1122/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευριπίδη Αντωνίου, Αντιπρόεδρο, Χρύσανθο Παπούλια, Ευάγγελο Σταυρουλάκη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη και Κωνσταντίνο Κούκλη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1122/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αμέσως, τόσον η Υπηρεσία Δίωξης Ναρκωτικών της Ασφάλειας Αττικής όσον και το «Σ.Δ.Ο.Ε» άρχισαν τις έρευνες προς εντοπισμό του υπόπτου εμπορευματοκιβωτίου και τελικά το ενετόπισαν στους χώρους του Η' Τελωνείου Πειραιώς. Το ύποπτο εμπορευματοκιβώτιο προήρχετο από την .... και είχε εκφορτωθεί από το πλοίο «...» στους χώρους του ως άνω Τελωνείου την 19-4-1997.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1122 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1122/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευριπίδη Αντωνίου, Αντιπρόεδρο, Χρύσανθο Παπούλια, Ευάγγελο Σταυρουλάκη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη και Κωνσταντίνο Κούκλη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευτύχιο Αλιγιζάκη, για αναίρεση της 41/2005 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς. Το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Απριλίου 2005 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1004/2005.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η καταδικαστική απόφαση για να έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ του ίδιου Κώδικα, πρέπει να αναφέρονται σ' αυτή τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα απ' αυτά, από τα οποία αποδείχτηκαν τα περιστατικά αυτά και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις.
Η επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να υπάρχει, όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή από τον συνήγορό του, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, αυτοτελείς ισχυρισμούς. Αυτοί δε είναι εκείνοι, οι οποίοι προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή στη μείωση της ποινής.
Όμως, ο αρνητικός της κατηγορίας ισχυρισμός δεν είναι αυτοτελής γι' αυτό και το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει την απόρριψή του ειδικός και εμπεριστατωμένη.
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 5 παρ. 1η Ν.1729/1987 , όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 10 Ν. 2161/1993, με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και με χρηματική ποινή ενός εκατομμυρίου (1.000.000) μέχρι εκατό εκατομμύρια (100.000.000) δραχμών τιμωρείται όποιος παραλαμβάνει εν γνώσει του δέματα που περιέχουν οιοδήποτε ναρκωτικό, ενώ αν συντρέχει η επιβαρυντική περίσταση του άρθρου 8 του ίδιου νόμου (π.χ. κατ' επάγγελμα τέλεση της πράξεως), επιβάλλεται ισόβια κάθειρξη και χρηματική ποινή δέκα εκατομμυρίων (10.000.000) μέχρι διακοσίων εκατομμυρίων (200.000.000) δραχμών. Αν, όμως, η ως άνω πράξη βρίσκεται στο στάδιο της αποπείρας, τότε η επιβλητέα ποινή είναι κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών ( άρθρ. 83 α ΠΚ). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, τα οποία αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, που κατ' είδος μνημονεύει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά :
Τον Απρίλιο του έτους 1997 περιήλθε στις αρμόδιες διωκτικές αρχές η πληροφορία ότι μια διεθνής σπείρα εμπόρων ναρκωτικών θα εισήγαγε στην Ελλάδα, με τελικό προορισμό τη Δυτική Ευρώπη, μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών (χασίς). Σύμφωνα με την πληροφορία αυτή, οι ναρκωτικές ουσίες θα μεταφέροντο, επιμελώς κρυμμένες, σε ένα εμπορευματοκιβώτιο, το οποίο θα προερχόταν από χώρα της Ν.Α Ασίας και θα περιείχε, σύμφωνα με τα συνοδεύοντα αυτό φορτωτικά έγγραφα, υαλικά (πορσελάνες).
Αμέσως, τόσον η Υπηρεσία Δίωξης Ναρκωτικών της Ασφάλειας Αττικής όσον και το «Σ.Δ.Ο.Ε» άρχισαν τις έρευνες προς εντοπισμό του υπόπτου εμπορευματοκιβωτίου και τελικά το ενετόπισαν στους χώρους του Η' Τελωνείου Πειραιώς. Το ύποπτο εμπορευματοκιβώτιο προήρχετο από την .... και είχε εκφορτωθεί από το πλοίο «...» στους χώρους του ως άνω Τελωνείου την 19-4-1997.
Έκτοτε άνδρες των παραπάνω διωκτικών αρχών έθεσαν σε 24ωρη παρακολούθηση το πέριξ του υπόπτου εμπορευματοκιβωτίου τελωνειακό χώρο προκειμένου να συλλάβουν επ' αυτοφώρω τους παραλήπτες του. Τις πρωινές ώρες (10.00- 10.30) της 2-5-1997 προσήλθε στον αρμόδιο υπάλληλο του Η' Τελωνείου .... εκτελωνιστής, που ήταν ο εκ των κατηγορουμένων Ψ1, ο οποίος έχοντας στην κατοχή του άπαντα τα απαιτούμενα δικαιολογητικά ( όπως τιμολόγια, διατακτική, εξουσιοδότηση κλπ) κατέθεσε προς εκτελωνισμό του ως άνω εμπορευματοκιβωτίου την προβλεπόμενη από το νόμο διασάφηση, που έφερε όμως την υπογραφή και σφραγίδα άλλου εκτελωνιστή και συγκεκριμένα του Ζ1, η οποία (διασάφηση) και καταχωρήθηκε στο προς τούτο βιβλίο.
Σχετικά με την έναρξη της διαδικασίας εκτελωνισμού του υπόπτου εμπορευματοκιβωτίου, ήτοι την καταχώρηση της σχετικής διασαφήσεως στα βιβλία του Η' Τελωνείου, έλαβαν γνώση μετ' ολίγη ώρα οι επιτηρούντες το εν λόγω εμπορευματοκιβώτιο άνδρες των διωκτικών Αρχών και ανέμεναν την εμφάνιση των ενδιαφερομένων παραληπτών για να τους συλλάβουν.
Τούτο, όμως, δηλαδή η επ΄ αυτοφώρω σύλληψη των αγνώστων ( μέχρι εκείνη τη στιγμή) παραληπτών δεν κατέστη εφικτή, διότι ο εντεταλμένος με τον εκτελωνισμό του εμπορευματοκιβωτίου εκτελωνιστής αντιλήφθηκε την εκεί παρουσία των αστυνομικών οργάνων και εκείνων του Σ.Δ.Ο.Ε και απέσχε της περαιτέρω διαδικασία εκτελωνισμού, ενώ ειδοποίησε σχετικώς, μέσω του κατηγορούμενου Χ2, τον εκ των παραληπτών και κατηγορούμενο Χ1.
Έκτοτε (2-5-1997) και μέχρι της 9-5-1997 τα καταδιωκτικά όργανα δεν προέβησαν σε κάποια ενέργεια, αλλά εξακολούθησαν να επιτηρούν το χώρο. Την 9-5-1997 τα διωκτικά όργανα αποφάσισαν τελικά να παραβιάσουν το εμπορευματοκιβώτιο, τηρούντες την προς τούτο νόμιμη διαδικασία. Κατά τον επακολουθήσαντα έλεγχο ευρέθησαν στο βάθος (πίσω μέρος) του εμπορευματοκιβωτίου 286 χαρτοκιβώτια που περιέχαν πλάκες ακατέργαστης κάνναβης, συνολικού βάρους 4038 χιλιογράμμων και 700 γραμμαρίων.
Αμέσως, κινητοποιήθηκαν οι αρμόδιες διωκτικές Αρχές για τον εντοπισμό και τη σύλληψη των υπαιτίων. Αρχικά, άνδρες των διωκτικών Αρχών επισκέφθηκαν τα γραφεία της μεταφορικής εταιρείας .... . Εκεί, τους πληροφόρησαν ότι παραλήπτης του εμπορευματοκιβωτίου εφέρετο η εταιρεία «.... » που ανήκε σε κάποιο .... και είχε έδρα .... , και ότι τη «διατακτική» την είχε παραλάβει ο (μετέπειτα) κατηγορούμενος Χ3 συνεργάτης των λογιστών Ψ2 και Ψ1.
Αναζητήθηκαν τόσον ο Χ3 όσον και οι εκτελωνιστές Ψ2 και Ψ1 και ανευρέθη μόνον ο Ψ2, ο οποίος εδήλωσε πλήρη άγνοια. Παράλληλα αναζητήθηκαν οι .... (πατέρας και γιός) της εταιρείας «.... », οι οποίοι εδήλωσαν ότι για το συγκεκριμένο εμπορευματοκιβώτιο ως πραγματικός παραλήπτης, κατ' αυτούς, εφέρετο, μεταξύ άλλων αγνώστων αλλοδαπών, και ο γνωστός τους Χ4, κάτοικος ...., ο οποίος τους εζήτησε να τον εξυπηρετήσουν στην παραλαβή και αποθήκευσή του για λίγες ημέρες, γι' αυτό και στα φορτωτικά έγγραφα είχε γίνει χρήση της επωνυμία της εταιρείας τους, ως παραλήπτριας.
Επίσης, οι εν λόγω πατέρας και γιος εδήλωσαν πλήρη άγνοια για την ευρεθείσα σ' αυτό (εμπορευματοκιβώτιο) ακατέργαστη ινδική κάνναβη και ότι η υπάρχουσα στην επιδειχθείσα σ' αυτούς «εξουσιοδότηση» προς τον εκτελωνιστή Ζ1, για τον εκτελωνισμό του εμπορευματοκιβωτίου, υπογραφή δεν είναι δική τους. Αντίθετα, ο γιος ...
ανεγνώρισε την υπογραφή του στην επιδειχθείσα σ'αυτόν φορτωτική και εδήλωσε ότι αυτή (υπογραφή) τέθηκε, κατ' απαίτηση του Χ4 και στα πλαίσια της προς αυτόν εξυπηρετήσεως για την συγκεκριμένη εισαγωγή, που κατά δήλωσή του (δηλ. του Χ4) περιείχε υαλικά (πορσελάνες). Εξάλλου, ο εκτελωνιστής Ζ1, ανευρεθείς από τις διωκτικές Αρχές, αρνήθηκε ότι η παρά πόδας της «διασάφησης» υπογραφή είναι δική του, όπως και η σφραγίδα με τα στοιχεία του, και εδήλωσε ότι δεν είχε καμία σχέση με τον εκτελωνισμό του συγκεκριμένου εμπορευματοκιβωτίου.
Στο μεταξύ, την 14-5-1997, προσήλθε αυθορμήτως στην υπηρεσία του Σ.Δ.Ο.Ε. ο κατηγορούμενος Χ2 και εδήλωσε ότι ο άγνωστος υπάλληλος του Ο.Λ.Π. ο οποίος εφέρετο από τα Μ.Μ.Ε. ως ο άνθρωπος που ειδοποίησε τους παραλήπτες του εμπορευματοκιβωτίου για την εκεί παρουσία οργάνων των διωκτικών Αρχών, είναι αυτός και ότι είχε πλήρη άγνοια ότι το εν λόγω εμπορευματοκιβώτιο περιείχε ναρκωτικές ουσίες.
Τόσο κατά την προανακριτική απολογία του όσο και κατά την απολογία του ενώπιον του Δικαστηρίου ο Χ2 κατέθεσε ότι ο ομοχώριός του Χ1 (κατηγορούμενος) του ζήτησε, περί τα μέσα Απριλίου 1997, να του συστήσει έναν «έμπιστο» εκτελωνιστή για τον εκτελωνισμό ενός εμπορευματοκιβωτίου, που περιείχε πολύτιμους λίθους.
Εξάλλου και ο παρών κατηγορούμενος ενώπιον του δικαστηρίου τούτου ομολόγησε : «Ζήτησα από τον Χ2 να βρει εκτελωνιστή». Αυτός (Χ2) του συνέστησε τον κατηγορούμενο Ψ1, ο οποίος και αποδέχτηκε τη σχετική πρόταση. Την 2-5-1997 και περί ώρα 07.30΄ ο Χ2 εδέχθη τηλεφώνημα στον τόπο της εργασίας του από τον Χ1, ο οποίος του είπε ότι θα περάσει από εκεί για να του αφήσει ένα κλειστό φάκελλο με τα δικαιολογητικά για τον εκτελωνισμό, τον οποίο θα παρέδιδε (δηλ.
ο Χ2) στον Ψ1, προκειμένου ο τελευταίος να προχωρήσει στον εκτελωνισμό του εμπορευματοκιβωτίου. Μετά από λίγη ώρα προσήλθε στο φυλάκιο του Ο.Λ.Π. όπου εκτελούσε υπηρεσία ο Χ2, ο Χ1 και του παρέδωσε ένα κλειστό φάκελλο, ο οποίος, όπως του είχε πει τηλεφωνικά, περιείχε τα δικαιολογητικά του εκτελωνισμού. Τον εν λόγω φάκελλο ο Χ2 παρέδωσε στη συνέχεια και περί ώρα 9 πρωινή της ιδίας ημέρας στο Ψ1, ο οποίος προσήλθε προς τούτο στην πύλη, όπου εκτελούσε υπηρεσία ο Χ2.
Ακολούθως και περί ώρα 10.45' του τηλεφώνησε ο Ψ1, λέγοντάς του ότι το προς εκτελωνισμό εμπορευματοκιβώτιο παρακολουθείται από όργανα των διωκτικών Αρχών. Τότε, αυτός (Χ2) ετηλεφώνησε στον Χ1, ο οποίος τον καθησύχασε απλώς, λέγοντάς του δεν συμβαίνει «τίποτα». Περαιτέρω από τα ίδια, ως άνω, αποδεικτικά στοιχεία αποδείχτηκαν τα εξής :
Την οργάνωση της όλης επιχείρησης αποστολής από την Ν.Α. Ασία και εισαγωγής στην Ελληνική επικράτεια των 4.038 χιλ. και 700 γραμ. χασίς είχαν αναλάβει οι αλλοδαποί κατηγορούμενοι, που είχαν ως έδρα των παρανόμων δραστηριοτήτων τους την Ολλανδία. Αυτοί, έχοντας αναπτύξει πλούσια δραστηριότητα στον τομέα των ναρκωτικών, αποφάσισαν να χρησιμοποιήσουν το Ελληνικό έδαφος για την εισαγωγή από χώρες της Ν.Α.
Ασίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση ναρκωτικών για μεγαλύτερη ασφάλεια. Γι' αυτό, κατά το φθινόπωρο του έτους 1996, επρότειναν στον κατηγορούμενο Χ4, .... καταγωγής και γνώστη του Ελλαδικού Χώρου, να αναλάβει την οργάνωση της παραλαβής και την προσωρινή αποθήκευση των ναρκωτικών στην Ελλάδα. Ο Χ4 αποδέχτηκε την πρόταση και αφού εξασφάλισε τη συγκατάθεση του γνωστού του ....
για τη χρησιμοποίηση της επωνυμίας της προσωπικής του εταιρείας «....» στα φορτωτικά έγγραφα που θα συνόδευαν το εμπορευματοκιβώτιο από τη Ν.Α. Ασία μέχρι την Ελλάδα, ανεζήτησε, μέσω του γνωστού και φίλου του Φ1 τον «κατάλληλο» άνθρωπο που θα ανελάμβανε την αποτελεσματική εισαγωγή (εκτελωνισμό κ.λ.π.) των ναρκωτικών ουσιών στην Ελλάδα.
Αυτός (Φ1) του συνέστησε, κατά μήνα Φεβρουάριου του έτους 1997 τον Χ1, ναυτικό πράκτορα στον Πειραιά (κατηγορούμενο). Ο τελευταίος αποδέχτηκε την πρόταση και εκμεταλλευόμενος το επικίνδυνο του εγχειρήματος, αξίωσε το πολύ σημαντικό αντάλλαγμα των 25.000.000 δρχ. Μάλιστα για να δικαιολογήσει το ύψος αυτό του ποσού του ανταλλάγματος, άφησε να εννοηθεί ότι ένα σημαντικό μέρος του θα κατέβαλε σε τρίτους που θα ανελάμβαναν να διεκπεραιώσουν τη διαδικασία εκτελωνισμού του εμπορευματοκιβωτίου.
Στο μεταξύ, στις 18-4-1997 ήρθαν στην Ελλάδα οι εκ των κατηγορουμένων Χ5 και .... , οι οποίοι συναντήθηκαν με τους Χ4, Χ1 και Φ1 και συζήτησαν θέματα σχετικά με τον εκτελωνισμό του εμπορευματοκιβωτίου του οποίου η άφιξη στο λιμάνι του Πειραιά αναμενόταν την επόμενη (19-4-1997). Τον εκτελωνισμό αυτό ο Χ1 είχε αναθέσει, κατόπιν υποδείξεως του ομοχωρίου του Χ2 στον εκτελωνιστή Ψ1.
Την 23-4-1997 ο Χ4 πραγματοποίησε ταξίδι – αστραπή στο .... απ' όπου παρέλαβε από τον κατηγορούμενο Χ6 καταγωγής, τα συνοδευτικά έγγραφα του εμπορευματοκιβωτίου (τιμολόγιο, φορτωτική κλπ) και τα κλειδιά τούτου, ως και το ποσόν των 180.000 γκίλντες Ολλανδίας, από το οποίο ποσό τις 100.000 θα κατέβαλε στον Χ1για τον εκτελωνισμό (δασμοί, αμοιβή αυτού και του εκτελωνιστή κ.λ.π.).
Την επομένη 24-4-1997 ο Χ4 επέστρεψε στην Ελλάδα, όπου τον ανέμενε στο αεροδρόμιο του Ελληνικού ο Χ1 και τον μετέφερε με το αυτοκίνητό του στο ξενοδοχείο «.... », στην ... ακολουθούμενος από τον Φ1 που οδηγούσε το δικό του αυτοκίνητο. Ο Χ4 με τον Χ1 ανέβηκαν στο δωμάτιο του πρώτου, όπου αυτός (Χ4) παρέδωσε στον Χ1 το χρηματικό ποσό των 100.000 γκίλντες – ο κατηγορούμενος (Χ1) κατά την απολογία του ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ομολόγησε το γεγονός αυτό και ειδικότερα είπε ότι :
«Από τον Χ5 πήρα 100.000 γκίλντες» - ενώ ο Φ1 ανέμενε στην είσοδο του ξενοδοχείου. Εκεί, αναμένοντας τον Χ1, ο Χ4, μέσω του κινητού τηλεφώνου του, ενημέρωσε τον Φ1 για το ακριβές χρηματικό ποσό που παρέδωσε στον Χ1 και τούτο προφανώς για να μην τον αδικήσει κατά την διανομή. Πριν αποχωρήσει ο Χ1 από το δωμάτιο του Χ4, με κάποιον «...», που (όπως είπε) βρισκόταν στον ευρύτερο χώρο του λιμένος Πειραιώς, στον οποίο ανέφερε ότι του καταβλήθηκε το χρηματικό ποσό για τον εκτελωνισμό και ότι θα πρέπει να προχωρήσει η «δουλειά».
Πράγματι, ο Χ1, αφού εξασφάλισε, με τη βοήθεια τρίτου ειδικού πλαστή διασάφηση εισαγωγής και πλαστή «εξουσιοδότηση», παρέδωσε, όπως προεκτέθηκε, τα εν λόγω έγγραφα σε κλειστό φάκελλο, (που γνώριζε βέβαια ότι περιείχε τα εν λόγω πλαστά έγγραφα) την 2-5-1997, στον Χ2, ο οποίος στη συνέχεια τα παρέδωσε στον, εν γνώσει επίσης τελούντα εκτελωνιστή Ψ1, για να προβεί στον εκτελωνισμό του εμπορευματοκιβωτίου, που είχε προγραμματισθεί για εκείνη την ημέρα.
Για το λόγο αυτό είχαν αφιχθεί στην Ελλάδα οι αλλοδαποί (έμποροι – εισαγωγείς των ναρκωτικών), πλην του Χ6. Σε πλήρη ετοιμότητα για την παραλαβή και την εν συνεχεία προσωρινή αποθήκευση του εμπορευματοκιβωτίου με τα ναρκωτικά στις αποθήκες της εταιρείας «....», στον ...., ήσαν οι Χ1 και Χ4 που στο μεταξύ είχε επιστρέψει (δηλ.
ο Χ4) από το ...., όπου είχε μεταβεί προ 2ημέρου για να εξασφαλίσει προφανώς άλλοθι, οι οποίοι (Χ4 – Χ1) είχαν προ πολλού συμφωνήσει στην από κοινού διάπραξη του κακουργήματος της παραλαβής των ναρκωτικών ουσιών, που περιείχε το εμπορευματοκιβώτιο. Περί το τρίτο 10ήμερο μηνός Μαΐου 1997 προσήχθη στη Δ/νση Ασφαλείας Αττικής ο Χ4, όπου παραδέχθηκε την ενοχή του και προσφέρθηκε να βοηθήσει τις διωκτικές Αρχές στην ανακάλυψη και σύλληψη των λοιπών εμπλεκομένων ατόμων.
Από τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος (Χ1), ήταν εκ των πρωτεργατών της παραλαβής του δέματος (conteiner) με τα ναρκωτικά και είχε ευθύς εξ αρχής πλήρη γνώση του όλου σχεδίου. Μάλιστα εκλήθη και πήγε μόνος του στην Ολλανδία για να εξηγήσει την καθυστέρηση του εκτελωνισμού στους άνω μεγαλεμπόρους ναρκωτικών και τι χρήματα θα έπαιρνε αυτός (βλ.
απολογία του ενώπιον Δικαστηρίου τούτου). Επίσης δε (είχε) πλήρη γνώση του ότι το container, για το οποίο πρόκειται, περιείχε πράγματι ναρκωτικές ουσίες (ακατέργαστη κάνναβη) και όχι αποκλειστικά φορτίο με πορσελάνες και πολύτιμους λίθους όπως αβάσιμα ισχυρίζεται. Αφού όλες οι συζητήσεις και επαφές που είχε με τους επικεφαλής της όλης επιχείρησης (Χ4 και αλλοδαπούς), την εισαγωγή και παραλαβή αυτών των ουσιών είχαν ως αντικείμενο και έτσι εξηγούνται τόσον οι προφυλάξεις που ελάμβανε όσον και η υψηλή αμοιβή του.
Επομένως οι ισχυρισμοί του ότι τελούσε σε πραγματική πλάνη (άρθρ. 30 παρ. 1 ΠΚ) και ότι η συμμετοχή του δεν υπερβαίνει το στάδιο της απλής συνέργειας (αρθρ. 47 παρ. 1 ΠΚ), είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Αποδείχτηκε επίσης ότι ο κατηγορούμενος αυτός έχοντας συμμετάσχει αντί υψηλής αμοιβής (240.000 γκίλντες Ολλανδίας μαζί με τον Χ4) στην εισαγωγή και τον εκτελωνισμό του container (υπόδειξη εκτελωνιστού, παρακολούθηση της διαδικασίας του εκτελωνισμού, διακίνηση των πλαστών εγγράφων εκτελωνισμού κ.λ.π.) είχε διαμορφώσει μαζί με τους λοιπούς (Χ4 και Φ1) τέτοια υποδομή ως αναφέρθηκε πιο πάνω, ώστε να προκύπτει πρόθεσή του προς επανειλημμένη τέλεση της πράξεως αυτής και σταθερή ροπή του προς διάπραξη του εγκλήματος της εμπορίας ναρκωτικών με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος.
Επομένως, αποδεικνύεται ότι συντρέχουν στο πρόσωπό του οι επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης της πράξης που του αποδίδεται. Δεν αποδείχθηκε περαιτέρω η συνδρομή στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περιστάσεως της μετέπειτα καλής συμπεριφοράς, γι' αυτό και το σχετικό αίτημα του κρίνεται απορριπτέο.
Επομένως αυτός πρέπει να κηρυχθεί ένοχος κατά το κατηγορητήριο. Με τις παραδοχές αυτές η προσβαλλομένη απόφαση διέλαβε την υπό των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού περιέχονται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως για την οποία καταδικασθεί ο κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφήρμοσε.
Μάλιστα ειδικώς και εμπεριστατωμένως αιτιολογείται στην προκειμένη περίπτωση και η συνδρομή στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος της επιβαρυντικής περιστάσεως της κατ' επάγγελμα τελέσεως της πράξεως για την οποία καταδικάστηκε, αφού γίνεται δεκτό ότι από την υποδομή που είχε διαμορφώσει ο ίδιος με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως αυτής προκύπτει σκοπός για πορισμό εισοδήματος.
Πιο συγκεκριμένα αναφέρονται αναλυτικά στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως όλα εκείνα τα περιστατικά, που συνιστούν το σχέδιο το οποίο είχε καταστρώσει ο ίδιος (αναιρεσείων) προκειμένου να επιτύχει της αποτελεσματική εισαγωγή του εμπορευματοκιβωτίου, με τη συσκευασμένη σε πλάκες μεγάλη ποσότητα ακατέργαστης κάνναβης (4,038 χιλιόγραμμα και 700 γραμμάρια), στην Ελλάδα και να λάβει για την εξυπηρέτησή του αυτή από τους ενδιαφερόμενους για την εν συνεχεία μεταφορά της στην Ολλανδία αλλοδαπούς εμπόρους ναρκωτικών υψηλή αμοιβή.
Συνίστανται δε τα περιστατικά αυτά στο ότι ήλθε αρχικά σε επαφή με τους ενδιαφερόμενους για τη μεταφορά των ναρκωτικών στην Ολλανδία και ελθόντες στην Ελλάδα αλλοδαπούς Χ5 και .... και συζήτησε με αυτούς τα σχετικά με τον εκτελωνισμό του εμπορευματοκιβωτίου με τα ναρκωτικά, αξίωσε να λάβει από αυτούς το σημαντικό ποσό των 25,000,000 δρχ.
ως αμοιβή του, αλλά και ως αμοιβή των προσώπων τα οποία θα χρησιμοποιούσε για διεκπεραίωση του εκτελωνισμού του εμπορευματοκιβωτίου, καθώς και για την πληρωμή των δασμών των δήθεν μεταφερομένων με το εμπορευματοκιβώτιο αυτό υαλικών, χρησιμοποίησε για το σκοπό αυτό τον πλέον κατάλληλο και έμπιστο εκτελωνιστή, τον εφοδίασε με τα απαραίτητα για τον εκτελωνισμό του περιεχομένου του εμπορευματοκιβωτίου πλαστά δικαιολογητικά (διασάφηση εισαγωγής και εξουσιοδότηση) και ανέμενε την παραλαβή και εν συνεχεία προσωρινή αποθήκευση του εμπορευματοκιβωτίου με τα ναρκωτικά στις αποθήκες της εταιρείας «....
» στον .... , η οποία δεν πραγματοποιήθηκε τελικά, γιατί ο εντεταλμένος με τον εκτελωνισμό του περιεχομένου του εμπορευματοκιβωτίου εκτελωνιστής αντελήφθη εγκαίρως την πλησίον του εμπορευματοκιβωτίου παρουσία αστυνομικών οργάνων και οργάνων του ΣΔΟΕ και απέσχε από την περαιτέρω διαδικασία εκτελωνισμού, ειδοποιώντας συγχρόνως τον αναιρεσείοντα μέσω του συγκατηγορουμένου τους Χ2.
Αντιθέτως, δεν αιτιολογείται στην προκειμένη περίπτωση, η παραδοχή της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι συντρέχει στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος η άλλη επιβαρυντική περίσταση της τελέσεως της απόπειρας παραλαβής δέματος με ναρκωτικά κατά συνήθεια. Όμως η συνδρομή μόνο της πρώτης επιβαρυντικής περίστασης («κατ΄επάγγελμα») δικαιολογεί την εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 8 του ν. 1729/1987 με την αυξημένη ποινή που προβλέπει.
Αλυσιτελώς επομένως προβάλλεται με το σχετικό λόγο της αιτήσεως η έλλειψη αιτιολογίας ως προς την παραδοχή και της δευτέρας ως άνω επιβαρυντικής περιστάσεως, ενόψει και του ότι έχει επιβληθεί στον αναιρεσείοντα με την παραδοχή της επιβαρυντικής περιστάσεως της κατ' επάγγελμα τελέσεως της πράξεως της απόπειρας παραλαβής δέματος με ναρκωτικά το ελάχιστο όριο ποινής καθείρξεως δέκα (10) ετών, μέχρι το οποίο μπορεί να μειωθεί η προβλεπόμενη από το άρθρο 8 του ν. 1729/1987 ισόβια κάθειρξη.
Μετά ταύτα πρέπει να απορριφθεί ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ Κ.Π.Δ ως και η ένδικη αίτηση ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 19 Απριλίου 2005 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της με αριθμό 41/2005 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία προσδιορίζει σε διακόσια δέκα (210) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Φεβρουαρίου 2006.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Μαΐου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ