Legislator Case Law & Legislation
1122/2008 AI generated

1122/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1122/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1122/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τέλος, δυνάμει των άρθρων 101-104 του διατάγματος της 11/12.11.1929, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του ν. 4229/1929 και τροποποιήθηκε με τα άρθρα 17-19 του ν. 1540/1938, το κατά το 1/5 δικαίωμα συγκυριότητας του Δημοσίου επί των ως άνω πρώην δημοσίων γαιών περιήλθε αυτοδικαίως και χωρίς εγγραφή στα βιβλία μεταγραφών, στους κατά την έναρξη της ισχύος του διατάγματος αυτού συνιδιοκτήτες κατά τα 4/5.

Keywords

AI generated
Turkish nationals asylum application Turkish Kurd territorial scope of the Treaty third state third-party proceedings products from third countries
AI generated
1702/2022
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-09-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και προσώπων μη διαδίκων στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καστοριάς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 47/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 50/2016 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 5-3-2018 αίτησή του.
535/2021
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-6-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Νάξου.
703/2015
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
469/2016
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1144/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1122 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1122/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. ..... 2. ......., 3. ....., 4. ......., 5. ......, 6. ....., 7. ......, 8. ......., 9. ...... και 10. ........., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Ασημακόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσίβλητων: 1. ψ1, 2. ...., 3. ...., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 4. ...... και 5. .......ς. Οι 1ος, 2η, 4ος και 5η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Μπελούρη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2029/8-1-1999 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και την από 2242/20-1-2000 κύρια παρέμβαση των : 1. Ψα, 2. ......, 3. Ψγ, 4. Ψδ 5. Ψε 6. ....... και 7. ......, οι οποίοι δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 189/2001 του ίδιου Δικαστηρίου που παρέπεμψε την υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης λόγω αρμοδιότητας, 34734/2002 οριστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και 2577/2003 προδικαστική, 2937/2004 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3-1-2005 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Λεωνίδας Ζερβομπεάκος ανέγνωσε την από 11-9-2006 έκθεσή του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη, Ιωάννη Ιωαννίδη, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Επειδή, από τις προσκομιζόμενες με αριθ. .... και ... εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ....., προκύπτει ότι επίσημο αντίγραφο της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως και της από 10-10-2006 κλήσεως για συζήτηση αυτής κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον τρίτο αναιρεσίβλητο, ο οποίος όμως δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο και συνεπώς η συζήτηση της αναίρεσης θα προχωρήσει παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ).

II. Επειδή, κατά το άρθρο 3 του "περί γαιών" οθωμανικού νόμου της 7 Ραμαζάν 1274 (1856), που διατηρήθηκε σε ισχύ στις Νέες Χώρες με το άρθρο 2 παρ. 7 του ν. 147/1914, οι αγροί εμπίπτουν στην κατηγορία των δημοσίων γαιών, η δε κυριότητα τους ανήκει στο Δημόσιο. Η παραχώρηση τους σε ιδιώτες γίνεται με τη χορήγηση τίτλου (ταπίου), το οποίο όμως προσπορίζει σε αυτούς δικαίωμα όχι κυριότητος, αλλά διηνεκούς εξουσιάσεως (τεσσαρούφ).

Το δικαίωμα τούτο αναγνώρισε και το υπ' αριθμ. 2468/20.5.1917 διάταγμα της προσωρινής Κυβερνήσεως της Θεσσαλονίκης, η ισχύς του οποίου επεκτάθηκε σε ολόκληρη την Επικράτεια με το νόμο 1072/1917 και, αργότερα, απετέλεσε μέρος του αγροτικού νόμου 2052/1920. Σύμφωνα με το εν λόγω διάταγμα, από της ισχύος αυτού επήλθε αυτοδίκαιη και χωρίς όρους ή προϋποθέσεις μετατροπή του πρώην δικαιώματος εξουσιάσεως σε συγκυριότητα των 4/5, ενώ το άλλο 1/5 της εξ αδιαιρέτου κυριότητος του ακινήτου παρέμεινε στο Δημόσιο.

Τέλος, δυνάμει των άρθρων 101-104 του διατάγματος της 11/12.11.1929, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του ν. 4229/1929 και τροποποιήθηκε με τα άρθρα 17-19 του ν. 1540/1938, το κατά το 1/5 δικαίωμα συγκυριότητας του Δημοσίου επί των ως άνω πρώην δημοσίων γαιών περιήλθε αυτοδικαίως και χωρίς εγγραφή στα βιβλία μεταγραφών, στους κατά την έναρξη της ισχύος του διατάγματος αυτού συνιδιοκτήτες κατά τα 4/5.

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, στις καλούμενες Νέες Χώρες, στις οποίες ανήκει και η Μακεδονία, η κτήση κυριότητος επί ακινήτου της κατηγορίας των δημοσίων γαιών προϋποθέτει την ύπαρξη οθωμανικού τίτλου δικαιώματος εξουσιάσεως (ταπί) και τη διαδοχική εκ του νόμου μετατροπή αυτού σε δικαίωμα συγκυριότητας των 4/5 και, στη συνέχεια, πλήρους κυριότητος.

Περαιτέρω, κτήση δικαιώματος εξουσιάσεως μπορούσε κατ' εξαίρεση να αποκτηθεί και με τις προϋποθέσεις του άρθρου 78 του αυτού ως άνω περί γαιών νόμου, σύμφωνα με το οποίο "εάν τις εξουσιάση (καταλάβει) και καλλιεργήση δημοσίας γαίας και αφιερωμένος επί δέκα έτη άνευ αμφισβητήσεως, αποκτά δικαίωμα εγκαταστάσεως, είτε έχει ανά χείρας έγκυρον τίτλον, είτε στερήται παντάπασι τοιούτου, οπότε αϊ γαίαι αύται δεν θεωρούνται σχολάζουσαι, αλλά δίδοται αυτώ νέος τίτλος δωρεάν".

Από τις διατάξεις όμως αυτές, σε συνδυασμό προς τα άρθρα 3, 8, 9, 24, 30, 61 και 71 του ίδιου ως άνω νόμου, 1 και 13 του νόμου περί ταπίων, την από 28 Σεφέρ 1304 εγκύκλιο του τουρκικού υπουργείου Δικαιοσύνης και το άρθρο 2 των οδηγιών της 23 Μουχαρέμ 1293, συνάγεται ότι οι διατάξεις του άρθρου 78 έχουν εφαρμογή μόνον επί καλλιεργησίμων δημοσίων γαιών, για την απόκτηση δε δικαιώματος εγκαταστάσεως σε αυτές δεν αρκεί μόνη η απλή και χωρίς αμφισβήτηση επί δεκαετία εξουσίασή τους, αλλ' απαιτείται συνάμα και η καλλιέργεια αυτών.

Εξ άλλου, όπως σαφώς προκύπτει από τα άρθρα 1248 και 1614 του Οθωμανικού Α.Κ, δεν αναγνωρίζεται από αυτόν ο θεσμός της χρησικτησίας ως τρόπος κτήσεως κυριότητος, τόσο ως προς τα ακίνητα καθαρός ιδιοκτησίας, όσο και ως προς τις δημόσιες γαίες. Επομένως, δεν υπολογίζεται ο χρόνος που διέδραμε υπό το κράτος της τουρκικής νομοθεσίας για την κτήση κυριότητος με χρησικτησία, είτε τακτική, είτε έκτακτη, αφού ο θεσμός αυτός άρχισε να ισχύει στις νέες χώρες από του έτους 1914 και εφεξής, αφότου επεκτάθηκε σε αυτές η ελληνική νομοθεσία (άρθρα 1 και 2 του ν. 147/1914).

Κατ' ακολουθίαν τούτου, κτήση κυριότητος με έκτακτη χρησικτησία εις βάρος του Δημοσίου δεν είναι δυνατή, όταν το χρησιδεσποζόμενο ακίνητο κείται στις Νέες Χώρες, αφού από την έναρξη ισχύος της ελληνικής νομοθεσίας (1914) και μέχρι της 11.9.1915, δηλαδή του χρόνου από τον οποίο, με το ν.δ. της 22.4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης" απαγορεύθηκε οποιαδήποτε κτητική ή αποσβεστική παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου επί των ακινήτων αυτού, δεν συμπληρώνεται 30ετία, όπως απαιτούσαν οι τότε ισχύουσες διατάξεις του β.ρ.δικαίου.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο, γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία. Άσκηση δε νομής, κατά το άρθρο 974 ΑΚ, που ορίζει "όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου", συνιστούν οι επί του πράγματος υλικές πράξεις με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση για εξουσίασή του.

Γι' αυτό και είναι απαραίτητο οι τέτοιες πράξεις, στις οποίες περιλαμβάνεται και η καλλιέργεια ακινήτου, να αναφέρονται στην απόφαση για την πληρότητα των σχετικών αιτιολογιών της. Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, έλλειψη νόμιμης βάσης που ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή παρεχόμενο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτει σαφώς η συνδρομή των απαιτούμενων αναγκαίως κατά το νόμο, για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόστηκε, περιστατικών, ή περί της μη συνδρομής αυτών, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, σε τρόπο που να μη είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής κανόνα δικαίου.

Εν προκειμένω, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, τα ακόλουθα: "Ο απώτερος δικαιοπάροχος του πρώτου εναγομένου και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου ......., ο οποίος απεβίωσε το έτος 1935, είχε στην ιδιοκτησία του το επίδικο ακίνητο, που βρίσκεται στην περιοχή ......

Θεσσαλονίκης, έχει έκταση 3.664 τ.μ., ήταν αγρός και συγκεκριμένα αμπέλι, έφερε εγγραφή με αριθμό 641 στο βιβλίο γαιών και ιδιοκτησίας της ως άνω περιοχής και τον εξουσίαζε από την εποχή της Τουρκοκρατίας. Μετά το θάνατο του ανωτέρω κυρίου του επιδίκου, το τελευταίο περιήλθε στις θυγατέρες του Γ1 και Γ2, οι οποίες αναμείχθηκαν στην κληρονομιά του πατέρα τους, συνεχίζουσες να νέμονται με διάνοια κυρίου και καλή πίστη το ακίνητο αυτό.

Το 1951 απεβίωσε η ως άνω Γ2 και κληρονομήθηκε από το σύζυγό της Γ και τα τέκνα της ....., Ψγ, Ψα,...., Ψδ και Ψε, ενώ στη συνέχεια πέθανε το 1958 ο Γ και κληρονομήθηκε από τα ως άνω τέκνα του, τα οποία αποδέχθηκαν τις κληρονομιές των ως άνω γονέων τους με την ...... δήλωση αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αξιοθέας Κυριακίδη, την οποία νόμιμα μετέγραψαν.

Στις 26-2-1958 πέθανε η Γ1 και την κληρονόμησαν ο σύζυγός της Ψ και ο γιός της ψ1, πρώτος εναγόμενος, ο οποίος στη συνέχεια κληρονόμησε και τον πατέρα του, που πέθανε στις 5-4-1983, αποδέχθηκε δε την κληρονομιά των γονέων του με τις .... και ...... δηλώσεις αποδοχής των συμβολαιογράφων Θεσσαλονίκης Ε. Πανταζίδου και Α.

Κυριακίδου, αντίστοιχα, που νόμιμα μεταγράφηκαν. Ο επίδικος αγρός έπαυσε να καλλιεργείται και παρέμεινε χέρσος, πλην όμως δεν αποξενώθηκαν ποτέ από τη νομή που οι παρεμβάντες και ο πρώτος εναγόμενος, οι οποίοι στις ως άνω αποδοχές κληρονομίας τον περιέλαβαν, αλλά και συχνά τον επισκέπτονταν και επόπτευαν αυτόν, περισσότερο δε ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος είναι κάτοικος .....

Έτσι συγκύριοι του επίδικου αγρού ήταν οι παρεμβαίνοντες και ο πρώτος εναγόμενος, ως έχοντας αυτόν στη νομή τους, αυτοί και οι ως άνω δικαιοπάροχοί τους, από το έτος 1907 συνεχώς. Το καλοκαίρι του 1991 οι ενάγοντες άρχισαν να αμφισβητούν την κυριότητα του πρώτου εναγομένου και των παρεμβαινόντων επί του επίδικου ακινήτου, οπότε ο πρώτος εναγόμενος περιέφραξε με πασσάλους και συρματόπλεγμα το επίδικο ακίνητο, η αίτηση δε που άσκησαν οι ενάγοντες κατά των εναγομένων για την προστασία της νομής τους στο επίδικο ακίνητο απορρίφθηκε τελικά με την 1365/1994 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης λόγω παραγραφής και έτσι ο πρώτος εναγόμενος εξακολουθεί να βρίσκεται στη νομή και κατοχή του επίδικου ακινήτου, έχοντας προς τούτο δικαίωμα, αφού είναι συγκύριος ομού μετά των παρεμβαινόντων του επίδικου ακινήτου.

Με βάση τα παραπάνω πρέπει η ένδικη αγωγή να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, κατά παραδοχή της ένστασης ιδίας κυριότητας του πρώτου εναγομένου ως βάσιμης κατ' ουσίαν". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο απέρριψε την ένδικη αναγνωριστική της κυριότητας των αναιρεσειόντων επί του επίδικου ακινήτου αγωγή τους κατά παραδοχή της ενστάσεως ιδίας κυριότητας του πρώτου αναιρεσίβλητου.

Με την κρίση του, όμως, αυτή αφενός μεν παραβίασε ευθέως τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του οθωμανικού νόμου "περί γαιών" της 7 Ραμαζάν, με το να δεχθεί ότι το επίδικο ακίνητο, μολονότι ήταν αγρός και βρίσκεται στην περιοχή της Θεσσαλονίκης, δηλαδή σε περιοχή των Νέων Χωρών και ως εκ τούτου ήταν δημόσια γαία, ανήκουσα κατά κυριότητα στο Τουρκικό Δημόσιο, από το οποίο περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο, σύμφωνα με το άρθρο 60 παρ.1 της συνθήκης της Λωζάνης, που κυρώθηκε με το από 25-8-1923 ν.δ., εν τούτοις δέχθηκε ότι περιήλθε στην κυριότητα του απωτέρου δικαιοπαρόχου του πρώτου εναγομένου χωρίς την υπ' αυτού επί δεκαετία τουλάχιστον μέχρι τις 20-5-1917 καλλιέργεια του επίδικου, ώστε έτσι να καταστεί δεκτικό χρησικτησίας εκ μέρους του πρώτου εναγομένου και του αμέσων δικαιοπαρόχων του, με αποτέλεσμα να απορρίψει την ένδικη αγωγή κατά παραδοχή της επί εκτάκτου χρησικτησίας ερειδομένης ενστάσεως ιδίας κυριότητας του ως άνω διαδίκου, αφετέρου δε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης ως προς την προαναφερόμενη ένσταση ιδίας κυριότητας με ανεπαρκείς αιτιολογίες, διότι δεν προσδιορίζονται α) οι πράξεις νομής των δικαιοπαρόχων (αμέσων και απωτέρου) του πρώτου εναγομένου, οι οποίοι φέρονται να νέμονται το επίδικο από το έτος 1907 συνεχώς έκτοτε μέχρι το έτος 1983 (οπότε απεβίωσε ο πατέρας του Ψ) και β) πότε το επίδικο έπαυσε να καλλιεργείται και μέχρι πότε παρέμεινε χέρσο, καθώς και ποιοι το επισκέπτονταν και το επιμελούνταν το χρόνο αυτό, για να διακριβωθεί αν αυτοί πράγματι ήταν νομείς αυτού κατά τα ως άνω χρονικά διαστήματα.

Έτσι, το Εφετείο υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αρ. 1 α και 19 του ΚΠολΔ πλημμέλειες, οι οποίες προβάλλονται από τους αναιρεσείοντες με τους πέμπτο (με στοιχ. ε') και έκτο (με στοιχ. στ) λόγους αναιρέσεως, οι οποίοι είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί. Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 2937/2004 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου 2008.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 29 Μαΐου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ