάση, δεν διέλαβε δηλαδή σ' αυτή ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες.

Ειδικότερα, η παραδοχή του, ότι με το υπ' αριθ. ... διαλυτικό της εταιρίας έγγραφο οι διάδικοι συνομολόγησαν ρητά ότι έγινε εκκαθάριση και διανομή της εταιρικής μόνο περιουσίας και ο καθένας έλαβε την αναλογούσα σε αυτόν μερίδα, ότι εξοφλήθηκαν και διακανονίσθηκαν τα προς τρίτους εταιρικά χρέη και ότι παραιτούνται αμοιβαία από κάθε αξίωση και ανταξίωση τους κατ' αλλήλων και από την εταιρική αγωγή και δεν έχουν ούτε διατηρούν καμία τέτοια αξίωση, ικανοποιηθέντες ολοσχερώς, δεν τελεί σε αντίφαση προς την παραδοχή του, ότι οι ανωτέρω δηλώσεις τους δεν περιλαμβάνουν και την ένδικη αξίωση των αναιρεσιβλήτων κατά του αναιρεσείοντος.

Επίσης, το Εφετείο έλαβε υπόψη και απέρριψε ως κατ'ουσιαν αβάσιμο τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ότι τα προαναφερόμενα ποσά που ανέλαβε από τους κοινούς αυτού και των αναιρεσιβλήτων λογαριασμούς, μετά την κατάθεση σε αυτούς του ποσού των 61.500.000 δραχμών, κατέθεσε στον με αριθ. ... κοινό λογαριασμό αυτού και του αναιρεσίβλητου Ψ1 στη Γενική Τράπεζα ..., προς εξυπηρέτηση των αναγκών της εταιρίας "ΑΦΟΙ Ψ1,Ψ2,Ψ3 ΟΕ".

Επομένως ο περί αντιθέτου τρίτος από το άρθρο 559 αριθ. 19 και 8 Κ.Πολ.Δ λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, ενώ διαγιγνώσκει ορθώς το περιεχόμενο του εγγράφου, εκτιμά στη συνέχεια αυτό κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνο που ο επικαλούμενος το έγγραφο θεωρεί ορθό, αλλ' ούτε και όταν το δικαστήριο, παρά τη γενόμενη παραμόρφωση, περιορίσθηκε στο να συνεκτιμήσει το παραμορφωθέν έγγραφο με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να αποδώσει ιδιαίτερη βαρύτητα σε αυτό για το σχηματισμό της κρίσεως του.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο έκρινε ως μη αποδειχθέντα τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ότι δεν εισέπραξε από την αγοράστρια ανώνυμη εταιρεία ("ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΥΤΙΚΗ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ ΕΞΑΓΩΓΙΚΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΡΟΦΙΜΩΝ"), για την πώληση σ'αυτή του εν λόγω ακινήτου (στο ...), το υπό των αναιρεσιβλήτων επικαλούμενο ποσό των 85.000.000 δραχμών, αλλά εκείνο των 61.500.000 δραχμών, το οποίον, (όπως επίσης ισχυρίζεται) κατέθεσε σε κοινούς αυτού και των αναιρεσιβλήτων τραπεζικούς λογαριασμούς ως εξής: 1) ποσό 38.500.000 δραχμών, που εισέπραξε με την υπ' αριθ. ...

επιταγή της Εμπορικής Τράπεζας, που εξέδωσε στις 16-12-1991 ο Φ και την οποία ρευστοποίησε και κατέθεσε το ποσό της στο τηρούμενο στην Γενική Τράπεζα ... υπ' αριθ. ... κοινό λογαριασμό αυτού (αναιρεσείοντα) και του εκ των αναιρεσιβλήτων Ψ1, 2) ποσό 2.000.000 δραχμών το οποίο εισέπραξε με την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας Πίστεως, η οποία εξεδόθη στις 16-12-1991 σε διαταγή Ζ1 και την οποία ρευστοποίησε και στις 16-12-1991 κατέθεσε το ποσό της στον τηρούμενο στην Τράπεζα Πίστεως ...

υπ' αριθμ. ... κοινό λογαριασμό, με συνδικαιούχους τον εκ των αναιρεσιβλήτων Ψ1 και τον ίδιο (αναιρεσείοντα), 3) ποσό 16.000.000 δραχμών, που εισέπραξε με την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Εμπορικής Τράπεζας, που εξέδωσε στις 17-12-1991 ο Φ και που, αφού ρευστοποίησε, κατέθεσε το ποσό της στον τηρούμενο στην Εμπορική Τράπεζα '...

υπ' αριθμ. ... κοινό λογαριασμό, με δικαιούχους τον εκ των αναιρεσιβλήτων Ψ3 και τον ίδιο (αναιρεσείοντα) και 4) ποσό 5.000.000 δραχμών με την υπ' αριθμ. .. επιταγή της Τράπεζας Κρήτης, που εξέδωσε ο Φ σε διαταγή του Ζ1, με ημερομηνία εκδόσεως 5-2-1993,και που, αφού την ρευστοποίησε, κατέθεσε το ποσό της στις 8-2-1993 στον τηρούμενο στην Γενική Τράπεζα ...

υπ' αριθμ. ... κοινό λογαριασμό, με συνδικαιούχους τον εκ των αναιρεσιβλήτων Ψ1 και τον ίδιο (αναιρεσείοντα). Κατέληξε δε το Εφετείο ότι νομίμως και βασίμως οι αναιρεσίβλητοι, ζήτησαν ως εντολείς του αναιρεσείοντος να τους επιδικασθεί (καταψηφιστικώς και εν μέρει αναγνωριστικώς) το ανωτέρω χρηματικό ποσό, το οποίο ο αναιρεσείων απέκτησε από την εκτέλεση της επίμαχης εντολής κρίναν ως αβάσιμους τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, α) ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν νομιμοποιούνται στην άσκηση των εναντίον του αγωγών, διότι ενήργησε και εισέπραξε το εκ της πωλήσεως του εν λόγω ακινήτου τίμημα όχι επ' ονόματι και για λογαριασμό των αντιδίκων ενεργώντας ως εντολοδόχος τους, αλλά για λογαριασμό της ανωτέρω εταιρείας, β) ότι το επίδικο, προς έκαστο των αντιδίκων του, χρέος αποτελεί εταιρικό περιουσιακό στοιχείο, το οποίο υπήχθη στη διαδικασία της εκκαθαρίσεως, την οποία ακολούθησε, δυνάμει του ως άνω διαλυτικού, η λύση της εταιρείας και η παραίτηση των αναιρεσιβλήτων από κάθε αξίωσή τους που αφορούσε την εταιρική περιουσία, με συνέπεια οι ίδιοι να μη νομιμοποιούνται και εξ αυτού του λόγου στην άσκηση των εναντίον του αγωγών, και γ) ότι δεν εισέπραξε από την πώληση του ακινήτου το ποσό των 85.000.000 αλλά εκείνο των 61.500.000 δραχμών.

Κατόπιν τούτων, ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 8 και 19 Κ.Πολ.Δ, προσάπτεται στο Εφετείο α) κακή εκτίμηση της παραπάνω εγγραφής του σχετικού βιβλιαρίου Ταμιευτηρίου για κατάθεση τη 16-11-1991 ποσού 2.000.000 δραχ. στον με αριθ. ... κοινό λογαριασμό στο Υποκατάστημα της Τράπεζας Πίστεως στο ...

και β) παραμόρφωση κατά το σημείο αυτό του περιεχομένου του εν λόγω εγγράφου και συγκεκριμένα του διαλαμβανομένου στο βιβλιάριο αυτό με αριθ. ... κοινού λογαριασμού, είναι ως προς μεν την πρώτη (υπό α') αιτίαση, απαράδεκτος διότι η εκτίμηση από το δικαστήριο του περιεχομένου εγγράφου δεν υπόκειται κατ' άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.

στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ως προς δε τη δεύτερη (υπό β') αιτίαση, αβάσιμος διότι από την επίσκοπη του ως άνω λογαριασμού προσκομίζεται σε επικυρωμένο φωτοαντίγραφο) δεν προκύπτει τέτοια κατάθεση και σε κάθε περίπτωση διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν μόρφωσε τη γνώμη του, ως προς τη μη κατάθεση του ποσού των δραχμών 2.000.000 τη 16-11-1991 στον άνω λογαριασμό, αποκλειστικά και μόνο ή κατά κύριο λόγο από το περιεχόμενο του ανωτέρω εγγράφου, αλλά από την συνεκτίμησή του με τις άλλες αποδείξεις, χωρίς να εξαιρείται ως προς το παραπάνω πόρισμα το έγγραφο αυτό.

Οι προβλεπόμενοι στα άρθρα 173 και 200 ΑΚ γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών εφαρμόζονται σε περίπτωση ύπαρξης κενού ή ασάφειας στη σχετική δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως. Παραβίαση των κανόνων αυτών υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας έστω και έμμεσα και παρά ταύτα δεν προσέφυγε στους εν λόγω κανόνες ή, μολονότι βεβαιώνεται στην απόφαση ότι η δήλωση βουλήσεως είναι σαφής, εν τούτοις προέβη σε ερμηνεία της με τη συνεκτίμηση εξωδικαιοπρακτικών στοιχείων ή με τη χρησιμοποίηση επιχειρημάτων ή ενδοιαστικών εκφράσεων, όχι όμως και όταν δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής, κρίση η οποία είναι ανέλεγκτη από τον Αρειο Πάγο.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ότι το περιεχόμενο του από 31-12-1993 ιδιωτικού συμφωνητικού λύσεως της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Ψ1,Ψ2,Ψ3 ΟΕ" είναι απόλυτα σαφές και δεν προέβη σε ερμηνεία αυτού, με προσφυγή σε ερμηνευτικά επιχειρήματα από το κείμενό του και σε στοιχεία εκτός αυτού, γενικά και ειδικότερα τόσο ως προς τον σχηματισμό της κρίσης του ότι αντικείμενο του συμφωνητικού ήταν μόνο οι εκατέρωθεν απαιτήσεις των μερών από την εταιρική σχέση, στην οποία δεν συμπεριλαμβάνονται οι ένδικες απαιτήσεις των αναιρεσιβλήτων από τη σύμβαση εντολής, όσο και ως προς την απόρριψη του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος για παραίτηση των αναιρεσιβλήτων από τις ένδικες αξιώσεις τους.

Επομένως, ο πρώτος λόγος του προσθετου αναιρετηρίου, με τον οποίον, υπό την επίκληση του άρθρου 1 Κ.Πολ.Δ., καταλογίζεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι δέχθηκε έμμεσα, αλλά με σαφήνεια, την ύπαρξη κενού και ασάφειας ως προς την παραίτηση των αναιρεσιβλήτων από την ένδικη αξίωση τους και παρά ταύτα δεν προσέφυγε στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ προς άρση του κενού και της ασάφειας, είναι αβάσιμος.

Ύστερα από την εκτεθείσα κρίση του Εφετείου, για τη μη ύπαρξη κενού ή ασάφειας στο ανωτέρω έγγραφο, καθίσταται αβάσιμος, ως στηριζόμενος σε ανακριβή προϋπόθεση, ο ίδιος ( πρώτος) πρόσθετος λόγος κατά το μέρος αυτού με το οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δικ., πλήττεται η εφετειακή απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης, συνισταμένης α) στην έλλειψη κάποιας παραδοχής ως προς την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων στο παραπάνω (διαλυτικό) έγγραφο, ή αναφοράς πραγματικών περιστατικών, με τα οποία να εξειδικεύονται οι αόριστες νομικές έννοιες της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών ως προς την ερμηνεία των δηλώσεων βουλήσεως των συμβαλλόμενων στο ίδιο έγγραφο και β) στην ύπαρξη αντιφάσεων, μεταξύ αφενός της παραδοχής, ότι με το παραπάνω (περί λύσεως της εταιρίας) έγγαφο έγινε εκκαθάριση και διανομή μόνο της εταιρικής περιουσίας και εξόφληση και διακανονισμός μόνο των προς τρίτους εταιρικών χρεών, καθώς και παραίτηση από κάθε αξίωση ή ανταξίωση κατ' αλλήλων και από την περί εταιρίας αγωγή και αφετέρου των παραδοχών, ότι η αγορά του επιδίκου οικοπέδου στο ...

έγινε με αδιανέμητα εταιρικά κέρδη, ότι το ποσοστό συμμετοχής των αναιρεσιβλήτων στην αγορά του οικοπέδου είναι ίδιο με το ποσοστό συμμετοχής των στην εταιρία και ότι η σύμβαση εντολής για την αγορά του καταρτίσθηκε μόνο μεταξύ των διαδίκων και όχι και των άλλων προσώπων που συμμετείχαν σε αυτή (εταιρία) καθώς επίσης μεταξύ αφενός της παραδοχής, ότι η λύση της εταιρίας με το παραπάνω έγγραφο έγινε και λόγω ύπαρξης μεταξύ των διαδίκων της ένδικης διαφοράς και αφετέρου της παραδοχής, ότι οι διάδικοι δεν προέβησαν με το διαλυτικό αυτό στον διακανονισμό και της διαφοράς τους αυτής (ένδικης), που αποτέλεσε μία από τις αιτίες κατάρτισης του.

Δεδομένου δε ότι το Εφετείο, κρίναν ότι δεν υπάρχει κενό ή ασάφεια στη παραπάνω σύμβαση λύσης της εταιρίας, δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, είναι αβάσιμος, ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως στηριζόμενος, ο πρώτος πρόσθετος λόγος κατά το μέρος του με το οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ.1Κ.Πολ.Δικ,προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τις εν λόγω διατάξεις, εκ του ότι, με βάση τα κριτήρια που επιτάσσονται από τις διατάξεις αυτές για αναζήτηση της αληθινής βούλησης των συμβαλλόμενων, την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και τις εκτεθείσες παραδοχές του, έπρεπε να καταλήξει στην κρίση ότι στο επίδικο συμφωνητικό λύσης της εταιρίας περιλαμβάνεται και η ένδικη απαίτηση των αναιρεσιβλήτων.

Κατ' άρθρο 416 ΑΚ η ενοχή αποσβήνεται με καταβολή. Κατά δε το άρθρο 417 ΑΚ η καταβολή απαιτείται να γίνει στο δανειστή ή σε όποιον ο δανειστής ή το δικαστήριο ή ο νόμος έχει επιτρέψει να δέχεται την καταβολή. Η καταβολή που έγινε σε άλλον ισχύει αν ο δανειστής τη εγκρίνει ή εφ' όσον ωφελείται από αυτή. Κατά δε το άρθρο 1 Ν. 5638/1992 χρηματική κατάθεση σε Τράπεζα σε ανοικτό λογαριασμό, επ' ονόματι δύο ή περισσοτέρων από κοινού, είναι η περιέχουσα τον όρον ότι του εξ αυτής λογαριασμού μπορεί να κάνει χρήση, εν όλω ή εν μέρει, χωρίς σύμπραξη των λοιπών, είτε ένας, είτε τινές ή και πάντες κατ' ιδίαν οι δικαιούχοι.

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την ένσταση του αναιρεσείοντος για απόσβεση της ένδικης αξίωσης των αναιρεσιβλήτων με την κατάθεση χρηματικών ποσών στους αναφερόμενους κοινούς λογαριασμούς, δεχθέν ειδικότερα ότι ο αναιρεσείων πράγματι στις 16-12-1991 κατέθεσε στον ως άνω υπ' αριθ. ...

κοινό λογαριασμό αυτού (αναιρεσείοντα) και του εκ των αναιρεσιβλήτων Ψ1 ποσό 38.500.000 δραχμών. Ωστόσο όμως προέβη σε ανάληψη από τον λογαριασμό αυτό την αυτήν ημέρα ποσού 6.000.000 δραχμών, από δε τις 13-1-1992 έως 29-1-1992 ανέλαβε συνολικώς ποσό 42.500.000 δραχμών και κατά το πρώτο εξάμηνο του έτους 1992 (ανέλαβε) ποσό 56.500.000 δραχμών, χωρίς να αιτιολογεί που διέθεσε τα ποσά αυτά.

Είναι επίσης αληθές, ότι στις 17-2-1991 κατατέθηκαν από τον αναιρεσείοντα στον προαναφερόμενο αριθμ. ... κοινό λογαριασμό, με δικαιούχους τον εκ των αναιρεσίβλητων Ψ3 και τον ίδιο (αναιρεσείοντα) τα ποσά των 9.000.000 και 7.000.000 δραχμών και συνολικώς εκείνο των 16.000.000 δραχμών, ποσό όμως που ανέλαβε μετά τριήμερο, δηλαδή στις 20-12-1991.

Είναι ακόμη αληθές, ότι στις 5-2-1993 κατετέθη στον προαναφερόμενο υπ' αριθμ. ... κοινό λογαριασμό, με συνδικαιούχους τον εκ των αναιρεσιβλήτων Ψ1 και τον ίδιο (αναιρεσείοντα), ποσό των 5.000.000 δραχμών. Όμως, δεν αποδεικνύεται, ότι η κατάθεση αυτή αποτελεί μέρος του τιμήματος, δεδομένου ότι η υπ' αριθμ. ... επιταγή έχει ημερομηνία εκδόσεως περίπου 14 μήνες αφότου έλαβε χώρα η μεταβίβαση του ακινήτου, ενώ εξεδόθη σε διαταγή άλλου και συγκεκριμένα του Ζ1, που δυνάμει συμβάσεως εργολαβίας με την εταιρεία του ως άνω Φ συνέχισε την κατασκευή της επί του ακινήτου ημιτελούς οικοδομής.

Τέλος από τις εγγραφές του σχετικού βιβλιαρίου δεν προκύπτει κατάθεση ποσού 2.000.000 στις 16-11-1991 στον με αριθμό ... κοινό λογαριασμό στο υπ/μα της Τράπεζα Πίστεως στο .... Ακολούθως, το Εφετείο έκρινε ότι, υπό τα ως άνω εκτεθέντα δεν μπορεί να γίνει λόγος για εκπλήρωση της εκ της εν λόγω εντολής υποχρεώσεώς του αναιρεσείοντα, έστω και κατά τα υπ' αυτού επικαλούμενα ως άνω ποσά, διότι:

Ι. στον λογαριασμό, στον οποίο ήταν συνδικαιούχος ο εκ των αναιρεσιβλήτων (συνεντολέων) Ψ2, ο αναιρεσείων (εντολοδόχος) ουδέν ποσό κατέθεσε και

ΙΙ. μολονότι οι απαιτήσεις των τριών αναιρεσιβλήτων ήταν ισόποσες, εν τούτοις φέρεται να καταβάλει άνισα ποσά. Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση νόμιμης βάσης, ούτε ως προς την εν λόγω παραδοχή, με ανεπαρκείς αιτιολογίες, αφού προσδιορίζονται στην απόφαση η ταυτότητα και το περιεχόμενο των προαναφερόμενων δοσοληψιών των διαδίκων.

Δεν ήταν δε αναγκαίο για την πληρότητα της σχετικής αιτιολογίας να αναφέρεται α) ως προς την ανάληψη από τον αναιρεσείοντα την 16-12-1991 του ποσού των δραχ. 6.000.000, από 13 έως 29-1-1992 του ποσού των δραχ. 42.500.000 και το πρώτο εξάμηνο 1992 του ποσού των δραχ. 56.500.000 "ο λόγος της ανάληψης των ποσών αυτών και ο λόγος για τον οποίον οι αναλήψεις αυτές, που απέχουν χρονικά μεταξύ τους, σχετίζονται και αίρουν την αποσβεστική ενέργεια της κατάθεσης" και β) ως προς την ανάληψη του ποσού των 16.000.000 δραχ., μετά τριήμερο από την κατάθεση του την 20-12-1991, ο λόγος της ανάληψης του, αιτιολογείται δε γιατί η ανάληψη ματαίωσε την αποσβεστική ενέργεια της κατάθεσης.

Επομένως, οι περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.πολ.Δικ. δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και δεύτερος λόγος του πρόσθετου αναιρετηρίου είναι αβάσιμοι. Δεδομένου δε ότι οι ανωτέρω και οι λοιπές εκτεθείσες αιτιολογίες της προσβαλλομένης απόφασης στηρίζουν αυτοτελώς το διατακτικό της και δεν πλήττονται επιτυχώς με βάσιμο λόγο, καθίστανται αλυσιτελείς οι ίδιοι λόγοι, καθό μέρος προσάπτουν τις εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ.

απορρέουσες πλημμέλειες στην επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά την οποία " Σε κάθε όμως περίπτωση, ακόμη δηλαδή και αν υποτεθεί, μολονότι δεν αποδεικνύεται κατά τα σχετικώς προεκτιθέμενα, ότι ο αναιρεσείων κατέθεσε στους ως άνω τραπεζικούς λογαριασμούς μέρος του οφειλομένου τιμήματος στους εκ των αναιρεσιβλήτων Ψ1 και Ψ3, και πάλιν αυτή η κατάθεση δεν συνιστά λόγο αποσβέσεως της εκ της εντολής υποχρεώσεως του, όπως αβασίμως ισχυρίζεται, για τους εξής λόγους:

Είναι αληθές ότι ως εξόφληση νοείται, όχι μόνον η καταβολή, αλλά και η κατάθεση σε υφιστάμενο ή το πρώτον ανοιγόμενο με σύμφωνη γνώμη του δανειστή τραπεζικό λογαριασμόν αυτού (ΑΚ 416, 419), αρκεί να έχει (ο δανειστής) την εξουσία της καθ' οιανδήποτε στιγμή, διαθέσεως του αντιπροσωπεύοντος την εγγραφή χρηματικού ποσού.

Ωστόσο όμως η από τον οφειλέτη κατάθεση της οφειλομένης χρηματικής παροχής σε κοινό τραπεζικό λογαριασμό, που τηρεί με συνδικαιούχο τον δανειστή, σαφώς και δεν συνιστά καταβολή, αφού ο δανειστής δεν έχει την εξουσία της ανά πάσα στιγμή διαθέσεως του χρηματικού ποσού της καταθέσεως, η οποία ανήκει και στον οφειλέτη.

Πολύ δε περισσότερο δεν επήλθε στην προκειμένη περίπτωση, έστω μερική, εκπλήρωση της επίδικης οφειλομένης χρηματικής παροχής. Και τούτο, γιατί ο καταθέσας (προφανώς προσχηματικώς) τα ποσά αυτά οφειλέτης - αναιρεσείων, αφ' ενός μεν τα κατέθεσε χωρίς να προκύπτει προηγούμενη ειδική προς τούτο συμφωνία του με τους εν λόγω αναιρεσίβλητους αδελφούς του, αφ' ετέρου δε τα ανέλαβε σχεδόν άμα τη καταθέσει τους και οπωσδήποτε πριν οι τελευταίοι λάβουν γνώση της καταθέσεως και αποδεχθούν αυτήν και πριν καταστούν κύριοι των κατατεθέντων ποσών ως δανειστές οι (αναιρεσίβλητοι)".

Περαιτέρω, με βάση τις προαναφερόμενες παραδοχές του Εφετείου για τη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων και του Ζ, ως προς την αγορά και αξιοποίηση του ανωτέρω ακινήτου, τις εργασίες κατασκευής διώροφης οικοδομής με ισόγειο από τον Ζ, για τη συμφωνία τούτων (διαδίκων και Ζ) ως προς την πώλησή του στην ΑΕ με την επωνυμία "Φ ΑΕ", αντί του τιμήματος των 160.000.000 δραχ.

και για την καταβολή στο Ζ του συμφωνηθέντος με αυτόν μεριδίου του εκ δραχ. 75.000.000, δεν υφίσταται διένεξη μεταξύ των διαδίκων για καταβολή επιπλέον αμοιβής σ' αυτόν (Ζη) για την αξία των εργασιών του επί του εν λόγω ακινήτου και για το κέρδος του, ούτε άλλωστε επικαλείται ο αναιρεσείων με σαφήνεια την ύπαρξη τέτοιας περαιτέρω αξίωσης του Ζ, μετά την επακολουθήσασα μεταξύ αυτού και των διαδίκων συμφωνία περί καταβολής στον ίδιο (Ζ) μέρους του τιμήματος εκ δραχ. 75.000.000.

Ενόψει, επομένως, του ότι δεν είναι αντικείμενο της παρούσας δίκης οι σχετικές με το ακίνητο δοσοληψίες του Ζ με τους διαδίκους, δεν ήταν αναγκαίο κατά νόμο να αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ μέρους του Ζ τυχόν εκπλήρωση ή μη, κατά την πώληση του ακινήτου, της υποχρεώσεως του για την ανέγερση σε αυτό διώροφης οικοδομής με υπόγειο, ούτε η έκταση της απαίτησής του, λόγω μη ολοκλήρωσης αυτής της υποχρεώσεώς του.

Πάντως, το Εφετείο δέχθηκε ότι, στο πλαίσιο της σχετικής συμφωνίας των διαδίκων με τον Ζ, ο τελευταίος θα ελάμβανε από το τίμημα πώλησης του άνω ακινήτου, στην κατάσταση που ευρίσκετο κατά τον χρόνο της πώλησης του , το ποσό των 75.000.000 δραχμών ενώ εξάλλου δεν γίνεται επίκληση τυχόν ύπαρξης απαίτησης του Ζ κατά των διαδίκων ή των τελευταίων κατ' αυτού από τη μερική εκπλήρωση της υποχρέωσής του για ανέγερση διώροφης οικοδομής με υπόγειο.

Συνακόλουθα, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.πολ.Δ απορρέων τρίτος πρόσθετος λόγος, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσεως, συνιστάμενη στη μη αναφορά σ'αυτή του λόγου καταβολής στον Ζ του ποσού των 75.000.000 δραχμών είναι αλυσιτελής και, πάντως, αβάσιμος, διότι αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ο λόγος καταβολής του ανωτέρω ποσού στον Ζ που είναι η ως άνω, σχετική προς τούτο, συμφωνία των διαδίκων με αυτόν.

Δεν ενέχει δε αντίφαση η παραδοχή του Εφετείου, ότι ο Ζ δεν είχε ολοκληρώσει, κατά τον χρόνο της πώλησης του άνω ακινήτου, την υποχρέωσή του για κατασκευή σε αυτό διώροφης οικοδομής με υπόγειο, με την παραδοχή του για καταβολή σ' αυτόν μέρους του τιμήματος εκ δραχμών 75.000.000, αφού σύμφωνα με τις εκτεθείσες διαπιστώσεις του Εφετείου, η καταβολή αυτή έγινε σε εκτέλεση συμφωνίας των διαδίκων με τον ίδιο.

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9-7-2008 αίτησή του Χ για αναίρεση της υπ' αριθ. 145/2008 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου και τους από 31-12-2009 πρόσθετους λόγους αναιρέσεως.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Μαρτίου 2010 και

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 15 Ιουνίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ