Legislator Case Law & Legislation
1121/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal in labor injury case, upholding lower court's finding of no employer negligence.

Case Number 1121/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's rejection of her labor injury claim. The appellant argued the employer was negligent in accident prevention and failed to adjust working conditions post-accident, but the court found these allegations unsupported by evidence. The court ruled that the lower court correctly determined no fault existed on the employer's part regarding the slip and fall incident.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1, 2, 3 of Law 551/1914; The Supreme Court held that an employer is not liable for a worker's injury if no negligence or failure to adjust working conditions is proven, and the lower court's decision stands if it provides sufficient reasoning based on established facts.

Keywords

AI generated
Labor Injury Compensation Employer Negligence Workplace Accident Liability Appeal Dismissal Labor Law Dispute

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Articles 1, 2, 3 of Law 551/1914
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1121 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1121/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Μαριάνθης Παγουτέλη), Ελένη Χροναίου, Μαλαματένια Κουράκου, Ελπίδα Σιμιτοπούλου και Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 2 Μαΐου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Γ. Μ. του Β., κατοίκου Κ. Α., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικόλαου Καλαϊτζίδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Α.&Χ..Υ. Α.-Β. Τ.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Κ. Α. και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αλέξιου Κούγια, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-9-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 209/2021 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4283/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24-10-2022 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 24.10.2022 αίτηση αναίρεσης και με αριθμό εκθ. καταθ. 8370/937/2022 προσβάλλεται η με αριθμ. 4283/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών, με την οποία α) έγινε δεκτή τυπικά και απορρίφθηκε κατ' ουσία η από 5.5.2021 και με αριθμό εκθ. καταθ. 29348/2252/2021 έφεση της ενάγουσας - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας και β) έγινε τυπικά και κατ' ουσία δεκτή η από 29.10.2021 και με αριθμό εκθ. καταθ. 86967/6260/2021 έφεση της εναγομένης - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης και μετά από εξαφάνιση της υπ' αριθμ. 209/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή εν μέρει κατ' ουσία η από 12.9.2016 και με αριθμό εκθ. καταθ. 53933/1639/2016 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσία. Η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556 παρ. 1, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο. 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ).

Κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 1, 2 και 3 ν. 551/1914 "περί ευθύνης προς αποζημίωσιν των εξ ατυχήματος εν τη εργασία παθόντων εργατών ή υπαλλήλων" (ΦΕΚ Α 11/8.1.1915), που κωδικοποιήθηκε με το β.δ. της 24-7/25.8.1920 (ΦΕΚ Α 191) και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (άρθρο 38 Εισ.Ν.Α.Κ.), εργατικό ατύχημα, δηλαδή ατύχημα από βίαιο συμβάν το οποίο επήλθε κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής σε εργάτη ή υπάλληλο των αναφερόμενων στο άρθρο 2 του ίδιου νόμου εργασιών ή επιχειρήσεων, θεωρείται κάθε βλάβη, όπως η σωματική βλάβη ή ασθένεια του εργαζόμενου η οποία δεν ανάγεται αποκλειστικά στην οργανική ή παθολογική προδιάθεση του παθόντος αλλά είναι αποτέλεσμα βίαιης και αιφνίδιας επενέργειας εξωτερικού αιτίου, άσχετου προς την ιδιοσυστασία του οργανισμού του και τη βαθμιαία εξασθένηση και φθορά του (ακόμη και αν αυτή οφείλεται στους δυσμενείς μεν, συνηθισμένους όμως και σύμφυτους προς την παροχή της όρους της εργασίας), συνδεομένου δε οπωσδήποτε με την εργασία του λόγω της εμφανίσεώς του κατά την εκτέλεση ή με αφορμή την εκτέλεση αυτής, ως εκ του ότι, λόγω της εργασίας, δημιουργήθηκαν οι ιδιαίτερες εκείνες πραγματικές συνθήκες και περιστάσεις που ήταν αναγκαίες για την επέλευσή του κα οι οποίες δεν θα υπήρχαν χωρίς την εργασία.

Τούτο συμβαίνει είτε όταν κατά την εκτέλεση της εργασίας διαμορφώθηκαν εκτάκτως δυσμενείς συνθήκες, που δεν είναι συμφυείς προς του συνηθισμένους όρους παροχής της είτε όταν η απασχόληση του εργαζομένου εξακολούθησε, έστω και υπό κανονικές συνθήκες, μετά την εκδήλωση της νόσου, με αποτέλεσμα την επιδείνωσή της, αφού στην τελευταία περίπτωση ο εργοδότης, που οφείλει να ρυθμίζει τα της εργασίας έτσι ώστε να προστατεύεται η ζωή και η υγεία του εργαζομένου (άρθρο 662 Α.Κ.), δεν μπορεί να αξιώσει τη συνέχιση της απασχολήσεως του ασθενούντος εργαζομένου και αν δεν τον θέσει εκτός υπηρεσίας, παρότι γνωρίζει την εκδήλωση της νόσου, οι συνθήκες παροχής της εργασίας του καθίστανται εξαιρετικές και ασυνήθιστα δυσμενείς, προσλαμβάνοντας έτσι τον χαρακτήρα του βίαιου συμβάντος (Ολ.

Α.Π. 937/1975, 1287/2006, Α.Π. 684/2018, 226/2016, 1424/2015). Κατά το άρθρο 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 ΑΚ, συνάγεται ότι προϋποθέσεις της υποχρεώσεως προς αποζημίωση είναι α) η ζημιογόνος συμπεριφορά, που μπορεί να συνίσταται σε πράξη ή παράλειψη, β) ο παράνομος χαρακτήρας της εν λόγω συμπεριφοράς, γ) η υπαιτιότητα, που μπορεί να συνίσταται σε δόλο ή αμέλεια, υπό τις διάφορες μορφές αυτής και δ) ο πρόσφορος, αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ζημιογόνου συμπεριφοράς (του νόμιμου λόγου ευθύνης) και του αποτελέσματος (της επελθούσας ζημίας).

Η αμέλεια, δηλαδή η μη καταβολή της επιμέλειας που απαιτείται στις συναλλαγές (ΑΚ 330 εδ. β'), αποτελεί αόριστη νομική έννοια της οποίας απαιτείται εξειδίκευση, σύμφωνα με τις εκάστοτε περιστάσεις και τα διδάγματα της κοινής πείρας. Εάν η ζημιογόνος συμπεριφορά συνίσταται σε υπαίτια παράλειψη, τότε αμέλεια και εντεύθεν υποχρέωση αποζημιώσεως υφίσταται μόνον, όταν υπήρχε υποχρέωση του υπαίτιου προς ενέργεια της παραλειφθείσας πράξης, επιβαλλόμενη από το νόμο ή από δικαιοπραξία.

Τέτοια υποχρέωση είναι και αυτή που απορρέει από το άρθρο 662 ΑΚ, σύμφωνα με το οποίο ο εργοδότης οφείλει να διαρρυθμίζει τα σχετικά με την παροχή της εργασίας και το χώρο αυτής έτσι, ώστε να προστατεύεται η ζωή και η υγεία του εργαζόμενου ("υποχρέωση πρόνοιας"). Η εκπλήρωση της υποχρέωσης αυτής πρέπει να γίνεται σύμφωνα με την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπ' όψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΚ 288).

Και αντίθετα, παράβαση της υποχρέωσης πρόνοιας του εργοδότη δεν μπορεί να νοηθεί, όταν οι σ' αυτόν αποδιδόμενες παραλείψεις ούτε από το νόμο ή τη σύμβαση επιβάλλονται ως θετικές ενέργειες, ούτε από την καλή πίστη υπαγορεύονται ως συνήθεις ή ευλόγως αναμενόμενες συμπεριφορές στο πλαίσιο της αποδοχής συγκεκριμένης εργασίας.

Κατά το άρθρο 298 ΑΚ, ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ συμπεριφοράς και αποτελέσματος συνίσταται στο ότι η πράξη ή η παράλειψη είναι πρόσφορη προς παραγωγή της ζημίας, δηλαδή έχει την τάση, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να την επιφέρει και, επιπλέον, σε συγκεκριμένη περίπτωση, είναι αυτή που πράγματι την επέφερε.

Το πρώτο ζήτημα είναι νομικό, ενώ το δεύτερο πραγματικό. Εξ άλλου, από τις πιο πάνω διατάξεις σε συνδυασμό με το άρθρο 16 του ν. 551/1915 συνάγεται ότι επί εργατικού ατυχήματος οφείλεται χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη (ΑΚ 299, 932), όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας. Οι διατάξεις του άρθρου 16 παρ.1 του ν. 551/1915, κατά τις οποίες ο παθών σε εργατικό ατύχημα ή τα κατά το άρθρο 6 του νόμου αυτού πρόσωπα δικαιούνται να εγείρουν την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσουν πλήρη αποζημίωση μόνον όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων αυτού ή όταν επήλθε σε εργασία στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξ αιτίας της μη τηρήσεως αυτών, αναφέρονται στην επιδίκαση αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο και γι' αυτό εφαρμόζονται μόνο οι γενικές διατάξεις (ΟλΑΠ 1117/1986).

Ως εκ τούτου, για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, αρκεί να συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων απ' αυτόν (ΑΚ 922), με την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, δηλαδή της παράνομης και υπαίτιας ζημιογόνου πράξης ή παράλειψης και όχι μόνο η ειδική αμέλεια περί την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ.1 του ν. 551/1915 (ΑΠ 959/2018).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή (ΟλΑΠ 36/1988, ΟλΑΠ 7/2006).

Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στις αιτιολογίες, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε.

Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά νόμο, προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης περιστατικά, όχι όμως και τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία ή έλλειψη, η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια της αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΑΠ 260/2011).

Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) και των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές αυτής, δέχθηκε τα εξής: "Ότι η εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Α.. Κ. Χ.. Υ. Α. Β. και Ε. Ε.", με έδρα την Κ.

Α., δραστηριοποιείται στην παρασκευή και εμπορία αλλαντικών και υποπροϊόντων κρέατος. Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα προσλήφθηκε από τα αρμόδια όργανα της εναγόμενης τον Νοέμβριο του έτους 2003, ως ανειδίκευτη εργάτρια κοπής, συσκευασίας και τυποποίησης προϊόντων, με πενθήμερο εβδομαδιαίο ωράριο (από Δευτέρα έως και Παρασκευή) και με ημερήσιο ωράριο από τις 7:30 π.μ.

έως τις 16:00 μ.μ.. Μεταξύ των καθηκόντων της ήταν και η απασχόλησή της στην κοπή και συσκευασία σαλαμιού αέρος, η οποία πραγματοποιείται σε ειδικό χώρο της εναγόμενης εταιρείας και συγκεκριμένα στο συσκευαστήριο. Η εν λόγω διάδικος, με την αγωγή της υποστήριξε ότι στις 13.9.2011 και περί ώρα 15:00 μ.μ., κατόπιν σχετικής εντολής του Προϊσταμένου παραγωγής της εναγόμενης, της ζητήθηκε εκτάκτως να εργαστεί σε άλλο πόστο από εκείνο όπου συνήθως εργαζόταν και ότι απασχολούμενη στον πρώτο όροφο των εγκαταστάσεων της συγκεκριμένης εταιρείας, όπου βρίσκονταν μεταλλικά καρότσια, από τα οποία κρέμονταν αλλαντικά και περιμετρικά των οποίων έσταζε λίπος, ποτίζοντας και πλημμυρίζοντας το δάπεδο, γλίστρησε και υπέστη κάταγμα αριστερού ισχίου.

Η ενάγουσα απέδωσε το επισυμβάν ατύχημα στην έλλειψη προστατευτικών μέτρων ασφάλειας από πλευράς της εναγόμενης και ειδικότερα σε συγκεκριμένες παραλείψεις της τελευταίας συνιστάμενες στην μη τοποθέτηση προειδοποιητικής πινακίδας για την ολισθηρότητα του δαπέδου, στην μη στράγγιση και στην έλλειψη καθαρισμού των υγρών - λιπών, στον μη εφοδιασμό των εργαζόμενων στο χώρο με ειδικά αντιολισθητικά υποδήματα, στην μη τοποθέτηση των παραπάνω καροτσιών σε άλλο απομονωμένο δωμάτιο, μακριά από τον χώρο εργασίας των εργαζόμενων, στην μη τοποθέτηση ειδικού εργαζόμενου, που να προσέχει και να ελέγχει την εργασία καθώς και γενικά την προσέγγιση των εργατών στις ολισθηρές επιφάνειες, κυρίως δε στην μη τοποθέτηση κατάλληλης θερμομόνωσης στην οροφή του οικείου χώρου ή ανάλογου ψυκτικού μηχανήματος, έτσι ώστε να διατηρείται στον χώρο κανονική θερμοκρασία, με αποτέλεσμα κατά την ανωτέρω ημερομηνία να επικρατεί αφόρητη ζέστη, εξαιτίας της οποίας τα προϊόντα έλιωναν και το λίπος τους έσταζε στο δάπεδο.

Αναφορικά με τα ανωτέρω κατέθεσε ο μάρτυρας που εξετάστηκε με την επιμέλειά της στα πλαίσια της πρωτοβάθμιας δίκης και σύζυγός της, Σ. Μ., ο οποίος στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ανέφερε ότι παραβρισκόμενοι εργάτες απέδωσαν το επισυμβάν ατύχημα στο ότι η ενάγουσα γλίστρησε μέσα στα λίπη και έπεσε, επιπλέον δε και σύμφωνα με όσα η τελευταία του είχε μεταφέρει, ότι την ημέρα εκείνη, λόγω της κατασκευής της οροφής του χώρου (από τζάμι), επικρατούσε αφόρητη ζέστη (39-40° C), εξαιτίας της οποίας τα λίπη έλιωναν, τα κλιματιστικά μηχανήματα δεν λειτουργούσαν καθώς και ότι οι μπότες με τις οποίες αυτή (ενάγουσα) είχε εφοδιαστεί ήταν φθαρμένες.

Αντιθέτως, όμως, με όσα ο αμέσως προηγούμενος μάρτυρας της ενάγουσας κατέθεσε, σύμφωνα με τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν με την επιμέλεια της εναγόμενης, οι οποίοι υπήρξαν συνάδελφοι της πρώτης και εργάζονταν στον ίδιο χώρο με εκείνη την ημέρα που σημειώθηκε το ανωτέρω ατύχημα, έχοντας, επομένως, άμεση αντίληψη των συνθηκών κάτω από τις οποίες αυτό έλαβε χώρα, η εν λόγω διάδικος (ενάγουσα), στις 13.9.2011 εργαζόταν στον πρώτο όροφο των εγκαταστάσεων της εναγόμενης και συγκεκριμένα στον χώρο κοπής και συσκευασίας σαλαμιού αέρος, απ' όπου με δική της πρωτοβουλία αποχώρησε για λίγο και έξω από τον οποίο, κατά την επιστροφή της, ενώ βάδιζε σε καθαρό και στεγνό δάπεδο, γλίστρησε και έπεσε, με αποτέλεσμα να υποστεί κάταγμα στο αριστερό ισχίο.

Συγκεκριμένα, τόσο από τις καταθέσεις των αμέσως προηγούμενων μαρτύρων, όσο και από όλα τα υπόλοιπα, αναφερόμενα, ως άνω, αποδεικτικά μέσα, προέκυψε ότι το συσκευαστήριο είναι ενιαίος χώρος με περισσότερα πόστα συσκευασίας προϊόντων, στα οποία οι εργαζόμενοι της εναγόμενης απασχολούνται, αναλόγως των αναγκών που προκύπτουν κάθε φορά, σύμφωνα με την ημερήσια παραγωγή, μέχρι να συμπληρώσουν οκτάωρη απασχόληση.

Στον ίδιο χώρο, κατά τον ίδιο ως άνω χρόνο, βρισκόταν ο Α. Π., υπεύθυνος συσκευαστηρίου, ενώ εκεί εργάζονταν, εκτός αυτής, οι συνάδελφοί της Μ. Τ., Κ. Χ. και Ι. Κ.. Η ενάγουσα, που φορούσε φόρμα εργασίας καθώς και τα ενδεδειγμένα υποδήματα (αντιολισθητικές μπότες), με τα οποία την είχε εφοδιάσει η εναγόμενη εταιρεία, όπως, άλλωστε επιβαλλόταν στους εργαζόμενους στους χώρους της παρασκευής και της συσκευασίας, κάποια στιγμή, κατά την διάρκεια της εργασίας της, αποχώρησε για λίγο με δική της πρωτοβουλία από το συσκευαστήριο.

Η εναγόμενη, περιγράφοντας με τις πρωτόδικες προτάσεις της την διαδικασία παραγωγής του σαλαμιού αέρος, πριν αυτό καταλήξει στο συσκευαστήριο, εξήγησε ότι μετά την προετοιμασία της κατάλληλης πάστας, το σαλάμι αέρος τοποθετείται σε ειδικές θήκες, διαφορετικών μεγεθών, αναλόγως με το επιθυμητό είδος και κρεμιέται σε καρότσια με στέκες στη συνέχεια μεταφέρεται στους θαλάμους ωρίμανσης, όπου, σε συνθήκες συγκεκριμένης θερμοκρασίας και υγρασίας, το σαλάμι "στεγνώνει", ενώ μετά το τέλος της διαδικασίας ωρίμανσης, η οποία, αναλόγως με το μέγεθος, διαρκεί δύο με τρεις μήνες και γίνεται στους 15° C, τα καρότσια - ένα κάθε φορά - μεταφέρονται στο χώρο της συσκευασίας, όπου κόβονται οι άκρες των μπαστουνιών, επικολλάται η ετικέτα και το σαλάμι συσκευάζεται υπό κενό.

Τα στοιχεία αυτά επιβεβαιώνονται και από τους μάρτυρες που εξετάστηκαν κατά τα ανωτέρω με την επιμέλεια της εν λόγω διαδίκου. Αναφορικά δε με τον χώρο αυτό, η ίδια διάδικος (εναγόμενη) ανέφερε ότι αυτός είναι στεγνός και καθαρός, επιπλέον δε ότι στο συγκεκριμένο στάδιο είναι αδύνατον να αποβληθεί λίπος, διότι στην τελική φάση ωρίμανσης η θερμοκρασία του προϊόντος είναι σύμφωνα με τα παραπάνω 15° C καθώς και ότι στον χώρο της συσκευασίας όπου εν συνεχεία μεταφέρονται τα σαλάμια, η θερμοκρασία δεν υπερβαίνει ποτέ τους 12° C, οπότε το προϊόν κατά την διάρκεια κοπής και συσκευασίας διατηρεί τα χαρακτηριστικά του και είναι στερεό και εξωτερικά στεγνό.

Τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα εκ μέρους της αποσπάσματα από το τηρούμενο από την εναγόμενη σύστημα υγιεινής και ασφάλειας ISO - HACCP, σύμφωνα με τα στοιχεία των οποίων, για την λειτουργία του συσκευαστηρίου, η θερμοκρασία δεν υπερβαίνει τους 12° C καθώς και από τις επίσης επικαλούμενες και προσκομιζόμενες καταστάσεις καταγραφής των αντίστοιχων τιμών (της θερμοκρασίας) στον ίδιο χώρο (του συσκευαστηρίου) κατά την χρονική περίοδο των μηνών από τον Αύγουστο έως και τον Οκτώβριο του έτους 2011, που ελέγχονται από ειδικούς αισθητήρες και από τις οποίες προκύπτει ότι η θερμοκρασία του οικείου χώρου κατά την αντίστοιχη περίοδο, κυμαινόταν μεταξύ 9°C και 12°C.

Λόγω δε των παραπάνω συνθηκών, οι εργαζόμενοι εξοπλίζονται με ειδικό ιματισμό (ειδική φόρμα εργασίας, κάλυμμα κεφαλής, μάσκες προσώπου και ειδικές, ελαστικές, αντιολισθητικές μπότες), αφού, εκτός του ότι αυτός επιβάλλεται για λόγους υγιεινής, αποσκοπεί παράλληλα και στην προστασία αυτών (εργαζόμενων) από το ψύχος.

Όσον αφορά τον ισχυρισμό της ενάγουσας ότι οι αντιολισθητικές μπότες που φορούσε ήταν φθαρμένες, αυτός, πέραν της σχετικής περικοπής της κατάθεσης του μάρτυρα, που εξετάστηκε με την επιμέλειά της στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και σύμφωνα με τον οποίο η εν λόγω διάδικος απευθυνόταν επανειλημμένως στον αποθηκάριο, προκειμένου να τις αντικαταστήσει, χωρίς, όμως, αποτέλεσμα, δεν επιβεβαιώνεται από τα άλλα αποδεικτικά μέσα, αλλά αντικρούεται πειστικά από την εναγόμενη, που υποστήριξε ότι εφοδιαζόταν διαρκώς με τα κατάλληλα ατομικά μέσα προστασίας, ανανεώνοντας, έτσι, τακτικά τις απαιτούμενες για το προσωπικό της αντιολισθητικές μπότες καθώς η τελευταία επικαλέστηκε και προσκόμισε σειρά παραστατικών αγοράς σχετικού εξοπλισμού, που ανάγονται σε χρονικό διάστημα από τις 23.3.2011 και μετέπειτα (όπως, ενδεικτικώς, τα υπ' αριθμ. ...

τιμολόγια αγοράς της προμηθεύτριας εταιρείας Κ. Α.Ε.). Σχετικά με την κατασκευή της οροφής του οικείου χώρου, ο μάρτυρας που εξετάστηκε με την επιμέλειά της (εναγόμενης) στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, διευκρίνισε ότι αυτή ήταν κατασκευασμένη από διπλά Fiber glass υλικό που, όπως εξήγησε, δεν επέτρεπε στην ακτινοβολία να περάσει και να επηρεάσει την ρυθμισμένη ως άνω θερμοκρασία του συσκευαστηρίου, η οποία, όπως προκύπτει από τις προπαρατεθείσες καταγραφές, ανεξαρτήτως των εξωτερικών συνθηκών, παρέμενε σταθερή, μεταξύ 9°C και 12°C.

Ενόψει, επομένως, των παραπάνω, τα όσα η ενάγουσα αντιπαρέθεσε σχετικώς, ότι, δηλαδή, η εναγόμενη προέβη στην αλλαγή του υλικού της οροφής, αντικαθιστώντας το με πάνελ, μετά το επίδικο ατύχημα, δεν κρίνονται κρίσιμα, καθόσον δεν αναιρούν τα ανωτέρω αποδειχθέντα. Περαιτέρω, βάσει των όσων η τελευταία (εναγόμενη) κατά τα λοιπά αντέταξε, η όλη διαδικασία, από τη στιγμή που ένα καρότσι μεταφέρεται στο συσκευαστήριο, μέχρι την κατά τα ανωτέρω τυποποίηση των σαλαμιών που περιέχονται σ' αυτό, δεν διαρκεί πάνω από πέντε (5) λεπτά, στοιχείο που δεν αμφισβητήθηκε ειδικά από την πλευρά της ενάγουσας, έτσι ώστε ούτε και ο χρόνος της σχετικής διαδικασίας να θεωρείται αξιόλογος, αφού κι αυτός δεν δικαιολογεί την αποβολή λίπους και την διαρροή του στο δάπεδο.

Όπως άλλωστε η ίδια (εναγόμενη) ανέφερε, για λόγους υγιεινής, οι εργαζόμενοι στο συσκευαστήριο απαγορεύεται να μετακινούνται εκτός του χώρου του, χωρίς σοβαρό λόγο, λόγω της διαφοράς που μπορεί να παρατηρηθεί αναφορικά με το επίπεδο καθαριότητας του χώρου αυτού, σε σχέση με άλλα τμήματα των εγκαταστάσεών της, καθόσον εκεί (στο συσκευαστήριο, δηλαδή) πρέπει να τηρείται το μέγιστο επίπεδο καθαριότητας, δεδομένου ότι πρόκειται για τον χώρο όπου τυποποιείται το τελικό προϊόν, πριν να καταλήξει στη συνέχεια στους καταναλωτές.

Εκτός δε των ενδιάμεσων καθαρισμών, που πραγματοποιούνται γενικά στις εγκαταστάσεις της εναγόμενης, ο χώρος του συσκευαστηρίου καθαρίζεται για λόγους υγιεινής, καθημερινά, με ζεστό νερό, μετά το τέλος της βάρδιας του απασχολούμενου σ' αυτόν προσωπικού. Τέτοια περίπτωση, όμως, δεν προέκυψε ότι συνέτρεξε, καθώς το επίδικο ατύχημα σημειώθηκε κατά την διάρκεια και όχι κατά την λήξη της βάρδιας της ενάγουσας.

Κατά τα λοιπά, δεν προκύπτει ότι οι προπεριγραφόμενες συνθήκες διαφοροποιούνταν σε σχέση με αυτές που επικρατούσαν στην είσοδο ή στην έξοδο από τον χώρο του συσκευαστηρίου. Επιστρέφοντας, λοιπόν, εκεί, μετά την σύντομη κατά τα παραπάνω απουσία της, η ενάγουσα, ενώ βάδιζε σε κενό και στεγνό δάπεδο, γλίστρησε και έπεσε προς τα πίσω με τα κατωτέρω αναφερόμενα αποτελέσματα.

Το επίδικο ατύχημα δηλώθηκε στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας στις 14.9.2011, όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. πρωτ. ... αναγγελία εργατικού ατυχήματος, σύμφωνα με την περιγραφή της οποίας, η εργαζόμενη σε κενό και στεγνό χώρο εν ώρα βαδίσματος γλίστρησε και έπεσε προς τα πίσω με αποτέλεσμα να χτυπήσει το πόδι της και συγκεκριμένα να υποστεί κάταγμα στο ισχίο της, με την επιπλέον αναφορά ότι αυτή (εργαζόμενη) φορούσε τα ενδεδειγμένα ατομικά μέσα προστασίας για τα πόδια (αντιολισθητικές μπότες).

Κατόπιν της πτώσης της, η ενάγουσα μεταφέρθηκε από το σύζυγο και τον γιο της στο Γενικό Νοσοκομείο Αττικής "…", όπου διαπιστώθηκε ότι υπέστη υποκεφαλικό κάταγμα μηριαίου οστού (ΑΡ) ισχίου (ήλωση ASNIS) και υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση (κοχλίωση του κατάγματος). Της χορηγήθηκε αρχικά δίμηνη αναρρωτική άδεια, η οποία εν συνεχεία παρατάθηκε διαδοχικώς έως τις 13.7.2012 και κατόπιν της οποίας επέστρεψε στην εργασία της την 1.9.2012.

Ακολούθως, στις 17.12.2015 εισήχθη στο Δ' ορθοπαιδικό τμήμα του ως άνω νοσοκομείου, όπου, κατόπιν της διάγνωσης επώδυνης κίνησης του ΑΡ ισχίου και νέκρωσης της κεφαλής του μηριαίου, την επόμενη ημέρα η εν λόγω διάδικος υποβλήθηκε σε ολική αρθροπλαστική ΑΡ ισχίου (AMIS). Από το νοσοκομείο εξήλθε στις 22.12.2015 με οδηγίες για αφαίρεση των ραμμάτων εντός 15νθημέρου, βάδιση με περιπατητήρα τύπου Π και επανεξέταση.

Μετά την επάνοδό της στην εργασία της, η ενάγουσα εργάστηκε στην εναγόμενη εταιρεία επί τρία (3) ακόμα χρόνια, μέχρι και το Νοέμβριο του έτους 2015 και ακολούθως από 9.11.2015 έως 31.10.2016 έλαβε αναρρωτική άδεια, βάσει γνωματεύσεων των αρμόδιων επιτροπών του Ι.Κ.Α., ενώ από 1.11.2016 μέχρι 5.12.2016 έλαβε την ετήσια κανονική άδειά της.

Επειδή, όμως, μετέπειτα, από την 6.12.2016, η ενάγουσα απείχε από τα καθήκοντά της, κατόπιν της από 7.12.2016 εξώδικης δήλωσης - πρόσκλησης του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της εναγόμενης, που επιδόθηκε στην πρώτη δυνάμει της υπ' αριθμ. ... έκθεσης επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών Ιωάννας Μπάρμπα, η εργοδότρια ως άνω εταιρεία, που θεώρησε ότι η αδικαιολόγητη αποχή της ενάγουσας από την εργασία της ισοδυναμούσε με οικειοθελή αποχώρησή της από την υπηρεσία της, στις 13.12.2016 προέβη στην σχετική αναγγελία (οικειοθελούς αποχώρησης μισθωτού - όπως προκύπτει από το σχετικώς επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από 13.12.2016 έντυπο).

Κατά το τελευταίο αυτό διάστημα, μέχρι την αποχώρησή της, η ενάγουσα εξακολούθησε να απασχολείται για λογαριασμό της εναγόμενης με την ίδια, ως άνω ειδικότητα, χωρίς να της ανατεθούν άλλες βαρύτερες εργασίες και συγκεκριμένα η εκφόρτωση πλακών αλλαντικών βάρους 15-20 κιλών, όπως αβασίμως η συγκεκριμένη διάδικος ισχυρίστηκε με την αγωγή της, καθώς, αντιφατικά με όσα η εν λόγω διάδικος αναφέρει σχετικά στο οικείο δικόγραφο, ουδέποτε η ίδια διαμαρτυρήθηκε εγγράφως για την φύση των ανατεθέντων σ' αυτή καθηκόντων, όπως λογικά θα αναμενόταν, ενόψει, μάλιστα και της φύσης της εναγόμενης εταιρείας ως ανώνυμης, ενώ, εκτός αυτού, τα όσα σχετικά κατέθεσε ο μάρτυρας που εξετάστηκε με την επιμέλεια της στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου δεν επιβεβαιώνονται από κανένα άλλο αποδεικτικό μέσο.

Από τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι: α) σε αντίθεση με όσα η εν λόγω διάδικος υποστήριξε, το πόστο όπου η ενάγουσα κατά τα παραπάνω εργαζόταν την ημέρα του επισυμβάντος ατυχήματος, στον πρώτο όροφο, στον χώρο του συσκευαστηρίου των εγκαταστάσεων της εναγόμενης, δεν ήταν κάτι διαφορετικό σε σχέση με τα συνήθη καθήκοντά της, αλλά περιλαμβανόταν στο αντικείμενο της εργασίας της, β) εξίσου αντιφατικά, σε σχέση με αυτά που η ίδια υποστήριξε, η συγκεκριμένη διάδικος (ενάγουσα) είχε εφοδιαστεί από την εργοδότριά της (εναγόμενη) με τα κατάλληλα μέσα ατομικής προστασίας, καθόσον φορούσε τις ενδεδειγμένες, για τις προεκτεθείσες συνθήκες εργασίας της, και κατάλληλες, από πλευράς κατάστασης, αντιολισθητικές μπότες, γ) οι προπαρατεθείσες συνθήκες λειτουργίας του όπως και η ίδια η κατασκευή του χώρου του συσκευαστηρίου απέκλειαν την επίδραση της εξωτερικής θερμοκρασίας στην εν γένει κατάσταση των τυποποιούμενων εκεί προϊόντων, έτσι ώστε οι ισχυρισμοί της ενάγουσας ότι αυτά έλιωναν και απέβαλαν λίπος με αποτέλεσμα η επιφάνεια του δαπέδου του αντίστοιχου χώρου ή της εισόδου/εξόδου του να καθίσταται ολισθηρή, να κρίνονται αβάσιμοι, λαμβανομένου επιπλέον υπόψη του ότι δ) η ενάγουσα, που εργαζόταν για λογαριασμό της εναγόμενης από το έτος 2003 ήδη, ήταν απολύτως εξοικειωμένη τόσο με το περιβάλλον της εργασίας της, όσο και με τα καθήκοντα που της ανατίθεντο επ' αφορμής αυτής, καθώς η συγκεκριμένη διάδικος απασχολούνταν κάτω από τις προπεριγραφόμενες συνθήκες σε καθημερινή βάση, επί οκτώ (8) περίπου έτη, πριν το επίδικο ατύχημα.

Και ναι μεν, εξαιτίας του επισυμβάντος ατυχήματος, το οποίο εμπίπτει στην έννοια του εργατικού ατυχήματος, κατά το άρθρο 1 του ν. 551/1915, η ενάγουσα αντιμετώπισε πράγματι σημαντικό πρόβλημα υγείας, ωστόσο, κατόπιν των όσων ήδη εκτέθηκαν, το επίδικο, ατύχημα, οφείλεται σε τυχαίο γεγονός και δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη παράνομης πράξης ή παράλειψης της εναγόμενης εταιρείας ή των προστηθέντων εκ μέρους της προσώπων, που να συνδέεται αιτιωδώς με την επέλευση αυτού (επίδικου εργατικού ατυχήματος), με αποτέλεσμα να μην θεμελιώνεται αδικοπρακτική ευθύνη της.

Ούτε, άλλωστε, εν συνεχεία (μετά, δηλαδή την επέλευση του ατυχήματος αυτού), ανέκυψε ζήτημα μεταβολής των συνθηκών παροχής της εργασίας αυτής (ενάγουσας) σε εξαιρετικά και ασυνήθιστα δυσμενείς, έτσι ώστε να προσδοθεί σ' αυτές χαρακτήρας βίαιου συμβάντος, με την έννοια ότι εναγόμενη εργοδότρια, που γνώριζε την κατάσταση της υγείας της και η οποία όφειλε να ρυθμίζει τα της εργασίας της κατά τρόπο ώστε να προστατεύεται η ζωή και η υγεία της ενάγουσας ως εργαζόμενης, ανέθεσε στην τελευταία επαχθέστερα, σε σχέση με τα προηγουμένως ασκούμενα, καθήκοντα.

Εφόσον δε, για την αιτούμενη επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, όπως εν προκειμένω, απαιτείται να υπάρχει ευθύνη του εργοδότη ή των προστηθέντων απ' αυτόν, έστω υπό την μορφή πταίσματος, στοιχείο που δεν συντρέχει στην επίδικη περίπτωση, η ενάγουσα δεν δικαιούται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, όπως ζήτησε με την αγωγή της, η οποία έπρεπε να απορριφθεί ως αβάσιμη από ουσιαστικής άποψης.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, το οποίο, αντιθέτως, δέχτηκε ότι επίδικο ατύχημα συνδέεται αιτιωδώς με αμελή συμπεριφορά των οργάνων της εργοδότριας, εναγόμενης εταιρείας και κρίνοντας, συγχρόνως, συνυπαίτια και την ενάγουσα, κατά ποσοστό 20%, κατά μερική παραδοχή του προβληθέντος από πλευράς της αντιδίκου της σχετικού ισχυρισμού, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή, αναγνωρίζοντας κατόπιν αυτών ότι η εναγόμενη όφειλε να καταβάλει στην ενάγουσα ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 9.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, έσφαλε, όπως βασίμως η λόγω διάδικος (εναγόμενη) υποστηρίζει με τον πρώτο λόγο καθώς και με το αντίστοιχο σκέλος του δεύτερου της (δεύτερης) έφεσής της, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων της οικείας έφεσης και απορριπτομένων, αντιστοίχως, των προβαλλόμενων με την (πρώτη) έφεση της ενάγουσας λόγων".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο α) απέρριψε κατ' ουσία την έφεση της ενάγουσας - αναιρεσείουσας και β) δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την έφεση της εναγομένης - αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθμ. 209/2021 αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή εν μέρει κατ' ουσία η αγωγή για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και μετά από εξαφάνιση αυτής, απέρριψε την ένδικη αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσία.

Υπό τις ως άνω παραδοχές το Εφετείο ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε ως αποδειχθέντα, στις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων, τις οποίες δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή. Ειδικότερα ουδόλως πληρούν το πραγματικό α) της αμελούς συμπεριφοράς της εργοδότριας αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας στην επέλευση του ατυχήματος της αναιρεσείουσας και β) στην παράλειψη αυτής (αναιρεσίβλητης) να μεταβάλλει τις συνθήκες εργασίας της αναιρεσείουσας μετά το ατύχημα, αναθέτοντας σε αυτή ελαφρότερα καθήκοντα και δικαιολογούν την απόρριψη της αγωγής της αναιρεσείουσας τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ήτοι:

α) ότι ο χώρος συσκευαστηρίου προϊόντων είναι ενιαίος χώρος με περισσότερα πόστα συσκευασίας προϊόντων, τα οποία είναι ανάλογα των αναγκών που προκύπτουν σύμφωνα με την ημερήσια παραγωγή της αναιρεσίβλητης εργοδότριας, β) ότι η εργαζόμενη - αναιρεσείουσα βαδίζοντας την 14.9.2011 σε στεγνό χώρο γλίστρησε και έπεσε προς τα πίσω με αποτέλεσμα να χτυπήσει το πόδι της και να υποστεί κάταγμα στο ισχίο της, γ) ότι η αναιρεσείουσα ήταν εφοδιασμένη με τα κατάλληλα μέσα ατομικής προστασίας και οι συνθήκες λειτουργίας του χώρου του συσκευαστηρίου απέκλειαν την επίδραση της εξωτερικής θερμοκρασίας και δ) ότι δεν υπήρξε παράνομη πράξη ή παράλειψη της αναιρεσίβλητης εταιρείας ή των προστηθέντων εκ μέρους της προσώπων που να συνδέεται αιτιωδώς με την επέλευση του ατυχήματος - τραυματισμού της αναιρεσείουσας ούτε ζήτημα μεταβολής των συνθηκών παροχής της εργασίας της αναιρεσείουσας.

Περαιτέρω το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθ' όσον διέλαβε σε αυτή, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της αμελούς συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης, την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό των αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου.

Τούτο δε, διότι αναφέρονται με σαφήνεια και επάρκεια τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, ότι δεν υπήρξε αμελής συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης εργοδότριας εταιρείας στην επέλευση του ατυχήματος της αναιρεσείουσας και στην παράλειψη της αναιρεσίβλητης να μεταβάλλει τις συνθήκες εργασίας της αναιρεσείουσας μετά το ατύχημα.

Επομένως, οι περί του αντιθέτου σχετικοί από τους αριθμούς 1 και 19 λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλονται τέτοιες αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24.20.2022 (αριθμ. εκθ. καταθ. 8370/937/ 27.10.2022) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4283/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και

Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης σε βάρος της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσόν των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 14 Ιουνίου 2023.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ