1122/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Αθανάσιο Θεμέλη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Ειρήνη Αθανασίου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1122/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο ψεκασμός του εσωτερικού της δεξαμενής γινόταν από τον αναιρεσίβλητο, ιστάμενο πάνω σε μια εξέδρα στην είσοδο της δεξαμενής. Προς τούτο ο αναιρεσίβλητος, φορώντας την πλαστική μάσκα με το φίλτρο και τα επίσης πλαστικά γάντια, που του είχαν δοθεί από το εντεταλμένο όργανο της αναιρεσείουσας, εισήλθε στο εσωτερικό της δεξαμενής για να προβεί στον καθαρισμό της.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1122 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1122/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Αθανάσιο Θεμέλη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Ειρήνη Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Ι. ΣΑΚΑΛΑΚΗΣ - ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΦΡΩΔΟΥΣ ΕΛΑΣΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΞΥΛΟΥ", που εδρεύει στο Κορωπί Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κων/νο Φαρμάκη και 2) ....., ο οποίος παραστάθηκε με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο του. Του αναιρεσιβλήτου: ..... , ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Κουτουλάκο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-3-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 554/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 9458/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 13-2-2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Θεμέλης, διάβασε την από 13-2-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 13-2-2006 αίτησης για αναίρεση της 9458/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 914, 932 Α.Κ. και 1, 16 του ν.551/1915 προκύπτει, ότι η χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος, όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας. Οι διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 1 του ν.551/1915, κατά τις οποίες ο παθών σε εργατικό ατύχημα δικαιούται να εγείρει την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσει πλήρη αποζημίωση μόνον όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του ή όταν επήλθε σε εργασία, στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τηρήσεως των διατάξεων αυτών, αναφέρονται στην επιδίκαση αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία και όχι στην χρηματική ικανοποίηση, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο και εφαρμόζονται γι΄ αυτό μόνο οι γενικές διατάξεις (Ολ.ΑΠ 1117/1986).
Επομένως, για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, αρκεί να συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων απ΄ αυτόν, με την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ, δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο ειδική αμέλεια περί την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ. 1 του ν.551/1915.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 3 παρ. 1, 2 και 3 του π.δ. 395/1994, ο εργοδότης λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα, ώστε ο εξοπλισμός εργασίας, που τίθεται στη διάθεση των εργαζομένων μέσα στην επιχείρηση ή και την εγκατάσταση να είναι κατάλληλος για την προς εκτέλεση εργασία ή κατάλληλα προσαρμοσμένος προς το σκοπό αυτό, ούτως ώστε να διασφαλίζεται η ασφάλεια και η υγεία των εργαζομένων κατά τη χρησιμοποίησή του.
Κατά την επιλογή του εξοπλισμού εργασίας, που πρόκειται να χρησιμοποιηθεί, ο εργοδότης λαμβάνει υπόψη τις ειδικές συνθήκες και τα χαρακτηριστικά της εργασίας, τους κινδύνους που υπάρχουν στην επιχείρηση ή και την εγκατάσταση, ιδίως στις θέσεις εργασίας, για την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων, τους κινδύνους που ενδέχεται να προστεθούν λόγω της χρησιμοποίησης του εν λόγω εξοπλισμού εργασίας, καθώς και την έγγραφη γνώμη του τεχνικού ασφαλείας.
Όταν δεν είναι δυνατό να εξασφαλισθεί πλήρως, κατά τον τρόπο αυτό, η ασφάλεια και η υγεία των εργαζομένων κατά τη χρησιμοποίηση του εξοπλισμού εργασίας, ο εργοδότης λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα, ώστε να περιορίσει τους κινδύνους στο ελάχιστο. Εξάλλου, κατά το άρθρο 4 παρ. 1α του π.δ. 396/1994, οι εξοπλισμοί ατομικής προστασίας πρέπει να είναι σύμφωνοι προς τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις σχετικά με το σχεδιασμό και την κατασκευή τους, από πλευράς ασφάλειας και υγείας.
Σε κάθε περίπτωση οι εξοπλισμοί προστασίας πρέπει να είναι κατάλληλοι για τους κινδύνους, που πρέπει να προλαμβάνονται και να μη συνεπάγεται η χρήση τους νέους κινδύνους. Κατά δε το παράρτημα
ΙΙ αριθμ. 3 του π.δ. 396/1994, που αφορά τον ενδεικτικό και μη εξαντλητικό κατάλογο διαφόρων εξοπλισμών ατομικής προστασίας, προστατευτικά μέσα των οφθαλμών και του προσώπου είναι 1) γυαλιά με βραχίονες, 2) γυαλιά - προσωπίδες, που καλύπτουν εν μέρει το πρόσωπο, 3) γυαλιά προστασίας από τις ακτινοβολίες Χ, τις ακτινοβολίες λέϊζερ και τις υπεριώδεις, υπέρυθρες και ορατές ακτινοβολίες, 4) οθόνες προσώπου, 5) προσωπίδες και κράνη για ηλεκτροσυγκόλληση.
Με τις ανωτέρω διατάξεις, που είναι γενικές, δεν προβλέπονται ειδικώς οι όροι ασφαλείας των εργαζομένων, δηλαδή δεν προσδιορίζονται με αυτές οι συγκεκριμένοι όροι, που πρέπει να τηρηθούν για την ασφάλεια των εργαζομένων, καθώς και τα συγκεκριμένα μέτρα, μέσα και τρόπου, που είναι απαραίτητα για την επίτευξη του αυτού σκοπού, τα δε ως άνω αναφερόμενα προστατευτικά μέσα των οφθαλμών και του προσώπου δεν είναι αποκλειστικά, αλλά ενδεικτικά, με την έννοια ότι εκτός αυτών υπάρχουν και άλλοι εξοπλισμοί ατομικής προστασίας των εργαζομένων.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα: ο αναιρεσίβλητος είχε προσληφθεί από την πρώτη αναιρεσείουσα την 20.5.1997 ως ανειδείκευτος εργάτης με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Μεταξύ των καθηκόντων του ήταν και ο καθαρισμός μία φορά την εβδομάδα των δύο κυλινδρικών αναμικτήρων επανακύκλωσης υλικού (δεξαμενών) για την παραγωγή αφρώδους πλαστικού υλικού, που υπήρχαν στον υπόγειο του εργοστασίου της πρώτης αναιρεσείουσας.
Την 19.3.2002 και περί ώρα 14.45 ο αναιρεσίβλητος, κατόπιν εντολής του εντεταλμένου προς τούτο οργάνου της πρώτης αναιρεσείουσας, ανέλαβε να καθαρίσει την χρησιμοποιηθείσα για την παραγωγή αφρώδους πλαστικού δεξαμενή από τα υπολείμματα του μίγματος που είχαν παραμείνει στα εσωτερικά της τοιχώματα. Ο καθαρισμός συνίστατο στην αφαίρεση με μια σπάτουλα των επικολλημένων σωματιδίων και στη συνέχεια, στον ψεκασμό του εσωτερικού της δεξαμενής με ένα "μπέκ", που περιέχει το αναφερόμενο ειδικό αποκολλητικό υγρό.
Ο ψεκασμός του εσωτερικού της δεξαμενής γινόταν από τον αναιρεσίβλητο, ιστάμενο πάνω σε μια εξέδρα στην είσοδο της δεξαμενής. Προς τούτο ο αναιρεσίβλητος, φορώντας την πλαστική μάσκα με το φίλτρο και τα επίσης πλαστικά γάντια, που του είχαν δοθεί από το εντεταλμένο όργανο της αναιρεσείουσας, εισήλθε στο εσωτερικό της δεξαμενής για να προβεί στον καθαρισμό της.
Ενώ είχε σχεδόν ολοκληρώσει τον καθαρισμό της δεξαμενής, έχοντας καταναλώσει τρία δοχεία του αποκολλητικού υγρού, αιφνιδίως έγινε έκρηξη στο εσωτερικό της δεξαμενής, το ωστικό κύμα της οποίας τον εκτίναξε περί τα 3 με 4 μέτρα από την εξέδρα, η δε φλόγα, που δημιουργήθηκε, τον περιέβαλε σε όλο το σώμα του.
Η έκρηξη οφείλεται στην ανάφλεξη των αναθυμιάσεων που δημιουργήθηκαν σε μεγάλο βαθμό περί το τέλος της εργασίας του αναιρεσιβλήτου από την εξακολουθητική χρήση του αποκολλητικού υγρού και συσσωρεύτηκαν, ελλείψει συστήματος απαγωγής τους στη συγκεκριμένη δεξαμενή και την συνεπεία τούτων ανάφλεξη, είτε από στιγμιαίο σπινθήρισμα του κοινού λαμπτήρα πυρακτώσεως και όχι, όπως επέβαλαν οι προαναφερόμενες εξαιρετικές συνθήκες, λαμπτήρα αντιεκρηκτικού τύπου, που υπήρχε στο πάνω μέρος της δεξαμενής, είτε και από δυσλειτουργία των αντικανονικών παροχών των ηλεκτροφόρων καλωδίων, που υπήρχαν στο σημείο όπου η δεξαμενή.
Το εν λόγω βίαιο συμβάν έλαβε χώρα κατά την εκτέλεση της ανατιθεμένης στον αναιρεσίβλητο εργασίας από την πρώτη αναιρεσείουσα, της οποίας, κατά τον προαναφερόμενο κρίσιμο χρόνο, νόμιμος εκπρόσωπος και υπεύθυνος για την τήρηση των επιβαλλομένων μέτρων ασφαλείας των εργαζομένων, ήταν ο δεύτερος αναιρεσείων, αντιπρόεδρος του διοικητικού της συμβουλίου.
Το ένδικο εργατικό ατύχημα, τόσον ως προς την αιτία της προκλήσεώς του, όσον και ως προς την έκταση της βλάβης της υγείας του αναιρεσιβλήτου, οφείλεται αποκλειστικά στην εκ μέρους του δεύτερου αναιρεσείοντος, νόμιμου εκπροσώπου της πρώτης αναιρεσείουσας, υπαίτια παράλειψη να λάβει όλα τα αναγκαία ειδικά μέτρα, τα οποία επιβάλλουν οι ισχύουσες εν προκειμένω νομικές διατάξεις και τα οποία θα καθιστούσαν ασφαλή την εκτέλεση της προαναφερόμενης εργασίας που ανατέθηκε στον αναιρεσίβλητο.
Συγκεκριμένα, ο δεύτερος αναιρεσείων, ως όργανο της πρώτης αναιρεσείουσας, αν και μπορούσε, όπως κάθε λογικός και ευρισκόμενος στη θέση του ευσυνείδητος άνθρωπος, δεν φρόντισε: α) Να εξοπλίσει την υπόψη δεξαμενή με ειδικό σύστημα τοπικής αποτελεσματικής απαγωγής των παραγόμενων ως άνω εύφλεκτων και επικίνδυνων αναθυμιάσεων (άρθρο 9 Π.Δ. 395/1994 "για τις ελάχιστες προδιαγραφές ασφαλείας και υγείας για τη χρησιμοποίηση εξοπλισμού εργασίας τους σε συμμόρφωση με την Οδηγία 89/655/ΕΟΚ" και άρθρα 1 και 36 Π.Δ. 14/16.3.1934 "περί υγιεινής και ασφάλειας των εργατών και υπαλλήλων των πάσης φύσεως βιομηχανιών και βιοτεχνικών εργοστασίων, εργαστηρίων κλπ"), όπως σημειωτέον είχε μεριμνήσει και πράξει για τον άλλο και μη χρησιμοποιούμενο κατά τον παραπάνω χρόνο, αναμικτήρα - αναδευτήρα του εργοστασίου της πρώτης αναιρεσείουσας.
Επισημαίνεται, ότι οι δύο θυρίδες που υπήρχαν στον πυθμένα της δεξαμενής, όπου συνέβη η έκρηξη, χρησίμευαν αποκλειστικά για την έξοδο του παραγόμενου προϊόντος και σε ουδεμία περίπτωση μπορούσαν να υποκαταστήσουν το παραπάνω σύστημα απαγωγής αερίων, β) Να τοποθετήσει, κατά τον ίδιο χρόνο στο πάνω μέρος της δεξαμενής, λαμπτήρα αντιπυρακτώσεως, όπως έπραξε εκ των υστέρων και γ) Να εφοδιάσει τον αναιρεσίβλητο με πυρίμαχη στολή και όχι με πλαστικά γάντια και πλαστική μάσκα, εξαρτήματα τα οποία ενόψει του μεγέθους της εκρήξεως και της εντάσεως αναφλέξεως αποδείχθηκαν εντελώς απρόσφορα για την προστασία του αναιρεσίβλητου (άρθρο 9 Π.Δ. 395/1994).
Ο αναιρεσίβλητος αμέσως μετά το ένδικο εργατικό ατύχημα μεταφέρθηκε στο Π.Γ. Νοσοκομείο "ΚΑΤ" Κηφισιάς Αττικής, όπου διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί θερμικό έγκαυμα 2ου και 3ου βαθμού στο πρόσωπο, στον τράχηλο, στον θώρακα και στη ράχη αμφοτέρων των άνω άκρων του, συνολικής εκτάσεως 30%, μερικού εν τω βάθει και ολικού πάχους.
Στη συνέχεια το Εφετείο απέρριψε την ένσταση των αναιρεσειόντων περί συνυπαιτιότητας του αναιρεσίβλητου στην πρόκληση του ένδικου εργατικού ατυχήματος, επικυρώνοντας κατά τούτο την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε δεχθεί τα ίδια, απορρίπτοντας τους σχετικούς λόγους της έφεσης των αναιρεσειόντων. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των προαναφερόμενων κανόνων ουσιαστικού δικαίου, διέλαβε δε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα κρίσιμα ζητήματα του χώρου, όπου βρισκόταν ο αναιρεσίβλητος κατά τον καθαρισμό της δεξαμενής, ως προς το περιεχόμενο των παραλείψεων του δευτέρου αναιρεσείοντος και ως προς τα αίτια της πρόκλησης της πυρκαγιάς.
Επομένως, οι πρώτος από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. και τέταρτος (περ. β΄, γ΄ και δ΄) από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. λόγοι της αναίρεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. ως "πράγματα" των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους, θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως ή αντενστάσεως, ως και οι λόγοι της εφέσεως που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης (Ολ.Α.Π. 11/1996).
Δεν συνιστούν πράγματα η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής ή ενστάσεως ή αντενστάσεως και τα συμπεράσματα ή επιχειρήματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως και τη νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου. Με το δεύτερο, από το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. λόγο αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του έλαβε υπόψη του ότι "ο ψεκασμός του εσωτερικού της δεξαμενής γινόταν από τον ενάγοντα ιστάμενο πάνω σε μία εξέδρα στην είσοδο της δεξαμενής.
Προς τούτο ο ενάγων, φορώντας την πλαστική μάσκα με το φίλτρο και τα επίσης πλαστικά γάντια που του είχαν δοθεί από το εντεταλμένο όργανο της πρώτης εναγομένης εισήλθε στο εσωτερικό της πιο πάνω δεξαμενής, προκειμένου να προβεί στον καθαρισμό της. Ενώ ο ενάγων είχε σχεδόν ολοκληρώσει τον καθαρισμό.....αιφνιδίως έγινε έκρηξη στο εσωτερικό της δεξαμενής....η δε φλόγα που δημιουργήθηκε τον περιέβαλε σ΄ όλο του το σώμα...." και β) ότι "....ο ενάγων....κατάφερε να σβήσει τη φωτιά από πάνω του....έχοντας όμως υποστεί μεγάλης εκτάσεως θερμικά εγκαύματα....", ενώ η παραδοχή ότι "ο ενάγων....εισήλθε στο εσωτερικό της πιο πάνω δεξαμενής, προκειμένου να προβεί στον καθαρισμό της...." δεν προκύπτει από κανένα στοιχείο "ούτε αποτελεί στοιχείο ή περιστατικό ή ισχυρισμό της ένδικης αγωγής...
ούτε και από τις αποδείξεις προέκυψε εμμέσως ή αμέσως". Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί, αφού οι ανωτέρω παραδοχές του Εφετείου δεν συνιστούν "πράγματα" κατά την ανωτέρω έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αλλά είναι συμπεράσματα του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων. Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται (και) όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, τα οποία είναι χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη παραδεκτού και νομικά βάσιμου ισχυρισμού.
Με τον τρίτο, από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν έλαβε υπόψη τα παρακάτω αποδεικτικά μέσα που οι αναιρεσείοντες είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει προς αντίκρουση των αγωγικών ισχυρισμών, ήτοι: 1) την από 25.2.2005 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του χημικού - μηχανικού ..... , με διαπιστώσεις και πορίσματα αντίθετα προς αυτά, τα οποία περιέχονται στις αναφερόμενες από 23.11.2002 έκθεση πραγματογνωμοσύνης της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας και 252/2003 έκθεση αυτοψίας του Υπουργείου Εργασίας και 2) το πιστοποιητικό του φορέα "TUVGERT" ελέγχου ασφαλείας εγκαταστάσεων εργασιακών μονάδων, στο οποίο βεβαιώνεται ότι οι εγκαταστάσεις του εργοστασίου των αναιρεσειόντων πληρούν τις απαιτήσεις του ISO 9001:2000/ΕΝ 150 9001:2000 ύστερα από περιοδικούς ελέγχους που πραγματοποιήθηκαν από τον ως άνω φορέα στους εργασιακούς χώρους των αναιρεσειόντων.
Από την περιεχόμενη όμως στην προσβαλλόμενη απόφαση διαβεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη και εκτίμησε "όλα ανεξαιρέτως τα μετ΄ επικλήσεως προσκομιζόμενα εκατέρωθεν έγγραφα, χρήσιμα σε άμεση και έμμεση απόδειξη", σε συνδυασμό και με το σύνολο των αιτιολογιών αυτής (απόφασης), δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι ο Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα παραπάνω έγγραφα.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου ως άνω λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση υπόκειται σε αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσης και όταν περιέχονται σ΄ αυτήν αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε δεν προκύπτει ποία περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας για να στηρίξει το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ώστε να είναι δυνατός ο έλεγχος αν σωστά εφάρμοσε τον ουσιαστικό κανόνα δικαίου.
Όταν όμως στην προσβαλλόμενη απόφαση υπάρχουν δύο ή περισσότερες αιτιολογίες, οι οποίες διατυπούμενες επαλλήλως ή επικουρικώς, στηρίζουν αυτοτελώς η καθεμιά το διατακτικό της και αντιφάσκουν μεταξύ τους, δεν ιδρύεται, κατά την αληθινή έννοια της παραπάνω διατάξεως, ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης, διότι το διατακτικό στηρίζεται όχι σε όλες συγχρόνως τις αιτιολογίες, αλλά μόνο στη μία από αυτές.
Στην προκείμενη περίπτωση, με το πρώτο μέρος του τετάρτου, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, λόγου αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση ότι η κρίση του Εφετείου, καθόσον αφορά τα αίτια της πρόκλησης της πυρκαγιάς, συνεπεία της οποίας επήλθε ο τραυματισμός του αναιρεσιβλήτου, με τις παραδοχές στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι "....Η προαναφερόμενη έκρηξη, κατά την κρίση του δικαστηρίου, οφείλεται στην ανάφλεξη των αναθυμιάσεων που δημιουργήθηκαν σε μεγάλο βαθμό περί το τέλος της εργασίας του ενάγοντος από την εξακολουθητική χρήση του αποκολλητικού υγρού και συσσωρεύθηκαν ελλείψει συστήματος απαγωγής τους....είτε από τον στατικό ηλεκτρισμό, είτε από στιγμιαίο σπινθήρισμα του κοινού λαμπτήρα πυρακτώσεως....είτε από δυσλειτουργία των αντικανονικών παροχών των ηλεκτροφόρων καλωδίων που υπήρχαν στο σημείο όπου η δεξαμενή....", δεν εκφράζει την απαιτούμενη βεβαιότητα, αλλά ενέχει αμφιβολία ή αβεβαιότητα που μαρτυρεί επιφυλακτική απόφανση ως προς τη βασιμότητα των επι μέρους αναφερομένων λόγων οι οποίοι στοιχειοθετούν την τελική ως άνω κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Ο λόγος αυτός, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση, καθόσον αφορά τα αίτια της πυρκαγιάς, διατυπώνοντας επαλλήλως και η κάθε μία απ΄ αυτές στηρίζει επαρκώς και αυτοτελώς το διατακτικό της, ώστε δεν υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία ή αβεβαιότητα ως προς την κρίση της για τα αίτια της πρόκλησης της πυρκαγιάς.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13.2.2006 αίτηση 1) της ανώνυμης εταιρίας "Ι.ΣΑΚΑΛΑΚΗΣ - ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΉ ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΦΡΩΔΟΥΣ ΕΛΑΣΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΞΥΛΟΥ" και 2) ....., για αναίρεση της 9458/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2007.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 22 Μαΐου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ