Legislator Case Law & Legislation
1121/2021 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against football clubs' appeal rejection due to procedural error in extending res judicata.

Case Number 1121/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision rejecting his lawsuit against two football clubs. The appellant argued that the lower court incorrectly applied the principle of res judicata, claiming the first club's successful appeal should have barred the second club from contesting the same issues. The court found a procedural error in the lower court's application of Article 537 of the Code of Civil Procedure regarding the extension of res judicata between the two defendants. Consequently, the appeal was allowed regarding the second club, while the decision against the first club was dismissed, and the case was remanded for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 537 and 559 of the Code of Civil Procedure; The extension of res judicata to a second defendant is not automatic when the first defendant's appeal succeeds, requiring specific causal identity between the illegal acts to justify such procedural extension.

Keywords

AI generated
res judicata extension football club dispute procedural error appeal against appeal remand for retrial causal identity civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Articles 495 and 564 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 914 and 932 of the Civil Code
Article 537 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 1 number 16 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1121 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1121/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη - Εισηγητή και Χρήστο Τζανερρίκο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Μαρτίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Κ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Σβάρνα και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ποδοσφαιρικής Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΠΑΝΙΩΝΙΟΣ ΓΥΜΝΑΣΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΣΜΥΡΝΗΣ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΙΚΗ Α.Ε." όπως μετονμάστηκε η αρχικά αναιρεσίβλητη Ποδοσφαιρική Ανώνυμη Εταιρείας με την επωνυμία "ΝΕΟΣ ΠΑΝΙΩΝΙΟΣ ΠΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μυταλούλη και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ποδοσφαιρικής Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ Σ.Φ.Π. ΠΑΕ" που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Κοσκινά με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/2/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6449/2008 μη οριστική και 3981/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3055/2017 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17/1/2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της παραστάσας στο ακροατήριο αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 17-1-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, 3055/2017 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε η έφεση που είχε ασκήσει ο αναιρεσείων κατά της 3981/2014 οριστικής και της 6449/2008 μη οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ενώ έγιναν δεκτές η έφεση που είχε ασκήσει κατά της άνω οριστικής απόφασης η πρώτη αναιρεσίβλητη, καθώς και εν μέρει η αντέφεση που είχε ασκήσει κατ' αυτής η δεύτερη αναιρεσίβλητη, με την οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο, είχε δεχθεί εν μέρει την από 9-2-2006 αγωγή του αναιρεσείοντος. Το Εφετείο, μετά την εξαφάνιση της οριστικής απόφασης, δικάζοντας επί της αγωγής, απέρριψε αυτήν στο σύνολό της. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 914 και 932 ΑΚ, κατά τις οποίες, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, και εάν του προκάλεσε ηθική βλάβη, όπως συμβαίνει στην περίπτωση που επέφερε βλάβη στην υγεία του, να του καταβάλει χρηματική ικανοποίηση και το συνδυασμό τους με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της αξίωσης προς αποζημίωση από αδικοπραξία απαιτείται να συντρέχουν αθροιστικώς οι εξής προϋποθέσεις:

α) παράνομη συμπεριφορά προσώπου, δηλαδή ενέργεια ή παράλειψη, που αντίκειται σε συγκεκριμένο επιτακτικό ή απαγορευτικό κανόνα δικαίου ή σε γενική επιταγή της έννομης τάξης και προσβάλλει δικαίωμα ή προστατευόμενο έννομο συμφέρον άλλου προσώπου, β) η πράξη ή η παράλειψη να είναι υπαίτια, οφειλόμενη σε δόλο ή αμέλεια, γ) πρόκληση θετικής ή αποθετικής ζημίας και ηθικής βλάβης σε άλλο πρόσωπο, δ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πράξης ή παράλειψης του δράστη και της ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά μπορεί να συνίσταται είτε σε θετική ενέργεια, είτε σε παράλειψη. Η μη τήρηση ή η πλημμελής τήρηση των προστατευτικών κανόνων δικαίου παρέχει αξίωση αποζημίωσης στους ιδιώτες που βλάπτονται, μόνο όταν οι κανόνες αυτοί αποσκοπούν στην προστασία των ατομικών συμφερόντων αποκλειστικά ή παράλληλα με την προστασία του γενικού συμφέροντος, ενώ δεν παρέχει τέτοια αξίωση η παράβαση δικαιικών κανόνων, που προστατεύουν μόνο το γενικό συμφέρον.

Ο χαρακτηρισμός της παράλειψης ως παράνομης συμπεριφοράς προϋποθέτει ότι εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη, είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση, έναντι συγκεκριμένου προσώπου ή της ολότητας, να παρεμποδίσει την επέλευση του ζημιογόνου αποτελέσματος, ήτοι ήταν υποχρεωμένος σε θετική πράξη αντίστοιχης αποτροπής.

Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύπτει είτε από δικαιοπραξία, οπότε μάλιστα μπορεί να συρρέουν αδικοπρακτική και δικαιοπρακτική ευθύνη, είτε από ειδική διάταξη νόμου, (όπως είναι και το άρθρο 919 ΑΚ εφόσον συντρέχει αντίθεση στα χρηστά ήθη και πρόθεση βλάβης), είτε από τις αρχές που απορρέουν ιδίως από τα άρθρα 200, 281 και 288 ΑΚ, ήτοι την αρχή της καλής πίστης, η οποία, υπό την αντικειμενική έννοια που απαντάται στις ανωτέρω διατάξεις, είναι η συναλλακτική ευθύτητα, την οποία επιδεικνύει ο χρηστός και εχέφρων συναλλασσόμενος και υπό την έννοια συνεπώς αυτή, συνιστά κριτήριο συμπεριφοράς και, άρα, κανόνα δικαίου (ΑΠ 821/2004), καθώς και την αρχή της απαγόρευσης της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος, όπως αυτές διαμορφώνονται κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, και το γενικό πνεύμα του δικαίου, οι οποίες αρχές, σε περίπτωση που κάποιος με προηγούμενη συμπεριφορά του δημιούργησε επικίνδυνη κατάσταση ή κατάσταση δυσχέρειας σε άλλον, εκ της οποίας μπορούσε να προέλθει ζημιά σ' αυτόν, χωρίς να έχει λάβει τα αναγκαία μέτρα για την αποτροπή του κινδύνου, επιβάλλει σε εκείνον θετική ενέργεια προς αποτροπή της ζημίας αυτού (ΑΠ 895/2019, ΑΠ 664/2017, ΑΠ 139/2014, ΑΠ 820/2002).

Παράνομη συμπεριφορά, ως αντικειμενικό στοιχείο θεμελίωσης δικαιοπρακτικής ευθύνης, συνιστά και κάθε ενέργεια ή παράλειψη, η οποία παραβιάζει το αντικειμενικό μέτρο της επιμέλειας, που τηρεί ο μέσος συνετός άνθρωπος του ίδιου συναλλακτικού κύκλου με τον υπόχρεο, ο οποίος οφείλει και αυτός να δείξει τον ίδιο με εκείνον βαθμό επιμέλειας, ώστε να μπορεί να προβλέπει και να αποφεύγει την προσβολή των αγαθών και των εννόμων συμφερόντων τρίτων προσώπων.

Σ' αυτή την περίπτωση η ίδια αμελής αντισυναλλακτική συμπεριφορά συγκεκριμένου προσώπου θεμελιώνει συγχρόνως και υπαιτιότητα αυτού σε βαθμό αμέλειας, ως αναγκαία υποκειμενική προϋπόθεση της αδικοπρακτικής ευθύνης, η οποία, στον χώρο του αστικού δικαίου, κρίνεται με τα ίδιο αντικειμενικό μέτρο - κριτήριο, των δυνατοτήτων του μέσου συνετού και ευσυνείδητου προσώπου (άρθρο 330 εδ.

β' ΑΚ). Αντίθετα, αν η εκάστοτε κρινόμενη συμπεριφορά δεν αποκλίνει από την αντίστοιχη του μέσου συνετού και ευσυνείδητου ανθρώπου, δεν θεμελιώνει καμία από τις προαναφερόμενες αδικοπρακτικές προϋποθέσεις, της παράνομης και υπαίτιας πράξης (ΑΠ 1512/2014, ΑΠ 1451/2014). Εξάλλου, αμέλεια, κατά την έννοια του άρθρου 330 ΑΚ, υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική πίστη από το μέσο συνετό και επιμελή εκπρόσωπο του επαγγελματικού και λοιπού κύκλου (από άποψη μόρφωσης, περιβάλλοντος, ηλικίας, τόπου διαμονής κλπ) της δραστηριότητας του υπαιτίου, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο που επιβάλλεται από τις περιστάσεις (ΑΠ 96/2018, ΑΠ 2144/2013, ΑΠ 1653/2010).

Έτσι, για να διαπιστωθεί αν ο δράστης επέδειξε την επιμέλεια που όφειλε, εξετάζεται αν ο, κατά τα άνω, τυπικός εκπρόσωπος του κύκλου του, μπορούσε με κατάλληλη ενέργεια ή παράλειψη να αποφύγει στη συγκεκριμένη περίπτωση τη ζημία. Εάν όφειλε να ενεργήσει ή να παραλείψει, πλην, όμως, συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνον που επιβάλλεται από τις περιστάσεις, είτε γιατί δεν προέβλεψε αδικαιολόγητα την επέλευση του ζημιογόνου αποτελέσματος, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επελεύσεως του, ήλπιζε όμως ανεπίτρεπτα ότι θα το αποφύγει και έτσι παρέλειψε να πάρει τα κατάλληλα μέτρα που υπάρχουν και συνηθίζονται να παίρνονται, συνεπεία δε αυτής της συμπεριφοράς του επέφερε τη ζημία.

Περαιτέρω, αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της ζημίας υπάρχει όταν η παράνομη συμπεριφορά του προσώπου που ευθύνεται, ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, ικανή και μπορούσε, αντικειμενικά, να επιφέρει τη ζημία και επέφερε πράγματι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, το ζημιογόνο αποτέλεσμα (ΑΠ 622/2017).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις (ΑΠ 1223/2015, ΑΠ 659/2015). Στον κανόνα ουσιαστικού δικαίου περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013).

Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998).

Ο έλεγχος συνίσταται στο αν υπήρξε σφάλμα στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού είτε αυτή διατυπώνεται ρητώς είτε εξυπακούεται ή σφάλμα στην υπαγωγή της ελάσσονος πρότασης, την οποία συνιστούν οι πραγματικές παραδοχές στη μείζονα πρόταση.

Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχουν ή όχι οι προυποθέσεις αυτές ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο (ΟλΑΠ 25/2008). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014).

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 114/2016).

Στην προκείμενη περίπτωση, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ύστερα από επανεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους, έγιναν δεκτά τα εξής: <<Ο εκκαλών στην υπό στοιχείο Ι έφεση- αντεφεσίβλητος τυγχάνει Αστυφύλακας, υπηρετήσας έως 9.1.2005 στη Διεύθυνση Αστυνομικών Επιχειρήσεων Αττικής/Υποδιεύθυνση Αποκαταστάσεως Τάξεως της Γενικής Αστυνομικής Διευθύνσεως Αττικής και συγκεκριμένα στην 521 Διμοιρία Αποκαταστάσεως Τάξεως (ΔΙ.Α.Τ.) των Μονάδων Αποκαταστάσεως Τάξεως (Μ.ΑΤ.).

Την ανωτέρω ημερομηνία (9.1.2005) επρόκειτο να διεξαχθεί περί ώρα 19.00' στο γήπεδο της Νέας Σμύρνης Αττικής ποδοσφαιρικός αγώνας μεταξύ των ομάδων των εφεσιβλήτων στην υπό στοιχείο Ι έφεση ποδοσφαιρικών ανωνύμων εταιριών "ΝΕΟΣ ΠΑΝΙΩΝΙΟΣ Π.Α.Ε." και "ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ Σ.Φ.Π.". Σε προηγηθείσα του αγώνος σύσκεψη την 4.1.2005 στο Γραφείο Επιχειρήσεων του Τμήματος Γενικής Αστυνομεύσεως της Διευθύνσεως Αστυνομίας Αθηνών, διεξαχθείσα μεταξύ των αρμοδίων φορέων κατά τη διάταξη του άρθρου 41Δ παρ. 1 και 2 Ν. 2725/1999, με αντικείμενο τον καθορισμό των τηρητέων μέτρων τάξεως κατά τη διεξαγωγή του ως άνω αγώνος, αποφασίσθηκε αρχικώς (μεταξύ άλλων) κατόπιν σχετικής προτάσεως της πρώτης εφεσιβλήτου στην υπό στοιχείο I έφεση - εκκαλούσας στην υπό στοιχείο II έφεση γηπεδούχου ποδοσφαιρικής ανωνύμου εταιρίας η μη διάθεση εισιτηρίων στη φιλοξενούμενη ομάδα της δεύτερης εφεσιβλήτου στην υπό στοιχείο I έφεση - αντεκκαλούσας ποδοσφαιρικής ανωνύμου εταιρίας και η πρόσληψη από την πρώτη εφεσίβλητο στην υπό στοιχείο I έφεση εκκαλούσα στην υπό στοιχείο II έφεση ποδοσφαιρική ανώνυμο εταιρία (γηπεδούχο) εξήντα (60) ατόμων ως προσωπικό ιδιωτικής ασφαλείας (security), για τα οποία είχε την υποχρέωση να συντάξει ονομαστική κατάσταση με τα στοιχεία ταυτότητος αυτών και τη διεύθυνση κατοικίας τους, στην οποία θα καθορίζονται τα καθήκοντα και η θέση εκάστου, μετά δε τη σύσκεψη αυτή εκδόθηκε η από 6.1.2005 υπ' αριθ.

πρωτ. 1003/2/488/2 - ΚΘ'/Α.Μ.Υ. 18958 Απόφαση του Αστυνομικού Διευθυντή Αθηνών "Μέτρα τήρησης της τάξης κατά τη διεξαγωγή του ποδοσφαιρικού αγώνα για το πρωτάθλημα Ελλάδος Α' Εθνικής Κατηγορίας μεταξύ των ομάδων "Ν. ΠΑΝΙΩΝΙΟΣ - ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ" την Κυριακή 9.1.2005 και ώρα 19:00' στο γήπεδο "ΠΑΝΙΩΝΙΟΥ". Η απόφαση αυτή τροποποιήθηκε με την από 7.1.2005 υπ' αριθ.

πρωί. 1003/2/488/2-ΛΑ'/Α.Μ.Υ. 18958 όμοια και αποφασίσθηκε, μεταξύ άλλων, η διάθεση τριακοσίων είκοσι δύο (322) εισιτηρίων στη δεύτερη εφεσίβλητο στην υπό στοιχείο I έφεση - αντεκκαλούσα φιλοξενούμενη ποδοσφαιρική ανώνυμο εταιρία και η τοποθέτηση των κατόχων των εισιτηρίων αυτών (οπαδών της ομάδος του "ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΥ Σ.Φ.Π.") στην Κερκίδα υπ' αριθ. 9 του γηπέδου, να παραμείνουν κλειστές οι Κερκίδες υπ' αριθ. 1 και 8 και η μετακίνηση των οπαδών αυτών ως εξής: "β.

Οι φίλαθλοι της ΠΑΕ ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ να μεταβούν μεμονωμένα και να συγκεντρωθούν την 15.30 ώρα της 9.1.2005 στη Λ. Συγγρού, έμπροσθεν του κέντρου "ΔΙΟΓΕΝΗΣ" και στη συνέχεια πεζή να μεταβούν στο γήπεδο οργανωμένα και πάντοτε με τη συνοδεία αστυνομικής δύναμης και να τοποθετηθούν στην κερκίδα -9- του γηπέδου, γ. Μετά τη λήξη του αγώνα να ακολουθηθεί η ίδια διαδικασία και να επιστρέψουν στο αρχικό σημείο στη Λ.

Συγγρού, έμπροσθεν του κέντρου "ΔΙΟΓΕΝΗΣ". Στο πλαίσιο αυτό περί ώρα 16:00' της προγραμματισθείσας ημερομηνίας διεξαγωγής του αγώνος (9.1.2005) εβδομήντα φίλαθλοι, προσκείμενοι στην ποδοσφαιρική ομάδα της δεύτερης εφεσιβλήτου στην υπό στοιχείο I έφεση - αντεκκαλούσας ποδοσφαιρικής ανωνύμου εταιρίας "ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ Σ.Φ.Π." συγκεντρώθηκαν στο χώρο έξω από το κέντρο διασκεδάσεως "ΔΙΟΓΕΝΗΣ" και συνοδεία αστυνομικών δυνάμεων κατευθύνθηκαν πεζή στο γήπεδο της Νέας Σμύρνης και οδηγήθηκαν στη Θύρα 9 του ως άνω γηπέδου.

Οι υπόλοιποι φίλαθλοι της Θύρας αυτής προσήλθαν μεμονομένως κατά τα συμφωνηθέντα συνοδεία των αστυνομικών δυνάμεων. Στις λοιπές ανοικτές Θύρες του γηπέδου (2, 3, 4, 5, 6 και 9) οι φίλαθλοι της γηπεδούχου ομάδος της πρώτης εφεσίβλητου στην υπό στοιχείο I έφεση - εκκαλούσας στην υπό στοιχείο II έφεση ποδοσφαιρικής ανωνύμου εταιρίας προσέρχονταν κανονικώς.

Περί ώρα 17:30' άρχισαν να δημιουργούνται προβλήματα με τους ευρισκομένους στη Θύρα 7 φιλάθλους. Κατά το χρόνο αυτό ευρίσκοντο έξω από τη θύρα 7 περίπου διακόσια (200) άτομα, μη φέροντα διακριτικά σύμβολα συγκεκριμένης ομάδος, τα οποία κατείχαν εισιτήρια εισόδου στο γήπεδο, τα οποία επεδείκνυαν στα επιφορτισμένα με το σχετικό έλεγχο πρόσωπα και ακολούθως εισέρχονταν στο γήπεδο.

Κατά τη διαδικασία αυτή όλως αιφνιδίως ορισμένοι εκ των ως άνω φιλάθλων (περί τα τριάντα έως σαράντα άτομα) εισήλθαν βιαίως στη Θύρα 7, αποφεύγοντας κατά τον τρόπο αυτό τον διενεργούμενο σωματικό έλεγχο. Οι εκπρόσωποι της πρώτης εφεσίβλητου στην υπό στοιχείο I έφεση - εκκαλούσας στην υπό στοιχείο II έφεση γηπεδούχου ποδοσφαιρικής ανωνύμου εταιρίας ζήτησαν από την παριστάμε ν η Αστυνομική Αρχή να διενεργήσει έλεγχο των συγκεκριμένων φιλάθλων, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν αυτοί ήσαν όντως εφοδιασμένοι με τα απαραίτητα για την παρακολούθηση του αγώνος εισιτήρια.

Πράγματι, οι αστυνομικές δυνάμεις διενήργησαν τον ζητηθέντα έλεγχο και δεν εντοπίσθηκαν φίλαθλοι στερούμενοι εισιτηρίων. Κατά το χρόνο αυτό οι περίπου διακόσιοι (200) - ευρισκόμενοι στη Θύρα 7 φίλαθλοι άρχισαν να πετούν καθίσματα προς τον κεντρικό αγωνιστικό χώρο του γηπέδου, αλλά και έξω από αυτό προς την οδό Ιωάννου Χρυσοστόμου, όπου είχαν παραταχθεί αστυνομικές δυνάμεις των Μ.Α.Τ.

Οι φίλαθλοι αυτοί ήσαν οπαδοί της ομάδος της δεύτερης εφεσίβλητου στην υπό στοιχείο I έφεση - αντεκκαλούσας ποδοσφαιρικής ανωνύμου εταιρίας, διότι απηύθυναν προς τους οπαδούς της ομάδος της πρώτης εφεσίβλητου στην υπό στοιχείο I έφεση - εκκαλούσας στην υπό στοιχείο II έφεση ποδοσφαιρικής ανωνύμου εταιρίας υβριστικά συνθήματα.

Οι αστυνομικοί, οι οποίοι είχαν εισέλθει στη Θύρα 7, συνέστησαν στους ως άνω φιλάθλους να μεταβούν στη Θύρα 9, όπου ευρίσκοντο οι λοιποί φίλαθλοι της ομάδος της δεύτερης εφεσιβλήτου στην υπό στοιχείο I έφεση - αντεκκαλούσας ποδοσφαιρικής ανωνύμου εταιρίας "ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ Σ.Φ.Π.", πλην όμως αυτοί όχι μόνον δεν συμμορφώθηκαν προς τις υποδείξεις των αστυνομικών οργάνων, αλλά αντιθέτως κινήθηκαν επιθετικώς εναντίον τους, εκσφενδονίζοντας εναντίον τους σιδερένιους στύλους, προστατευτικά πλαίσια και καθίσματα του γηπέδου, τα οποία απέσπασαν από τις κερκίδες.

Πάντως, εντός ολίγων λεπτών οι ως άνω φίλαθλοι αναχαιτίσθηκαν και αποκαταστάθηκε προσωρινώς η τάξη στη Θύρα αυτή. Προκειμένου να μην επαναληφθούν παρόμοια περιστατικά, ο επικεφαλής των μέτρων τάξεως της Ελληνικής Αστυνομίας ζήτησε από τους υπευθύνους της πρώτης εφεσιβλήτου στην υπό στοιχείο I έφεση - εκκαλούσας στην υπό στοιχείο II έφεση γηπεδούχου ποδοσφαιρικής ανωνύμου εταιρίας περί ώρα 17:45' να ανοιχθεί η ενδιάμεσος είσοδος του κιγκλιδώματος της Κερκίδος υπ' αριθ. 7 προς την Κερκίδα υπ' αριθ. 8 (η οποία είχε παραμείνει κενή ως ζώνη ασφαλείας), προκειμένου να μετακινηθούν εκεί οι φίλαθλοι της Κερκίδος υπ' αριθ. 7, να εκτονωθεί η κατάσταση και να παύσει η ρίψη αντικειμένων κατά των φιλάθλων της ομάδος της πρώτης εφεσιβλήτου στην υπό στοιχείο I έφεση - εκκαλούσας στην υπό στοιχείο II έφεση γηπεδούχου ποδοσφαιρικής ανωνύμου εταιρίας.

Παρά τις αρχικές αντιρρήσεις των υπευθύνων της τελευταίας, περί ώρα 18:23' άνοιξε η προαναφερομένη είσοδος με εντολή του εκπροσώπου της Α. Μ., πλην όμως οι ευρισκόμενοι στην Κερκίδα υπ' αριθ. 7 φίλαθλοι αρνήθηκαν να μετακινηθούν, παρά τις συστάσεις των αστυνομικών οργάνων. Εν συνεχεία, περί ώρα 17:46' στις Θύρες 2 και 3 ομάδα φιλάθλων επιχείρησε να εισέλθει βιαίως και άνευ ελέγχου στο γήπεδο, πλην όμως δεν επέτυχαν, το σκοπό τους, διότι αντιμετωπίσθηκαν επιτυχώς από τους αστυνομικούς, οι οποίοι δέχθηκαν επίθεση από εβδομήντα (70) περίπου φιλάθλους της ομάδος της πρώτης εφεσιβλήτου στην υπό στοιχείο I έφεση εκκαλούσας στην υπό στοιχείο II έφεση γηπεδούχου ποδοσφαιρικής ανωνύμου εταιρίας, οι οποίοι εκσφενδόνιζαν προς αυτούς ξύλα, σίδερα, αλυσίδες, καθίσματα, βεγγαλικά και άλλα αντικείμενα.

Περί ώρα 18:25 οι διαγωνιζόμενες ομάδες πραγματοποιούσαν προθέρμανση εντός του αγωνιστικού χώρου. Τότε, πεντακόσιοι (500) περίπου φίλαθλοι της Κερκίδος υπ' αριθ. 7 επιτέθηκαν αιφνιδίως κατά αστυνομικών και φιλάθλων, ευρισκομένων στις Κερκίδες υπ' αριθ. 5 και 6, εκσφενδονίζοντας εναντίον τους πέτρες, πλαστικά καθίσματα και άλλα αντικείμενα.

Οι επιτιθέμενοι φίλαθλοι της Κερκίδος υπ' αριθ. 7 ήσαν αμιγώς οπαδοί της δεύτερης εφεσιβλήτου στην υπό στοιχείο I έφεση - αντεκκαλούσας ποδοσφαιρικής ανωνύμου εταιρίας, όπως προκύπτει από τα εκφερόμενα συνθήματα, οι δε ευρισκόμενοι στις Κερκίδες υπ' αριθ. 5 και 6 φίλαθλοι ήσαν οπαδοί της ομάδος της πρώτης εφεσίβλητου στην υπό στοιχείο I έφεση - εκκαλούσας στην υπό στοιχείο II έφεση γηπεδούχου ποδοσφαιρικής ανωνύμου εταιρίας.

Περαιτέρω, μερικοί εκ των ευρισκομένων στην Κερκίδα υπ' αριθ. 7 φιλάθλων εκσφενδόνισαν αντικείμενα κατά των ευρισκομένων στον προαύλιο χώρο του "MEMBERS CLUB" της πρώτης εφεσιβλήτου στην υπό στοιχείο Ι έφεση - εκκαλούσας στην υπό στοιχείο II έφεση γηπεδούχου ποδοσφαιρικής ανωνύμου εταιρίας. Μάλιστα δύο εξ αυτών ενήργησαν άλμα προς τα κάτω και ευρέθησαν στον κεντρικό αγωνιστικό χώρο, συνελήφθησαν όμως αμέσως από τους εκεί ευρισκομένους αστυνομικούς.

Ταυτοχρόνως διακόσιοι (200) έως διακόσιοι πενήντα (250) φίλαθλοι της ομάδος της πρώτης εφεσίβλητου στην υπό στοιχείο I έφεση εκκαλούσας στην υπό στοιχείο II έφεση γηπεδούχου ποδοσφαιρικής ανωνύμου εταιρίας, οι οποίοι είχαν εγκατασταθεί στις Θύρες των Κερκίδων υπ' αριθ. 2 και 3 εισήλθαν βιαίως εντός του αγωνιστικού χώρου και κινήθηκαν επιθετικώς.

κατά των αστυνομικών δυνάμεων και των ευρισκομένων στις Κερκίδες των Θυρών 7 και 9 φιλάθλων. Οι εν λόγω φίλαθλοι κατά την είσοδο τους στον αγωνιστικό χώρο συνεπλάκησαν και με παίκτες της ομάδος της δεύτερης εφεσιβλήτου στην υπό στοιχείο I έφεση - αντεκκαλούσας ποδοσφαιρικής ανωνύμου εταιρίας, οι οποίοι, όπως και οι παίκτες της ομάδος της πρώτης εφεσιβλήτου στην υπό στοιχείο I έφεση - εκκαλούσας στην υπό στοιχείο II έφεση γηπεδούχου ποδοσφαιρικής ανωνύμου εταιρίας, προσπαθούσαν να εισέλθουν στα αποδυτήρια, προκειμένου να προστατευθούν.

Τη γενίκευση των επεισοδίων αυτών (προπηλακισμοί παικτών) απέτρεψε με την αποφασιστική συμβολή του ο εκπρόσωπος της πρώτης εφεσιβλήτου στην υπό στοιχείο I έφεση - εκκαλούσας στην υπό στοιχείο II έφεση γηπεδούχου ποδοσφαιρικής ανωνύμου εταιρίας Α. Μ. και η ένταση προσωρινώς εκτονώθηκε, με αποτέλεσμα οι παίκτες αμφοτέρων των ομάδων να εγκαταλείψουν με ασφάλεια τον αγωνιστικό χώρο.

Όμως, στον αυτό τόπο και κατά τον αυτό χρόνο οι πεντακόσιοι (500) φίλαθλοι, οι οποίοι ευρίσκοντο στη θύρα 7, διέρρηξαν τον αστυνομικό κλοιό και κατευθύνθηκαν προς τα κάγκελα, τα οποία διαχωρίζουν τις Κερκίδες της εν λόγω Θύρας από τις προοριζόμενες για τους επισήμους προσκεκλημένους της γηπεδούχου ομάδος θέσεις και εν συνεχεία συγκρούσθηκαν με τις δυνάμεις των ΔΙ.Α.Τ., ρίπτοντας πλαστικά καθίσματα, πέτρες και άλλα αντικείμενα.

Ακολούθησαν συμπλοκές μεταξύ των φιλάθλων των εφεσιβλήτων στην υπό στοιχείο I έφεση ποδοσφαιρικών ανωνύμων εταιριών, διαρκείας δέκα (10) περίπου λεπτών, κατά τις οποίες χρησιμοποιήθηκαν (εν είδει όπλων) καθίσματα, ξύλα, πέτρες, αλυσίδες, ρόπαλα, φωτοβολίδες, σίδηροι στύλοι και άλλα παρόμοια αντικείμενα, με συνέπεια να προκληθούν σημαντικές υλικές ζημίες στο γήπεδο της πρώτης εφεσιβλήτου στην υπό στοιχείο I έφεση - εκκαλούσας στην υπό στοιχείο II έφεση γηπεδούχου ποδοσφαιρικής ανωνύμου εταιρίας, να προκληθεί σοβαρός κίνδυνος ζωής για αόριστο αριθμό προσώπων (φιλάθλων, αστυνομικών κλπ.) και να τραυματισθούν δεκατέσσερις ευρισκόμενοι σε διατεταγμένη υπηρεσία αστυνομικοί (περί του τραυματισμού του εκκαλούντος στην υπό στοιχείο I έφεση - εφεσίβλητου στην υπό στοιχείο

ΙΙ έφεση - αντεφεσιβλήτου αστυνομικού θα γίνει αναλυτικώς λόγος στη συνέχεια). Την ίδια ώρα (18:25) ο διαιτητής του αγώνος είχε εξέλθει των αποδυτηρίων μαζί με τους βοηθούς του για την προθέρμανσή τους στον αγωνιστικό χώρο, τον οποίο όμως εγκατέλειψαν μετά την εκδήλωση των ως άνω εκτεταμένων επεισοδίων, τα οποία εν τέλει έληξαν περί ώρα 18:40, όταν μετά από επιχείρηση των αστυνομικών δυνάμεων οι συμπλεκόμενοι φίλαθλοι των δύο ομάδων υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν τον αγωνιστικό χώρο και να επανέλθουν στις προαναφερόμενες Κερκίδες, έκτοτε δε και μέχρι την 19:45' δεν σημειώθηκαν άλλα επεισόδια.

Περί ώρα 19:45' πραγματοποιήθηκε σύσκεψη μεταξύ του διαιτητή, των παρατηρητών και του επικεφαλής των αστυνομικών δυνάμεων (Αστυνομικού Διευθυντή), ο οποίος διαβεβαίωσε τον διαιτητή όχι ο αγώνας δύναται να διεξαχθεί με ασφάλεια και τάξη, καθ' όσον ευρίσκοντο επί τόπου ισχυρές (ενισχυμένες) αστυνομικές δυνάμεις, πλην όμως ο διαιτητής δεν πείσθηκε και αποφάσισε τη μη τέλεση του αγώνος λόγω ελλείψεως επαρκούς αστυνομικής δυνάμεως.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι την ημέρα διεξαγωγής του ως άνω ποδοσφαιρικού αγώνος ο εκκαλών στην υπό στοιχείο I έφεση - εφεσίβλητος στην υπό στοιχείο II έφεση - αντεφεσίβλητος Αστυφύλακας ευρίσκετο σε διατεταγμένη υπηρεσία μέτρων τάξεως με την Α - 52 1 ΔΙ.Α.Τ., στην οποία ήταν οργανικώς εντεταγμένος. Η συγκεκριμένη διμοιρία ευρίσκετο περί ώρα 17:05'σε παράταξη επί της συμβολής των οδών Χρυσοστόμου Σμύρνης και Σοφούλη έξωθεν της εισόδου των Θυρών 7 και 8, με αποστολή την επιτήρηση και διασφάλιση της ομαλής εισόδου των φιλάθλων στο γήπεδο.

Όπως έχει ήδη αναφερθεί ανωτέρω στο σκεπτικό, ομάδα φιλάθλων κινήθηκε επιθετικώς προς την εκεί ευρισκομένη αστυνομική δύναμη, ρίπτοντας πέτρες, τούβλα και άλλα παρόμοια αντικείμενα. Κατά τη διάρκεια του συγκεκριμένου επί μέρους επεισοδίου άγνωστος φίλαθλος έρριψε με δύναμη μεγάλου μεγέθους πέτρα στο πρόσωπο του εκκαλούντος στην υπό στοιχείο 1 έφεση - εφεσιβλήτου στην υπό στοιχείο II έφεση - αντεφεσιβλήτου, η οποία έθραυσε την προστατευτική καλύπτρα του κράνους του και τα γυαλιά οράσεως (μυωπίας), τα οποία αυτός έφερε, με συνέπεια να υποστεί βαρύ τραυματισμό στον αριστερό οφθαλμό.

Πλέον συγκεκριμένα, όπως αναφέρεται στην από 18.1.2010 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του χειρουργού οφθαλμιάτρου Α. Χ., η οποία συνετάγη σε συμμόρφωση προς το διατακτικό της (συνεκκαλουμένης) εν μέρει οριστικής υπ' αριθ. 6449/2008 αποφάσεως ίου πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, "1. Ο αριστερός οφθαλμός του ενάγοντος έχει περιέλθει σε κατάσταση φθίσης (συρρίκνωση και ουλοποίηση) συνεπεία του διατιτραίνοντος τραύματος της 9.1.2005 με αποτέλεσμα πλήρη απώλεια όρασης συστοίχως.

Η παρούσα οφθαλμική κατάσταση του ενάγοντος θεωρείται μόνιμη και μη αναστρέψιμη, μη αναμενόμενης αυτόματης η μετά από οιαδήποτε (φαρμακευτική ή χειρουργική) θεραπεία βελτίωσης, η δε εξ αυτής αναπηρία είναι επίσης μόνιμη και διαρκής. Το ποσοστό αναπηρίας που αποδίδεται σε ασθενή με απώλεια του ενός οφθαλμού και οφθαλμική πρόθεση ανέρχεται σε 35%, ακριβώς διότι ο υγιής οφθαλμός και η συν τω χρόνω προσαρμογή στην μονόφθαλμη όραση εξασφαλίζουν στον εργαζόμενο επαρκή κάλυψη των οπτικών αναγκών του για συνήθη απασχόληση γραφείου ή χειρωνακτική εργασία.

Εάν ωστόσο, το αντικείμενο εργασίας του παθόντος προϋποθέτει πλήρη αρτιμέλεια όσον αφορά τους οφθαλμούς (π.χ. επαγγελματίες οδηγοί, ορισμένες κατηγορίες στρατιωτικών), τότε η απώλεια του ενός οφθαλμού προκαλεί αναπηρία 67% για το συγκεκριμένο και μόνο επάγγελμα ή ειδικότητα και 35% για παν έτερο βιοποριστικό επάγγελμα. 2.

Ο ενάγων εμφανίζει περιορισμένης έκτασης μετατραυματική ουλή στο κάτω βλέφαρο του αριστερού οφθαλμού, η οποία δεν αποτελεί αξιόλογο αισθητικό θέμα. Το ουσιώδες πρόβλημα συνίσταται στην παρουσία ενός βολβού σε φθίση, δηλαδή τη σημαντική ρίκνωση, θόλωση και ουλοποίηση του αριστερού οφθαλμού, η οποία είναι αισθητικά απαράδεκτη.

Η εικόνα αυτή δεν επιδέχεται χειρουργική αποκατάσταση, η δε χρήση οφθαλμικής πρόθεσης συγκαλύπτει αλλά δεν θεραπεύει τη δυσμορφία. 3. Ο δεξιός οφθαλμός του ενάγοντος είναι υγιής και έχει φυσιολογική οπτική οξύτητα. Επί θεωρητικής βάσεως, ο έτερος οφθαλμός ασθενούς που έχει υποστεί διατιτραίνον τραύμα στον ένα οφθαλμό μπορεί να προσβληθεί από μια αυτοάνοσης αρχής πάθηση, η οποία ονομάζεται συμπαθητική οφθαλμία.

Η κατάσταση αυτή ωστόσο είναι εξαιρετικά σπάνια και εκδηλώνεται εντός ολίγων εβδομάδων από το αρχικό τραύμα, η δε εμφάνισή της στον παθόντα σε αυτό το χρονικό σημείο είναι στατιστικά απίθανη", με τo συμπέρασμα δε αυτό συμφωνεί και η διορισθείσα από τη δεύτερη εφεσίβλητο στην υπό στοιχείο I έφεση - αντεκκαλούσα ποδοσφαιρική ανώνυμο εταιρία τεχνική σύμβουλος χειρουργός οφθαλμίατρος Ε.

Α. - Τ., η οποία συνέταξε τη σχετική από 5.5.2010 έκθεση πραγματογνωμοσύνης. Μετά ταύτα, επί του κρισίμου ζητήματος της θεμελιώσεως ευθύνης της πρώτης εφεσιβλήτου στην υπό στοιχείο I έφεση - εκκαλούσας στην υπό στοιχείο II έφεση ποδοσφαιρικής ανωνύμου εταιρίας προς αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του εκκαλούντος στην υπό στοιχείο I έφεση - εφεσιβλήτου στην υπό στοιχείο II Αστυνομικού (το κεφάλαιο της υπαιτιότητος δεν ερευνάται ως προς τη δεύτερη εναγομένη αντεφεσίβλητο ποδοσφαιρική ανώνυμο εταιρία, κατά τα αναλυτικώς εκτιθέμενα ανωτέρω στο σκεπτικό) λόγω του ως άνω τραυματισμού του κατά τη διάρκεια εκτελέσεως διατεταγμένης υπηρεσίας στο γήπεδο της Νέας Σμύρνης την 9.1.2005 λεκτέα τα εξής:

α) ουδεμία διάταξη του ισχύοντος δικαίου προβλέπει αντικειμενική ευθύνη των ποδοσφαιρικών (και εν γένει -αθλητικών) ανωνύμων εταιριών προς αποκατάσταση ζημιών τρίτων από υπαιτίους παρανόμους πράξεις ή παραλείψεις οπαδών τους (μόνη de lege lata εξαίρεση η αναφερομένη ανωτέρω στη μείζονα σκέψη διάταξη του άρθρου 57 Ν. 2725/1999, η οποία έχει ειδικό περιεχόμενο και οπωσδήποτε δεν αφορά σε αξιώσεις φυσικών προσώπων για αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής λόγω τραυματισμού τους στο πλαίσιο επεισοδίων σε αθλητικούς αγώνες κλπ.), οι δε διατάξεις των άρθρων 29 και 30 του Κ.Α.Π.

δεν παρέχουν επαρκές νομοθετικό έρεισμα για τη θεμελίωση τοιαύτης ευθύνης και β) αντικειμενική ευθύνη της πρώτης εφεσίβλητου στην υπό στοιχείο I έφεση - εκκαλούσας στην υπό στοιχείο II έφεση ποδοσφαιρικής ανωνύμου εταιρίας δεν δύναται να θεμελιωθεί ούτε στη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, καθ' όσον δεν υφίσταται σχέση προστήσεως μεταξύ ποδοσφαιρικής (και εν γένει αθλητικής) ανωνύμου εταιρίας και φιλάθλων, κατά τα αναλυτικώς εκτιθέμενα ανωτέρω στη μείζονα σκέψη, τυχόν δε θεμελίωση της αγωγής του εκκαλούντος στην υπό στοιχείο I έφεση - εφεσίβλητου στην υπό στοιχείο II έφεση στις προαναφερόμενες διατάξεις καθιστά αυτή μη νόμιμο και απορριπτέα.

Ωστόσο, δεν αποκλείεται και τυγχάνει ερευνητέα η θεμελίωση υποκειμενικής πλέον - αδικοπρακτικής ευθύνης (άρθρα 71, 914 επ. ΑΚ) της πρώτης εφεσιβλήτου στην υπό στοιχείο I έφεση - εκκαλούσας στην υπό στοιχείο II έφεση ποδοσφαιρικής ανωνύμου εταιρίας λόγω υπαιτίου (ήτοι δόλιας ή αμελούς κατά την έννοια του άρθρου 330 ΑΚ) συμπεριφοράς, αντικειμένης στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή τις επιταγές της εννόμου τάξεως και ειδικώς παράβαση της κοινωνικώς επιβεβλημένης εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας υποχρεώσεως λήψεως συγκεκριμένων μέτρων επιμελείας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων, καθ' όσον στην περίπτωση αυτή συντρέχουν οι αναγκαίες για τη θεμελίωση υποκειμενικής αδικοπρακτικής ευθύνης αυτών, ήτοι το παράνομο και η υπαιτιότητα, κατά τα αναλυτικώς εκτιθέμενα ανωτέρω στο σκεπτικό.

Ειδικότερα, ο εκκαλών στην υπό στοιχείο I - εφεσίβλητος στην υπό στοιχείο II έφεση Αστυνομικός ισχυρίζεται προς θεμελίωση της αδικοπρακτικής ευθύνης της πρώτης εφεσίβλητου στην υπό στοιχείο I έφεση - εκκαλούσας στην υπό στοιχείο II εφέσεως ποδοσφαιρικής ανωνύμου εταιρίας ότι: α) κατά παράβαση της συμφωνίας περί διαθέσεως μόνον τριακοσίων είκοσι δύο (322) εισιτηρίων στους οπαδούς της ομάδος της δεύτερης εφεσιβλήτου στην υπό στοιχείο I έφεση - αντεκκαλούσας φιλοξενουμένης ποδοσφαιρικής ανωνύμου εταιρίας, όπως αυτή αποτυπώθηκε στην προαναφερομένη από 7.1.2005 υπ' αριθ.

πρωτ. 1003/2/488/2- ΛΑ'/Α.Μ.Υ. 18958 Τροποποιητική Απόφαση του Αστυνομικού Διευθυντή Αθηνών, οι υπεύθυνοι της πρώτης εφεσιβλήτου στην υπό στοιχείο I έφεση - εκκαλούσας στην υπό στοιχείο II έφεση γηπεδούχου ποδοσφαιρικής ανωνύμου εταιρίας διέθεσαν εισιτήρια σε οπαδούς της ομάδος της δεύτερης εφεσιβλήτου στην υπό στοιχείο I - αντεκκαλούσας φιλοξενουμένης ποδοσφαιρικής ανωνύμου εταιρίας, με συνέπεια να δημιουργηθεί σύγχυση ως προς τη διάθεση αυτών και την κατανομή των φιλάθλων στις κερκίδες του γηπέδου, με συνέπεια να επιταθεί ή ένταση και η οργή των φιλάθλων και β) η διοίκηση της εφεσιβλήτου στην υπό στοιχείο I έφεση - εκκαλούσας στην υπό στοιχείο II έφεση ποδοσφαιρικής ανωνύμου εταιρίας επέδειξε αδιαφορία για την εκδήλωση των επεισοδίων και ουδέν έπραξε για τον περιορισμό τους και τη συγκράτηση των οπαδών της ομάδος της, ειδικότερα δε παρέλειψε να ασκήσει στους τελευταίους την επιρροή της, εμφανιζομένη στον τόπο των επεισοδίων, αποκαθιστώντας την ηρεμία και την ευταξία (η αυτή αιτίαση αφορά και στη διοίκηση της δεύτερης εφεσιβλήτου στην υπό στοιχείο Ι έφεση - αντεκκαλούσας φιλοξενουμένης ποδοσφαιρικής ανωνύμου εταιρίας, αναφορικώς - προφανώς - με τους δικούς της οπαδούς).

Καθ' όσον αφορά στη διαδικασία διαθέσεως των εισιτηρίων του αγώνος στους φιλάθλους των δύο ομάδων επισημαίνονται τα ακόλουθα. Σε εκτέλεση της προαναφερόμενης Τροποποιητικής Αποφάσεως του Αστυνομικού Διευθυντή Αθηνών ο εκπρόσωπος της δεύτερης εφεσιβλήτου στην υπό στοιχείο Ι έφεση - αντεκκαλούσας φιλοξενουμένης ποδοσφαιρικής ανωνύμου εταιρίας Γ.

Μ. παρέλαβε την 7.1.2005 τριακόσια είκοσι δύο (322) εισιτήρια της Θύρας 9, προκειμένου να διατεθούν σε οπαδούς της ομάδος "ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ Σ.Φ.Π.". Τα εν λόγω εισιτήρια ήσαν ονομαστικής αξίας είκοσι ΕΥΡΩ (20€) έκαστο και συνολικώς έξι χιλιάδων τετρακοσίων σαράντα ΕΥΡΩ (6.440€). Περαιτέρω, εκδόθηκαν τρεις χιλιάδες (3.000) εισιτήρια και δη:

α) δύο χιλιάδες (2.000) εισιτήρια για τις Θύρες 2 και 3 και β) χίλια (1.000) εισιτήρια για τις Θύρες 4 και 7, ονομαστικής αξίας εκάστου εισιτηρίου δέκα (10) ΕΥΡΩ και δεκαπέντε (15) ΕΥΡΩ, αντιστοίχως. Την ευθύνη της διαθέσεως των εισιτηρίων αυτών είχαν οι συνδεόμενοι με την πρώτη εφεσίβλητο στην υπό στοιχείο I έφεση - εκκαλούσα στην υπό στοιχείο II έφεση γηπεδούχο ποδοσφαιρική ανώνυμο εταιρία Μ.

Ζ., Δ. Κ. και Σ. Μ., οι οποίοι παρέλαβαν τα εισιτήρια αυτά από τη διαχείριση της τελευταίας την 4.1.2005 ως εξής: α) οι Μ. Ζ. και Δ. Κ. πεντακόσια (500) εισιτήρια της Θύρας 4, ονομαστικής αξίας εκάστου εισιτηρίου δεκαπέντε (15) ΕΥΡΩ, και πεντακόσια (500) εισιτήρια της Θύρας 7, ονομαστικής αξίας εκάστου εισιτηρίου δεκαπέντε (15) ΕΥΡΩ και β) ο Σ.

Μ. δύο χιλιάδες (2.000) εισιτήρια των Θυρών 2 και 3. Οι προαναφερόμενοι παραλήπτες των εισιτηρίων υπέγραψαν τα προσκομιζόμενα μετ' επικλήσεως έγγραφα παραλαβής των εισιτηρίων, στα οποία αναφέρεται ότι " ... με την παραλαβή των εισιτηρίων δηλώνω προς τη Διοίκηση της ΠΑΝΙΩΝΙΟΣ ΠΑΕ υπεύθυνα και εν γνώσει των συνεπειών του Νόμου περί ψευδούς δηλώσεως ... " ότι:

τα εισιτήρια που παρέλαβα θα διατεθούν - πωληθούν αποκλειστικά και μόνο με δική μου ευθύνη σε φιλάθλους του ΠΑΝΙΩΝΙΟΥ επί αποδείξει Αστυνομικής Ταυτότητας ή άλλου αποδεικτικού παρεμφερούς στοιχείου και θα είμαι υπεύθυνος για τυχόν παρουσία φιλάθλων του ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΥ, στις θύρες και 7. Θύρα 4, από 0001 έως και 0500 Θύρα 7, από 1001 έως και 1500 (δήλωση Ζ.

και Κ.) στις θύρα 2-3. Θύρα 2 - 3 από 0001 έως και 2000" (δήλωση Μ.). Η διάθεση των εισιτηρίων του συγκεκριμένου αγώνος δεν έγινε στα εκδοτήρια του γηπέδου της Νέας Σμύρνης, όπως γενικώς συνηθίζεται, αλλά στο "MEMBERS CLUB" της ομάδος "ΝΕΟΣ ΠΑΝΙΩΝΙΟΣ". Με τη διαδικασία αυτή (παράδοση εισιτηρίων επί αποδείξει σε πρόσωπα εμπιστοσύνης με την εντολή να προβούν από ελεγχόμενο σημείο - "MEMBERS CLUB" - σε διάθεση των εισιτηρίων σε φιλάθλους της ομάδος "ΝΕΟΣ ΠΑΝΙΩΝΙΟΣ" με επίδειξη αστυνομικής ταυτότητος και καταγραφή των στοιχείων ταυτότητος και της διευθύνσεως κατοικίας των αγοραστών των εισιτηρίων) διατέθηκαν χίλια τετρακόσια πενήντα (1.450) εισιτήρια στις Θύρες 2 και 3, πεντακόσια εβδομήντα επτά (577) εισιτήρια στη Θύρα 4 και πεντακόσια τριάντα τέσσερα (534) εισιτήρια στη Θύρα 7, ήτοι διατέθηκαν σε - κατά δήλωσή τους - οπαδούς της ομάδος "ΝΕΟΣ ΠΑΝΙΩΝΙΟΣ" συνολικώς δύο χιλιάδες πεντακόσια εξήντα ένα (2.561) εισιτήρια, ενώ στους οπαδούς της ομάδος "ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ Σ.Φ.Π." είχαν ήδη διατεθεί τριακόσια είκοσι δύο (322) εισιτήρια στη Θύρα 9, την περαιτέρω πώληση των οποίων ανέλαβε η δεύτερη εφεσίβλητος στην υπό στοιχείο I έφεση - αντεκκαλούσα ποδοσφαιρική ανώνυμος εταιρία.

Ωστόσο, η συγκεκριμένη διαδικασία εξ αντικειμένου δεν αποκλείει τη δυνατότητα αγοράς ή το ενδεχόμενο της τελικής κατοχής εισιτηρίου από πρόσωπα μη έχοντα την ιδιότητα του φιλάθλου της γηπεδούχου ομάδος, διότι η παράδοση των εισιτηρίων στους αγοραστές γίνεται κατόπιν ρητής ή σιωπηρής δηλώσεως ότι τυγχάνουν φίλαθλοι της ομάδος "ΝΕΟΣ ΠΑΝΙΩΝΙΟΣ", πλην όμως η οπαδική αυτή προτίμηση, εκφράζουσα εσωτερική - ψυχική διάθεση, δεν δύναται να διαπιστωθεί εξωτερικώς - αντικειμενικώς και να ελεγχθεί το αληθές της σχετικής δηλώσεως, περαιτέρω δε, ακόμη και εάν ήθελε υποτεθεί ότι τα εισιτήρια πράγματι περιέρχονται σε οπαδούς της ομάδος "ΝΕΟΣ ΠΑΝΙΩΝΙΟΣ" ή, έστω, σε ουδετέρων ποδοσφαιρικών προτιμήσεων φιλάθλους, δεν δύναται να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο μεταπωλήσεως ή παραδόσεώς τους σε οποιουσδήποτε τρίτους, καθ' όσον αυτά δεν είναι ονομαστικά, και ως εκ τούτου είναι αντικειμενικώς αδύνατον να ελεγχθεί η διακίνησή τους και να εντοπισθεί ο τελικός παραλήπτης τους.

Επομένως, δεν αποδείχθηκε, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, ότι οι εκπρόσωποι της πρώτης εφεσιβλήτου στην υπό στοιχείο Ι έφεση - εκκαλούσας στην υπό στοιχείο

ΙΙ έφεση ποδοσφαιρικής ανωνύμου εταιρίας επέδειξαν υπαιτίως (δολίως ή αμελώς) κατά την οργάνωση της διαθέσεως και κατά τη διάθεση των εισιτηρίων του συγκεκριμένου αγώνος συμπεριφορά, αντικειμένη στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή τις επιταγές της εννόμου τάξεως και ειδικώς παράβαση της κοινωνικώς επιβεβλημένης εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας υποχρεώσεως λήψεως συγκεκριμένων μέτρων επιμελείας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων, δεν είναι δε δυνατόν να επιρριφθεί στη δική τους σφαίρα κινδύνου το γεγονός της κατοχής μεγάλου αριθμού εισιτηρίων όχι από φιλάθλους της ομάδος "ΝΕΟΣ ΠΑΝΙΩΝΙΟΣ", αλλά από φιλάθλους της αντιπάλου ομάδος "ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ Σ.Φ.Π.", οι υπεύθυνοι της οποίας αντικειμενικώς δεν ηδύναντο να γνωρίζουν ποιοι εκ των κατεχόντων εισιτήρια του αγώνος (πέραν των κατά την αρχική συμφωνία επισήμως διατεθέντων τριακοσίων είκοσι δύο) ήσαν φίλαθλοι της ομάδος αυτής, προκειμένου να κατευθύνουν αυτούς, κατόπιν συνεννοήσεως με τους υπευθύνους της γηπεδούχου ομάδρς, στην προορισμένη για αυτούς κατά τον αρχικό σχεδιασμό Θύρα 9.

Πολλώ δε μάλλον δεν αποδείχθηκε οργανωμένη, ανεξέλεγκτος και αδιάκριτος μαζική διάθεση εισιτηρίων σε απροσδιόριστο αριθμό προσώπων από τους εκπροσώπους της γηπεδούχου ομάδος, η οποία, εάν υφίστατο, πράγματι θα αποτελούσε παράβαση της ως άνω Τροποποιητικής Αποφάσεως. Άλλωστε, εάν υπήρχε τοιαύτη βούληση ή απόφαση, η διάθεση των εισιτηρίων θα εγίνετο όχι από το "MEMBERS' CLUB" και με τήρηση των προαναφερομένων προϋποθέσεων, αλλά από τα εκδοτήρια του γηπέδου, όπου εξ αντικειμένου ουδείς έλεγχος διεξήγετο, πέραν και ανεξαρτήτως ότι και η - κατά τα συνήθως κρατούντα - διάθεση εισιτηρίων από τα εκδοτήρια του γηπέδου δεν αποτρέπει τους "κινδύνους" της αγοράς αγοράς από οπαδούς αντιπάλων ομάδων ή της περαιτέρω διαθέσεως των αγορασθέντων εισιτηρίων.

Σημειωτέον όχι στη αυτή κρίση κατέληξε και η Επιτροπή Εφέσεων της Ελληνικής Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας (Ε.Π.Ο.), η οποία επιληφθείσα της υποθέσεως με την υπ' αριθ. 33/28.1.2005 απόφασή της έκρινε, έστω και με συνοπτικότερη αιτιολογία, ότι " ... Επίσης από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε εμπλοκή των εγκαλουμένων ΠΑΕ ή των ανωτέρω προσώπων ή των ανωτέρω προσώπων που συνδέονται με αυτές σε τυχόν κατευθυνόμενη προμήθεια των εισιτηρίων των φιλάθλων της ομάδος της ΠΑΕ ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ, οι οποίοι εισήλθαν από τη θύρα 7 και κατέλαβαν θέσεις στην αντίστοιχη κερκίδα ούτε ότι οι εν λόγω φίλαθλοι παρακινήθηκαν ή ενθαρρύνθηκαν με οποιονδήποτε τρόπο στην πρόκληση των ως άνω επεισοδίων από τους εκπροσώπους των εγκαλουμένων ΠΑΕ ... ".

Τέλος, δεν αποδείχθηκε όχι η πρώτη εφεσίβλητος στην υπό στοιχείο I έφεση - εκκαλούσα στην υπό στοιχείο II έφεση ποδοσφαιρική ανώνυμος εταιρία βαρύνεται με οποιοδήποτε πταίσμα σχετικώς με την τυχόν εμφάνιση και συμμετοχή στα εκτεταμένα επεισόδια φιλάθλων των δύο ομάδων, στερουμένων παντελώς εισιτηρίου ή κατεχόντων πλαστά εισιτήρια.

Εξάλλου, καθ' όσον αφορά στη δεύτερη αιτίαση του εκκαλούντος στην υπό στοιχείο I έφεση - εφεσιβλήτου στην υπό στοιχείο II έφεση - αντεφεσιβλήτου Αστυνομικού αναφορικώς με τις πράξεις ή παραλείψεις της διοικήσεως της πρώτης εφεσιβλήτου στην υπό στοιχείο I έφεση - εκκαλούοας στην υπό στοιχείο II έφεση γηπεδούχου ποδοσφαιρικής ανωνύμου εταιρίας αναφορικώς με τον έλεγχο και των περιορισμό των οπαδών των δύο ομάδων κατά την τέλεση των ως άνω εκτεταμένων επεισοδίων λεκτέα τα ακόλουθα:

Σε εκτέλεση της αρχικής από 6.1.2005 υπ' αριθ. πρωτ. 1003/2/488/2-ΚΘ'/Α.Μ.Υ. 18958 Αποφάσεως του Αστυνομικού Διευθυντή Αθηνών η πρώτη εφεσίβλητος στην υπό στοιχείο I έφεση - εκκαλούσα στην υπό στοιχείο II έφεση γηπεδούχος ποδοσφαιρική ανώνυμος εταιρία προέβη στην πρόσληψη εξήντα (60) ιδιωτικών φυλάκων ασφαλείας (SECURITY), καταρτίζοντας σχετική σύμβαση με την ανώνυμο εταιρία υπό την επωνυμία "ΕΥΡΩΑΣΦΑΑΕΙΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και υπό το διακριτικό τίτλο "EUROSECURITY", οι οποίοι είχαν κατανεμηθεί στις Θύρες των Κερκίδων, στις Κερκίδες και πέριξ του κεντρικού αγωνιστικού χώρου και πράγματι παρέσχον ενεργό συνδρομή στις αστυνομικές δυνάμεις κατά την εξέλιξη των επεισοδίων.

Δεν αποδεικνύεται, περαιτέρω, ότι τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της εφεσιβλήτου στην υπό στοιχείο I έφεση - εκκαλούσας στην υπό στοιχείο II έφεση ποδοσφαιρικής ανωνύμου εταιρίας, εκπρόσωποι τους, άλλα όργανα ή υπάλληλοι (προστηθέντες) αυτής παρέλειψαν να λάβουν οιαδήποτε περαιτέρω μέτρα ασφαλείας ή - δια της απουσίας τους - αδιαφόρησαν και την εκτόνωση της εντάσεως και τη λήξη των επεισοδίων.

Αντιθέτως, από περιεχόμενα στη δικογραφία έγγραφα (ενδεικτικώς αναφέρεται η υπ' αριθ. 33/28.1.2005 απόφαση της Επιτροπής Εφέσεων της Ε.Π.Ο.) σαφώς συνάγεται ότι μέλη της Διοικήσεως της πρώτης εφεσιβλήτου στην υπό στοιχείο I έφεση - εκκαλούσας στην υπό στοιχείο II έφεση γηπεδούχου ποδοσφαιρικής ανωνύμου εταιρίας ήσαν παρόντα στον κεντρικό αγωνιστικό χώρο, ευρίσκοντο σε συνεχή επικοινωνία και συνεργασία με τους επικεφαλής των αστυνομικών δυνάμεων (ακόμη και εγγράφως - σχετ.

το προσκομιζόμενο μετ' επικλήσεως από 9.1.2005 με σήμανση ώρας 18:00' έγγραφο του Επιτίμου Προέδρου αυτής Κ.. Τ. προς τον αρμόδιο Αστυνομικό Διευθυντή, με το οποίο τον καλεί να προβεί σε σύλληψη τριάντα ατόμων, τα οποία φέρονται στερούμενα εισιτηρίου, είχαν καταλάβει μέρος της Θύρας 7 και προκαλούσαν επεισόδια) και προστάτευσαν, όπου αυτό ήταν αντικειμενικώς δυνατόν, τους παίκτες των δύο ομάδων εντός του κεντρικού αγωνιστικού χώρου κατά την εξέλιξη της εκεί φάσεως των επεισοδίων (παρέμβαση Α.

Μ., αλλά και άλλων παραγόντων των δύο ομάδων). Το αυτό επισημαίνεται και στην υπ' αριθ. 33/28.1.2005 απόφαση της Επιτροπής Εφέσεων της Ε.Π.Ο.. στην οποία αναφέρεται (επιπλέον της παρατιθεμένης ανωτέρω στο σκεπτικό περικοπής) ότι ".... από την αποδεικτική διαδικασία δεν προέκυψε ότι οι εγκαλούμενες ΠΑΕ ή τα συνδεόμενα με αυτές με οποιαδήποτε σχέση πρόσωπα, συντέλεσαν υπαιτίως στη δημιουργία των ως άνω επεισοδίων, πέραν της συμμετοχής των φιλάθλων τους, κατά τα προαναφερόμενα...." Περαιτέρω, καθ' όσον αφορά στον ισχυρισμό του εκκαλούντος στην υπό στοιχείο I έφεση - εφεσιβλήτου στην υπό στοιχείο II έφεση - αντεφεσιβλήτου ότι ο τραυματισμός του επήλθε "εξαιτίας της υπαίτιας και παράνομης συμπεριφοράς των φιλάθλων, συνισταμένης στην εκ μέρους τους τέλεση βιαιοπραγιών σε βάρος μου την ώρα που ασκούσα διατεταγμένη υπηρεσία, όσο και στην παράνομη συμπεριφορά των εναγομένων Π.Α.Ε.

συνισταμένης στην εκ μέρους των διοικήσεών τους μη λήψεως των απαιτουμένων μέτρων αφενός για την καταστολή των εις βάρος μου βιαιοπραγιών και στην παράλειψη αυτών (των διοικήσεων) να επέμβουν και να ανατρέψουν την προκληθείσα αναταραχή και να αποτρέψουν την επέκταση του φαινομένου, καθόσον επί μακρό χρόνο οι φίλαθλοι μας χτυπούσαν ανελέητα και κανένα από τα μέλη των εναγομένων Π.Α.Ε.

δεν προέβη στην παραμικρή έστω και στοιχειώδη ανθρωπιστική κίνηση αλληλεγγύης για να καταστείλει τα έκτροπα, πράγμα που μπορούσαν να πράξουν λόγω της επιρροής τους στους φιλάθλους των ομάδων τους, επιδεικνύοντας έτσι κατά τον τρόπο αυτό αμέλεια και αδιαφορία συνάμα, δεδομένου ότι και μόνο εμφάνιση ενός εκ των μελών των διοικήσεων αυτών ή των προέδρων τους, ήταν αρκετή όχι να ηρεμήσει απλά τους φιλάθλους αλλά και να επιβάλλει και την απαιτούμενη ευταξία στους οπαδούς τους, σε ένδειξη καλής πίστης και ειρηνικής διαθέσεως ..." (σ. 8 της αγωγής ), επισημαίνεται όχι αυτός παρίσταται αβάσιμος και απορριπτέος, διότι αποδείχθηκε από το σύνολο των στοιχείων της δικογραφίας ότι:

α) τα μέλη της διοικήσεως της πρώτης εφεσιβλήτου στην υπό στοιχείο I έφεση - εκκαλούσας στην υπό στοιχείο II έφεση ήσαν παρόντα στο γήπεδο και επιχείρησαν με συγκεκριμένες ενέργειες να συμβάλουν στην καταστολή των βίαιων επεισοδίων και στην προστασία των παραγόντων του αγώνος και β ) οι ενέργειες αυτές δεν ήσαν απολύτως επιτυχείς και αποτελεσματικές, παρά το γεγονός ότι τα σημαίνοντα στελέχη της διοικήσεως της πρώτης εφεσιβλήτου στην υπό στοιχείο I έφεση εκκαλούσας στην υπό στοιχείο II έφεση ποδοσφαιρικής ανωνύμου εταιρίας ήσαν αναγνωρίσιμα από τους οπαδούς αμφοτέρων των ομάδων, περαιτέρω δε η αναφερθείσα ανωτέρω στη μείζονα σκέψη διάταξη του άρθρου 41Δ Ν. 2725/1999 σαφώς ορίζει ότι την ευθύνη για τη διατήρηση της τάξεως εντός και πέριξ του αγωνιστικού χώρου έχει η Ελληνική Αστυνομία και ως εκ τούτου δεν είναι δυνατόν να απαιτηθεί ενεργός παρέμβαση των διοικούντων της πρώτης εφεσιβλήτου στην υπό στοιχείο I έφεση - εκκαλούσας στην υπό στοιχείο II έφεση ποδοσφαιρικής ανωνύμου εταιρίας κατά την εξέλιξη βίαιων επεισοδίων, καθ' όσον η εμφάνιση αυτών κατά την εξέλιξη συγκρούσεων είτε μεταξύ φιλάθλων των αντιπάλων ομάδων είτε μεταξύ μονάδων της Ελληνικής Αστυνομίας και φιλάθλων, η ενεργός παρέμβαση "προς κατευνασμό" δια της φυσικής παρουσίας στον τόπο των επεισοδίων και η έκθεσή σε κίνδυνο προσβολής της ζωής και της σωματικής ακεραιότητός τους αναμφιβόλως δεν εντάσσονται στην προβλεπομένη από την προαναφερομένη διάταξη "υποχρέωση συνεργασίας" με την Αστυνομική Αρχή, ούτε, άλλωστε, οδηγεί, άνευ άλλου τινός κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, στο ζητούμενο αποτέλεσμα, ήτοι στον κατευνασμό των συμπλεκομένων φιλάθλων και στην παύση των επεισοδίων.

Ενόψει όλων των ανωτέρω, κρίνεται ότι ο ως άνω βαρύτατος τραυματισμός του εκκαλούντος στην υπό στοιχείο I έφεση - εφεσιβλήτου στην υπό στοιχείο II έφεση - αντεφεσιβλήτου Αστυνομικού οφείλεται σε παράνομο και υπαίτιο (δολία) πράξη αγνώστου φιλάθλου, η οποία συνιστά εν ταυτώ (τουλάχιστον) την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της βαρείας σωματικής βλάβης (άρθρο 310 ΠΚ), και όχι σε οποιαδήποτε παράνομο και υπαίτιο πράξη ή παράλειψη των οργάνων ή των προστηθέντων της πρώτης εφεσιβλήτου στην υπό στοιχείο Ι έφεση-εκκαλούσας στην υπό στοιχείο

ΙΙ έφεση ποδοσφαιρικής ανωνύμου εταιρίας>>. Με τις ανωτέρω αιτιολογίες, το Εφετείο, έκρινε ότι η πρωτόδικη 3981/2014 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών εσφαλμένα είχε δεχθεί ότι ο τραυματισμός του αναιρεσείοντος οφειλόταν στις εκτιθέμενες υπαίτιες και παράνομες πράξεις και παραλείψεις των οργάνων διοίκησης της πρώτης αναιρεσίβλητης ποδοσφαιρικής ανώνυμης εταιρίας και είχε υποχρεώσει και αυτή να του καταβάλλει αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ακολούθως, δε, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και δικάζοντας την αγωγή, απέρριψε αυτήν ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη.

Υπό τις εκτεθείσες παραδοχές του, το Εφετείο, αφενός μεν έλαβε υπόψη του και εφάρμοσε τις έχουσες, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, εφαρμογή, στην εκδικαζόμενη από αυτό υπόθεση, διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 914, 932, 929, 931, 200, 281 και 288 ΑΚ, αφετέρου, δεν ερμήνευσε ούτε εφάρμοσε εσφαλμένα τις διατάξεις αυτές.

Ειδικότερα, το Εφετείο στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα, για τη μη ευθύνη της πρώτης αναιρεσίβλητης προς καταβολή αποζημίωσης για την αποκατάσταση της θετικής ζημίας, χρηματικής ικανοποίησης για την ηθική βλάβη και της ειδικής αποζημίωσης εκ του άρθρου 931 ΑΚ, που επήλθαν στον αναιρεσείοντα εξαιτίας του τραυματισμού του κατά τη διάρκεια των επεισοδίων μεταξύ των φιλάθλων των ποδοσφαιρικών ομάδων των δύο αναιρεσίβλητων και των αστυνομικών δυνάμεων που είχαν οριστεί για τη διασφάλιση της ομαλής διεξαγωγής του μεταξύ τους ποδοσφαιρικού αγώνα, 1) στην παραδοχή του ότι καμιά διάταξη νόμου, ειδικότερα δε οι παρατιθέμενες διατάξεις των άρθρων 29 παρ. 1 και 30 παρ. 2 του ισχύοντος Κανονισμού Αγώνων Ποδοσφαίρου, καθώς και εκείνη του άρθρου 57 παρ. 1 του ν. 2725/1999 <<Ερασιτεχνικός και επαγγελματικός αθλητισμός και άλλες διατάξεις>>, δεν προβλέπει αντικειμενική ευθύνη της ποδοσφαιρικής εταιρίας για αποζημίωση προσώπου που έπαθε βλάβη στην υγεία του ή τη σωματική του ακεραιότητα από παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των φιλάθλων της, 2) στην συναγόμενη, από την εκτίμηση και αξιολόγηση των μνημονευόμενων αποδεικτικών στοιχείων που νόμιμα προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, κρίση του, ότι δεν υπέχει η πρώτη αναιρεσίβλητη ούτε υποκειμενική ευθύνη για αποζημίωση του αναιρεσείοντος, διότι δεν υπήρξε παράνομη συμπεριφορά αυτής, με πράξη κατά τη διάθεση των εισιτηρίων του αγώνα στους φιλάθλους των δύο ομάδων, είτε με την ανεξέλεγκτη διάθεση εισιτηρίων στους φιλάθλους της δεύτερης αναιρεσίβλητης, σε αριθμό μεγαλύτερο του συμφωνηθέντος κατά τη σύσκεψη των αρμοδίων αρχών για τη λήψη μέτρων ασφαλούς διεξαγωγής του συγκεκριμένου ποδοσφαιρικού αγώνα, είτε κατά την κατανομή των φιλάθλων των δύο ομάδων στις προορισμένες για τους φιλάθλους κάθε ομάδας κερκίδες συγκεκριμένων θυρών εισόδου στο γήπεδο, ή με την παράλειψη λήψης μέτρων κατά τη διάθεση των εισιτηρίων προς αποφυγή πώλησης αυτών σε φιλάθλους της δεύτερης αναιρεσίβλητης, σε αριθμό μεγαλύτερο του συμφωνηθέντος, ούτε με παράλειψη των αρμόδιων διοικητικών οργάνων της να συνεργάζονται με την αστυνομική αρχή και να παρέχουν τη συνδρομή τους σ' αυτή, καθώς και να παρέμβουν για την αποτροπή ή παύση των επεισοδίων, δεχόμενο, σχετικά με το τελευταίο, ότι προσέλαβαν εξήντα ιδιωτικούς φύλακες ασφαλείας που συνέδραμαν την αστυνομία στο έργο της, σύμφωνα με τις υποδείξεις των αρμοδίων οργάνων της, δεν αδιαφόρησαν αλλά παρενέβησαν, όπου ήταν δυνατόν, για την αποτροπή επιθέσεων των φιλάθλων της και μάλιστα με καθοριστικό τρόπο παρενέβη ο πρόεδρος του Δ.Σ.

αυτής Α. Μ. και αποτράπηκε επίθεση των οπαδών της σε ποδοσφαιριστές και παράγοντες της αντίπαλης ομάδας. Εξάλλου, είναι σαφές, από τη διατύπωση των ως άνω παραδοχών της και το συνολικό περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι το Εφετείο, για την κρίση του αν συντρέχουν οι όροι της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της πρώτης αναιρεσίβλητης, και η κατ' άρθρο 914 ΑΚ υποχρέωση προς αποζημίωση του αναιρεσείοντος, ερεύνησε τη συνδρομή του στοιχείου του παρανόμου των πράξεων και παραλείψεων των οργάνων αυτής, με βάση την επιβαλλόμενη από τις περιστάσεις συμπεριφορά, την οποία όφειλε να επιδείξει, κατ' αντικειμενικό μέτρο επιμέλειας, ο μέσος συνετός άνθρωπος του ίδιου κύκλου δραστηριότητας, και την αρχή της καλής πίστης, όπως προκύπτουν από τις διατάξεις των άρθρων 200, 281 και 288 ΑΚ, ανεξάρτητα της μη ρητής αναφοράς και παράθεσης των διατάξεων αυτών, και, συνεπώς, εξέτασε το παράνομο της πράξης και παράλειψης, με τη νομική βάση στην οποία ο αναιρεσείων στήριζε τις εκ της αδικοπραξίας ασκούμενες με την αγωγή αξιώσεις του.

Κατά την εφαρμογή των διατάξεων αυτών, ερεύνησε, με βάση τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, την υποκειμενική ευθύνη της πρώτης αναιρεσίβλητης από την επικαλούμενη με την αγωγή αδικοπραξία και κατέληξε στην κρίση ότι δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ προϋποθέσεις για την κατάφαση αυτής στην πρόκληση της σωματικής βλάβης του αναιρεσείοντος κατά τη διάρκεια των περιγραφόμενων επεισοδίων που προκαλούσαν οι φίλαθλοι των ομάδων των δύο αναιρεσίβλητων και των συγκρούσεών τους με την αστυνομία, χωρίς να αρκεστεί μόνο στην μη προκύπτουσα αντικειμενική ευθύνη από τις διατάξεις των άρθρων 29 και 30 του Κανονισμού Αγώνων Ποδοσφαίρου και 41Δ και 57 του ν. 2725/1999, όπως αβάσιμα διατείνεται στον πρώτο αναιρετικό λόγο ο αναιρεσείων.

Κατ' ακολουθία τούτων, το Εφετείο, δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και δεν τις παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτές, καθόσον, υπό τα ανελέγκτως γενόμενα από τούτο ως άνω πραγματικά περιστατικά, πράγματι δεν συντρέχουν τα απαιτούμενα για την ύπαρξη αδικοπραξίας στοιχεία του παρανόμου και του υπαιτίου και κατ' ακολουθία δεν υφίσταται υποχρέωση της πρώτης αναιρεσίβλητης για αποκατάσταση της ζημίας του αναιρεσείοντος.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, κατά τα αντίστοιχα μέρη του, υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Εξάλλου, σαφώς το Εφετείο δέχεται ότι δεν δημιουργείται αντικειμενική ευθύνη της πρώτης αναιρεσίβλητης για τη ζημία του αναιρεσείοντος συνεπεία του τραυματισμού του, ήτοι ευθύνη αυτής ανεξάρτητα από το αν η ίδια επέδειξε παράνομη ή υπαίτια συμπεριφορά, η οποία να καθιερώνεται με βάση τις ειδικές διατάξεις των άρθρων 29 παρ. 1 και 30 παρ. 2 του Κανονισμού Αγώνων Ποδοσφαίρου, ούτε με βάση τη διάταξη του άρθρου 57 του ν. 2725/1999, διακρίνοντας την ευθύνη που υπέχουν οι ποδοσφαιρικές εταιρίες για τη συμπεριφορά των οπαδών τους κατ' εφαρμογή αυτών των διατάξεων σε πειθαρχική και αποκατάστασης ζημιών σε συγκεκριμένα πράγματα, και αποκλείοντας την αποκατάσταση ζημίας από τραυματισμό προσώπων, η σχετική, δε, κρίση του δεν προσβάλλεται με αναιρετικό λόγο.

Ορθά δε, μετά την εκφερθείσα ως άνω κρίση του Εφετείου, απορρίφθηκε η αγωγή, όχι μόνο ως προς την υποχρέωση αποκατάστασης της αιτούμενης θετικής ζημίας, αλλά και ως προς τις λοιπές αξιώσεις του αναιρεσείοντος, χωρίς να εξεταστεί η ουσιαστική βασιμότητα της επέλευσης ή μη των ζημιών αυτών, δεδομένου ότι, αφού, σύμφωνα με την ανωτέρω κρίση του, δεν υπάρχει παράνομη συμπεριφορά ούτε υπαιτιότητα της πρώτης αναιρεσίβλητης, δεν ευθύνεται αυτή για την, κατ' άρθρο 932 ΑΚ, καταβολή χρηματικής ικανοποίησης προς αποκατάσταση της, εκ της προσβολής της υγείας του, ήτοι του τραυματισμού του, ηθικής βλάβης (ή καταβολής χρηματικής ικανοποίησης λόγω, της επικαλούμενης από τον αναιρεσείοντα, προσβολής, συνεπεία του τραυματισμού του, της προσωπικότητάς του, κατά τα άρθρα 57 και 59 ΑΚ, που επίσης απαιτούν το παράνομο της προσβολής), καθώς και την καταβολή της στηριζόμενης στο άρθρο 931 ΑΚ αξίωσης λόγω της επικαλούμενης από αυτόν αναπηρίας.

Οι αιτιάσεις, δε, του αναιρεσείοντος, προβαλλόμενες με το οικείο μέρος του πρώτου και με το τελευταίο μέρος του δεύτερου λόγου της αναίρεσης, ότι παραβιάστηκαν οι άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις επειδή το Εφετείο δεν ερεύνησε την ουσιαστική βασιμότητα των αξιώσεων αυτών, είναι αβάσιμες.

Κατά το άρθρο 41 Δ παρ. 1 του ν. 2725/1999, όπως τούτο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 του ν. 3262/2004, και ίσχυε κατά τον κρίσιμο για την υπόθεση χρόνο τραυματισμού του αναιρεσείοντος, ορίζεται ότι: <<Η αρμοδιότητα για την τήρηση της τάξης κατά τις αθλητικές συναντήσεις εντός και εκτός των αγωνιστικών χώρων ανήκει στην Ελληνική Αστυνομία ή στο Λιμενικό Σώμα, εφόσον η αθλητική συνάντηση διεξάγεται σε περιοχή δικαιοδοσίας του.

Οι διοργανώτριες αρχές αθλητικών εκδηλώσεων, τα εκάστοτε διαγωνιζόμενα αθλητικά σωματεία, Τ.Α.Α. ή Α.Α.Ε., οι σύνδεσμοι φιλάθλων και γενικά οι αθλητικοί φορείς υποχρεούνται να συνεργάζονται με την αρμόδια αστυνομική αρχή και να συμμορφώνονται προς τις υποδείξεις και αποφάσεις της, ιδίως για θέματα που αποβλέπουν στην εξασφάλιση ομαλής τέλεσης μιας αθλητικής συνάντησης, στη μετακίνηση, προσέλευση και αποχώρηση των φιλάθλων, στον τρόπο διάθεσης των εισιτηρίων στους διαγωνιζόμενους, στον καθορισμό των θέσεων των οπαδών τους στις κερκίδες και των μεταξύ τους κενών τμημάτων και γενικά στη διαφύλαξη της δημόσιας τάξης.

Η Ελληνική Αστυνομία διαθέτει στην περιοχή δικαιοδοσίας της το κατά την κρίση της αναγκαίο προσωπικό για την τήρηση της τάξης σε αθλητικές συναντήσεις...>>. Ο αναιρεσείων με το οικείο μέρος του δεύτερου λόγου της αναίρεσης (στοιχ. ε-3 και ε-4), αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 41 Δ του ν. 2725/1999, με το περιεχόμενο που είχε πριν την τροποποίησή της με το άρθρο 4 παρ. 1 του ν. 3262/2004 και όχι όπως ίσχυε κατά το χρόνο διεξαγωγής του επίδικου ποδοσφαιρικού αγώνα, συνεπεία δε της εσφαλμένης αυτής εφαρμογής, χρησιμοποιώντας αντί της λέξης "αρμοδιότητας" της αστυνομίας για την τήρηση της τάξης, τη λέξη "ευθύνη" και αντί της φράσης "και εκτός των αγωνιστικών χώρων" τη φράση "και πέριξ του αγωνιστικού χώρου", κατέληξε στην εσφαλμένη κρίση ότι <<δεν είναι δυνατόν να απαιτηθεί ενεργός παρέμβαση των διοικούντων της πρώτης εφεσιβλήτου...

κατά την εξέλιξη βιαίων επεισοδίων, καθόσον η εμφάνιση αυτών, κατά την εξέλιξη συγκρούσεων είτε μεταξύ φιλάθλων των αντιπάλων ομάδων, είτε μεταξύ μονάδων της ελληνικής αστυνομίας και φιλάθλων, η ενεργός παρέμβαση "προς κατευνασμό" δια της φυσικής παρουσίας στον τόπο των επεισοδίων και η έκθεση σε κίνδυνο προσβολής της ζωής και της σωματικής ακεραιότητας τους, αναμφιβόλως δεν εντάσσσονται στην προβλεπόμενη από την προαναφερόμενη διάταξη "υποχρέωση συνεργασίας" με την αστυνομική αρχή>>.

Ο λόγος αυτός, είναι αβάσιμος. Τούτο διότι από το εκτιθέμενο ανωτέρω περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι σαφές ότι το Εφετείο αναφέρεται στη διάταξη του άρθρου 41 Δ του ν. 2725/1999, όπως αυτή ίσχυε μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 4 του ν. 3262/2004, ήτοι κατά το χρόνο διεξαγωγής του συγκεκριμένου ποδοσφαιρικού αγώνα.

Τούτο προκύπτει από το ότι ερμηνεύει μεν την εν λόγω διάταξη στην ελάσσονα σκέψη της προσβαλλόμενης απόφασης, για το ακριβές, όμως, περιεχόμενο αυτής, παραπέμπει στη μείζονα σκέψη αυτής, στην οποία ρητά αναφέρει ότι την παραθέτει όπως ίσχυε κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο διεξαγωγής του επίδικου ποδοσφαιρικού αγώνα.

Αυτή η αναφορά και η παράθεση της διάταξης του άρθρου 41Δ του ν. 2725/1999, αρκεί και δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρεται και η διάταξη νόμου που την τροποποίησε. Άλλωστε, το περιεχόμενο της διάταξης αυτής καταχωρείται στην απόφαση όπως ισχύει μετά την κατά τα ανωτέρω τροποποίησή της. Εξάλλου, ο αναιρεσείων, συνεπεία του επικαλούμενου σφάλματος στην ερμηνεία της ως άνω διάταξης, αιτιάται την προσβαλλόμενη για την παραδοχή ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη "ουδέν έπραξε διότι, δεν είχε αντίστοιχη υποχρέωση εκ του νόμου".

Ο ισχυρισμός αυτός στηρίζεται σε εσφαλμένη βάση, καθόσον το Εφετείο στην απόφασή του, δεν διαλαμβάνει τέτοια παραδοχή, αντίθετα, μάλιστα, όπως αναλυτικά προαναφέρθηκε, δέχθηκε ότι με βάση τις διατάξεις των άρθρων 200, 281 και 288 ΑΚ, οι εκπρόσωποι της πρώτης αναιρεσίβλητης είχαν υποχρέωση παρέμβασης για την αποτροπή ή παύση των επεισοδίων και δεν παρέλειψαν την υποχρέωσή τους αυτή.

Το Εφετείο, ερμηνεύοντας τη διάταξη του άρθρου 41Δ του ν. 2725/1999, δέχεται μόνο ότι με βάση το περιεχόμενο αυτής, δεν μπορεί να αξιωθεί αντίστοιχη υποχρέωση των διοικούντων την πρώτη αναιρεσίβλητη προσώπων. Η δοθείσα ερμηνεία είναι ορθή. Τούτο διότι, είναι αληθές, ότι, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, η θεσπιζόμενη με αυτήν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση των διαγωνιζόμενων σωματείων να συνεργάζονται με την αρμόδια για την τάξη εντός και εκτός των γηπέδων αστυνομική αρχή, και να συμμορφώνονται προς τις υποδείξεις και αποφάσεις της, στα θέματα που ειδικά αναγράφονται, για την εξασφάλιση της ομαλής διεξαγωγής των ποδοσφαιρικών αγώνων υπό συνθήκες που επιτρέπουν την ασφαλή διεξαγωγή και παρακολούθησή τους από τους φιλάθλους, δεν περιλαμβάνει και την υποχρέωση των εκπροσώπων των διαγωνιζόμενων σωματείων να ενεργούν αυτοβούλως, με τη φυσική παρουσία και ανάμειξη τους, προς κατευνασμό των φιλάθλων, ανεξάρτητα από τον αν αντιμετωπίσουν κίνδυνο της σωματικής τους ακεραιότητας ή της ζωής τους.

Με τη διάταξη του άρθρου 926 ΑΚ καθορίζονται, στα πλαίσια της αδικοπρακτικής ευθύνης, οι κατηγορίες των περιπτώσεων στις οποίες αναγνωρίζεται από το νόμο ευθύνη περισσότερων προσώπων. Η πρώτη κατηγορία αφορά την περίπτωση της επέλευσης της ζημίας από κοινή πράξη περισσότερων προσώπων. Ως κοινή πράξη, κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης, νοείται κάθε μορφή συμμετοχής στην τέλεση της πράξης ή την επαγωγή της ζημίας, αδιάφορα από το αν οι ενέργειες (πράξεις ή παραλείψεις) των περισσότερων προσώπων έγιναν ταυτόχρονα, παράλληλα ή διαδοχικά.

Αρκεί κάθε ενέργεια να συνδέεται αιτιωδώς με το αποτέλεσμα, δηλαδή την επαγωγή της ζημίας. Ο βαθμός δε της αιτιώδους συμβολής ή του πταίσματος καθενός από τους περισσότερους δράστες, το αν δηλαδή ο ένας ενήργησε με δόλο και ο άλλος από αμέλεια, δεν ενδιαφέρει για τη θεμελίωση της εις ολόκληρον ευθύνης, αλλά μόνο για την αναγωγή μεταξύ των συνοφειλετών κατ' άρθρο 927 ΑΚ (ΑΠ 299/2007).

Επίσης, ευθύνη εις ολόκληρον υπάρχει στην περίπτωση της παράλληλης ευθύνης, δηλαδή όταν περισσότερα πρόσωπα ευθύνονται από το νόμο αυτοτελώς το κάθε ένα για την αποκατάσταση της ίδιας ζημίας, ανεξάρτητα αν όλοι ευθύνονται υποκειμενικά ή αντικειμενικά ή ένας υποκειμενικά και άλλος αντικειμενικά (όπως είναι ο προστήσας με τον προστηθέντα ή ο οδηγός, ο κάτοχος και ο ιδιοκτήτης αυτοκινήτου που προκάλεσε ατύχημα και ζημίες) και, τέλος, στην περίπτωση που η ζημία προήλθε από αυτοτελείς ενέργειες (πράξεις ή παραλείψεις) περισσότερων προσώπων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές οι οποίες αποτελούν όλες δυνατούς αιτιώδεις όρους επαγωγής της ζημίας χωρίς να μπορεί να εξακριβωθεί ποια από αυτές προκάλεσε στην πραγματικότητα τη ζημία.

Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις οι περισσότεροι υπόχρεοι ευθύνονται έναντι του ζημιωθέντος εις ολόκληρον, δηλαδή δημιουργείται παθητική εις ολόκληρον ενοχή, κατά την έννοια των άρθρων 481-483 ΑΚ (ΑΠ 418/2010, ΑΠ 1287/2009). Με το οικείο μέρος (υπό στοιχ. β') του πρώτου λόγου της αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 926 ΑΚ, ισχυριζόμενος ότι <<η προσβαλλόμενη, παρά το γεγονός ότι δέχεται ότι η ζημία μου (βαρύτατος τραυματισμός) προήλθε από πρωτοφανείς στα αθλητικά χρονικά βιαιοπραγίες των οπαδών αμφοτέρων των ομάδων (Πανιώνιος - ΟΣΦΠ) εν τούτοις προσπάθησε να εντοπίσει το συγκεκριμένο άγνωστο, μέχρι σήμερα, οπαδό ο οποίος εκσφενδόνησε στο πρόσωπό μου την ογκώδη πέτρα, με αποτέλεσμα να στερηθώ το φως μου από τον αριστερό οφθαλμό μου, βλάβη που είναι μόνιμη και αθεράπευτη αντί να εφαρμόσει νόμιμα η αναιρεσιβαλλόμενη τη διάταξη του άρθρου 926 ΑΚ και κατ' επέκταση να καταλήξει στο βάσιμο και νόμιμο πόρισμα για την εις ολόκληρον ευθύνη των υπαιτίων για τον τραυματισμό μου ΠΑΕ>>.

Έτσι όπως διατυπώνεται ο ως άνω λόγος της αναίρεσης, στηρίζεται σε εσφαλμένη βάση, καθόσον στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν υπάρχει παραδοχή ότι ο τραυματισμός του αναιρεσείοντος οφείλεται σε κοινή πράξη της πρώτης αναιρεσίβλητης και του άγνωστου αυτουργού φιλάθλου, ούτε των δύο αναιρεσίβλητων. Επίσης, το Εφετείο δέχθηκε ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη δεν ευθύνεται, αντικειμενικά ή υποκειμενικά, με πράξη ή παράλειψη για τον τραυματισμό του αναιρεσείοντος και συνεπώς, δεν υφίσταται παράλληλη ευθύνη αυτής, με τον φίλαθλο που ήταν αυτουργός του τραυματισμού, για την αποζημίωσή του, ώστε να έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 926 ΑΚ.

Άλλωστε, ούτε ο αναιρεσείων διαλαμβάνει στον προβαλλόμενο αναιρετικό λόγο, με ποια σχέση ευθύνεται η πρώτη αναιρεσίβλητη από κοινού με το άγνωστο πρόσωπο που επέφερε τον τραυματισμό του για την αποκατάσταση της ζημίας και έτσι δεν εντοπίζει το σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης στη μη εφαρμογή της διάταξης αυτής.

Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη πλημμέλεια της παράβασης εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενης στη μη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 926 ΑΚ, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τις παραδοχές της, δεν είχε εφαρμογή.

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς.

Ως διδάγματα της κοινής πείρας νοούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου και την εμπειρική πραγματικότητα, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα και έχουν έτσι καταστεί κοινό κτήμα. Τα διδάγματα της κοινής πείρας μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να διαπιστωθεί έμμεσα η βασιμότητα των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ), είτε για να γίνει, αφού διαπιστωθεί η βασιμότητα αυτών, η υπαγωγή τους σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ).

Ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα, δηλαδή με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής, ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να ανεύρει, με βάση αυτά, την αληθινή έννοια κανόνα ουσιαστικού δικαίου και, ιδίως, για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες που αυτός τυχόν περιέχει, ή για να υπαγάγει ή όχι σ' αυτόν τα εκάστοτε κρίσιμα πραγματικά περιστατικά.

Αντίθετα, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 309/2017, ΑΠ 43/2017, ΑΠ 2084/2017).

Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι για να είναι ορισμένος ο λόγος από τον αρ. 1 εδ. β' (για εσφαλμένη. χρησιμοποίηση ή παράλειψη χρησιμοποίησης των διδαγμάτων, της κοινής πείρας) πρέπει στο έγγραφο της αναίρεσης να εκτίθενται ποια είναι τα διδάγματα κοινής πείρας τα οποία παραβιάστηκαν, ο τρόπος κατά τον οποίο παραβιάστηκαν τα διδάγματα αυτά (ΑΠ 64/2017, ΑΠ 951/2015, ΑΠ 1097/2008), και να αναφέρεται αριθμητικά ο συγκεκριμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα τα διδάγματα της κοινής πείρας, η έννοια που προσέδωσε σ' αυτόν η προσβαλλόμενη απόφαση, την οποία ο αναιρεσείων χαρακτηρίζει εσφαλμένη, η ορθή, κατά την άποψή του, έννοια που προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που επικαλείται, τα οποία το δικαστήριο είτε χρησιμοποίησε λανθασμένα είτε παρέλειψε να χρησιμοποιήσει (ΑΠ 1000/2017, ΑΠ 43/2017, ΑΠ 2164/2014, ΑΠ 1061/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με το τελευταίο μέρος του πρώτου λόγου της αναίρεσης (στοιχείο γ') μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση των διδαγμάτων κοινής πείρας, ήτοι πλημμέλεια εκ του αρ. 1 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ.. Ειδικότερα, αφού παραθέτει στο οικείο μέρος του αναιρετήριου το περιεχόμενο της πρωτόδικης οριστικής απόφασης, επικαλείται ότι <<η παραβίαση αυτή (των διδαγμάτων κοινής πείρας) αφορά το γεγονός ότι, ενώ οι πρωτοβάθμιες αποφάσεις αυτεπαγγέλτως συνδύασαν το σύνολο του αποδεικτικού υλικού (ένορκες καταθέσεις μαρτύρων, πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, προσκομισθέντα έγγραφα κλπ) με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής (φύλο 7 της υπ' αριθμ. 6449/2008), η προσβαλλόμενη απόφαση αναιτιολόγητα και χωρίς καμμιά αναφορά περί της αντίθετης κρίσης της, όσον αφορά την νομιμότητα ή μη των διδαγμάτων αυτών από την πρωτοβάθμια απόφαση, απέρριψε την με τον τρόπον αυτόν αχθείσα σε ασφαλή δικανική πεποίθησή της, για την βαρύνουσα τις εναγόμενες ΠΑΕ υπαιτιότητα αναφορικά με την υπαίτια παράλειψή τους να αποτρέψουν τις πρωτοφανείς βιαιοπραγίες των οπαδών τους και στον εξ αυτών προελθόντα βαρύτατο τραυματισμό μου>>.

Έτσι διατυπούμενος ο λόγος της αναίρεσης είναι προεχόντως απαράδεκτος λόγω της παντελούς αοριστίας του, καθόσον δεν εξειδικεύονται σ' αυτόν ποια είναι τα διδάγματα κοινής πείρας που το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα, ούτε αναφέρονται ο συγκεκριμένος κανόνας ουσιαστικού δικαίου στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα, η έννοια την οποία προσέδωσε το Εφετείο στον κανόνα αυτό και η με βάση τα διδάγματα κοινής πείρας προκύπτουσα ορθή, κατά τον αναιρεσείοντα, έννοια αυτού.

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (ΟλΑΠ 1/1999).

Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο ((ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 34/2016).

Η έλλειψη ή ανεπάρκεια ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας για τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν ιδρύουν τον ως άνω λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 533/2016). Τα επιχειρήματα αυτά δεν συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε να επιδέχεται αυτή στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (ΑΠ 184/2017).

Ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 360/2014, ΑΠ 1351/2011). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της.

Ελλείψεις, δε, του νομικού συλλογισμού, αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση, αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 15/2006, ΟλΑΠ 861/1984, ΑΠ 1376/2011).

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Περαιτέρω, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 793/2015, ΑΠ 360/2014).

Συνεπώς, αντιφατικότητα υπάρχει όταν δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε σε συνδυασμό με το σκεπτικό, να κριθεί περαιτέρω, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόστηκε, δηλαδή να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το νόμο (ΑΠ 1131/2007).

Η αντίφαση είναι ανάγκη να εντοπίζεται μόνο μεταξύ των αιτιολογιών της απόφασης και όχι μεταξύ αυτών και άλλων, διαδικαστικών ή όχι εγγράφων (ΑΠ 156/2017, ΑΠ 1376/2011, ΑΠ 700/1986). Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει, ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 472/2017, ΑΠ 825/2015).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο κρίνοντας, όπως πιο πάνω αναφέρεται και με βάση τις ανωτέρω παραδοχές του, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, εξαιτίας αντιφατικών και ανεπαρκών αιτιολογιών, αφού εξέθεσε σ' αυτήν χωρίς αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά γεγονότα που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν, με βάση τα οποία κατέληξε στην παραπάνω κρίση του.

Προς τούτο περιέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, για το ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη δεν ευθύνεται με πράξεις ή παραλείψεις των εκπροσωπούντων αυτήν οργάνων της διοίκησής της για τον τραυματισμό του αναιρεσείοντος. Ειδικότερα, οι αποδιδόμενες από τον αναιρεσείοντα στην προσβαλλόμενη απόφαση αντιφάσεις, δεν εντοπίζονται στις αιτιολογίες αυτής, αλλά σε νομική άποψη της μείζονας σκέψης του Εφετείου περί του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου και τη μη εξέτασή του στη συνέχεια, στην κρίση εάν η απόρριψη της αντέφεσης, κατά τον πρώτο λόγο αυτής, ισοδυναμεί με μη παράσταση της αντεκκαλούσας, στην παράλειψη του Δικαστηρίου της ουσίας να περιληφθεί σχετική διάταξη στο διατακτικό της απόφασης, μολονότι είχε κριθεί ότι η οικονομία της δίκης επιβάλει την άμεση εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης και την επέκταση του ευνοϊκού δεδικασμένου στη δεύτερη αναιρεσίβλητη και χωρίς την υποβολή αιτήματος αυτής, καθώς και στην αντίθεσή της με τις εκδοθείσες αποφάσεις των πειθαρχικών οργάνων της Ε.Π.Ο.

Υπό το περιεχόμενο τούτο, ο αναιρετικός λόγος, κατά το μέρος που προσάπτεται πλημμέλεια εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγω αντιφατικών αιτιολογιών, είναι απαράδεκτος καθόσον, οι προβαλλόμενες αντιφάσεις δεν μπορούν να τον θεμελιώσουν. Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε με σαφήνεια και πληρότητα ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη έκανε όλες τις κατάλληλες ενέργειες για τη σωστή κατανομή των εισιτηρίων στους φιλάθλους των δύο ομάδων, τη διάθεση του αριθμού αυτών σύμφωνα με όσα είχαν αποφασιστεί μεταξύ των αρμοδίων αρχών πριν τη διεξαγωγή του αγώνα για την προστασία της ομαλής διεξαγωγής αυτού και την αποφυγή δημιουργίας επεισοδίων μεταξύ των φιλάθλων των δύο ομάδων και της αστυνομίας, ενήργησε κατά τον επιβαλλόμενο από τις περιστάσεις τρόπο και λαμβάνοντας όλα τα κατάλληλα μέτρα που υπήρχαν και συνηθίζονται να παίρνονται σε παρόμοιες περιπτώσεις και με την οφειλόμενη επιμέλεια.

Συγκεκριμένα, κατά τις παραδοχές του, α) δεν διέθεσε σε φιλάθλους της δεύτερης αναιρεσίβλητης εισιτήρια που έπρεπε να διατεθούν στους φιλάθλους της πρώτης, β) η διάθεση των εισιτηρίων ανατέθηκε σε πρόσωπα εμπιστοσύνης και ο αριθμός εισιτηρίων που έπρεπε να διατεθεί σε φιλάθλους της ομάδας τους γινόταν μόνο από το "MEMBERS CLUB" αυτής, ώστε να διασφαλιστεί, όσο είναι δυνατόν, ότι θα περιέλθουν σε φιλάθλους της και όχι σε φιλάθλους της αντίπαλης ομάδας, γ) η παράδοση εισιτηρίου γινόταν μετά από δήλωση του ενδιαφερόμενου ότι είναι φίλαθλος της ομάδας της πρώτης αναιρεσίβλητης, με την επίδειξη του δελτίου της ταυτότητάς του και την καταγραφή των στοιχείων αυτών και της διεύθυνσης κατοικίας του.

Επίσης δέχθηκε ότι, αν τελικά αριθμός εισιτηρίων κατέληξε σε φιλάθλους της δεύτερης αναιρεσίβλητης, ενώ κάτοχοι αυτών έπρεπε να είναι φίλαθλοι της πρώτης τούτων, δεν οφείλεται σε αμέλεια των διοικούντων την πρώτη αναιρεσίβλητη ατόμων, αλλά σε παράγοντες των οποίων δεν υπήρχε δυνατότητα ελέγχου, όπως η ψευδής δήλωση του αγοραστή του εισιτηρίου ότι είναι φίλαθλος της ομάδας της πρώτης αναιρεσίβλητης, η αλήθεια της οποίας δεν μπορούσε να εξακριβωθεί, ή η μεταπώληση ή παράδοση του εισιτηρίου από τον αρχικό παραλήπτη σε τρίτον, φίλαθλο της δεύτερης αναιρεσίβλητης.

Επίσης δέχθηκε ότι οι διοικούντες την πρώτη αναιρεσίβλητη προσπάθησαν να μεσολαβήσουν για την παύση των επεισοδίων που είχαν αρχίσει, σε άλλη περίπτωση επιτυχώς και άλλοτε ανεπιτυχώς, χωρίς να μπορούν να κάνουν οποιαδήποτε άλλη ενέργεια να αποτρέψουν ή να παύσουν την εξακολούθηση των επεισοδίων. Το Εφετείο αναφέρεται σε συγκεκριμένες ενέργειες των διοικούντων την πρώτη αναιρεσίβλητη ατόμων, για τη συνεργασία τους με την αστυνομική αρχή για την αποτροπή εκδήλωσης ή και επέκτασης των επεισοδίων, όπως είναι η πρόσληψη εξήντα ιδιωτικών φυλάκων ασφαλείας προκειμένου να συνδράμουν την αστυνομία στην εξασφάλιση της ομαλής διεξαγωγής του ποδοσφαιρικού αγώνα, ο έλεγχος από την αστυνομία, μετά από αίτημα των εκπροσώπων της, φιλάθλων για τη διαπίστωση της εισόδου στο γήπεδο χωρίς να είναι κάτοχοι εισιτηρίου, η κατόπιν υπόδειξης της αστυνομίας παροχή της δυνατότητας ελεύθερης εισόδου στις κερκίδες των θυρών 7, 8 και 9 των φιλάθλων της δεύτερης αναιρεσίβλητης, η προστασία των ποδοσφαιριστών και παραγόντων από επίθεση των οπαδών της ομάδας τους.

Έτσι, κατά τις άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης, η συμπεριφορά της πρώτης αναιρεσίβλητης, δεν απέκλινε από εκείνη που επιβάλλονταν από τις περιστάσεις και την καλή πίστη και την επιμελή συμπεριφορά που θα επέδειχνε ο μέσος συνετός άνθρωπος του ίδιου κύκλου δραστηριότητας και δικαιολογεί τη μη θεμελίωση των προϋποθέσεων αποζημίωσης των ζημιών του αναιρεσείοντος από την πρώτη αναιρεσίβλητη.

Περαιτέρω, ρητά αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι, με την 1003/2/488 /2-ΛΑ'/Α.Μ.Υ.28958/7-1-2005 απόφαση του Αστυνομικού Διευθυντή Αθηνών, τροποποιήθηκε η εκδοθείσα αρχικά 1003/2/488/2-ΚΘ'/Α.Μ.Υ. 18958/6-1-2005 απόφαση αυτού, εκτίθεται το περιεχόμενο της νέας απόφασης κατά το κρίσιμο για την υπόθεση μέρος, ήτοι ως προς τον αριθμό εισιτηρίων που έπρεπε να δοθούν σε φιλάθλους της φιλοξενούμενης ομάδας της δεύτερης αναιρεσίβλητης, την κατανομή των φιλάθλων των δύο ομάδων στις κερκίδες, τους ελεύθερους χώρους κερκίδων που θα υπάρχουν μεταξύ αυτών, τη μετάβαση και αποχώρηση των φιλάθλων από το γήπεδο.

Αφού αναφέρεται το περιεχόμενο της ισχύουσας νεότερης απόφασης του αστυνομικού Διευθυντή, δεν ήταν απαραίτητο για την πληρότητα των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης να αναφέρονται περισσότερα στοιχεία και συγκεκριμένα, ποιο ήταν το περιεχόμενο της τροποποιηθείσας απόφασης και ως προς ποια τμήματα ακριβώς τροποποιήθηκε.

Επίσης, το Εφετείο, με σαφήνεια εκθέτει τα επιχειρήματα με βάση τα οποία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι φίλαθλοι της δεύτερης αναιρεσίβλητης είχαν γίνει κάτοχοι εισιτηρίων για να παρακολουθήσουν τον επίδικο ποδοσφαιρικό αγώνα, πέραν του συμφωνηθέντος αριθμού των 322 εισιτηρίων που έπρεπε να παραδώσει σ' αυτήν η πρώτη αναιρεσίβλητη, δεχόμενο ότι μεγάλος αριθμός φιλάθλων που κατείχε εισιτήρια εισόδου στο γήπεδο και στις κερκίδες της θύρας 7, ήταν φίλαθλοι της δεύτερης αναιρεσίβλητης, με τη διαπίστωση ότι τα συνθήματά τους στρεφόταν κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης, μολονότι τα εισιτήρια αυτά θα έπρεπε να κατέχονται από φιλάθλους της τελευταίας, αφού τα σύμφωνα με την προηγηθείσα συμφωνία παραδοθέντα στη φιλοξενούμενη ομάδα εισιτήρια ήταν όλα για τη θύρα 9 του γηπέδου, κρίνοντας ως πιθανή αιτία είτε την αγορά τους κατά τη διάθεσή τους στο "MEMBERS CLUB" της πρώτης αναιρεσίβλητης δηλώνοντας ψευδώς ότι είναι φίλαθλοι αυτής, είτε γενόμενοι κάτοχοι αυτών ύστερα από μεταβίβασή τους από τους αρχικούς κατόχους τους.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης κατά το αντίστοιχο μέρος του, με το οποίο προβάλλεται αιτίαση ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς τα τμήματα αυτά, είναι αβάσιμος. Οι λοιπές, αναφερόμενες στον ίδιο λόγο, αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, είναι απαράδεκτες, διότι με αυτές, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στο άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), καθόσον ανάγονται στη διαφορετική εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών από το Εφετείο, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων, καθώς και τη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων και τη συναγωγή διαφορετικών συμπερασμάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα σχετικά με τα ουσιώδη ζητήματα της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς της πρώτης αναιρεσίβλητης.

Πέραν τούτων, το Εφετείο, δεν ήταν απαραίτητο, για την πληρότητα της αιτιολογίας του, να παραθέτει σε ποιο ακριβώς αποδεικτικό στοιχείο στηρίζει κάθε επιμέρους κρίση του, αρκούσης της γενικής αναφοράς του είδους των αποδεικτικών μέσων στα οποία στήριξε αυτήν, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, έτσι ώστε από την αναφορά αυτή σε συνδυασμό και με το συνολικό περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν νόμιμα στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 1864/2017, ΑΠ 2120/2017, ΑΠ 729/2015).

Με βάση τα ως άνω το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 914, 280, 281, 288, 57 και 59 ΑΚ και, επομένως, ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Οι λόγοι αναίρεσης που πλήττουν πλεοναστικές αιτιολογίες, οι οποίες δεν στηρίζουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι αλυσιτελείς και ως εκ τούτου απαράδεκτοι (ΑΠ 125/2017, ΑΠ 189/2017, ΑΠ 142/2017). Με το οικείο μέρος (υπό στοιχ. β') του δεύτερου λόγου της αναίρεσης, ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για παράβαση του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και συγκεκριμένα διότι το Εφετείο έκρινε ότι η αντικειμενική ευθύνη της πρώτης αναιρεσίβλητης για τον τραυματισμό αυτού, δεν μπορεί να θεμελιωθεί στη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, καθόσον δεν υφίσταται σχέση πρόστησης μεταξύ φιλάθλων και ΠΑΕ, μολονότι η αγωγή του δεν περιέχει τέτοια νομική θεμελίωση και τη διάταξη του άνω άρθρου επικαλέστηκαν για την άμυνά τους μόνο οι εναγόμενες αναιρεσίβλητες.

Υπό το περιεχόμενο τούτο, ο ως άνω λόγος είναι απαράδεκτος ως αλυσιτελής. Τούτο διότι, σύμφωνα με όσα ο αναιρεσείων ισχυρίζεται, πλήττει αιτιολογία που εκφέρθηκε εκ περισσού, ήτοι αιτιολογία με την οποία το Εφετείο ερευνά και απορρίπτει την συνδρομή αντικειμενικής ευθύνης των αναιρεσίβλητων ανώνυμων ποδοσφαιρικών εταιριών λόγω ύπαρξης σχέσης πρόστησης μεταξύ αυτών και των φιλάθλων τους που συμμετείχαν στα επεισόδια κατά τα οποία επήλθε ο τραυματισμός του, χωρίς ο ίδιος να έχει προτείνει τέτοιον ισχυρισμό για τη στήριξη της αξίωσής του, και συνεπώς η προβαλλόμενη πλημμέλεια, και υπό την εκδοχή ακόμη της βασιμότητάς της, δεν επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το οποίο στηρίζεται στην παραδοχή ότι η αγωγή, είναι μεν νόμιμη, στηριζόμενη στις αναφερόμενες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις, που αποτελούν την πραγματική νομική βάση της, αλλά αποδεικνύεται ουσιαστικά αβάσιμη λόγω μη συνδρομής της απαιτούμενης από αυτές υποκειμενικής ευθύνης και υπαιτιότητας για την πρόκληση του ζημιογόνου τραυματισμού του.

Κατά το άρθρο 523 ΚΠολΔ, ο εφεσίβλητος, ο οποίος στην πρωτόδικη δίκη ήταν ενάγων, εναγόμενος ή παρεμβαίνων, μπορεί και αφού περάσει η προθεσμία της έφεσης, να ασκήσει αντέφεση ως προς τα κεφάλαια της απόφασης που προσβάλλονται με την έφεση και ως προς εκείνα που συνέχονται αναγκαστικά με αυτά. Η αντέφεση ασκείται με ιδιαίτερο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, συντάσσεται έκθεση περί της κατάθεσής της κάτω από αυτό και κοινοποιείται στον αντίδικο.

Δεν αποτελεί ιδιαίτερο ένδικο βοήθημα, αλλά είναι το ένδικο μέσο της έφεσης που ασκείται από τον εν μέρει ηττηθέντα στην πρωτόδικη δίκη εφεσίβλητο. Το δικόγραφο αυτής πρέπει, συνεπώς, να περιέχει τα, κατά τα άρθρα 118 επ. ΚΠολΔ, στοιχεία κάθε δικογράφου και τους λόγους της αντέφεσης, δηλαδή τα σφάλματα που αποδίδονται στην εκκαλούμενη απόφαση.

Με την αντέφεση παρέχεται στο εφετείο η δυνατότητα να βελτιώσει την πρωτόδικη απόφαση υπέρ του αντεκκαλούντος. Κατ' ακολουθία τούτων, ο αντεκκαλών, έχει το δικαίωμα να ζητήσει με την αντέφεση τη μεταρρύθμιση της εκκαλούμενης υπέρ αυτού απόφασης. Με την αντέφεση δεν αντικρούει την έφεση που άσκησε ο αντίδικός του, πράγμα που γίνεται με τους προβαλλόμενους με τις προτάσεις του ισχυρισμούς που θα μπορούσαν να επιφέρουν την απόρριψη της αυτής (έφεσης).

Σύμφωνα με τα ανωτέρω, το αίτημα της αντέφεσης θα είναι η προσβολή της πρωτόδικης απόφασης και η εξαφάνιση ή μεταρρύθμιση αυτής και όχι η απόρριψη της έφεσης. Η αντέφεση, για να είναι παραδεκτή πρέπει να αφορά κεφάλαια της απόφασης που προσβάλλονται με την έφεση ή τα αναγκαίως συνεχόμενα με αυτά, δηλαδή το περιεχόμενό της πρέπει να βρίσκεται μέσα στα όρια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, αφού με την έφεση δεν μεταβιβάζεται στο σύνολό της η υπόθεση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αλλά μόνο κατά τα καθοριζόμενα σ' αυτήν όρια.

Κατά το μέρος που η αντέφεση πλήττει κεφάλαιο της απόφασης το οποίο δεν έχει εκκληθεί, απορρίπτεται και αυτεπαγγέλτως ως προς τούτο ως απαράδεκτη. Δεν καθίσταται αόριστη η αντέφεση ως προς τους υπόλοιπους λόγους της που προσβάλλουν εκκληθέντα κεφάλαια. Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση με την εκ του αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι δεν απέρριψε την ασκηθείσα από τη δεύτερη αναιρεσίβλητη αντέφεση στο σύνολό της ως απαράδεκτη, επικαλούμενος ότι ήταν αόριστη, καθόσον:

α) στο δικόγραφο της αντέφεσης δεν υφίσταται αίτημα απόρριψης της έφεσης, β) με την αντέφεση και με τον πρώτο λόγο της πλήττεται η πρωτόδικη απόφαση κατά το κεφάλαιο αυτής που αφορά την υπαιτιότητα, το οποίο όμως, δεν προσβάλλεται με την έφεση, ούτε είναι συνεχόμενο κεφάλαιο με τα προσβαλλόμενα με αυτήν και το απαράδεκτο του ως άνω λόγου της, είχε ως συνέπεια το απαράδεκτο του δικογράφου αυτής στο σύνολό του, γ) με το δεύτερο λόγο της αντέφεσης, στην ουσία δεν προσβάλλονται τα κονδύλια της επιδικασθείσας αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης, αλλά και αυτός αφορά το κεφάλαιο της υπαιτιότητας για τον τραυματισμό.

Ο ως άνω λόγος της αναίρεσης, ως προς τα δύο πρώτα μέρη του είναι απαράδεκτος, καθόσον: 1) το ότι με την αντέφεση η δεύτερη αναιρεσίβλητη δεν ζητούσε την απόρριψη της έφεσης, δεν καθιστά το δικόγραφο αυτής αόριστο, δεδομένου ότι η αντέφεση δεν αποτελεί άμυνα κατά της έφεσης και, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, ορθά με αυτήν προσβάλλεται η πρωτόδικη απόφαση και ζητείται η μεταρρύθμισή της, 2) δεν καθίσταται αόριστη, ή απαράδεκτη για οποιοδήποτε λόγο, στο σύνολό της η αντέφεση, επειδή ο ένας από τους λόγους της είναι απαράδεκτος για το λόγο ότι δεν προσβάλλει κεφάλαιο που προσβάλλεται με την έφεση ή συνεχόμενο με αυτό.

Εξάλλου, κατά το τρίτο μέρος του, ο άνω αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος, καθόσον από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της αντέφεσης, προκύπτει ότι με το δεύτερο λόγο της η αντεκκαλούσα δεύτερη αναιρεσίβλητη, ζητούσε τη μεταρρύθμιση της πρωτόδικης απόφασης κατά το προσβαλλόμενο και με την έφεση κεφάλαιο αυτής περί του ύψους της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, ζητώντας ότι το ποσό αυτής θα πρέπει <<να μειωθεί στο προσήκον μέτρο, λαμβανομένων υπ' όψη όλων των προβλεπομένων για τον ορθό καθορισμό αυτής της αξίωσης κριτηρίων, ήτοι (του βαθμού) της υπαιτιότητος, του είδους της προσβολής, τις συνθήκες τέλεσής της- δήθεν - αδικοπραξίας, της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των μερών και τις εν γένει περιστάσεις με βάση την αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος και 2, 9 παρ. 2 και 10 παρ. 2 της ΕΣΔΑ)>> αποδίδοντας εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο των αποδείξεων ως προς τα στοιχεία αυτά και ζητώντας την επιδίκαση μικρότερου του πρωτοδίκως καθορισθέντος ποσού και, μάλιστα, όχι ανώτερου των 10.000 ευρώ.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, παραμόρφωση υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση), αποδίδει, δηλαδή, ύστερα από εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού, σύμφωνα με τα άρθρα 432 επ.

ΚΠολΔ, εγγράφου, περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό εκείνου που πραγματικά έχει, και κατά προφανή παρανόηση δέχεται ως μνημονευόμενα σε αυτό πραγματικά περιστατικά, τα οποία όμως είναι καταδήλως διάφορα των πράγματι διαλαμβανομένων στο έγγραφο, ακολούθως δε στηριζόμενο αποκλειστικά στο ίδιο έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, οδηγείται σε ουσιαστική κρίση βλαπτική για τον επικαλούμενο τον πιο πάνω αναιρετικό λόγο.

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο, δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αλλά αναγιγνώσκοντας το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού όπως αυτό πραγματικά έχει, προβαίνει σε εκτίμηση του αληθινού περιεχομένου του, δηλαδή σε αποδεικτική αξιολόγησή του, και συνάγει εξ αυτού, έστω και εσφαλμένα, αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων.

Τούτο, δε, διότι, αυτή η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας που εξάγεται από το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου, είναι, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικώς ανέλεγκτη, η δε σχετική αιτίαση αφορά στην εκτίμηση πραγμάτων (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1071/2015, ΑΠ 825/2014). Επίσης, ο ως άνω λόγος δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε την κρίση του για την βασιμότητα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως κλπ., στηριζόμενο σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, το δε φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο το συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, χωρίς να στηριχθεί κυρίως ή αποκλειστικώς σε αυτό, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί σε κρίση διαφορετική από εκείνη την οποία εκλαμβάνει ως ορθή εκείνος που προβάλλει ότι χώρησε παραμόρφωση του εγγράφου.

Και τούτο, διότι στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του, και η διαφορετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας που έχει εξαχθεί από τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, δεν υπόκειται, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 365/2017, ΑΠ 25/2017, ΑΠ 99/2016).

Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά πάντως και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 516/2016, ΑΠ 886/2008). Εξάλλου, για το ορισμένο του εκ του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στην αίτηση το αληθές περιεχόμενο του εγγράφου που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, το περιεχόμενο που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ότι έχει, ώστε εκ της συγκρίσεως αυτών να παρέχεται στον Άρειο Πάγο η δυνατότητα να κρίνει αν υφίσταται διαγνωστικό λάθος, το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου περί της συνδρομής ή μη κρίσιμων γεγονότων, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξαιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου και ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το επίμαχο έγγραφο (ΑΠ 11/2016, ΑΠ 305/2016, ΑΠ 177/2016).

Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον έκτο λόγο της αναίρεσης ισχυρίζεται ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της 33/28-1-2005 απόφασης της επιτροπής Εφέσεων της ΕΠΟ, την οποία χρησιμοποίησε ως αποδεικτικό έγγραφο για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, καθόσον, από εσφαλμένη ανάγνωσή της απέδωσε σ' αυτήν περιεχόμενο διαφορετικό από το αληθινό.

Ειδικότερα, στον ως άνω αναιρετικό λόγο ισχυρίζεται ότι: 1) Η αναιρεσιβαλλόμενη δέχεται ότι στην ως άνω απόφαση της Επιτροπής Εφέσεων της ΕΠΟ αναφέρεται ότι: <<.......Επίσης από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε εμπλοκή των εγκαλούμενων ΠΑΕ ή των ανωτέρω προσώπων που συνδέονται με αυτές σε τυχόν κατευθυνόμενη προμήθεια των εισιτηρίων των φιλάθλων της ομάδας της ΠΑΕ ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ, οι οποίο εισήλθαν από τη θύρα 7 και κατέλαβαν θέσεις στην αντίστοιχη κερκίδα ούτε ότι οι εν λόγω φίλαθλοι παρακινήθηκαν ή ενθαρρύνθηκαν με οποιοδήποτε τρόπο στην πρόκληση των ως άνω επεισοδίων από τους εκπροσώπους των εγκαλούμενων ΠΑΕ.......>>, καθώς επίσης ότι: <<από την αποδεικτική διαδικασία δεν προέκυψε ότι οι εγκαλούμενες ΠΑΕ ή τα συνδεόμενα με αυτές με οποιαδήποτε σχέση πρόσωπα, συντέλεσαν υπαιτίως στην δημιουργία των ως άνω επεισοδίων, πέραν της συμμετοχής των φιλάθλων τους, κατά τα προαναφερόμενα.....>>. 2) Ότι στην απόφαση αυτή της Επιτροπής, αναφέρεται επιπλέον των ανωτέρω περικοπών, και ότι: <<Ανεξαρτήτως όμως αυτών η ευθύνη των φιλάθλων των εγκαλούμενων ομάδων για τα ανωτέρω προηγηθέντα επεισόδια υφίσταται και επί πλέον θεωρούνται αντικειμενικά υπεύθυνες και οι εγκαλούμενες ΠΑΕ, όχι όμως για τη μη τέλεση του αγώνα αλλά για την πράξη της δυσφήμισης του ποδοσφαίρου, όπως ευθέως συνομολογείται και από την παρεμβάσα στη δίκη υπέρ των ΠΑΕ, Ένωση Ποδοσφαιρικών Ανωνύμων Εταιριών (ΕΠΑΕ) μετά από ομόφωνη απόφαση των μελών της>> και <<Συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτό ότι οι εγκαλούμενες ΠΑΕ τυγχάνουν υπεύθυνες για τις άνω πράξεις των φιλάθλων τους, που συνιστούν βαρεία δυσφήμιση του ποδοσφαίρου.>> και 3) ότι ενώ το ανωτέρω είναι το αληθές και πραγματικό περιεχόμενο της απόφασης της επιτροπής εφέσεων της ΕΠΟ, το Εφετείο, λόγω ελλιπούς και εσφαλμένης ανάγνωσης των μη παρατιθέμενων στην απόφασή του ως άνω περικοπών, δέχθηκε διαμετρικά αντίθετο περιεχόμενο αυτής, εννοώντας προφανώς την κρίση του περί της μη υπαιτιότητας των αναιρεσίβλητων από τις βιαιοπραγίες των φιλάθλων συνεπεία των οποίων επήλθε ο τραυματισμός του.

Υπό το περιεχόμενο όμως τούτο, ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο επιχειρείται να θεμελιωθεί πλημμέλεια εκ του αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, α) κατά το μέρος που μέμφεται την απόφαση για εσφαλμένη ανάγνωση της απόφασης της άνω Επιτροπής, αποδίδοντας σφάλμα στην κρίση του Εφετείου, περί της μη ευθύνης της πρώτης αναιρεσίβλητης για την αποζημίωση του αναιρεσείοντος, λόγω της αντίθετης παραδοχής της απόφασης της Επιτροπής Εφέσεων της ΕΠΟ, που δέχθηκε συνδρομή αντικειμενικής ευθύνης αυτής για την πράξη της δυσφήμισης του ποδοσφαίρου λόγω των επεισοδίων που δημιούργησαν οι φίλαθλοι των δύο ομάδων, είναι απαράδεκτος, καθόσον ουδόλως ισχυρίζεται ότι το Εφετείο, λόγω της εσφαλμένης ανάγνωσης του εγγράφου, δέχεται ότι περιέχεται στην απόφαση της Επιτροπής διαφορετικό περιεχόμενο από το πραγματικό.

Αντίθετα, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι το Εφετείο σχημάτισε διαφορετική κρίση από εκείνη που της Επιτροπής, ο σχηματισμός, όμως, διαφορετικής εκτίμησης από την απόφαση ως προς την υπαιτιότητα για τη δημιουργία των επεισοδίων δεν ιδρύει τον προβαλλόμενο αναιρετικό λόγο, β) ο ίδιος λόγος κατά το μέρος που προβάλλεται μομφή ότι το Εφετείο παραβίασε την εν λόγω διάταξη λόγω της παράλειψης ανάγνωσης όλου του περιεχομένου της απόφασης της Επιτροπής Εφέσεων της ΕΠΟ και συγκεκριμένα των περικοπών που αναγράφονται στον αναιρετικό λόγο, είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασής του, δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά, ούτε κατά κύριο λόγο, στο έγγραφο αυτό, για να στηρίξει την κρίση του περί της μη ευθύνης της πρώτης αναιρεσίβλητης "ΠΑΕ ΠΑΝΙΩΝΙΟΣ" για τον τραυματισμό του αναιρεσείοντος, αλλά προς επίρρωση της σχετικής παραδοχής του, την οποία σχημάτισε από την αξιολόγηση και εκτίμηση των μνημονευόμενων λοιπών αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του, επικαλείται και τις παραδοχές της απόφασης αυτής, αναφέροντας ότι <<Σημειωτέον ότι στην αυτή κρίση κατέληξε και η Επιτροπή Εφέσεων της Ελληνικής Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας (ΕΠΟ), η οποία επιληφθείσα της υποθέσεως με την υπ' αριθ. 33/28-1-2005 απόφασή της έκρινε έστω και με συνοπτική αιτιολογία ότι....>>.

Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην ως άνω πλημμέλεια που του αποδίδεται με τον έκτο λόγο της αναίρεσης.

Κατά το άρθρο 537 ΚΠολΔ, αν περισσότεροι νικήθηκαν με την ίδια απόφαση και για τους ίδιους λόγους και ένας μόνο άσκησε έφεση, η απόφαση που δέχεται την έφεση ισχύει και υπέρ των ομοδίκων που δεν άσκησαν έφεση εφόσον δεν αποδέχθηκαν την πρωτόδικη απόφαση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι τα ευνοϊκά αποτελέσματα της απόφασης του Εφετείου καταλαμβάνουν κατ' αρχήν εκείνους από τους απλούς ομοδίκους που δεν προσέβαλαν αυτοτελώς με έφεση την πρωτόδικη απόφαση.

Η παραπάνω διάταξη, κατ' απόκλιση από την αρχή ότι η ενέργεια της εφετειακής απόφασης ωφελεί και βλάπτει κατ' αρχήν μόνο τους διαδίκους της έκκλητης δίκης, καθώς και όσους τρίτους υπόκεινται στο δεδικασμένο (άρθρα 325 - 329 ΚΠολΔ) ή την εκτελεστότητα (άρθρα 919 - 920 ΚΠολΔ), εισάγει μια διεύρυνση της, κατά το άρθρο 325 ΚΠολΔ, υποκειμενικής ενέργειας του δεδικασμένου από την εφετειακή απόφαση, που δέχεται την έφεση ενός ή και περισσοτέρων από τους ομοδίκους, που ηττήθηκαν πρωτοδίκως με την ίδια απόφαση και για τους ίδιους λόγους (ΑΠ 1906/2005).

Για την εφαρμογή του άρθρου 537 ΚΠολΔ, το οποίο λειτουργεί όταν ένας από τους περισσότερους ομοδίκους άσκησε έφεση και στη συνέχεια εκδόθηκε απόφαση από το Εφετείο που την έκανε δεκτή, απαιτείται να υπάρχει ταυτότητα αιτιολογικού και διατακτικού της πρωτόδικης απόφασης ως προς όλους τους ομοδίκους (ΑΠ 1248/2010).

Στην ΚΠολΔ 537 πρόκειται περί επεκτάσεως των ορίων του δεδικασμένου και όχι περί πλασματικής αναγνώρισης της ιδιότητας διαδίκου στους μη εκκαλέσαντες. Αρνητική προϋπόθεση για την εφαρμογή της παραπάνω διάταξης τίθεται η μη αποδοχή της πρωτόδικης απόφασης από τους μη εκκαλέσαντες ωφελούμενους ομοδίκους (ΑΠ 31/2014, ΑΠ 187/2007).

Με την εφαρμογή της διάταξης αυτής δεν εξαφανίζεται η πρωτόδικη απόφαση ως προς τον μη εκκαλέσαντα απλό ομόδικο, αφού δεν ασκήθηκε έφεση από αυτόν. Η λειτουργία της διάταξης συνίσταται στην καθ' υποκείμενα επέκταση από την εφετειακή απόφαση που δέχθηκε την έφεση άλλου ομοδίκου του απ' αυτήν ευνοϊκού ουσιαστικού δεδικασμένου και σε πρόσωπα που δεν ήσαν διάδικοι στην κατ' έφεση δίκη.

Η επέκταση αυτή της ισχύος της απόφασης δεν προϋποθέτει διάταξη αυτής υπέρ των ωφελούμενων ομοδίκων, διότι η επέκταση της ισχύος της επέρχεται ευθέως εκ του νόμου με τη συνδρομή των οριζόμενων διατυπώσεων. Εάν ανακύψει ζήτημα ως προς την επέκταση ή μη της εφετειακής απόφασης και στον μη εκκαλέσαντα απλό ομόδικο, μπορεί να λυθεί παρεμπιπτόντως ή με ανακοπή κατά της επισπευδόμενης αναγκαστικής εκτέλεσης κατ' αυτού (ΑΠ 1906/2005).

Το Εφετείο, όμως, που δικάζει την έφεση του ομοδίκου και τη δέχεται, μπορεί να συμπεριλάβει διάταξη που επεκτείνει την ισχύ της απόφασής του και υπέρ του απλού ομοδίκου ο οποίος δεν άσκησε έφεση, αν ο τελευταίος μετάσχει κατά οποιοδήποτε τρόπο στη δίκη ενώπιόν του και ζητήσει την εφαρμογή της ως άνω διάταξης (ΑΠ 1841/2008, ΑΠ 213/1980).

Η κρίση του Εφετείου για το αν υπό τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά συντρέχουν οι προϋποθέσεις που απαιτούνται για την κατά το άρθρο 537 ΚΠολΔ επέκταση των ευνοϊκών αποτελεσμάτων της απόφασης και στον μη εκκαλέσαντα την πρωτόδικη απόφαση απλό ομόδικο, μεταξύ των οποίων και εκείνη της ταυτότητας του αιτιολογικού, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου με την πλημμέλεια από τον αρ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και όχι του αρ. 1 του άνω άρθρου, καθόσον η διάταξη αυτή είναι δικονομικού δικαίου (ΑΠ 1906/2005).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αναιρεσείων, άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 9-2-2006 αγωγή του, στρεφόμενος κατά των αναιρεσίβλητων ανώνυμων ποδοσφαιρικών εταιριών, ισχυριζόμενος ότι στις 9-1-2005, εκτελώντας υπηρεσία ως αστυφύλακας στην 521 Διμοιρία ΔΙ.Α.Τ.

των Μ.Α.Τ., για τη διασφάλιση της τάξης και της ομαλής διεξαγωγής του ποδοσφαιρικού αγώνα μεταξύ των ομάδων "ΝΕΟΣ ΠΑΝΙΩΝΙΟΣ Π.Α.Ε." και "ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ Σ.Φ.Π. Π.Α.Ε." στο γήπεδο Νέας Σμύρνης, για το επαγγελματικό πρωτάθλημα περιόδου των ετών 2004-2005, τραυματίστηκε σοβαρά και απώλεσε την όραση του αριστερού ματιού του κατά τη διάρκεια επεισοδίων μεταξύ των οπαδών των δύο ομάδων.

Αποδίδοντας δε, τον τραυματισμό του, στην εκτιθέμενη στο δικόγραφο παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των προσώπων διοίκησης των δύο ομάδων, ζήτησε να υποχρεωθούν να καταβάλουν σ' αυτόν, καθεμιά εις ολόκληρο, τα προσδιοριζόμενα ποσά αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης. Αφού έγινε συζήτηση της υπόθεσης, εκδόθηκε επί της αγωγής η 6449/2008 μη οριστική απόφαση με την οποία, κατά το κρίσιμο για την αναίρεση μέρος της, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι ο τραυματισμός του αναιρεσείοντος οφείλεται <<στην αμελή συμπεριφορά των νομίμων εκπροσώπων των εναγομένων ποδοσφαιρικών ομάδων οι οποίοι ασκούσαν τη διοίκηση αυτών καθ' ον χρόνον συνέβησαν τα επίδικα κρίσιμα περιστατικά, συνιστάμενη αυτή στο γεγονός ότι οι εν λόγω υπεύθυνοι δεν επέδειξαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή που όφειλαν και ηδύναντο από τις περιστάσεις να καταβάλουν και την οποία θα κατέβαλε ο μέσος συνετός και επιμελής εκπρόσωπος ποδοσφαιρικής ομάδας υπό ανάλογες συνθήκες.

Ειδικότερα η αμελής συμπεριφορά των νομίμων εκπροσώπων της πρώτης των εναγομένων ομάδας έγκειται στο γεγονός ότι οι ίδιοι χορήγησαν σε φιλάθλους της δευτέρας των εναγομένων εισιτήρια εισόδου στο γήπεδο επιπλέον του ανωτέρω περιορισμένου αριθμού εισιτηρίων τα οποία στα πλαίσια της προηγηθείσας συμφωνίας μεταξύ αυτών και των εκπροσώπων της εν λόγω αντίθετης ομάδας είχαν προοριστεί να διατεθούν προς πώληση στους φιλάθλους αυτής.

Οι εν λόγω δε εκπρόσωποι χορήγησαν τα επιπλέον αυτά εισιτήρια στους φιλάθλους της δευτέρας των εναγομένων χωρίς προηγουμένως να ενημερώσουν αυτούς και να λάβουν τη συγκατάθεσή τους, ως όφειλαν, ενόψει της ανωτέρω συμφωνίας που είχε χωρήσει μεταξύ τους. Περαιτέρω οι ίδιοι δεν μερίμνησαν εις τρόπον ώστε οι φίλαθλοι οι οποίοι είχαν εφοδιασθεί με τα επιπλέον εισιτήρια να εγκατασταθούν στις κερκίδες της θύρας 9 όπου ευρίσκονται και οι υπόλοιποι φίλαθλοι της δευτέρας των εναγομένων προκειμένου να αποτραπεί η επικοινωνία αυτών με τους φιλάθλους της πρώτης των εναγομένων και η δημιουργία εντάσεως μεταξύ τους.

Αντιθέτως οι ίδιοι επέτρεψαν την είσοδο και εγκατάσταση των ως άνω φιλάθλων στη θύρα 7 όπου ήδη είχαν εγκατασταθεί οι φίλαθλοι της πρώτης των εναγομένων με αποτέλεσμα οι οπαδοί των δύο αντίθετων ομάδων να συμπλακούν μεταξύ τους και να διαπράξουν μεταξύ τους τις άνω βιαιοπραγίες οι οποίες προκάλεσαν τον τραυματισμό του ενάγοντος και έθεσαν σε κίνδυνο τη ζωή και την ασφάλεια όσων παρευρίσκοντο στο χώρο του γηπέδου κατά τον ανωτέρω χρόνο.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι εκπρόσωποι της δευτέρας των εναγομένων ΠΑΕ Ολυμπιακός έλαβαν βάσει των αρχικώς συμφωνηθέντων με τους εκπροσώπους της πρώτης εξ αυτών μόνο το 5% των εισιτηρίων που αναλογούσε στα αρχικώς διατεθέντα 322 εισιτήρια χωρίς οι ίδιοι να αποκομίσουν επισήμως τουλάχιστον έτερα κέρδη από την από μέρους των τελευταίων διάθεση των ανωτέρω επιπλέον εισιτηρίων στους φιλάθλους αυτής.

Όπως δε εξετέθη ανωτέρω οι εκπρόσωποι της πρώτης των εναγομένων ήταν αυτοί οι οποίοι χορήγησαν στους φιλάθλους της δευτέρας εξ αυτών αντίπαλης ομάδας τα επιπλέον εισιτήρια εξ ιδίας πρωτοβουλίας και χωρίς προηγούμενη συνεννόηση με τους εκπροσώπους αυτής. Τούτο όμως δεν αναιρεί το γεγονός ότι οι φίλαθλοι οι οποίοι εφοδιάσθηκαν με τα ανωτέρω επιπλέον εισιτήρια ήταν φίλαθλοι προσκείμενοι στη δευτέρα των εναγομένων ποδοσφαιρικής ομάδας ΠΑΕ Ολυμπιακός.

Επομένως εφόσον τα ανωτέρω πρόσωπα είχαν την ιδιότητα των φιλάθλων της εν λόγω ομάδας η τελευταία ευθύνεται για την ανάρμοστη συμπεριφορά τους ανεξάρτητα από το γεγονός ότι δεν ήταν η ίδια αυτή η οποία προμήθευσε στους εν λόγω φιλάθλους τα ανωτέρω εισιτήρια καθ' όσον κρίσιμο γεγονός είναι η ιδιότητα ορισμένων προσώπων ως φιλάθλων προσκείμενων σε κάποια ποδοσφαιρική ομάδα και όχι ο τρόπος με τον οποίο οι φίλαθλοι προμηθεύονται τα εισιτήρια για την παρακολούθηση του αγώνα στον οποίο πρόκειται να συμμετάσχει η ομάδα στην οποία ανήκουν.

Συνεπώς φίλαθλοι μίας ΠΑΕ δεν είναι μόνο όσοι προμηθεύονται απ' αυτήν εισιτήρια αλλά και όσοι εν τοις πράγμασι με αληθινή βούληση και όχι φαινομενικώς δρουν και συμπεριφέρονται ως φίλαθλοί της. Στην ερμηνεία αυτή συνηγορεί η διατύπωση του άρθρου 29 του ΚΑΠ κατά την οποία "τα επεισόδια δύνανται να προκληθούν και από μεμονωμένους φιλάθλους που έχουν προμηθευτεί εισιτήριο με οποιοδήποτε τρόπο και όχι μέσω της συγκεκριμένης ΠΑΕ της οποίας είναι οπαδοί.

Οι εκπρόσωποι δε της δευτέρας των εναγομένων ΠΑΕ Ολυμπιακός ηδύνατο στην προκειμένη περίπτωση να πληροφορηθούν το γεγονός της από μέρους των εκπροσώπων της συνεναγομένης ομάδας ΠΑΕ Πανιώνιος διανομής εισιτηρίων σε φιλάθλους της ιδίας καθ' υπέρβαση του ανωτέρω αριθμού εισιτηρίων που είχαν αρχικώς διατεθεί προς πώληση σ' αυτούς κατά τα μεταξύ τους αρχικώς συμφωνηθέντα καθ' όσον η εν λόγω διανομή ήταν μαζική και δεν αφορούσε μεμονωμένη διάθεση εισιτηρίων σε λίγους φιλάθλους αυτής οι οποίοι θα παρακολουθούσαν τον αγώνα αναμεμειγμένοι με την πλειοψηφία των φιλάθλων της εν λόγω αντίπαλης ομάδας, γεγονός το οποίο θα ήταν δύσκολο να αποκαλυφθεί αλλά και δεν θα δημιουργούσε εντάσεις και επεισόδια στο χώρο του γηπέδου.

Στην περίπτωση που ήθελε γίνει δεκτό ότι οι ΠΑΕ ευθύνονται μόνο για τα επεισόδια που τέλεσαν οι φίλαθλοι τους στους οποίους αυτές είχαν διαθέσει εισιτήρια τότε θα καταστρατηγείτο ο σκοπός του νόμου δηλαδή η θεμελίωση ευθύνης των ΠΑΕ για πράξεις των φιλάθλων τους, καθ' όσον η τυχόν διάθεση των εισιτηρίων σε απροσδιόριστο αριθμό προσώπων θα οδηγούσε στο ανεύθυνο των ΠΑΕ πράγμα όμως το οποίο αντίκειται στη βούληση του νομοθέτη.

Επιπροσθέτως οι διατάξεις του άρθρου 41Δ του ν. 2725/1999 όπως αυτός ισχύει σήμερα, που ρυθμίζουν την διανομή και διάθεση των εισιτηρίων στις διαγωνιζόμενες ΠΑΕ και κατ' επέκταση στους φιλάθλους δεν καθιερώνουν το ανεύθυνο των ΠΑΕ για επεισόδια τα οποία τελέστηκαν από φιλάθλους τους αλλά σκοπό έχουν να δράσουν προληπτικώς και να περιορίσουν στο μέτρο του δυνατού τη δημιουργία επεισοδίων από τυχαία διάθεση εισιτηρίων σε φιλάθλους διαφορετικών ομάδων οι οποίοι πιθανόν να ευρίσκονται στην ίδια κερκίδα αλλά για την προστασία αυτών των ιδίων.

Συνεπώς κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι στην προκειμένη περίπτωση αμελής ήταν και αυτή η συμπεριφορά εκπροσώπων της εναγόμενης ομάδας ΠΑΕ Ολυμπιακός καθ' όσον οι ίδιοι παρέλειψαν να λάβουν υπό την ως άνω ιδιότητά τους αναγκαία μέτρα εις τρόπον ώστε οι εν λόγω φίλαθλοι να εγκατασταθούν στην ανωτέρω θύρα 9 όπου ευρίσκονται και οι υπόλοιποι φίλαθλοι αυτής και να αποτραπούν οι ως άνω διαπραχθείσες απ' αυτούς βιαιοπραγίες.

Περαιτέρω καθόλη τη διάρκεια των ανωτέρω βιαίων επεισοδίων οι εκπρόσωποι και των δύο ομάδων παρέμειναν αμέτοχοι και δεν προέβησαν ούτε καν σε κατευναστικές δηλώσεις ή υποδείξεις προς τους φιλάθλους τους, ενέργειες οι οποίες θα ηδύναντο να οδηγήσουν στην άμεση λήξη των επεισοδίων αυτών εν όψει και της επιρροής που ασκούν οι υπεύθυνοι των ομάδων στους οπαδούς αυτών>>.

Ακολούθως, το Δικαστήριο, με την άνω απόφασή του, διέταξε την επανάληψη της συζήτησης προκειμένου να προσκομίσει ο αναιρεσείων τα αναφερόμενα στο διατακτικό της έγγραφα και να διεξαχθεί ιατρική πραγματογνωμοσύνη σχετικά με το βαθμό της βλάβης στον αριστερό οφθαλμό, των συνεπειών του τραυματισμού του και τη μονιμότητα ή όχι της βλάβης.

Μετά ταύτα εκδόθηκε η 3981/2014 οριστική απόφαση του άνω πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία, αφού απορρίφθηκε αίτημα των αναιρεσίβλητων για ανάκληση της ως άνω μη οριστικής απόφασης κατά το μέρος που εκφέρεται κρίση περί του ότι ο τραυματισμός του αναιρεσείοντος οφείλεται σε αμελή συμπεριφορά τούτων, καθόσον και τούτο όμοια κρίση σχημάτισε, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και επιδίκασε αποζημίωση για τη θετική ζημία του αναιρεσείοντος, τα διαφυγόντα κέρδη και τη χρηματική ικανοποίηση αυτού λόγω ηθικής βλάβης.

Κατά των πρωτόδικων αποφάσεων άσκησαν ένδικα μέσα ως ακολούθως: 1) ο αναιρεσείων την από 20-1-2015 έφεση παραπονούμενος για το ποσό που αναγνωρίστηκε ότι υποχρεούνται οι αναιρεσίβλητες να του καταβάλουν ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, για την απόρριψη του αιτήματος αναγνώρισης οφειλής της εκ του άρθρου 931 ΑΚ αποζημίωσης και για την απόρριψη αιτήματός του περί μετατροπής μέρους του αιτήματος σε αναγνωριστικό. 2) η πρώτη αναιρεσίβλητη την από 26-2-2015 έφεση και 3) η δεύτερη αναιρεσίβλητη την από 10-7-2015 αντέφεση, διατυπώνοντας παράπονα, αφενός μεν για την κρίση των πρωτόδικων αποφάσεων περί της συνδρομής υπαιτιότητας αυτών στον τραυματισμό του αναιρεσείοντος, αφετέρου ως προς το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης.

Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά, εκτός εκείνων που παρατίθενται ανωτέρω, ειδικότερα δε ως προς την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 537 ΚΠολΔ, τα εξής: <<Κατόπιν των ανωτέρω, λαμβανομένου υπόψη ότι η πρώτη εφεσίβλητος στην υπό στοιχείο Ι έφεση-εκκαλούσα στην υπό στοιχείο

ΙΙ έφεση ανώνυμος εταιρία συνδέεται μετά της δεύτερης εφεσιβλήτου στην υπό στοιχείο Ι έφεση-αντεκκαλούσας ποδοσφαιρικής ανωνύμου εταιρίας με το δεσμό της απλής ομοδικίας ως εις ολόκληρον συνοφειλέτιδες ενοχής εξ αδικοπραξίας (άρθρα 914 επ., 926, 480 επ. ΑΚ), πρέπει να ερευνηθεί η περίπτωση εφαρμογής στην ένδικη υπόθεση της διατάξεως του άρθρου 537 ΚΠολΔ. Σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη.....

Εν προκειμένω, η απόρριψη ως απαράδεκτης της κρινόμενης αντεφέσεως της δεύτερης εφεσιβλήτου στην υπό στοιχείο Ι έφεση ποδοσφαιρικής ανωνύμου εταιρίας κατά τον πρώτο αυτής λόγο, κατά τα προεκτιθέμενα, πληροί την αναγκαία κατά τη διάταξη του άρθρου 537 ΚΠολΔ προϋπόθεση της μη ασκήσεως εφέσεως ή αντεφέσεως ή ασκήσεως και απορρίψεως ως απαραδέκτου της εφέσεως ή της αντεφέσεως κατά της εκκαλουμένης αποφάσεως, την οποία η ως άνω διάδικος δεν αποδέχθηκε, ασκήσασα αντέφεση, η οποία είναι παραδεκτή κατά το δεύτερο αυτής λόγο, και ως εκ τούτου το παραγόμενο από την παρούσα δεδικασμένο εκ της απορρίψεως της αγωγής ως προς την πρώτη εφεσίβλητο στην υπό στοιχείο Ι έφεση-εκκαλούσα στην υπό στοιχείο

ΙΙ έφεση ποδοσφαιρική ανώνυμο εταιρία αναφορικώς με το κεφάλαιο της υπαιτιότητος αυτής για τον επίδικο τραυματισμό του εκκαλούντος στην υπό στοιχείο Ι έφεση-εφεσιβλήτου στην υπό στοιχείο

ΙΙ έφεση-αντεφεσιβλήτου επεκτείνεται ex lege αυτοδικαίως και άνευ οιουδήποτε αιτήματος και στη δεύτερη εφεσίβλητο στην υπό στοιχείο Ι έφεση-αντεκκαλούσα ποδοσφαιρική ανώνυμο εταιρία, δεδομένου ότι το αιτιολογικό και το διατακτικό της εκκαλουμένης αποφάσεως ταυτίζονται για τις ως άνω εναγόμενες και η κρίση του παρόντος δικαστηρίου περί μη συνδρομής παρανόμου και υπαιτίου συμπεριφοράς της πρώτης εφεσιβλήτου στην υπό στοιχείο Ι έφεση-εκκαλούσας στην υπό στοιχείο

ΙΙ έφεση ποδοσφαιρικής ανωνύμου εταιρίας, ερειδομένη στα αναλυτικώς αναφερόμενα ανωτέρω στο σκεπτικό πραγματικά περιστατικά (έλλειψη οιασδήποτε δολίας ή αμελούς συμπεριφοράς: 1. κατά τη διάθεση των εισιτηρίων και τη χωροταξική κατανομή των οπαδών των δύο ομάδων, 2. ως προς τη λήψη μέτρων ασφαλείας κατά την είσοδο των οπαδών στο γήπεδο και 3. ως προς την ανάληψη ενεργειών των διοικήσεων των δύο ομάδων για τον αποτελεσματικό περιορισμό των επεισοδίων), αφορά και στην δεύτερη εφεσίβλητο στην υπό στοιχείο Ι έφεση-αντεκκαλούσα ποδοσφαιρική ανώνυμο εταιρία. Επομένως, η διάταξη της παρούσας ως προς την έλλειψη παρανόμου και υπαιτίου πράξεως ή παραλείψεως της πρώτης εφεσιβλήτου στην υπό στοιχείο Ι έφεση-εκκαλούσας ανωνύμου εταιρίας, περί τον τραυματισμό του εκκαλούντος στην υπό στοιχείο Ι έφεση-εφεσιβλήτου στην υπό στοιχείο

ΙΙ έφεση-αντεφεσιβλήτου παράγει δεδικασμένο, το οποίο εκτείνεται και στη δεύτερη εφεσίβλητο στην υπό στοιχείο Ι έφεση-αντεκκαλούσα απλή ομόδικο ποδοσφαιρική ανώνυμο εταιρία, η οποία άσκησε απαράδεκτο αντέφεση ως προς το κεφάλαιο της υπαιτιότητος, κατά τα προεκτεθέντα, με αυτόθροο συνέπεια την αποδοχή της αντεφέσεως κατ' ουσίαν ως προς τον (παραδεκτό) δεύτερο αυτής λόγο, την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως και την κατ' ουσίαν απόρριψη ως αβασίμων όλων των αγωγικών κονδυλίων και ως προς την ως άνω- μη ασκήσασα παραδεκτή έφεση ή αντέφεση-απλή ομόδικο. Επομένως, πρέπει: α)..., β) να γίνει δεκτή ως βάσιμος η αντέφεση κατά το δεύτερο αυτής λόγο και γ) να γίνει δεκτή καθ' ολοκληρίαν η υπό στοιχείο

ΙΙ έφεση, να εξαφανιστεί στο σύνολό της η εκκαλουμένη οριστική απόφαση, να κρατηθεί και δικασθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο και να απορριφθεί καθ' ολοκληρίαν η από 9.2.2006 με Γ.Α.Κ. 26786/9.2.2006 και Α.Κ.Δ. 1389/9.2.2006 αγωγή ως αβάσιμος κατ' ουσίαν.....>>. Με το σκεπτικό τούτο η προσβαλλόμενη στο διατακτικό της, αφού δέχθηκε την έφεση της πρώτης αναιρεσίβλητης και εν μέρει την αντέφεση της δεύτερης τούτων, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, και δικάζοντας κατ' ουσίαν την ένδικη αγωγή, απέρριψε αυτήν.

Έτσι, που αποφάσισε το Εφετείο, εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 537 ΚΠολΔ. Τούτο διότι, ενώ, μετά την παραδοχή της έφεσής της, απέρριψε την αγωγή ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη ποδοσφαιρική ανώνυμη εταιρία με την αιτιολογία ότι δεν αποδείχθηκε υπαιτιότητα αυτής στον επελθόντα τραυματισμό του αναιρεσείοντος, καθόσον αυτή δεν επέδειξε αμέλεια ούτε ως προς τη διαχείριση των εισιτηρίων που χορηγήθηκαν στους φιλάθλους, ούτε τα εκπροσωπούντα αυτήν όργανα, παρέλειψαν να μεσολαβήσουν μεταξύ των οπαδών και των αστυνομικών για να αποτρέψουν την πρόκληση επεισοδίων μεταξύ τους, ήτοι για προσωπικό λόγο που αφορά μόνο το νομικό πρόσωπο αυτής και όχι για αντικειμενικό λόγο, δέχθηκε περαιτέρω, ότι το δεδικασμένο που προκαλείται από την απόφαση αυτή, εφαρμόζεται και στη δεύτερη αναιρεσίβλητη ποδοσφαιρική ανώνυμη εταιρία.

Όμως, η τελευταία, είχε νικηθεί με την πρωτόδικη απόφαση, όπως ανωτέρω αναλυτικά εκτίθεται, με την αιτιολογία ότι αν και οι εμπλακέντες στα επεισόδια ήταν φίλαθλοι της δικής της ομάδας, τα πρόσωπα που την εκπροσωπούσαν επέδειξαν αμέλεια, καθόσον παρέλειψαν να λάβουν, υπό την ιδιότητά τους αυτή, τα αναγκαία μέτρα ώστε οι φίλαθλοι της ομάδας τους να εγκατασταθούν στις κερκίδες της θύρας 9, όπου βρισκόταν και οι λοιποί φίλαθλοι αυτής, ώστε να αποτραπούν οι διαπραχθείσες απ' αυτούς βιαιοπραγίες και επίσης, διότι οι εκπρόσωποι αυτής παρέμειναν αμέτοχοι και δεν επενέβησαν με κατευναστικές δηλώσεις ή υποδείξεις προς τους φιλάθλους τους, οι οποίες, ενόψει της επιρροής που ασκούν οι υπεύθυνοι στους φιλάθλους της ομάδας τους, θα οδηγούσαν στην άμεση λήξη των επεισοδίων.

Δηλαδή, η ήττα με την πρωτόδικη απόφαση της δεύτερης αναιρεσίβλητης, δεν συνδέεται με τις πράξεις και παραλείψεις των εκπροσώπων της πρώτης αναιρεσίβλητης, λόγω της μη συνδρομής των οποίων, έκρινε το Εφετείο ότι δεν υπέχει ευθύνη για αποζημίωση του αναιρεσείοντος, αλλά συνεπεία της διαπίστωσης συνδρομής υποκειμενικής ευθύνης της δεύτερης αναιρεσίβλητης, λόγω παράνομης συμπεριφοράς των εκπροσωπούντων αυτήν προσώπων, συνιστάμενης στις αναφερόμενες ιδιαίτερες παραλείψεις τους, διάφορες των αποδιδόμενων στους εκπροσώπους της πρώτης αναιρεσίβλητης.

Συνεπώς, ενώ δεν υπήρχε ταυτότητα αιτιολογικού μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς των δύο αναιρεσίβλητων, ώστε η άσκηση της έφεσης από τη μία και η παραδοχή αυτής, να δημιουργεί δεδικασμένο και για τη δεύτερη τούτων και να επεκτείνεται το ευνοϊκό δεδικασμένο της απόφασης και στη μη ασκήσασα έφεση δεύτερη αναιρεσίβλητη, το Εφετείο κατέληξε στην ως άνω εσφαλμένη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 537 ΚΠολΔ.

Επομένως, το Εφετείο, υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης και με το οικείο μέρος του δεύτερου λόγου αυτής (μέρος στον υπό στοιχ. γ'). Επομένως, με την παραδοχή των άνω αναιρετικών λόγων, η αναιρετική εμβέλεια των οποίων καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών επιμέρους πλημμελειών που προβάλλονται με τους δεύτερο (υπό στοιχ.

γ') και τέταρτο αναιρετικούς λόγους, που επιδιώκουν το αναιρετικό αποτέλεσμα, το οποίο επέρχεται με την παραδοχή των ως άνω αναιρετικών λόγων, πρέπει απορριφθεί η αναίρεση ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη, να γίνει δεκτή, κατά το μέρος που αναφέρεται ανωτέρω, ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς αυτήν, κατά τη σχετική, περί της επέκτασης του δεδικασμένου που προκύπτει από την απόρριψη της αγωγής ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη και στην δεύτερη αναιρεσίβλητη, διάταξη αυτής και την εντεύθεν απόρριψη της αγωγής και ως προς την δεύτερη αναιρεσίβλητη.

Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η εκδίκαση της υπόθεσης, ως προς τούτο το μέρος που αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση, στο Δικαστήριο που την εξέδωσε και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, στον καταθέσαντα τούτο αναιρεσείοντα (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο μεν αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της πρώτης αναιρεσίβλητης, η δε δεύτερη αναιρεσίβλητη, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών των διαδίκων που νίκησαν (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 1 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17-1-2018 αίτηση αναίρεσης του Γ. Κ. του Α., ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της πρώτης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

Αναιρεί την 3055/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη κατά τη διάταξη που αναφέρεται στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν.

Διατάσσει την επιστροφή του καταβληθέντος παραβόλου στον καταθέσαντα αναιρεσείοντα.

Καταδικάζει τη δεύτερη αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Νοεμβρίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ (Και τούτου αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία, o αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Σεπτεμβρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ